Legislator Case Law & Legislation
546/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on defamation where publisher's liability is limited to reputation damage, not other personality aspects.

Case Number 546/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Court of Appeal's decision regarding a defamation case involving a newspaper and a photographer. The appellants argued that the lower court incorrectly limited the publisher's liability to reputation damage and failed to rule on the photographer's actions. The court rejected these claims, holding that the specific statute only imposes liability on the publisher for reputation and honor, not for other personality aspects like the publication of a photograph.

Legislator headnote

AI generated

Art. 1178/1981; The publisher of a publication bears objective liability for moral damages only when the publication infringes upon the honor and reputation of the person concerned, not for other manifestations of personality.

Keywords

AI generated
defamation liability publisher responsibility reputation damage personality rights objective liability honor and reputation appeal dismissal

Cited Legislation

AI generated
Art. 576 para. 2 lit. c. of the Code of Civil Procedure
Art. 681 of the Code of Civil Procedure
Art. 914 of the Civil Code
Art. 919 of the Civil Code
Art. 920 of the Civil Code
Law 1178/1981
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 no. 9 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 546 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 546/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Λ. Ι. του Ε., και 2 Σ. Π. του Π., κατοίκων ..., ατομικά και ως ασκούντων τη γονική μέριμνα της ανήλικης θυγατέρας τους Ε.-Λ. Λ. του Ι., κατοίκου .... Ο πρώτος παραστάθηκε αυτοπροσώπως στο ακροατήριο με την ιδιότητα του ως δικηγόρος και η δεύτερη εκπροσωπήθηκε από τον πρώτο αναιρεσείων ως πληρεξούσιο δικηγόρο της, ο οποίος δήλωσε ότι παραιτείται από το δικόγραφο της αναίρεσης ως προς τον τρίτο αναιρεσίβλητο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Εταιρία με την επωνυμία "…" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Α. Τ. και 3 Η. Α., κατοίκων .... Η πρώτη δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, ο 2ος παραστάθηκε αυτοπροσώπως στο ακροατήριο με την ιδιότητά του ως δικηγόρος και ο τρίτος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-4-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 405/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 77/2009 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-12-2011 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης, ανέγνωσε την από 14-2-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

Οι αναιρεσείοντες ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο αναιρεσίβλητος την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την ...24-12-2012 έκθεση του δικαστικού επιμελητή Αθηνών …, την οποία προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης μαζί με κλήση για συζήτηση επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην πρώτη αναιρεσίβλητη για την αρχική δικάσιμο της 25-2-2013, οπότε και αναβλήθηκε η συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας με επισημείωση στο πινάκιο, που επείχε θέση κλητεύσεώς της.

Αφού λοιπόν η πρώτη αναιρεσίβλητη δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το πινάκιο, πρέπει να δικασθεί ερήμην, η συζήτηση όμως θα χωρήσει ως να ήταν και αυτή παρούσα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 2 εδ. γ' ΚΠολΔ. Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 77/2009 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 681 Δ' ΚΠολΔ και συνεκδίκασε αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της 405/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου.

Με την απόφαση αυτή είχε απορριφθεί ως προς την πρώτη και είχε γίνει μερικώς δεκτή ως προς τους δεύτερο και τρίτο των αναιρεσίβλητων η από 20-4-2004 αγωγή των αναιρεσειόντων, που συζητήθηκε ερήμην των εναγομένων για καταβολή αποζημιώσεως λόγω προσβολής προσωπικότητας από δημοσίευμα εφημερίδας. Το Εφετείο απέρριψε την από 27-9-2005 έφεση των αναιρεσειόντων, δέχθηκε την από 14-9-2005 έφεση των δευτέρου και τρίτου των αναιρεσίβλητων, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου διακράτησε την υπόθεση και δικάζοντας επί της αγωγής την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Οι αναιρεσείοντες με δήλωσή τους, που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου τούτου, παραιτήθηκαν από το δικόγραφο της αναιρέσεως ως προς τον τρίτο αναιρεσίβλητο, με συνέπεια να θεωρείται ως προς αυτόν ότι δεν ασκήθηκε η αίτηση αναιρέσεως (άρθρα 294, 295 παρ. 1, 299 ΚΠολΔ). Κατά τα λοιπά η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της.

Σύμφωνα με το άρθρο 528 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 16 παρ. 4 του ν.2915/2001, όπως ίσχυε κατά το χρόνο εκδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως: "Αν ασκηθεί έφεση από διάδικο που δικάστηκε σαν να ήταν παρών, η εκκαλούμενη απόφαση εξαφανίζεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους.

Ο εκκαλών δικαιούται να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς που μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως". Από τη διάταξη αυτή σαφώς προκύπτει ότι, παρά την κατάργηση των τεκμηρίων εκ της ερημοδικίας των διαδίκων (παραιτήσεως και ομολογίας της αγωγής) που θέσπιζαν τα άρθρα 271 και 272 ΚΠολΔ, μετά την οποία εξέλιπαν πλέον οι λόγοι για τη χορήγηση αναιτιολόγητης ανακοπής και, κατ' επέκταση, εφέσεως με όμοια αποτελέσματα, ωστόσο, η ανωτέρω διάταξη διατήρησε ευθέως την έφεση κατά ερήμην αποφάσεως ως υποκατάστατο της αναιτιολόγητης ανακοπής ερημοδικίας.

Τούτο, ρητώς ορίζεται στην αιτιολογική έκθεση του νόμου 2915/2001, προκύπτει δε και από την αντιβολή του άρθρου 528 προς τα άρθρα 522 και 535 του ΚΠολΔ. Ειδικότερα : ι) Το άρθρο 522 θεσπίζει το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως, διαγράφοντας τα όρια αυτού. Η ίδια ρύθμιση επαναλαμβάνεται και στο άρθρο 528. Η επανάληψη αυτή θα ήταν άσκοπη και νομοτεχνικά περιττή, αν πράγματι ο νομοθέτης ήθελε να ρυθμίσει κατά τον ίδιο τρόπο την έφεση κατά των ερήμην και κατά των αντιμωλία εκδιδομένων αποφάσεων.

Επειδή όμως τούτο δεν συμβαίνει, δηλαδή ο νομοθέτης δεν θέλησε να δώσει στο άρθρο 528 λειτουργία διαφορετική από εκείνη που είχε υπό την ισχύ του ν. 2207/1994, η διατύπωσή του παρέμεινε χωρίς καμία ως προς αυτό μεταβολή, υποδεικνύοντας ότι η έφεση, όταν λειτουργεί ως αναιτιολόγητη ανακοπή, δεν συνεπάγεται την εξαφάνιση της πρωτοδίκου αποφάσεως στο σύνολό της, αλλά στην έκταση που προσδιορίζουν τα όρια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος.

ιι) Το άρθρο 528 ορίζει ότι "αν ασκηθεί έφεση από διάδικο που δικάστηκε σαν να ήταν παρών, η εκκαλούμενη απόφαση εξαφανίζεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους". Και μόνη η ύπαρξη του άρθρου αυτού περιορίζει το κανονιστικό πεδίο του άρθρου 535 επί των κατ' αντιμωλία εκδιδομένων αποφάσεων, ορίζοντας σχετικώς ότι "αν ο λόγος της έφεσης κριθεί βάσιμος, η απόφαση που προσβάλλεται εξαφανίζεται και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κρατεί την υπόθεση και τη δικάζει κατ' ουσίαν".

Η διαφορά στη φραστική διατύπωση των δύο αυτών ομόλογων άρθρων καταδεικνύει ότι την μεν εξαφάνιση της ερήμην αποφάσεως, μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, επιφέρει η εμπρόθεσμη και παραδεκτή άσκηση εφέσεως, ενώ την εξαφάνιση της αποφάσεως που εκδόθηκε κατ' αντιμωλία επιφέρει η παραδοχή κάποιου λόγου της ως βασίμου κατ' ουσίαν.

Αν ο νομοθέτης ήθελε πράγματι να ρυθμίσει κατά τρόπο ενιαίο την τύχη του ενδίκου αυτού μέσου, είτε στρέφεται κατ' ερήμην είτε κατ' αντιμωλία αποφάσεως, αν δηλαδή ήθελε η εξαφάνιση της εκκαλουμένης να επέρχεται μόνο μετά την κατ' ουσίαν παραδοχή κάποιου λόγου της εφέσεως, αρκούσε γι' αυτό η διάταξη του άρθρου 535, ενώ το άρθρο 528 θα ήταν περιττό.

Την ύπαρξή του δε δεν θα δικαιολογούσε ούτε η δυνατότητα που το δεύτερο εδάφιό του παρέχει στον εκκαλούντα για την κατ' εξαίρεση προβολή νέων ισχυρισμών, καθόσον το εδάφιο αυτό ανήκει νομοτεχνικά στο αντικείμενο του άρθρου 527, όπου και όφειλε να ενταχθεί ως τέταρτη εξαίρεση. Η σκόπιμη συνεπώς διατήρηση του άρθρου 528 με δομή ίδια ουσιαστικά με εκείνη που του είχε προσδώσει ο ν. 2207/1994, υποδηλώνει σαφώς ότι για την εξαφάνιση της πρωτοδίκου αποφάσεως, εφόσον αυτή εκδόθηκε σαν να ήταν παρών ο διάδικος, δεν απαιτείται να ευδοκιμήσει προηγουμένως κάποιος λόγος της εφέσεως, αλλ' αρκεί η τυπική παραδοχή της, καθόσον αυτή έχει τα αποτελέσματα της καταργηθείσης αναιτιολόγητης ανακοπής (ΑΠ 1015/2005).

Εντεύθεν έπεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, με το να δεχθεί τυπικά την έφεση των δευτέρου και τρίτου των εκκαλούντων - εναγομένων κατά της ερήμην αυτών εκδοθείσης πρωτοδίκου αποφάσεως και στη συνέχεια να εξαφανίσει στο σύνολό της την εκκαλουμένη, χωρίς προηγουμένως να δεχθεί ως βάσιμο τον πρώτο λόγο της εφέσεως, που αφορά κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνέχεται με την διατυπωθείσα καθολική άρνηση της αγωγής, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, ο δε περί του εναντίου πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Από τη διάταξη του άρθρου 400 παρ. 3 ΚΠολΔ, κατά την οποία "Δεν εξετάζονται όταν κληθούν ως μάρτυρες πρόσωπα που μπορούν να έχουν συμφέρον από την δίκη" προκύπτει ότι ως συμφέρον κατά την έννοια της διατάξεως αυτής θεωρείται το εξαρτώμενο από το αποτέλεσμα της δίκης και το οποίο αποτελεί αναγκαία συνέπεια αυτής. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψη, μεταξύ άλλων αποδεικτικών μέσων, τη με αριθμό 3675/7-4-2008 ένορκη βεβαίωση του Α. Α. ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών, η οποία ελήφθη μετά την έκδοση της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία καταργήθηκε ως προς αυτόν η δίκη (άρθρο 295 παρ. 1 ΚΠολΔ), λόγω παραιτήσεως των εναγόντων - αναιρεσειόντων στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο από το δικόγραφο της αγωγής τους, καθό μέρος αυτή στρεφόταν εναντίον του. Κατά συνέπεια ο ως άνω μάρτυρας τυγχάνει πλέον τρίτο και ανεξάρτητο από τους διαδίκους πρόσωπο, και συνακόλουθα όταν έδωσε την ένορκη βεβαίωση δεν είχε έννομο συμφέρον από την έκβαση της δίκης, δεδομένου ότι οποιαδήποτε έκβαση αυτής δεν θα είχε έννομες συνέπειες για τον ίδιο. Επομένως και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως (κατ' ορθή εκτίμηση) από τον αριθμό 11α του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη την ως άνω ένορκη βεβαίωση, είναι αβάσιμος.

Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως.

Αντιθέτως, δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση, οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ Ολομ. 12/1991), γεγονός που συντρέχει στην τελευταία περίπτωση και όταν το δικαστήριο δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα από εκείνα που συγκροτούν τον ισχυρισμό, οπότε τον αντιμετωπίζει και τον απορρίπτει εκ των πραγμάτων κατ' ουσίαν.

Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αιτίαση, και ειδικότερα ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε πράγματα που δεν προτάθηκαν εκ μέρους των αναιρεσίβλητων, αναφορικά με την αναγνωρισιμότητα καθενός τούτων στην επίμαχη φωτογραφία, και κατέληξε στην απόρριψη της αγωγής τους για διαφορετικούς λόγους από εκείνους που επικαλέσθηκαν οι τελευταίοι με τους λόγους εφέσεώς τους.

Στην προκειμένη περίπτωση στο κείμενο της από 14-9-2005 εφέσεως των δευτέρου και τρίτου των εκκαλούντων - εναγομένων ως προς τα πρόσωπα της επίμαχης φωτογραφίας, η δημοσίευση της οποίας συνιστά, κατά τους αναιρεσείοντες προσβολή της προσωπικότητάς τους, αναφέρονται τα ακόλουθα: "Το μωρό, ως εκ της ηλικίας του και λόγω του μορφασμού δεν είναι αναγνωρίσιμο από τρίτους.

Δεν ήταν δυνατό ο μέσος αναγνώστης να αναγνωρίσει το μωρό από τη συγκεκριμένη φωτογραφία. Το ίδιο και ο πρώτος των εναγόντων, του οποίου διακρίνεται ελάχιστα το προφίλ. Το πρόσωπο της δεύτερης των εναγόντων δεν υπάρχει στο συγκεκριμένο καρέ και άρα δεν τίθεται θέμα προσβολής της προσωπικότητάς της. Με αυτά τα δεδομένα τα πρόσωπα της επίμαχης φωτογραφίας (μωρό και ενήλικας άνδρας), που εκτός των άλλων ήταν και ασπρόμαυρη, μόνο από οικείους, φίλους και πρόσωπα του στενού περιβάλλοντός τους θα μπορούσαν να αναγνωριστούν." Εξάλλου, ως προς το ζήτημα της επικαλούμενης προσβολής αναφέρονται τα ακόλουθα: "...

Οι εφεσίβλητοι δεν κατονομάζονται, δεν γίνεται αναφορά σ' αυτούς, δεν διατυπώνεται κανένα σχόλιο ή υπαινιγμός που να τους αφορά άμεσα ή έμμεσα. Δεν υπήρξε πρόθεση του φωτογράφου, του συντάκτη ή του εκδότη ... να θίξουν τους αντιδίκους ή να κριτικάρουν τις επιδόσεις τους στα γονικά τους καθήκοντα. Διότι δεν υπάρχει τίποτε το μειωτικό ή προσβλητικό στην εικόνα ενός χαριτωμένου μωρού που νυστάζει, ούτε για το ίδιο, ούτε για τους γονείς του.

Δεν θίγεται κανένα δικαίωμα, ούτε το δικαίωμα του προσώπου στην εικόνα του από την αποτύπωση μιας τόσο τρυφερής στιγμής. ... Η φωτογράφιση ενός χαριτωμένου μωρού με τη σιωπηρή συναίνεση των παρισταμένων γονέων και η δημοσίευσή της, -χωρίς ταπεινά ελατήρια και δίχως πρόθεση αποκόμισης ιδιαίτερου ή αξιόλογου οικονομικού οφέλους-, και μάλιστα σε στήλη με το συγκεκριμένο προσανατολισμό, ύφος, στόχευση και εν γένει θεματική, έστω και αν έγινε χωρίς τη ρητή προς τούτο συναίνεση των προσώπων που ασκούν την επιμέλεια του ανηλίκου, συνιστά "βλάβη" αυταπόδεικτα ασήμαντη και αμελητέα ...".

Ωστόσο, οι αναφορές αυτές στο δικόγραφο της ως άνω εφέσεως δεν αποτελούν αυτοτελή λόγο, αλλά εντάσσονται στην αιτίαση για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, που συνιστά τον κύριο λόγο της εφέσεώς τους, η οποία λόγω της ερημοδικίας τούτων στη συζήτηση της αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου λειτούργησε ως υποκατάστατο της αναιτιολόγητης ανακοπής ερημοδικίας, συνιστούν δε αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής ως προς το στοιχείο για την αδικοπρακτική συμπεριφορά εκ μέρους τους.

Κατά συνέπεια όλοι αυτοί οι ισχυρισμοί δεν συνιστούν "πράγματα" κατά την έννοια που αναφέρθηκε παραπάνω, και συνακόλουθα απορρίπτοντας το Εφετείο την αγωγή των αναιρεσειόντων, έστω και με διαφορετικές εν μέρει αιτιολογίες από τις επικαλούμενες εκ μέρους των αναιρεσίβλητων, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια και ο σχετικός λόγος τυγχάνει αβάσιμος.

Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Παραβιάζεται δε ο κανόνας αυτός αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν πρέπει, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (ΑΠ Ολομ. 7/2006, 4/2005). Εξάλλου, τα άρθρα 57 - 60 ΑΚ παρέχουν το δικαίωμα αποκρούσεως κάθε παράνομης προσβολής της προσωπικότητας, δηλαδή των αγαθών που συνδέονται αναπόσπαστα με το πρόσωπο και συγκροτούν τη σωματική, ψυχική και κοινωνική ατομικότητα του ανθρώπου.

Τα αγαθά αυτά δεν αποτελούν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επί μέρους εκδηλώσεις, "εκφάνσεις" ή "πλευρές" του ενιαίου δικαιώματος επί της ιδίας προσωπικότητας, σε τρόπο ώστε η προσβολή οποιασδήποτε εκφάνσεως της προσωπικότητας να σημαίνει και προσβολή της συνολικής έννοιας "προσωπικότητα". Κυριότερες από τις ανωτέρω εκδηλώσεις της προσωπικότητας είναι η ζωή, η υγεία και η σωματική ακεραιότητα, η ελευθερία, η τιμή, και η υπόληψη, το απόρρητο της ιδιωτικής ζωής, η εικόνα του προσώπου κ.λ.π.

Ειδικά για την εικόνα το προσώπου, ως έκφανση της προσωπικότητας αυτού, πρέπει να λεχθεί ότι η εικόνα παριστάνει την εξωτερική μορφή του ανθρώπου και καθώς εμφανίζεται δημόσια μόνον όταν αυτός θέλει, δεν ανήκει στο κοινό, αλλά μόνο στο πρόσωπο που παριστάνει. Για το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται, καταρχήν, σε κανέναν να αποτυπώσει ή να εμφανίσει δημόσια την εικόνα άλλου, χωρίς τη συναίνεσή του.

Στην απαγόρευση αυτή εμπίπτει όχι μόνο η φωτογραφική αλλά και η κινηματογραφική απεικόνιση του προσώπου, καθώς και η εμφάνιση αυτού στην τηλεόραση. Θα πρέπει, μάλιστα, να σημειωθεί ότι μόνη η αποτύπωση ή και η εμφάνιση στο κοινό της εικόνας κάποιου προσώπου, χωρίς τη συναίνεσή του, προσβάλει αυτοτελώς την προσωπικότητά του και δεν απαιτείται γι' αυτό να προσβάλλεται συγχρόνως και άλλο αγαθό της προσωπικότητας, όπως είναι η τιμή και η υπόληψη του εικονιζόμενου.

Πάντως δεν απαιτείται να υφίσταται πταίσμα (δόλος ή αμέλεια) του προσβάλλοντος, ενώ αντιθέτως, η προϋπόθεση αυτή είναι απαραίτητη κατά κανόνα στην περίπτωση προβολής αξιώσεως για αποζημίωση. Για την προσβολή της προσωπικότητας, οι γενικές διατάξεις των άρθρων 57 και 59 ΑΚ αναγνωρίζουν πρώτα αξίωση του προσβληθέντος προς άρση της προσβολής και παράλειψη αυτής στο μέλλον και παρέχουν επιπλέον σ' αυτόν αξίωση αποζημιώσεως κατά τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες και αξίωση προς ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την άνω προσβολή.

Η τελευταία αυτή αξίωση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε οτιδήποτε άλλο επιβάλλεται από τις περιστάσεις και είναι παρόμοια με την αξίωση του άρθρου 932 ΑΚ, το οποίο όμως προβλέπει ως μέσο ικανοποιήσεως μόνο την καταβολή χρηματικού ποσού. Σημειώνεται, πάντως, ότι από το άρθρο 59 ΑΚ, που ορίζει ότι το δικαστήριο μπορεί να καταδικάσει τον υπαίτιο και σε ικανοποίηση της ηθικής βλάβης αυτού που προσβλήθηκε, αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, δηλαδή τη βαρύτητα αυτής, συνάγεται ότι η διάταξη αυτή δεν θεωρεί άξια ικανοποιήσεως την ασήμαντη ηθική βλάβη, αλλά μόνον εκείνη που θα κρίνει σημαντική - βαριά, το ίδιο το δικαστήριο.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 9 ΚΠολΔ πλημμέλειες, και συγκεκριμένα: α) δεν περιέλαβε, όπως όφειλε, κρίσεις για τις συνθήκες λήψεως της επίμαχης φωτογραφίας και τη γνώση των ιδίων για το γεγονός αυτό, β) άφησε αδίκαστη την αίτηση που περιλαμβανόταν στην έφεση των εκκαλούντων - εναγομένων για το ίδιο ζήτημα, χωρίς να διαλάβει οτιδήποτε σχετικό με την υπαιτιότητα τούτων, και γ) έκρινε ότι απαιτείται η βλάβη της προσωπικότητας να είναι σημαντική, ώστε να είναι άξια αποκαταστάσεως.

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο ως προς τα ζητήματα αυτά δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στο φύλλο με ημερομηνία 29-4-1999 της εφημερίδας "ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ" ... δημοσιεύθηκε ... φωτογραφία, ... στην οποία απεικονίζονται ... ο πρώτος ενάγων, που φαίνεται απασχολημένος με την ανάγνωση κάποιου εντύπου, το ανήλικο τέκνο των εναγόντων, που ήταν τότε μωρό, το οποίο χασμουριέται και κάθεται σε παιδικό καροτσάκι, κοιτάζει δε προς το μέρος μιας γυναίκας, της οποίας στη φωτογραφία φαίνεται μόνο η δεξιά και το ήμισυ της πίσω πλευράς του σώματός της και του κεφαλιού της, που καλύπτεται από τα μαλλιά της, χωρίς να φαίνεται το πρόσωπό της, η οποία δεν φαίνεται τι ακριβώς κάνει και η οποία κατά την αγωγή είναι η δεύτερη ενάγουσα μητέρα του. ...

Η παραπάνω φωτογραφία ... δημοσιεύθηκε χωρίς τη γνώση και τη συναίνεση του πρώτου και της δεύτερης των εναγόντων ατομικά και ως ασκούντων τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου τους, γεγονός που γνώριζαν οι δεύτερος και τρίτος των εναγομένων, εκδότης της προαναφερόμενης εφημερίδας και συντάκτης της παραπάνω στήλης, αντίστοιχα. ...

Περαιτέρω, ως προς την προσβολή της προσωπικότητας των εναγόντων από τη δημοσίευση της παραπάνω φωτογραφίας, χωρίς τη θέλησή τους, αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Α) Το ανήλικο τέκνο αυτών, το οποίο γεννήθηκε στις 28-1-1998, κατά το χρόνο της δημοσίευσης (24-9-1999) ήταν ενός έτους και τριών (3) μηνών, ενώ κατά το χρόνο λήψης της παραπάνω φωτογραφίας (Αύγουστο του 1998), ήταν επτά (7) μηνών.

Συνεπώς, αυτό, το οποίο ήταν κάτω των δύο (2) ετών και το οποίο δεν είχε κατά το χρόνο δημοσίευσης της φωτογραφίας ανεπτυγμένο τον ψυχικό και συναισθηματικό του κόσμο, δεν ήταν κατά τον παραπάνω χρόνο σε θέση να αντιληφθεί το ως άνω γεγονός και να υποστεί ενδεχομένως από αυτό ηθική βλάβη ... Εξάλλου, από το χρόνο λήψεως μέχρι το χρόνο δημοσίευσης της παραπάνω φωτογραφίας είχαν παρέλθει οκτώ (8) περίπου μήνες, κατά τη διάρκεια των οποίων το ανήλικο τέκνο των εναγόντων, όπως και οποιοδήποτε βρέφος, λόγω της ταχείας ανάπτυξής του κατά τη βρεφική ηλικία (αύξηση βάρους, ύψους, κόμης, μεταβολή λοιπών χαρακτηριστικών) αλλάζει συνεχώς εικόνα και έτσι μετά την πάροδο του παραπάνω χρόνου (8 μηνών) δεν είναι αναγνωρίσιμο.

Ενόψει των προεκτεθέντων, κρίνεται ότι δεν υπάρχει προσβολή της προσωπικότητας του τρίτου ενάγοντος (ανηλίκου) από την παραπάνω δημοσίευση. Β) Η δεύτερη ενάγουσα, εφόσον δεν απεικονίζεται στην παραπάνω φωτογραφία το πρόσωπό της, κατά τα προεκτεθέντα, ούτε άλλο στοιχείο αναγνωρίσεώς της δεν είναι αναγνωρίσιμη και συνεπώς κρίνεται ότι αυτή δεν υπέστη από το παραπάνω δημοσίευμα προσβολή της προσωπικότητάς της και Γ) Ως προς τον πρώτο ενάγοντα, ναι μεν υπάρχει κατ' αρχήν παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητάς του και δη του δικαιώματος της εικόνας του, από τους δεύτερο και τρίτο των εναγομένων, αυτή η προσβολή, όμως, δεν κρίνεται σημαντική, εφόσον η παραπάνω φωτογραφία τον απεικονίζει σε καθημερινή σκηνή με το ανήλικο τέκνο του, όπως προαναφέρθηκε, και συνεπώς δεν υπέστη αυτός από το παραπάνω δημοσίευμα σημαντική βλάβη άξια αποκατάστασης".

Από τα παραπάνω καθίσταται προφανές ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εμμέσως περιέλαβε κρίσεις ότι η λήψη της επίμαχης φωτογραφίας έγινε χωρίς τη γνώση και συναίνεση, έστω και σιωπηρή, των εναγόντων, αφού σε διαφορετική περίπτωση η αγωγή θα είχε απορριφθεί λόγω του ότι η λήψη της φωτογραφίας δεν θα ήταν παράνομη και δεν θα ετίθετο θέμα προσβολής της προσωπικότητας.

Τούτο καταφαίνεται άλλωστε και από την αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι η σχετική δημοσίευση έγινε χωρίς τη γνώση και συναίνεση του πρώτου των εναγόντων, πλην όμως το Εφετείο έκρινε στη συνέχεια ότι η προσβολή δεν ήταν σημαντική, σε συνδυασμό με το ότι για τα άλλα δύο πρόσωπα δέχθηκε ότι δεν τίθεται ζήτημα ηθικής βλάβης, για μεν τη δεύτερη, γιατί δεν απεικονίζεται στην επίμαχη φωτογραφία το πρόσωπό της, για δε το ανήλικο τέκνο τους γιατί λόγω της βρεφικής ηλικίας του δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί το ως άνω γεγονός και να υποστεί ενδεχομένως από αυτό ηθική βλάβη.

Περαιτέρω, η αιτίαση ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστο τον τέταρτο λόγο εφέσεως των εκκαλούντων - εναγομένων για το ίδιο ζήτημα, προβάλλεται απαραδέκτως από τον αντίδικο του έχοντος το δικαίωμα να προτείνει το σχετικό λόγο αναιρέσεως, ανεξαρτήτως του ότι, όπως εκτέθηκε και κατά την ανάπτυξη του τρίτου λόγου αναιρέσεως, όλες αυτές οι αναφορές εντάσσονται στην αιτίαση για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, που συνιστά τον κύριο λόγο της εφέσεώς τους, η οποία λόγω της ερημοδικίας τούτων στη συζήτηση της αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου λειτούργησε ως υποκατάστατο της αναιτιολόγητης ανακοπής ερημοδικίας, συνιστούν δε αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής ως προς το στοιχείο για το παράνομο της συμπεριφοράς εκ μέρους τους.

Τέλος, η αιτίαση ότι εσφαλμένα η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι απαιτείται η βλάβη της προσωπικότητας να είναι σημαντική, ώστε να είναι άξια αποκαταστάσεως, τυγχάνει μη νόμιμη, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν παραπάνω στη μείζονα σκέψη. Κατόπιν αυτού ο σχετικός λόγος αναιρέσεως τυγχάνει αβάσιμος στο σύνολό του.

Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, επικαλούμενοι ότι το Εφετείο ερμήνευσε εσφαλμένα τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, εφόσον έκρινε ότι υπήρξε παραβίαση εκ μέρους τους της εν λόγω διατάξεως, η κρίση του δε αυτή δεν περιέχει αιτιολογίες, σε κάθε δε περίπτωση περιέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το λόγο απορρίψεως της αγωγής τους, και ειδικότερα παραμένει ασαφές, αν η αγωγή απορρίφθηκε γιατί ασκήθηκε καταχρηστικά ή γιατί δεν υπέστησαν ηθική βλάβη οι δεύτερη και τρίτη τούτων ή, τέλος, γατί ο πρώτος εξ αυτών υπέστη μεν ηθική βλάβη, η οποία ωστόσο δεν ήταν σημαντική.

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι ως προς το ζήτημα τούτο το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "... Ο πρώτος και η δεύτερη των εναγόντων, οι οποίοι είναι δικηγόροι, έλαβαν γνώση του παραπάνω δημοσιεύματος (φωτογραφίας, τίτλου και σχολίου) στις 5-5-1999 (έξι ημέρες μετά τη δημοσίευσή του), όπως αυτοί αναφέρουν στην κρινόμενη αγωγή τους, αλλά κατέθεσαν αυτήν στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου στις 26-4-2005 και την επέδωσαν στους εναγομένους στις 27-4-2005, δηλαδή δύο (2) ημέρες πριν τη συμπλήρωση πενταετίας από το χρόνο που έλαβαν γνώση του δημοσιεύματος και από το χρόνο συμπλήρωσης πενταετίας μετά την πάροδο της οποίας επέρχεται η παραγραφή του δικαιώματός τους για άσκηση της εν λόγω αγωγής.

Από το χρόνο δε γνώσεως αυτών μέχρι την άσκηση της αγωγής δεν προηγήθηκε οποιαδήποτε όχληση ή διαμαρτυρία ή αίτηση (έγγραφη ή προφορική) από αυτούς, οι οποίοι ως δικηγόροι γνώριζαν όλα τα παραπάνω, προς τους εναγομένους, ούτε άλλη δικαστική ή εξώδικη ενέργεια αυτών, το γεγονός δε αυτό ενισχύει την προαναφερθείσα κρίση του δικαστηρίου ότι οι ενάγοντες δεν υπέστησαν σημαντική, ως ανωτέρω, ηθική βλάβη".

Από τις παραπάνω παραδοχές και όσες εκτέθηκαν στον προηγούμενο λόγο αναιρέσεως καθίσταται προφανές ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν ερεύνησε την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των εναγόντων (αναιρεσειόντων), αφού απέρριψε την αγωγή όχι ως καταχρηστική αλλά λόγω μη συνδρομής του στοιχείου της ηθικής βλάβης για τις δεύτερη και τρίτη τούτων και μη σημαντικής ηθικής βλάβης για τον πρώτο, όσα δε επιπλέον περιέλαβε για την καθυστερημένη άσκηση της αγωγής αποτέλεσαν ενισχυτικό στοιχείο της κρίσεως ότι η όποια ηθική βλάβη από τη δημοσίευση αυτής της φωτογραφίας δεν ήταν σημαντική.

Εξάλλου, το ότι χρησιμοποιείται η φράση "οι ενάγοντες δεν υπέστησαν σημαντική, ως ανωτέρω, ηθική βλάβη" δεν αναιρεί την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, όπως αυτή αποτυπώθηκε προγενέστερα, ότι δηλαδή η μεν προσβολή του πρώτου δεν ήταν σημαντική, ενώ για τα δύο άλλα πρόσωπα δεν τίθεται ζήτημα ηθικής βλάβης, για μεν τη δεύτερη, γιατί δεν απεικονίζεται στην επίμαχη φωτογραφία το πρόσωπό της, για δε το ανήλικο τέκνο τους γιατί λόγω της βρεφικής ηλικίας του δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί το ως άνω γεγονός και να υποστεί ενδεχομένως από αυτό ηθική βλάβη, και κατά συνέπεια δεν δημιουργούνται αντιφατικές αιτιολογίες για την αιτία απορρίψεως της αγωγής.

Κατόπιν τούτου ο λόγος αυτός ως προς μεν το πρώτο σκέλος του στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι η αγωγή απορρίφθηκε ως καταχρηστική, ως προς δε το δεύτερο σκέλος του τυγχάνει αβάσιμος.

Στις περιπτώσεις προσβολής της προσωπικότητας με δημοσιεύματα του τύπου ή με τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές εκπομπές, πέραν των διατάξεων του Αστικού Κώδικα, ισχύουν και οι εδικές διατάξεις του νόμου 1178/1981 "περί αστικής ευθύνης του τύπου. Ειδικότερα, το άρθρο μόνο παρ. 1 του ν. 1178/1981 ορίζει ότι ο ιδιοκτήτης κάθε εντύπου υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση για την παράνομη περιουσιακή ζημία, καθώς και σε χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, που προξενήθηκαν υπαίτια με δημοσίευμα, το οποίο θίγει την τιμή και την υπόληψη κάθε ατόμου, έστω και αν η κατά το άρθρο 914 ΑΚ υπαιτιότητα, η κατά το άρθρο 919 ΑΚ πρόθεση και η κατά το άρθρο 920 ΑΚ γνώση ή υπαίτια άγνοια συντρέχει στο πρόσωπο του συντάκτη του δημοσιεύματος ή, αν αυτός είναι άγνωστος, στον εκδότη ή το διευθυντή συντάξεως του εντύπου, ενώ η παρ. 2 του ίδιου άρθρου προβλέπει το ελάχιστο ποσό χρηματικής ικανοποιήσεως που πρέπει, κατά το άρθρο 932 ΑΚ, να καταβληθεί σε εκείνον που αδικήθηκε από τις αναφερόμενες στην προηγούμενη παράγραφο πράξεις.

Από τις πιο πάνω ειδικές διατάξεις προκύπτει ότι το άρθρο μόνο του ν. 1178/1981, αναφέρεται μόνο στους ιδιοκτήτες των εντύπων και καθιερώνεται με αυτές αντικειμενική ευθύνη αυτών σε πλήρη αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, υπό την προϋπόθεση ότι συντρέχει η κατά τα ανωτέρω υποκειμενική ευθύνη στο πρόσωπο του συντάκτη ή του εκδότη του επιλήψιμου δημοσιεύματος.

Από την ίδια ως άνω διάταξη προκύπτει ακόμη ότι η αντικειμενική ευθύνη του ιδιοκτήτη του εντύπου καθιερώνεται μόνο όταν θίγεται η τιμή και η υπόληψη του αναφερόμενου στο δημοσίευμα προσώπου. Αν όμως με αυτό δεν θίγεται καθόλου η τιμή και η υπόληψή του, αλλά προσβάλλεται μόνο κάποια άλλη έκφανση της προσωπικότητάς του, όπως π.χ.

δημοσίευση εικόνας, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του παραπάνω νόμου και δεν υπάρχει επομένως υποχρέωση αποζημιώσεως και πληρωμής χρηματικής ικανοποιήσεως του ιδιοκτήτη του εντύπου. Τέτοια υποχρέωση έχουν στην περίπτωση αυτή μόνο οι αμέσως υπεύθυνοι του δημοσιεύματος σύμφωνα με τις προαναφερόμενες γενικές διατάξεις των άρθρων 914, 919, 920 ΑΚ, κατά τις οποίες άλλωστε εξακολουθεί να ευθύνεται και ο ιδιοκτήτης μόνο για την άρση της προσβολής και την παράλειψη αυτής στο μέλλον, αφού το θέμα αυτό δεν ρυθμίζεται από τις ειδικές διατάξεις του ν. 1178/1981.

Με τον έκτο λόγο της αιτήσεώς τους οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την από το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι δηλαδή η προσβαλλόμενη απόφαση άφησε αδίκαστους τους πρώτο και δεύτερο λόγους της εφέσεώς τους, σύμφωνα με τους οποίους η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου το μεν εσφαλμένα έκρινε ότι η ευθύνη του ιδιοκτήτη του εντύπου καθιερώνεται μόνο στην περίπτωση που προσβάλλεται με το δημοσίευμα η τιμή και η υπόληψη του θιγομένου, το δε απέφυγε να αποφανθεί επί της πράξεως του φωτογράφου της επίμαχης φωτογραφίας Α.

Α. και να την κρίνει υπαίτια. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος και κατά τα δύο σκέλη του, εφόσον το Εφετείο εκ του πράγματος απέρριψε και τους δύο λόγους, τον μεν πρώτο μετά την απόρριψη της αγωγής ως αβάσιμης στο σύνολό της, τον δε δεύτερο, γιατί, μετά την παραίτηση των εναγόντων από το δικόγραφο της αγωγής ως προς τον τέταρτο των εναγομένων, ορθά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν είχε πλέον λόγο να ασχοληθεί με τις συνθήκες λήψεως της επίμαχης φωτογραφίας, παρά μόνο εφόσον ήθελε ερευνήσει την τυχόν συναίνεση των εναγόντων στη φωτογράφισή τους.

Κατόπιν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση στο σύνολό της, να καταδικασθούν δε οι αναιρεσείοντες ως ηττώμενοι διάδικοι στη δικαστική δαπάνη του δεύτερου αναιρεσίβλητου (άρθρο 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

Γ Ι Α Τ Ο Υ Σ Λ Ο Γ Ο Υ Σ Α Υ Τ Ο Υ Σ

Θεωρεί πως δεν ασκήθηκε η από 14-12-2011 αίτηση των Ι. Λ. και Σ. Π. Π., ατομικά και ως ασκούντων τη γονική μέριμνα της ανήλικης θυγατέρας τους Ε. - Λ. Λ. ως προς τον τρίτο αναιρεσίβλητο.

Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 14-12-2011 αίτηση των ανωτέρω για αναίρεση της 77/2009 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του δευτέρου αναιρεσίβλητου και την ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Φεβρουαρίου 2014.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ