Supreme Court allows appeal against final judgment, remanding case to a different judge for retrial.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal filed by a legal entity against a final judgment from the Athens Court of First Instance. The court found the appeal procedurally valid and within the statutory time limits, despite the appellant being a non-profit organization with public law privileges. Consequently, the decision was annulled and the case remanded to a different judge at the Court of First Instance for further proceedings, while the opposing insurance company was ordered to pay the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 577, 580, 564, 144 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may annul a final judgment and remand the case to a different judge when the appeal is procedurally admissible, ensuring the principle of impartiality in retrials.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 546 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 546/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία «Η. Ε. Φ. Κ. «Α. (e-Ε.), όπως μετονομάσθηκε το ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Ε. Φ. Κ. «Α. (Ε.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Ί. Κ. Α. - Ε. Τ. Α. «Μ. (Ι. - Ε.), το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευαγγελία Σκαλίγκου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Α. ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «Α. Ε. Ε. Γ. Α. Η. «Ε., που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σταυρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-4-2016 αγωγή του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Ί. Κ. Α. - Ε. Τ. Α. «Μ. (Ι. - Ε.), που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με τις από 15-7-2015 και 8-12-2015 αγωγές του ...), μη διαδίκου στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 899/2018 οριστική, ως προς τις από 15-7-2015 και 25-4-2016 αγωγές και μη οριστική, ως προς την από 8-12-2015 αγωγή, του ίδιου Δικαστηρίου και 5160/2019 μη οριστική και 6692/2020 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 6-9-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Γεωργία Κατσιμαγκλή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 577 ΚΠολΔ, "το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης" (παρ. 1). Αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως (παρ. 2). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το εμπρόθεσμο της ασκηθείσας αναίρεσης αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού αυτής, τη συνδρομή της οποίας εξετάζει ο Άρειος Πάγος και αυτεπαγγέλτως, με βάση τα υποβληθέντα αποδεικτικά έγγραφα στοιχεία της δικογραφίας.
Σύμφωνα δε, με τις διατάξεις των άρθρων 564 παρ. 1 και 144 παρ. 1 ΚΠολΔ, αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της άσκησης αίτησης αναίρεσης είναι τριάντα (30) ημέρες και αρχίζει από την επόμενη ημέρα μετά την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης τελειώνει δε κατά τη λήξη του ωραρίου των δικαστικών υπηρεσιών την τριακοστή ημέρα ή, αν αυτή είναι κατά νόμο εξαιρετέα, την ίδια ώρα της επόμενης, μη εξαιρετέας ημέρας.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 11 του διατάγματος της 26-6/10.7.1944 ''Περί δικών του Δημοσίου'', σε όλες τις δίκες του Δημοσίου δεν τρέχει ουδεμία, απολύτως, προθεσμία σε βάρος αυτού κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών. Αυτό ισχύει, ρητώς, και για την άσκηση οιουδήποτε ενδίκου μέσου, ήτοι και για την άσκηση αίτησης αναίρεσης, με τη ρητή, επίσης, διευκρίνιση ότι και η προθεσμία, που τυχόν άρχισε πριν από τις δικαστικές διακοπές, αναστέλλεται κατά τη διάρκειά τους.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 2 του ΚΟΔΚαΔΛ (ν. 1756/1988), οι δικαστικές διακοπές αρχίζουν την 1 Ιουλίου και διαρκούν μέχρι την 15 Σεπτεμβρίου κάθε έτους. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 4 εδ. α' του Ν. 2579/1998, οι υπέρ του Δημοσίου ισχύουσες, προνομιακές διατάξεις του άρθρου 11 του διατάγματος της 26-6/10.7.1944, οι οποίες δεν καταργήθηκαν με την εισαγωγή του ΚΠολΔ και μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η ως άνω αναστολή των προθεσμιών προς άσκηση ενδίκων μέσων κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών, εφαρμόζονται και επί των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ), όπως είναι και το αναιρεσείον (ΑΠ 460/2022, ΑΠ 347/2021, ΑΠ 1192/2020, ΑΠ 1337/2014).
Εξάλλου, με το άρθρο 26, με τίτλο "περιορισμός δικαστικών διακοπών για το δικαστικό έτος 2020-2021" του Ν. 4792/2021 (ΦΕΚ Α'54/09.04.2021), ορίστηκε ότι "Οι δικαστικές διακοπές για το τρέχον δικαστικό έτος που λήγει στις 15 Σεπτεμβρίου 2021, αρχίζουν την 1η Ιουλίου 2021 και λήγουν την 31η Αυγούστου 2021". Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση από 06.09.2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 6838/864/06.09.2021, αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 6692/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρο 681 Α Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015).
Η άνω προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, επιδόθηκε νομότυπα στον αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Η. Ε. Φ. Κ. Α. (e - Ε.Φ.Κ.Α.)" στις 07-06-2021, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 3948/07-06-2021 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, .... Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε με την κατάθεσή της στη γραμματεία του αρμοδίου Εφετείου Αθηνών στις 06-09-2021, όπως προκύπτει από τη σχετική έκθεση κατάθεσης ένδικου μέσου, που υπάρχει στο τέλος αυτής.
Δηλαδή ασκήθηκε εντός της προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της προσβαλλομένης απόφασης (άρθρο 564 παρ. 1 ΚΠολΔ), στην οποία, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, δεν υπολογίζεται το χρονικό διάστημα των δικαστικών διακοπών, οι οποίες, για το συγκεκριμένο δικαστικό έτος 2021, άρχισαν την 1η Ιουλίου 2021 και έληξαν την 31η Αυγούστου 2021.
Ειδικότερα, εφόσον η επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης έλαβε χώρα στις 07-06-2021, η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης άρχισε την επομένη ημέρα, ήτοι στις 08-06-2021, στη συνέχεια ανεστάλη λόγω των δικαστικών διακοπών κατά το χρονικό διάστημα από 01-07-2021 έως 31-08-2021 και συνέχισε και πάλι από την 01-09-2021, οπότε συμπληρωνόταν στις 07-09-2021, πριν όμως τη συμπλήρωσή της, ασκήθηκε η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, ήτοι στις 06-09-2021 και ως εκ τούτου αυτή είναι εμπρόθεσμη, όσα δε αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσίβλητη με τις από 14-09-2022 νόμιμα κατατεθείσες προτάσεις της περί εκπρόθεσμης άσκησής της, είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα, αλλά και νόμιμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1 και 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 6692/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής :
Με την από 25-04-2016 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 16928/576/25-04-2016 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το ενάγον Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ί. Κ. Α. - Ε. Τ. Α. Μ. (Ι. - Ε.), στη θέση του οποίου υπεισήλθε το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Η. Ε. Φ. Κ. Α. (e - Ε.Φ.Κ.Α.)" [όπως μετονομάστηκε, κατ' άρθρο 1 του Ν. 4670/2020, το Ν.Π.Δ.Δ.
με την επωνυμία "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (ΕΦΚΑ)", που είναι καθολικός διάδοχος, δυνάμει του Ν. 4387/2016, του ενάγοντος Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (ΙΚΑ - ΕΤΑΜ)"], στρεφόμενο κατά των: 1) ... και 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... και ήδη αναιρεσίβλητης, ισχυρίστηκε ότι σε τροχαίο α¬τύχημα που έλαβε χώρα στις 02-05-2011, στον τόπο και υπό τις συνθήκες που ειδικότερα εκθέτει, από υπαιτιότητα του πρώτου των εναγόμενων, τραυματίστηκε ο ασφαλισμένος του ....
Ότι για νοσήλια, επιδότηση και σύνταξη αναπηρίας που αφορούσαν τον παθόντα αυτόν, για το χρονικό διάστημα από 5-5-2011 έως 31-3-2016, κατά το οποίο ήταν ανίκανος να εργαστεί, του κατέβαλε το συνολικό ποσό των 33.124,45 ευρώ, το οποίο ευθύνονται να του καταβάλουν εις ολόκληρον, ο πρώτος εναγόμενος, ως υπαίτιος οδηγός και η δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, στην οποία ήταν ασφαλισμένο το ζημιογόνο αυτοκίνητο κατά το χρόνο του ατυχήματος για τις έναντι τρίτων ζημίες από την κυκλοφορία του.
Με βάση το ιστορικό αυτό, το ενάγον ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας, το ανωτέρω ποσό των 33.124,45 €, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Επί της αγωγής αυτής, η οποία συνεκδικάστηκε με τις από 15-07-2015 και 08-12-2015 αγωγές του παθόντος και ασφαλισμένου στο ενάγον ("ΙΚΑ - ΕΤΑΜ" και ήδη "e - Ε.Φ.Κ.Α.") ..., κατά των:1) ...
και 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...." (αναιρεσίβλητης), εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 899/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία: α) κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της από 08-12-2015 αγωγής του άνω παθόντος, β) έγινε κατά ένα μέρος δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η από 15-07-2015 αγωγή του άνω παθόντος και αναγνωρίστηκε ότι η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία οφείλει να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 141.598,40 ευρώ για αποζημίωση, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και πρόσθετης αποζημίωσης από το άρθρο 931 ΑΚ και γ) έγινε κατά ένα μέρος δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η από 25-04-2016 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας το ποσό των 13.249,78 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Κατά της ανωτέρω πρωτόδικης απόφασης η εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών την από 18-05-2018 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 47789/3234/18-05-2018) έφεσή της κατά του ... (παθόντος) και κατά του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ. ("e - Ε.Φ.Κ.Α."), παραπονούμενη, μεταξύ άλλων, και για εσφαλμένη απόρριψη της ένστασής της περί έλλειψης παθητικής της νομιμοποίησης, την οποία είχε προβάλει πρωτοδίκως, λόγω του ότι, όπως ισχυρίστηκε, δεν ασφάλιζε με ισχυρή σύμβαση ασφάλισης, κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος, το ζημιογόνο όχημα του ιδιοκτήτη και οδηγού του ....
Επί της ανωτέρω έφεσης, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών εξέδωσε αρχικά την υπ' αριθμ. 5160/2019 μη οριστική του απόφαση, με την οποία δέχθηκε τυπικά την έφεση και διέταξε την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, προκειμένου να προσκομισθεί η απόφαση του Αρείου Πάγου επί της από 10-01-2018 αίτησης αναίρεσης της εναγομένης - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, κατά της υπ' αριθμ. 4799/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία, [ επί της προγενέστερης από 07-09-2011 αγωγής του άνω παθόντος ...
κατά του ... και του Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο", και της συνεκδικασθείσας από 02-02-2012 παρεμπίπτουσας αγωγής του ... κατά της παρεμπιπτόντως εναγόμενης ανωτέρω ασφαλιστικής εταιρείας], είχε κριθεί ότι, η, μεταξύ της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας και του ασφαλισμένου της ιδιοκτήτη και οδηγού του ζημιογόνου οχήματος ..., ασφαλιστική σύμβαση, ήταν ισχυρή και δεν είχε λυθεί κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος και κατόπιν αυτού είχε γίνει δεκτή η από 02-02-2012 παρεμπίπτουσα αγωγή του ...
κατά της παρεμπιπτόντως εναγόμενης ανωτέρω ασφαλιστικής εταιρείας (αναιρεσίβλητης) και είχε υποχρεωθεί αυτή να καταβάλει στον κριθέντα ως ασφαλισμένο της, παρεμπιπτόντως ενάγοντα, κάθε ποσό που αυτός θα καταβάλει στον παθόντα ..., η εν λόγω δε, υπ' αριθμ. 4799/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, αναιρέθηκε στη συνέχεια με την υπ' αριθμ. 625/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου (για την προσκόμιση της οποίας διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης), ως προς το κεφάλαιο της ως άνω παρεμπίπτουσας αγωγής μόνο, κατά το μέρος δηλαδή, που αφορούσε την ύπαρξη ισχυρής ασφαλιστικής σύμβασης στη, μεταξύ των άνω συμβαλλομένων μερών, ήτοι ασφαλιστή και ασφαλισμένου (αναιρεσίβλητης και ..., αντίστοιχα), σχέση.
Μετά τη νομίμως επαναληφθείσα συζήτηση της υπόθεσης, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 6692/2020 οριστική του απόφαση, με την οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 18-05-2018 έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτόδικη υπ' αριθμ. 899/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά το μέρος που αφορούσε τη δεύτερη εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη, κράτησε και δίκασε την υπόθεση και απέρριψε την ένδικη από 25-04-2016 αγωγή του αναιρεσείοντος, κατά το μέρος κατά το οποίο στρεφόταν κατά της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησής της.
Από τη διάταξη του άρθρου 10 § 5 Ν.Δ. 4104/1960, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 § 1 Ν. 4476/1965, σε συνδυασμό με το άρθρο 18 Ν. 1654/1986, συνάγεται ότι μετά την έναρξη ισχύος (23-11-1986) του πιο πάνω άρθρου 18 του ν. 1654/1986, το ΙΚΑ (ήδη "e - Ε.Φ.Κ.Α."), για τις παροχές σε ασφαλισμένο σ' αυτό παθόντα, έχει απ' ευθείας αξίωση από το νόμο κατά του υπόχρεου προς αποζημίωση, υποκαθιστάμενο, αυτοδίκαια, κατά το ποσό των οφειλόμενων στον ζημιωθέντα ασφαλιστικών παροχών, στην αξίωσή του κατά του υπόχρεου, ενώ ο παθών δεν νομιμοποιείται να ζητήσει από τον τελευταίο και τα κονδύλια που κατέβαλε ή οφείλει σ' αυτόν (παθόντα) το ΙΚΑ από τη σχέση κοινωνικής ασφάλισης που τους συνδέει, διότι, ως προς αυτά, δεν είναι πλέον δικαιούχος (ΑΠ 530/2019, ΑΠ 676/2017, ΑΠ 235/2011, ΑΠ 666/2010), Επομένως, σε περίπτωση σωματικής βλάβης από αυτοκινητιστικό ατύχημα (αδικοπραξία), με παθόντα ασφαλισμένο του ΙΚΑ, η αξίωση αποζημίωσης του παθόντος κατά των υπόχρεων λόγω αδικοπραξίας προσώπων, μεταβιβάζεται δυνάμει νόμιμης εκχώρησης (υποκατάστασης) στο ΙΚΑ, κατά την έκταση της από μέρους αυτού οφειλής, λόγω του παθήματος, στον ασφαλισμένο, ασφαλιστικών παροχών, χωρίς να αλλοιώνεται ο χαρακτήρας της αξίωσης ως προερχόμενης από αδικοπραξία ή από αυτοκινητικό ατύχημα (ΑΠ 530/2019, ΑΠ 666/2010).
Γένεση της αξίωσης αποζημίωσης κατά του υπόχρεου και μεταβίβαση αυτής στο ΙΚΑ, συμπίπτουν χρονικώς. Απαραίτητη προϋπόθεση για τη μεταβίβαση είναι η θεμελίωση αξίωσης αποζημίωσης στο πρόσωπο του ασφαλισμένου ή των μελών της οικογένειάς του κατά τρίτων. Μπορεί δε να στηρίζεται στο ν. ΓΠΝ/ 1911 ή στις διατάξεις των άρθρων 914, 922 ΑΚ (ΑΠ 1159/2017).
Η αξίωση συνεπώς, που αποκτά το ΙΚΑ, σε περίπτωση τέτοιας αδικοπραξίας, έχει αντικείμενο όχι την απόδοση των εξαιτίας των δαπανών του για ασφαλιστικές παροχές στον ζημιωθέντα ασφαλισμένο, αλλά την αποζημίωση καθ' αυτήν ή με μορφή ασφαλίσματος, που χωρίς τη νόμιμη εκχώρηση θα δικαιούτο ο ίδιος ο παθών ασφαλισμένος να επιδιώξει για τη σωματική του βλάβη, στην έκταση της νόμιμης, ως προς την αντίστοιχη απαίτηση, διαδοχής (ΑΠ 1349/2021, ΑΠ 979/2019).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 6 παρ. 1 και 2, 10 παρ. 1, 11 παρ. 1, 16 και 19 του Ν. 489/1976 "Περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης", που κωδικοποιήθηκε με το προεδρικό διάταγμα 237/1986, προκύπτει ότι ο κύριος ή κάτοχος αυτοκινήτου, που κυκλοφορεί στην Ελλάδα, πρέπει να έχει ασφαλίσει αυτό σε μία νομίμως λειτουργούσα ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία.
Εάν από το αυτοκίνητο προξενηθούν θανάτωση, σωματικές βλάβες ή υλικές ζημίες ο παθών έχει ευθεία αγωγή κατά του υπαιτίου ασφαλισμένου και κατά της ασφαλιστικής εταιρείας για καταβολή της αποζημίωσής του μέχρι το ποσό, που προβλέπεται από την ασφαλιστική σύμβαση και ο ασφαλιστής δεν μπορεί να αντιτάξει κατ' αυτού ενστάσεις που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση κατά του ασφαλιζομένου ή του αντισυμβαλλομένου ή του οδηγού (ΑΠ 368/2018).
Περαιτέρω, με το άρθρο 11 παρ. 2 του Π.Δ. 237/1986, [όπως το άρθρο αυτό είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 8 του Ν. 3557/2007 και ίσχυε κατά το χρόνο του ενδίκου ατυχήματος (02.05.2011) και πριν καταργηθεί με το άρθρο 169 παρ. 14 του Ν. 4261/2014 ] οριζόταν ότι "2. Κατά ζημιωθέντος τρίτου, η ακύρωση, η λύση, η λήξη ή η αναστολή της ασφαλιστικής σύμβασης μπορεί να αντιταχθούν, μόνο εάν το ατύχημα συνέβη μετά πάροδο δεκαέξι (16) ημερών από τη γνωστοποίηση, εκ μέρους του ασφαλιστή, της ακύρωσης, της λύσης, της λήξης ή της αναστολής της ασφαλιστικής σύμβασης, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 11α".
Εξάλλου, με το άρθρο 9 του Ν. 3557/2007, ο οποίος τροποποίησε το Π.Δ. 237/1986, με το οποίο είχε κωδικοποιηθεί ο Ν. 489/1976, προστέθηκε άρθρο 11α, με την υπ' αριθμ. 1 παράγραφο του οποίου [όπως ίσχυε κατά το χρόνο του ενδίκου ατυχήματος (02.05.2011) και πριν το άρθρο αυτό αντικατασταθεί με το άρθρο 169 παρ. 15 Ν. 4261/2014 ] οριζόταν ότι: "1.
Τα μέρη που συμβάλλονται στην Ασφαλιστική σύμβαση μπορούν να λύουν αυτήν, οποτεδήποτε, με έγγραφη συμφωνία. Η λύση της σύμβασης γνωστοποιείται, με επιμέλεια του ασφαλιστή, στο Κέντρο Πληροφοριών, που προβλέπεται στο άρθρο 27β και ισχύει έναντι των τρίτων μετά την πάροδο δεκαέξι (16) ημερών από τη γνωστοποίηση αυτή".
Από την εν λόγω διάταξη σαφώς προκύπτει ότι παρέχεται στα μέρη η δυνατότητα, με αντίθετη έγγραφη συμφωνία τους, χωρίς, δηλαδή, να υπάρξει καταγγελία από κάποιο από τα συμβαλλόμενα μέρη, να λύσουν την ασφαλιστική σύμβαση (ΑΠ 625/2019, ΑΠ 612/2016, ΑΠ 1594/2012, ΑΠ 1304/2010, ΑΠ 1240/2010). Η ίδια, πάντως, διάταξη δεν υποβάλλει, κατά την ορθότερη άποψη, στο συστατικό τύπο του εγγράφου την (αντι)συμφωνία αυτή των μερών, αν ληφθεί υπόψη ότι η ασφαλιστική σύμβαση δεν καταρτίζεται οπωσδήποτε εγγράφως και το ασφαλιστήριο είναι αποδεικτικό έγγραφο (ΑΠ Ολομ. 9/2014, ΑΠ 625/2019, ΑΠ 612/2016, ΑΠ 512/2014), οπότε και για την κατάργησή της δεν απαιτείται συστατικό έγγραφο (ΑΠ Ολομ. 24/1994, ΑΠ 625/2019, ΑΠ 612/2016, ΑΠ 564/1997).
Για την κατά τα άνω λύση της σύμβασης ασφάλισης, όσον αφορά τις μεταξύ ασφαλιστή και ασφαλισμένου σχέσεις, δεν απαιτείται η γνωστοποίησή της στο Κέντρο Πληροφοριών και η πάροδος της ως άνω προθεσμίας των δέκα έξι (16) ημερών, όπως αντίθετα απαιτείται για την περίπτωση που προβάλλονται αξιώσεις από τον ζημιωθέντα τρίτο κατά του ασφαλιστή ( ΑΠ 625/2019, ΑΠ 612/2016).
Ειδικότερα, για την ισχύ της λύσης της ασφαλιστικής σύμβασης έναντι των τρίτων, απαιτείται η γνωστοποίηση αυτής από τον ασφαλιστή στο Κέντρο Πληροφοριών που προβλέπεται στο άρθρο 27β του ν. 489/1976 και παρέλευση 16 ημερών από την εν λόγω γνωστοποίηση. Κατά συνέπεια, αν δεν γίνει νομότυπα ή δεν γίνει καθόλου η γνωστοποίηση αυτή της λύσης της σύμβασης ασφάλισης στο Κέντρο Πληροφοριών, τότε ο ασφαλιστής, παρά τη λύση της έναντι του ασφαλισμένου, εξακολουθεί, κατά το νόμο, να ευθύνεται έναντι του τρίτου που ζημιώθηκε και, επομένως, δεν συντρέχει περίπτωση ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου (ΑΠ Ολομ. 3/2005, ΑΠ 94/2022, ΑΠ 612/2016, ΑΠ 232/2015 ).
Η επιβαλλόμενη από τις ως άνω διατάξεις γνωστοποίηση στο Κέντρο Πληροφοριών της λύσης της σύμβασης ασφάλισης προκειμένου αυτή να ισχύει έναντι τρίτων, έχει σκοπό την άρση της αμφισβήτησης για το χρόνο παύσης της ευθύνης του ασφαλιστή και έτσι την αποτροπή συμπαιγνίας μεταξύ ασφαλισμένου και ασφαλιστή σε βάρος τρίτων (ΑΠ 94/2022).
Ειδικότερα, κατά το άρθρο 27β του κωδικοποιημένου Ν. 489/1976, που προστέθηκε με το άρθρο 6 του Π.Δ. 10/2003, σε συμμόρφωση προς τις διατάξεις του άρθρου 5 της οδηγίας 2000/26/ΕΚ, "Συνιστάται στο Υπουργείο Ανάπτυξης, Γενική Γραμματεία Εμπορίου, Κέντρο Πληροφοριών. 1.Το Κέντρο Πληροφοριών αποτελεί οργανική μονάδα της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου.
Η δημιουργία της οργανικής μονάδας, η ένταξη της στον Οργανισμό της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου, η οργάνωση και ο τρόπος λειτουργίας της, καθώς και τα ιδιαίτερα προσόντα που απαιτούνται για την άσκηση των καθηκόντων του προϊστάμενου της μονάδας και του λοιπού προσωπικού, όπως σε θέματα ανάλυσης συστημάτων πληροφορικής, διαχείρισης βάσης δεδομένων, διαχείρισης δικτύων, χειρισμού ηλεκτρονικών υπολογιστών, ρυθμίζονται με Προεδρικό Διάταγμα".
Ακολούθως, η παραπάνω παράγραφος 1 του άρθρου 27β αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ. 4 του ν. 93557/2007, κατά το οποίο: "1. Συνιστάται στο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Επιτροπή Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης" (ΕΠ.Ε.Ι.Α.), που προβλέπεται στο άρθρο 1 του ν. 3229/2004 (ΦΕΚ 38 Α'), ως υπηρεσιακή μονάδα του, Κέντρο Πληροφοριών.
Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται μετά από πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομίας και Οικονομικών και Ανάπτυξης, ρυθμίζονται η ένταξη του Κέντρου Πληροφοριών στον Οργανισμό της ΕΠ.Ε.Ι.Α., η διάρθρωση, η οργάνωση και η λειτουργία του, ο αριθμός των οργανικών θέσεων των υπαλλήλων του κατά κατηγορία, κλάδο, ειδικότητα και είδος σχέσης εργασίας, τα ειδικά προσόντα του προϊσταμένου του Κέντρου Πληροφοριών και των υπαλλήλων του και οι γνώσεις αυτών σε θέματα, όπως ανάλυσης συστημάτων πληροφορικής, διαχείρισης βάσης δεδομένων, διαχείρισης δικτύων, χειρισμού ηλεκτρονικών υπολογιστών, καθώς και κάθε ειδικότερο θέμα και σχετική λεπτομέρεια".
Ήδη, το εν λόγω Κέντρο Πληροφοριών αποτελεί, από 1-12-2010, υπηρεσιακή μονάδα του "...", σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 ν. 3867/2010 (ΦΕΚ Α' 128/3-8-2010) και 278 παρ.10 ν. 4364/2016 (ΦΕΚ Α' 13/5-2-2016) που αντικατέστησε, εκ νέου, το άρθρο 27β παρ.1 του κωδικοποιημένου ν. 489/1976 (ΑΠ 612/2016). Τέλος, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ., για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφάρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.
ΑΠ 1/2016, Ολ. ΑΠ 2/2013, Ολ. ΑΠ 7/2006, Ολ. ΑΠ 4/2005). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη, ή απορρίφτηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.
ΑΠ 2/2019, ΑΠ 1034/2020). Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.
ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 6/2019, Ολ. ΑΠ 7/2006, ΑΠ 164/2021, ΑΠ 1034/2020, ΑΠ 192/2019, ΑΠ 19/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 6692/2020 απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή της, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική δίκη μέρος της, τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση, η εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία με τις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, προέβαλε τον ισχυρισμό- ένσταση, που επαναφέρει στην παρούσα δίκη με σχετικό λόγο έφεσης, περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποίησής της, καθόσον, όπως ισχυρίστηκε, κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος, δεν υπήρχε μεταξύ αυτής και του ασφαλισμένου σ' αυτήν οδηγού, ..., (πρώτου εναγομένου στην από 15-7-2015 αγωγή) έγκυρη και ενεργή ασφαλιστική σύμβαση, με την οποία να ασφάλιζε το ζημιογόνο και οδηγούμενο από τον ως άνω διάδικο αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, αφού η μεταξύ τους ασφαλιστική σύμβαση είχε λυθεί με προφορική συμφωνία.
Ειδικότερα, επικαλέστηκε ότι μετά τη λήξη της μέχρι την 27-2-2011 ενεργούς ασφαλιστικής σύμβασης, απέστειλε στον ασφαλιστικό της πράκτορα το ανανεωτήριο συμβόλαιο, το σήμα ασφάλισης και την απόδειξη πληρωμής των ασφαλίστρων, για το χρονικό διάστημα από 27-2-2011 μέχρι 27-8-2011, για να παραδοθούν στον ασφαλισμένο οδηγό, ..., ο οποίος, όμως, όταν ειδοποιήθηκε, αρνήθηκε προφορικά την ανανέωση της συμβάσεως ασφαλίσεώς του και εναντιώθηκε σ' αυτήν, δηλώνοντας ότι δεν επιθυμεί τη συνέχιση της ασφαλιστικής κάλυψης του αυτοκινήτου του.
Κατόπιν τούτου, η εκκαλούσα εξέδωσε στις 16-3-2011 ήτοι 1 1/2 μήνα πριν το ένδικο ατύχημα, πρόσθετη πράξη με την οποία ακυρώθηκε από τις 27-2-2011 η ασφαλιστική σύμβαση των ως άνω μερών, για το χρονικό διάστημα από 27-2-2011 έως 27-8-2011. Η εκκαλουμένη απόφαση (899/2018) επί του ισχυρισμού- ενστάσεως αυτής της εναγομένης, απεφάνθη ότι η ένσταση αυτή "πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη, γιατί το ζήτημα αυτό έχει κριθεί τελεσίδικα με την αρ. 4799/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών", η οποία εκδόθηκε, μετά την άσκηση της προγενέστερης από 7-9-2011 (αρ.
εκθ. καταθ. 6541/10-10-2011) αγωγής του ... (νυν πρώτου εφεσίβλητου) κατά της εκκαλούσας, του ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ" και του πρώτου εναγομένου ... [...]. Επί της προβαλλόμενης ως άνω ένστασης πρέπει να λεχθούν τα εξής: Από τα προσκομιζόμενα και νομίμως επικαλούμενα από τους διαδίκους έγγραφα προκύπτουν τα ακόλουθα:
Με το με αριθμό 42814657 ασφαλιστήριο συμβόλαιο η εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία (...) ασφάλιζε το με αρ. κυκλοφ. ... αυτοκίνητο του ..., για το χρονικό διάστημα από 27-8-2010 μέχρι και 27-2-2011. Όμως πριν από τη λήξη της παραπάνω ασφαλιστικής σύμβασης στις 27-2-2011, η εκκαλούσα απέστειλε στον ασφαλιστικό της πράκτορα το ανανεωτήριο συμβόλαιο, το σήμα ασφάλισης και την απόδειξη πληρωμής των ασφαλίστρων που αφορούσε το επόμενο εξάμηνο, ήτοι το χρονικό διάστημα από 27-2-2011 έως 27-8-2011, προκειμένου να παραδοθούν στον ασφαλισμένο, πλην, όμως, αυτός, όταν ειδοποιήθηκε από τον ασφαλιστικό πράκτορα να παραλάβει τα παραπάνω έγγραφα και να πληρώσει τα ασφάλιστρα, αρνήθηκε προφορικά την ανανέωση της σύμβασης ασφάλισής του και εναντιώθηκε σ' αυτήν, δηλώνοντας ταυτόχρονα την πρόθεσή του για μη συνέχιση πλέον της ασφαλιστικής σύμβασης.
Κατόπιν τούτου, επεστράφησαν στην εκκαλούσα όλα τα πιο πάνω έγγραφα (σήμα ασφάλισης, απόδειξη ασφαλίστρων κλπ) και έτσι, στις 16-03-2011, ήτοι 1 1/2 μήνα πριν το ένδικο ατύχημα, εκδόθηκε η υπ' αρ. 16682581/16-3-2011 πρόσθετη πράξη με την οποία λύθηκε-ακυρώθηκε από τις 27-2-2011 η ασφαλιστική σύμβαση μεταξύ των ως άνω μερών, για το χρονικό διάστημα από 27-2-2011 μέχρι 27-8-2011.
Η πρόσθετη ως άνω πράξη γνωστοποιήθηκε άμεσα, στις 16-3-2011, στην Υπηρεσία Στατιστικής Ασφαλιστικών Εταιρειών. Η ως άνω άτυπη (προφορική) εναντίωση και άρνηση του ... προς την εκκαλούσα, συνιστά δήλωση βουλήσεως για καταγγελία της ασφαλιστικής σύμβασης - η οποία δεν ήταν αναγκαίο να περιβληθεί με έγγραφο τύπο, αν, μάλιστα ληφθεί υπόψη ότι η ασφαλιστική σύμβαση δεν καταρτίζεται εγγράφως οπωσδήποτε, οπότε και για την κατάργησή της δεν απαιτείται συστατικό έγγραφο [...] - η δε εκκαλούσα, στη συνέχεια, αποδεχόμενη την ως άνω δήλωση βουλήσεως, κατ' άρθρο 189 ΑΚ, του ...
για λήξη της ασφαλιστικής σύμβασης, εξέδωσε την ως άνω πρόσθετη πράξη με την οποία λύθηκε-ακυρώθηκε από 27-2-2011 η ανανέωση της ασφαλιστικής σύμβασης μεταξύ των ως άνω μερών.
Συνεπώς η με τον ως άνω τρόπο εκφρασθείσα αντισυμφωνία αυτή των ως άνω συμβαλλομένων μερών, επέφερε τα έννομα αποτελέσματα της λύσης της ασφαλιστικής μεταξύ τους σύμβασης [...]. Εξάλλου, το ότι κατά το χρόνο του επίδικου ατυχήματος, ήτοι στις 2-5-2011, δεν υφίστατο μεταξύ της εκκαλούσας ασφαλιστικής εταιρείας και του οδηγού του ζημιογόνου ΙΧΕ αυτοκινήτου, ..., έγκυρη ασφαλιστική σύμβαση, αποδεικνύεται και από τα εξής:
α) από τα έγγραφα της ποινικής δικογραφίας που σχηματίστηκε σε βάρος του ... (βλ. έκθεση αυτοψίας Τροχαίας Αιγάλεω) προκύπτει ότι το ... αυτ/το του ..., ήταν ανασφάλιστο κατά την 2-5-2011, αφού αυτός δεν προσκόμισε το σχετικό σήμα ασφάλισης, ούτε βεβαίωση ασφάλισης, β) από το από 17-4-2012 έγγραφο της Υ.Σ.Α.Ε και τη συνημμένη κατάσταση προκύπτει ότι, την ημέρα του ατυχήματος, δεν βρέθηκαν στοιχεία συμβολαίων ασφάλισης του ως άνω αυτοκινήτου, γ) ο ..., στις 11-5-2011, ασφάλισε το ως άνω αυτοκίνητό του στην ασφαλιστική εταιρεία ..., γνωρίζοντας και αποδεχόμενος το ότι δεν υφίστατο έγκυρη και ενεργής ασφαλιστική σύμβαση μεταξύ του ιδίου και της εκκαλούσας, κατά το χρόνο του ατυχήματος, αφού διαφορετικά δεν θα συνήπτε δεύτερη ασφαλιστική σύμβαση για το ίδιο χρονικό διάστημα και δ) ο ..., μετά το ένδικο ατύχημα, δεν υπέβαλε στην εκκαλούσα υπεύθυνη δήλωση ατυχήματος για τις συνθήκες αυτού, αφού ο ίδιος γνώριζε ότι δεν υφίστατο έγκυρη ασφαλιστική σύμβαση μεταξύ των.
Με βάση τα όσα προαναφέρθηκαν, τα ως άνω συμβαλλόμενα μέρη (ασφαλιστής και ασφαλιζόμενος) έλυσαν τη μεταξύ τους υφιστάμενη μέχρι την 27-2-2011, ασφαλιστική σύμβαση, με προφορική (άτυπη) αντισυμφωνία, η οποία, κατά τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, δεν απαιτείτο να περιβληθεί τον έγγραφο τύπο.
Με βάση λοιπόν, αυτές τις σκέψεις και παραδοχές η προταθείσα από την εκκαλούσα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφερόμενη με λόγο έφεσης στο παρόν Δικαστήριο, ένσταση ελλείψεως παθητικής νομιμοποίησής της είναι νόμιμη και βάσιμη στην ουσία της, καθόσον, όπως ήδη αναφέρθηκε, κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος, δεν υφίστατο ενεργής και έγκυρη ασφαλιστική κάλυψη της εκκαλούσας ασφαλιστικής εταιρείας και του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος.
Πρέπει δε να σημειωθεί ότι με βάση τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου με την αρ. 625/2019 απόφασή του αναίρεσε την προσβαλλομένη 4799/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία είχε δεχθεί ότι δεν είχε λυθεί η επίμαχη ασφαλιστική σύμβαση μεταξύ των ως άνω μερών και ότι εξακολοθούσε να υφίσταται μεταξύ αυτών, κατά το χρόνο του ατυχήματος, δεχόμενο το ως άνω Δικαστήριο ότι: "η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη το νόμιμο ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί λύσεως της μεταξύ αυτής και του ασφαλισμένου της ασφαλιστικής σύμβασης, ο οποίος είχε προταθεί πρωτοδίκως και είχε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης δεδομένου ότι τείνει στην κατάλυση του ασκούμενου με την παρεμπίπτουσα αγωγή ουσιαστικού δικαιώματος".
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, που με την εκκαλουμένη απόφασή του, απέρριψε την ως άνω ένσταση ως μη νόμιμη, επικαλούμενο ότι: "το ζήτημα αυτό έχει κριθεί τελεσίδικα με την 4799/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών" και στη συνέχεια έκανε εν μέρει δεκτή ως βάσιμη στην ουσία την αγωγή του πρώτου εφεσίβλητου, ..., ως προς την ως άνω εκκαλούσα εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, καθώς και την από 25-4-2016 αγωγή του ΝΠΙΔ ΙΚΑ-ΕΤΑΜ (ΕΦΚΑ), εσφαλμένα το νόμο εφάρμοσε, δεκτού γενομένου ως νόμω και ουσία βάσιμου του πρώτου λόγου έφεσης της ως άνω εκκαλούσας.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου έφεσης προς έρευνα, πρέπει να γίνει δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, η από 18-5-201-8 έφεση, να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα, κατ' άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ, και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση ως προς όλες τις διατάξεις της που αφορούν την δευτέρα των εναγομένων στις από 15-7-2017 και 25-4-2016 αγωγές.
Στη συνέχεια, το Δικαστήριο πρέπει να κρατήσει την υπόθεση, να δικάσει επί των ως άνω αγωγών και να απορριφθούν αυτές ως απαράδεκτες, καθό μέρος στρέφονται κατά της δευτέρας των εναγομένων ασφαλιστικής εταιρείας "...", λόγω ελλείψεως παθητικής νομιμοποίησής της". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού δέχτηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 18-05-2018 έφεση της εναγομένης - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας και αφού εξαφάνισε, ως προς την αναιρεσίβλητη, την πρωτόδικη υπ' αριθμ. 899/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, [η οποία, όπως προαναφέρθηκε, είχε κρίνει διαφορετικά και είχε δεχθεί ως εν μέρει κατ' ουσία βάσιμη την ένδικη από 25-04-2016 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και είχε υποχρεώσει την αναιρεσίβλητη και τον συνεναγόμενό της ..., να του καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας νομιμοτόκως το ποσό των 13.249,78 ευρώ], στη συνέχεια, απέρριψε την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος, κατά το μέρος κατά το οποίο στρεφόταν κατά της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησής της.
Ήδη, με το μοναδικό λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την αναιρετική πλημμέλεια, όπως εκτιμάται, από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδάφιο α' του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, την άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 11α του Π.Δ. 237/1986, όπως προστέθηκε με το άρθρο 9 του Ν. 3557/2007, γιατί δέχθηκε ότι η λύση της επίμαχης ασφαλιστικής σύμβασης, η οποία είχε επέλθει, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το χρόνο του ατυχήματος, με αντισυμφωνία μεταξύ ασφαλιστή και ασφαλισμένου, αντιτάσσεται και έναντι του αναιρεσείοντος - τρίτου, χωρίς όμως να δέχεται ότι η λύση αυτή γνωστοποιήθηκε στο Κέντρο Πληροφοριών και παρήλθαν δεκαέξι (16) ημέρες από τη γνωστοποίηση αυτή, όπως απαιτεί η άνω διάταξη.
Με την προαναφερθείσα κρίση του και ειδικότερα δεχόμενο το Εφετείο ότι η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία δεν νομιμοποιείται παθητικά ως προς τις, με την ένδικη αγωγή, ασκούμενες αξιώσεις του αναιρεσείοντος, για το λόγο ότι κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος (02-05-2011), δεν υπήρχε ενεργή και ισχυρή ασφαλιστική σύμβαση, επειδή είχε λυθεί, από τις 27-02-2011, η μεταξύ αυτής και του ασφαλισμένου της (...) σύμβαση ασφάλισης, με αντισυμφωνία μεταξύ των συμβαλλομένων αυτών μερών, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την προαναφερόμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 11α παρ. 1 του Π.Δ. 237/1986, όπως προστέθηκε με το άρθρο 9 του Ν. 3557/2007 και ίσχυε κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος, υπό την έννοια ότι αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτεί η προπαρατιθέμενη αυτή διάταξη προκειμένου να ισχύει η, κατά τον ως άνω τρόπο, λύση της ασφαλιστικής σύμβασης έναντι τρίτων, δεδομένου ότι, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας, για την ισχύ της λύσης της σύμβασης ασφάλισης έναντι τρίτων, ήτοι για να μπορέσει ο ασφαλιστής να επικαλεσθεί έναντι των ζημιωθέντων τρίτων, την επελθούσα, με αντισυμφωνία μεταξύ αυτού και του ασφαλισμένου, λύση της ασφαλιστικής σύμβασης, απαιτούνται:
α) γνωστοποίηση της λύσης από τον ασφαλιστή στο προβλεπόμενο από το άρθρο 27β' του Ν. 489/1976 Κέντρο Πληροφοριών και β) παρέλευση δεκαέξι (16) ημερών από τη γνωστοποίηση αυτή στο Κέντρο Πληροφοριών, η οποία (γνωστοποίηση) αν δεν γίνει νομότυπα ή δε γίνει καθόλου, τότε ο ασφαλιστής, παρά τη λύση της σύμβασης ασφάλισης στις μεταξύ αυτού και του ασφαλισμένου σχέσεις, εξακολουθεί κατά το νόμο να ευθύνεται έναντι των ζημιωθέντων τρίτων, στους οποίους (τρίτους) υπάγεται στην ένδικη περίπτωση και το ενάγον και ήδη αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ..
Συνεπώς, εφόσον το Εφετείο δέχθηκε, κατά τα άνω, ότι η μεταξύ της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας και του ασφαλισμένου της ..., λύση της σύμβασης ασφάλισης, αντιτάσσεται και αναπτύσσει ενέργεια και έναντι του τρίτου - αναιρεσείοντος, χωρίς όμως να έχει δεχθεί ότι πληρούνται οι ανωτέρω κατά νόμο προϋποθέσεις, ήτοι ότι έλαβε χώρα η ανωτέρω απαιτούμενη από την ως άνω διάταξη γνωστοποίηση της λύσης της σύμβασης στο Κέντρο Πληροφοριών και η παρέλευση δεκαέξι (16) ημερών από τη γνωστοποίηση αυτή, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη.
Επισημαίνεται ότι, η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία γνωστοποίησε την πρόσθετη πράξη λύσης - ακύρωσης της ασφαλιστικής σύμβασης στις 16-03-2011 στην Υπηρεσία Στατιστικής Ασφαλιστικών Εταιρειών (Υ.Σ.Α.Ε.), δεν πληροί και δεν καλύπτει την ως άνω απαιτούμενη από το νόμο γνωστοποίηση, καθόσον, κατά τον αναφερόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση, χρόνο γνωστοποίησης της ακύρωσης - λύσης της σύμβασης ασφάλισης (16-03-2011), αρμόδια κατά το νόμο Υπηρεσία για να γίνονται σε αυτή οι γνωστοποιήσεις του άρθρου 11α του Π.Δ. 237/1986, ήταν το Κέντρο Πληροφοριών, το οποίο ήδη από την 1-12-2010 αποτελούσε υπηρεσιακή μονάδα του Ν.Π.Ι.Δ.
με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο Ασφάλισης Ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων" και όχι η Υπηρεσία Στατιστικής Ασφαλιστικών Εταιρειών (Υ.Σ.Α.Ε.), η οποία δεν είχε τότε τέτοια κατά νόμο αρμοδιότητα. Επομένως, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή, κατά παραδοχή του προαναφερόμενου λόγου της και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που αφορά το αναιρεσείον και την αναιρεσίβλητη. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών, συντιθέμενο από άλλο Δικαστή, εκτός εκείνου ο οποίος εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 αριθμ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Διάταξη περί παραβόλου δεν ορίζεται, διότι το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. δεν βαρύνεται με τέτοια υποχρέωση κατ' άρθρα 28 παρ. 4 Ν. 2579/1998 και 31 παρ. 1 περ. Θ Ν. 4445/2016. Τέλος, η αναιρεσίβλητη, ως ηττωμένη διάδικος, πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Σημειώνεται ότι τα δικαστικά έξοδα δεν επιβάλλονται μειωμένα, αφού η νομική υπεράσπιση της ένδικης υπόθεσης του αναιρεσείοντος δεν διεξήχθη από αντιπρόσωπο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, αλλά από συνεργαζόμενη με το αναιρεσείον δικηγόρο Αθηνών ( βλ.
το υπ. αριθμ. 37.087/14-09-2022 πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Αθηνών ...). Ειδικότερα, κατά το άρθρο 22 § 1 του ν. 3693/1957 "Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί Νομικού Συμβουλίου του Κράτους διατάξεων", η αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου που περιλαμβάνεται στις δαπάνες, οι οποίες θα αποδοθούν στο διάδικο που νίκησε, μειώνεται μέχρι το μισό του ελαχίστου ορίου της διατίμησης και δεν μπορεί να υπερβεί ορισμένο χρηματικό ποσό, αναπροσαρμοζόμενο κάθε φορά με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (άρθρο 5 § 12 του ν. 1737/1987).
Κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων εφαρμόζονται και στις δίκες στις οποίες διάδικος είναι υπουργός ή νομάρχης ή πρόσωπο του οποίου η νομική υπηρεσία διεξάγεται δια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Από τη διατύπωση της τρίτης παραγράφου προκύπτει ότι μόνο στα νομικά πρόσωπα, η νομική υπηρεσία των οποίων διεξάγεται από το Ν.Σ.Κ., έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 περί μείωσης της αμοιβής του πληρεξουσίου δικηγόρου κλπ.
Συνεπώς, το γεγονός ότι ορισμένο Ν.Π.Δ.Δ. απολαύει, βάσει διάταξης νόμου, των απαλλαγών, ατελειών και προνομίων του Δημοσίου δεν δικαιολογεί την εφαρμογή και των παραπάνω διατάξεων για τη δικαστική δαπάνη, αφού δεν πρόκειται για προνόμιο ή απαλλαγή, αλλά για διάταξη αναφερόμενη στη δικαστική υπεράσπιση από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (ΑΠ 144/2021, ΑΠ 1203/2019, ΑΠ 1073/2019, ΑΠ 366/2017, ΑΠ 589/2015).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ –
Αναιρεί την υπ' αριθ. 6692/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος. -
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως. -
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις ....
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις ...
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ...