Supreme Court allows appeal against second-instance judgment and dismisses security measure revocation request.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the second-instance judgment, remanding the case for retrial by a different panel of judges. The appellant argued that the lower court erred in rejecting her claim, while the appellee contended the security measure should be revoked due to the disappearance of the underlying legal basis. The court ruled that since the second-instance judgment was overturned, the prerequisite for revoking the security measure vanished, rendering that request inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 294, 295, 297, 299 of the Code of Civil Procedure; Article 559 No. 14 of the Code of Civil Procedure; Article 698 of the Code of Civil Procedure: When an appeal overturns a second-instance judgment, the prerequisite for revoking a security measure based on that judgment ceases to exist, making the revocation request inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 546 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 546/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας-καθούς η αίτηση - καθούσης: ...., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καρακώστα, ο οποίος δήλωσε ότι παραιτείται από τους από 15.4.2008 πρόσθετους λόγους αναίρεσης.
Του αναιρεσιβλήτου-αιτούντος- καλούντος:..., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Στρίμπερη, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 12 Ιουλίου 2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:6608/2005 οριστική του ιδίου δικαστηρίου, 812/2007 προδικαστική και 58/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή της ως και τους από 15 Απριλίου 2008 πρόσθετους λόγους αναίρεσης. Ακολούθως η αιτούσα με την από 13 Ιανουαρίου 2006 αίτησή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Τμήμα Ασφαλιστικών Μέτρων) ζήτησε όσα αναφέρονται σ' αυτήν. Επί της αίτησης αυτής εκδόθηκε η 408/2007 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου. Την ανάκληση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αιτών - καλών με την από 25 Ιουνίου 2008 αίτησή του ( κατ' αρθρο 698 ΚΠολΔ ) προς το Δικαστήριο τούτο. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός ανέγνωσε την από 30 Απριλίου 2008 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Εισηγητή Αρεοπαγίτη Βασιλείου Ρήγα με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας - καθούσης ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως ως και την απόρριψη της αίτησης - ανάκλησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Πρέπει να διαταχθεί η ένωση και συνεκδίκαση της από 11-2-2008 αίτησης αναίρεσης και της από 25-6-2008 αίτησης για ανάκληση κατ' άρθ. 698 του Κ.Πολ.Δ., της υπ' αριθ. 408/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Διαδικασίας Ασφαλιστικών Μέτρων).
ΙΙ. Μετά την εις το ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, προφορική δήλωση του πληρεξούσιου Δικηγόρου της αναιρεσείουσας ότι παραιτείται από το δικόγραφο με χρονολογία 15-4-2008 με το οποίο ασκήθηκαν πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, (βλέπε τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά) πρέπει κατά τις διατάξεις των άρθρων 294, 295, 297 και 299 του Κ.Πολ.Δ., να θεωρηθούν ως μη ασκηθέντες οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, " επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο ". Τέτοια παρά το νόμο κήρυξη απαραδέκτου υφίσταται και όταν το δικαστήριο θεωρεί αόριστη την ποσοτικώς και ποιοτικώς ορισμένη αγωγή, ήτοι την εξειδικεύουσα με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα και μνημονεύουσα τα αναγκαία προς εφαρμογή του νόμου στοιχεία.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1400 § 1 ΑΚ, όπως αντικατεστάθηκε με το άρθρο 15 του ν. 1329/1983, "αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου ετελέσθη ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αυξήσεως το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.
Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αυξήσεως, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή". Εξ άλλου, το άρθρο 54 § 1 του ιδίου νόμου, όπως αντικαταστάθηκε αφότου ίσχυσε με το άρθρο 12 του ν. 1649/1986, ορίζει ότι " οι διατάξεις του άρθρου 1400 ΑΚ, όπως αντικαθίστανται με το άρθρο 15 αυτού του νόμου (1329/1983) αφορούν και περιουσιακά στοιχεία που αποκτήθησαν πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 1329/1983, εφόσον ο γάμος δεν είχε λυθεί ή ακυρωθεί μέχρι τότε".Η απαίτηση του κάθε συζύγου από το άρθρο 1400 ΑΚ είναι κατ' αρχήν (Ολ, ΑΠ 28/1996) ενοχή αξίας, δηλαδή χρηματική ενοχή, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της αύξησης της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή του δικαιούχου άμεση ή έμμεση.
Ως αύξηση νοείται όχι μία συγκεκριμένη κτήση, αλλ' η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου (αρχική περιουσία) και κατά το χρόνο που γεννάται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα, (τελική περιουσία). Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγόμενης σε τιμές του χρόνου της γέννεσης της αξίωσης δηλαδή της έγερσης της αγωγής θα κριθεί αν υπάρχει αύξηση της περιουσίας του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα.
Προς υπολογισμό της τελικής περιουσίας, κρίσιμος χρόνος θεωρείται στη μεν περίπτωση λύσης ή ακύρωσης του γάμου με δικαστική απόφαση, ο χρόνος κατά τον οποίο η απόφαση αυτή έγινε αμετάκλητη, στην περίπτωση δε της τριετούς διάστασης (κατά την οποία προϋποτίθεται ότι ο γάμος δεν έχει ακόμη λυθεί ή ακυρωθεί), κρίσιμος είναι ο χρόνος της άσκησης της αγωγής (ΑΠ 1653/2003, 406/2003, 1584/2001).
Η συμβολή του δικαιούχου συζύγου στην αύξηση αυτή μπορεί να πραγματοποιηθεί με οποιονδήποτε τρόπο, ακόμη και με συνεισφορά η οποία βαίνει πέραν του μέτρου που ορίζει το άρθρο 1389 ΑΚ ως υποχρέωση συμμετοχής του στις οικογενειακές δαπάνες. Αντίθετα, το παθητικό που πρέπει να αφαιρεθεί για να εξευρεθεί η τελική καθαρή αύξηση της περιουσίας, αποτελεί στοιχείο ένστασης.
Από τα ανωτέρω, σε συνδυασμό προς το άρθρο 216 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι στοιχεία της αγωγής με την οποία επιδιώκεται η συμμετοχή στα αποκτήματα του ενός συζύγου από τον άλλο με βάση την παρ. 1 του άρθ. 1400 του Α.Κ είναι: α) η λύση ή ακύρωση του γάμου ή, κατ' ανάλογη εφαρμογή, η συμπλήρωση τριετούς διαστάσεως των συζύγων, β) η αύξηση της περιουσίας του ενός των συζύγων κατά τη διάρκεια του γάμου γ) η συμβολή του άλλου συζύγου στην αύξηση αυτή με οποιοδήποτε τρόπο, περιλαμβανομένης και της υπερβαίνουσας το μέτρο της συνεισφοράς του ενάγοντος συζύγου συμβολής του στις τρέχουσες οικογενειακές δαπάνες με χρηματικές εισφορές ή εισφορές χρήσης ακινήτου για στέγαση της οικογένειας ή με παροχή προσωπικών υπηρεσιών στην αντιμετώπιση των οικογενειακών εν γένει αναγκών και δ) η αιτιώδης σχέση της συμβολής αυτής προς την αύξηση της περιουσίας του εναγομένου συζύγου.
Η αντίστοιχη αγωγική αξίωση είναι δυνατό να στηρίζεται είτε κύρια είτε και επικουρικά σε σχέση με τις αξιώσεις από την παρ. 1 του αρθ. 1400 του Α.Κ και στην τεκμαρτή συμβολή από την παρ. 2 του αρθ. 1400 του Α.Κ, δηλαδή στο νόμιμο τεκμήριο οπότε μοναδική προϋπόθεση έχει την επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου, την οποία και μόνον ο ενάγων οφείλει να επικαλεστεί και να αποδείξει, προσδιορίζοντας την τυχόν αρχική κατά την τέλεση του γάμου περιουσία του εναγομένου και την τελική κατά τη λύση ή την ακύρωση του γάμου ή την άσκηση της αγωγής επί τριετούς διάστασης περιουσία του, καθώς και την σε χρήμα, αξία αμφοτέρων κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, οπότε η συμβολή του τεκμαίρεται ότι ανέρχεται στο 1/3 της περιουσιακής επαύξησης, που προκύπτει με την αφαίρεση της αρχικής περιουσίας από την τελική.
Άρα, στην περίπτωση αυτή ο ενάγων σύζυγος δεν βαρύνεται με την επίκληση και απόδειξη ούτε της συμβολής του καθ' εαυτήν ούτε του ποσοστού της ούτε της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ αυτής και της περιουσιακής επαύξησης του εναγομένου (βλ. ΑΠ 76/1997). Ο εναγόμενος δε ως υπόχρεος σύζυγος, του οποίου η περιουσία αυξήθηκε με τη συμβολή του ενάγοντος συζύγου μπορεί να προβάλει, μεταξύ άλλων και στις δύο περιπτώσεις του αρθ. 1400 του Α.Κ ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο ή ότι δεν υπάρχει καμία συμβολή, Για να γίνει όμως δεκτή η ανυπαρξία συμβολής που αποκλείει την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα θα πρέπει ο εναγόμενος σύζυγος να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι ο δικαιούχος της αξίωσης συμμετοχής σύζυγος είτε δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων είτε δεν ήθελε να συμβάλει και ότι η επαύξηση της περιουσίας οφείλεται μόνο σ' αυτόν.
Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου, ενόψει του ότι το καθιερούμενο από το άρθρο 1400 ΑΚ τεκμήριο της συμβολής συμμετοχής στα αποκτήματα κατά το 1/3 ενεργεί και ως προς τους δύο συζύγους, ο δε ενάγων, έστω και αν δεν αποδείξει τη δική του συμβολή, θα δικαιούται οπωσδήποτε το 1/3 της αύξησης της περιουσίας του εναγομένου, συνιστά ως προς την απόκρουση του τεκμηρίου ένσταση (Α.Π. 1223/2007).
Εξάλλου, εξαίρεση από τον κανόνα της παρ. 1 του αρθ. 219 του Κ.Πολ.Δ., της απαγόρευσης άσκησης αγωγής υπό αίρεση, αναγνωρίζεται από την παρ. 2 του ίδιου άρθρου για την επικουρική θεμελίωση της αγωγής, βάσει της οποίας παρέχεται η δυνατότητα στον ενάγοντα στήριξης της αγωγής σε άλλη ή άλλες βάσεις του ίδιου επίδικου ουσιαστικού δικαιώματος ή προβολής άλλης αίτησης διάγνωσης άλλου ουσιαστικού δικαιώματος, που στηρίζεται στην ίδια ή διαφορετική βάση, υπό την προϋπόθεση της προεξέτασης της κύριας βάσης και μετεξέτασης των επικουρικών βάσεων μόνο μετά την απόρριψη της κύριας και καθεμιάς από τις προηγούμενες επικουρικές, δηλαδή μετά την πλήρωση της αίρεσης υπό την οποία ασκήθηκε κάθε επικουρική βάση ή αντίστοιχο επικουρικό αίτημα.
Από δε τα άρθρα 579 και 581 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή κατά τα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας) τα οποία αφορά ο γενόμενος δεκτός λόγος αναίρεσης καθώς και εκείνα του συνάπτονται αρρήκτως προς τα αναιρεθέντα. Εν όψει αυτών, η αναίρεση της απόφασης του Εφετείου κατά το κεφάλαιο της με το οποίο είχε απορριφθεί η κύρια βάση της αγωγής του αναιρεσείοντος επεκτείνεται και έχει ως αναγκαίο δικονομικό παρεπόμενο την αναίρεση της ίδιας απόφασης και κατά το συμπροσβαλλόμενο με την αναίρεση κεφάλαιό της, που είχε απορρίψει την επικουρική βάση της αγωγής, που είχε ερευνήσει και απορρίψει επίσης το Εφετείο, αφού η έρευνα της επικουρικής βάσης της αγωγής προϋποθέτει απόρριψη της κύριας βάσης, η οποία μετά την αναίρεση της απόφασης κατά το μέρος της του την απέρριψε, παραμένει εκκρεμής, η δε πλήρωση της αίρεσης υπό την οποία ερευνήθηκε η επικουρική ανατρέπεται εκ των υστέρων.(Παπαδόπουλος:
Η αναιρετική διαδικασία παρ. 514 σελ. 769, Α.Π 1308/2004 και 866/1976). Στην προκειμένη περίπτωση, από την κατ' αρθ. 561 παρ. 2 επισκόπηση από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: Το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση του απέρριψε το λόγος της έφεσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία είχε κρίνει την εξ αποκτημάτων αγωγή της, κατά την κυρία βάση της, ως αόριστη.
Στην αγωγή της η αναιρεσείουσα περιλαμβάνει όλα τα αναγκαία προς θεμελίωση της βάσης αυτής στοιχεία και δη την αξία της αρχικής περιουσίας του εναγομένου υπόχρεου συζύγου κατά την τέλεση του γάμου των διαδίκων και της τελικής κατά την άσκηση της αγωγής, το ποσό της συνολικής οικογενειακής δαπάνης των ετών 1983 έως 1988, την υπερβαίνουσα το μέτρο της συνεισφοράς της σ' αυτές συμβολή της και την αιτιώδη σχέση της συμβολής της προς την αύξηση της περιουσίας του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου εν υπερτριετεί διαστάσει συζύγου της, ενώ δεν ήταν αναγκαίο να διαλάβει και τα σχετικά με το τίμημα αγοράς των κτηθέντων κατά τον κρίσιμο χρόνο από τον εναγόμενο δύο αυτοκινήτων.
Επομένως, η αγωγή αυτή είναι ορισμένη και το Εφετείο παρά το νόμο την έκρινε απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Κατ' ακολουθίαν, ο σχετικός, εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος της αίτησης είναι βάσιμος. Εξάλλου, το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία είχε κρίνει την ίδια εξ αποκτημάτων αγωγή της αναιρεσείουσας κατά την επικουρική της βάση από το τεκμήριο της διάταξης του άρθρου 1400 παρ.2 του Α.Κ, και αφού εξαφάνισε την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση, κατά παραδοχή και λόγου έφεσης της αναιρεσείουσας, που είχε σχέση με τη μη λήψη υπόψη δύο ενόρκων βεβαιώσεων, απέρριψε κατ' ουσία την ίδια αγωγή και κατά το επικουρικό της αίτημα, με την παραδοχή των ισχυρισμών του αναιρεσίβλητου ως εναγομένου, της μηδενικής συμβολής της αναιρεσείουσας ενάγουσας στην αύξηση της περιουσίας του, και του συμψηφισμού ανταπαίτησής του ως προς ένα συγκεκριμένο περιουσιακό στοιχείο.
Κατά συνέπεια, μετά την αναίρεση της υπ' αριθ. 58/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών όσον αφορά το κεφάλαιο αυτής με το οποίο είχε απορρίψει την κύρια βάση της αγωγής της αναιρεσείουσας κρίνεται συναναιρετέα η ίδια απόφαση και κατά το πληττόμενο με την αναίρεση κεφάλαιό της που είχε απορρίψει την επικουρική βάση της αγωγής, και είχε ερευνήσει το Εφετείο μετά την απόρριψη της κύριας βάσης της αγωγής, που παραμένει ήδη εκκρεμής.
ΙV. Με τη συνεκδικαζόμενη από 25-6-2008 αίτησή του ο αναιρεσίβλητος ισχυρίζεται ότι με την υπ' αριθ. 408/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων) χορηγήθηκε στην αναιρεσείουσα - καθ' ης η αίτηση το δικαίωμα να εγγράψει προσημείωση υποθήκης σε βάρος ακίνητης περιουσίας του (αιτούντος) μέχρι του ποσού των 257.000 Ευρώ, για την εξασφάλιση της απαίτησής της που επιδικάσθηκε με την υπ' αριθ. 6608/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ύστερα από παραδοχή της επικουρικής βάσης της ένδικης αγωγής της που στηριζόταν στο νόμιμο τεκμήριο συμβολής της από τη διάταξη του άρθρου 1400 παρ. 2 του Α.Κ.
Με την αιτιολογία δε της εξαφάνισης της πιο πάνω διάταξης της υπ' αριθ. 6608/2005 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών από την αναιρεβληθείσα υπ' αριθ. 58/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ζητεί ο αιτών-αναιρεσίβλητος να ανακληθεί η υπ' αριθ. 408/2007 απόφαση που διέταξε το σε βάρος του ασφαλιστικό μέτρο. Η αίτηση αυτή αρμόδια και παραδεκτά φέρεται ενώπιον του Τμήματος τούτου, όπου εκκρεμεί κατά τα προαναφερθέντα η κύρια υπόθεση, (Α.Π 177/1987) και είναι νόμιμη στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 698 παρ. 1 περ.
α' του Κ.Πολ.Δ., πρέπει όμως ν' απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσία, αφού μετά την αναίρεση κατά τα προαναφερθέντα στο σύνολό της της υπ' αριθ. 58/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, εξέλιπε η βασική προϋπόθεση της έκδοσης τελεσίδικης απόφασης επί της κύριας υπόθεσης, που θα δικαιολογούσε την αιτούμενη ανάκληση.
Μετά τα παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, στο σύνολό της να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.ΠολΔ.) και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.), για την αίτηση αναίρεσης και τη συνεκδικασθείσα αίτηση ασφαλιστικών μέτρων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 58/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών στο σύνολό της .
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ και για τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε.
Απορρίπτει την από 25-6-2008 αίτηση ανάκλησης.
Καταδικάζει τον αιτούντα-αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της καθ' ης η αίτηση, που ορίζει σε οκτακόσια (800) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Δεκεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ