Legislator Case Law & Legislation
546/2007 AI generated

546/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 546/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

546/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Για την εφαρμογή, πάντως, της ανωτέρω αρχής δεν αρκεί η παροχή να έχει οικειοθελή χαρακτήρα, αλλά θα πρέπει και η χορήγηση αυτής να έγινε νόμιμα. Η παρά το νόμο χορήγηση οικειοθελούς παροχής σε ορισμένους μισθωτούς δεν δικαιολογεί ανάλογη αξίωση των μισθωτών που δεν την έλαβαν, αφού η αξίωση από την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως δεν μπορεί να θεμελιωθεί στην εργοδοτική παρανομία (ΑΠ 1400/2002).

Keywords

AI generated
termination of benefits decisions concerning reassignment or transfer pension rights equalization equal treatment access to a profession right to disconnect
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 546 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 546/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1΄ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) ...., 2) Χ1, 3) ....., 4) .....5) .....6) ...., 7) ..... και 8) .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Κεράνη.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΜΥΝΤΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΕΒΟ - ΠΥΡΚΑΛ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΟΠΛΩΝ Ε.Β.Ο. Α.Ε.", δυνάμει του νόμου 3195/2003 ("Ρύθμιση θεμάτων συγχώνευσης εταιριών ΕΒΟ ΑΕ - ΠΥΡΚΑΛ ΑΕ") και της υπ΄ αριθμ. ..... συμβολαιογραφικής πράξεως συγχωνεύσεως της συμβολαιογράφου Αθηνών ....., η οποία δημοσιεύτηκε κατά νόμον (ΦΕΚ 418/20-1-2004 τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ). Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Πολυχρονίου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-7-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1284/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 7082/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 26-5-2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου, διάβασε την από 8-1-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε τη μερική αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά παραδοχή ως βασίμου του έκτου (υπό τα στοιχεία

ΙΙ ΣΤ΄) λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη όλων των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Επειδή, η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, που απορρέει από το άρθρο 288 του ΑΚ και στηρίζεται στα άρθρα 22 παρ. 1 εδ. β΄ του Συντάγματος και 141 (πρώην άρθρο 119) της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, επιβάλλει στον εργοδότη, όταν προβαίνει σε οικειοθελή παροχή σε ορισμένους εργαζομένους, να μην εξαιρεί από αυτήν άλλους μισθωτούς του, που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και παρέχουν τις ίδιες υπηρεσίες, κάτω από τις ίδιες συνθήκες, εκτός αν η εξαίρεση είναι, κατά την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, δίκαιη και εύλογη.

Βασική προϋπόθεση για την εφαρμογή της ανωτέρω αρχής είναι η παροχή του εργοδότη να είναι εκούσια και οικειοθελής, δηλαδή να χορηγείται από δική του πρωτοβουλία και χωρίς να υπάρχει σχετική υποχρέωση. Διαφορετικά, αν ο εργοδότης έχει υποχρέωση από διάταξη νόμου ή από όρο Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α. ή από δικαστική απόφαση να χορηγήσει κάποια παροχή σε ορισμένους μισθωτούς, δεν πρόκειται για οικειοθελή παροχή και η εξαίρεση από αυτήν άλλων μισθωτών, που τελούν υπό τις ίδιες συνθήκες, δεν παραβιάζει την αρχή της ισότητας.

Για την εφαρμογή, πάντως, της ανωτέρω αρχής δεν αρκεί η παροχή να έχει οικειοθελή χαρακτήρα, αλλά θα πρέπει και η χορήγηση αυτής να έγινε νόμιμα. Η παρά το νόμο χορήγηση οικειοθελούς παροχής σε ορισμένους μισθωτούς δεν δικαιολογεί ανάλογη αξίωση των μισθωτών που δεν την έλαβαν, αφού η αξίωση από την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως δεν μπορεί να θεμελιωθεί στην εργοδοτική παρανομία (ΑΠ 1400/2002).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 648, 649, 653 και 361 του ΑΚ, 3 παρ. 2 του ν. 2112/1920, 5 παρ. 1 του ν. 3198/1955 και 1 της υπ΄ αριθ. 95 διεθνούς Συμβάσεως "περί προστασίας του ημερομισθίου", που κυρώθηκε με το ν. 3248/1955, συνάγεται ότι ως μισθός στη σύμβαση εργασίας θεωρείται κάθε παροχή, την οποία με βάση το νόμο ή τη συμφωνία καταβάλλει ο εργοδότης στον εργαζόμενο ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας.

Επομένως, δεν έχουν το χαρακτήρα μισθού οι πρόσθετες παροχές, που δίδονται από τον εργοδότη στον εργαζόμενο εκουσίως από ελευθεριότητα και όχι από νόμιμη υποχρέωση ή με πρόθεση, εκδηλούμενη και από τα δύο μέρη, να αποτελέσουν αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία και ως εκ τούτου δεν ιδρύονται υποχρέωση και αντίστοιχο δικαίωμα αναφορικά με τις παροχές αυτές, με αποτέλεσμα ο εργοδότης να έχει τη δυνατότητα να τις ανακαλέσει οποτεδήποτε και να παύσει τη χορήγησή τους.

Οι οικειοθελείς αυτές παροχές δεν είναι δυνατόν να μετατραπούν σε συμβατικές υποχρεώσεις του εργοδότη, ανεξαρτήτως του μακροχρονίου, του αδιαλείπτου ή του γενικευμένου της καταβολής τους, ιδίως αν αυτός (εργοδότης) κατά την έναρξη της χορηγήσεώς τους ή έστω, πριν δημιουργηθούν οι συνθήκες της δεσμευτικότητάς τους, επιφύλαξε για τον εαυτό του το δικαίωμα να τις διακόψει ελευθέρως και μονομερώς οποτεδήποτε (ΑΠ 699/2002, 1202/2002).

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμη βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ότι αποδείχθηκαν, εκτός άλλων, και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, που ενδιαφέρουν εδώ :

Η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Ελληνική Βιομηχανία Όπλων (ΕΒΟ)" αρχικώς εναγομένη - συγχωνεύθηκε με την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Ανώνυμη Εταιρία Ελληνική Πυριτιδοποιείου και Καλυκοποιείου (ΠΥΡΚΑΛ)" βάσει της υπ' αριθμ. .... πράξεως συγχωνεύσεως της Συμβ/φου Αθηνών, ..... η οποία καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανώνυμων Εταιριών της Νομαρχίας Αθηνών, με επακόλουθο έκτοτε (από την καταχώρηση στο Μητρώο) η ήδη αναιρεσίβλητη να διαδεχθεί καθολικώς τις δύο ως άνω συγχωνευθείσες εταιρίες.

Η πρώτη συγχωνευθείσα εταιρία (ΕΒΟ), διατηρούσε κεντρικά γραφεία στην Αθήνα (Λ. Κηφισίας αρ. 160) για τη λειτουργία του Διοικητικού της Συμβουλίου και των έξι επιμέρους κεντρικών της Διευθύνσεων, καθώς επίσης τρία βιομηχανικά συγκροτήματα στο Λαύριο, τη Μάνδρα Αττικής και το Αίγιο, όπως και δύο θυγατρικές επιχειρήσεις με συγκρότημα εργοστασίων στο Κεφαλόβρυσο Ιωαννίνων και την Κύμη Ευβοίας.

Με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου οι αναιρεσείουσες προσλήφθηκαν ως γραμματείς από την αρχικώς εναγομένη και πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους σ΄ αυτή (μέχρι την άσκηση της αγωγής), ως ακολούθως: i) Η πρώτη προσλήφθηκε το έτος 1985 ως απόφοιτος Λυκείου και της Σχολής Γραμματέων Didacta, υπηρέτη σε δε ως υπάλληλος γραφείου στο Συγκρότημα Εργοστασίου ..... , ιδιαιτέρα γραμματέας στη Δ/νση Συντηρήσεως του Συγκροτήματος ....., ιδιαιτέρα γραμματέας του αναπληρωτή Γενικού Διευθυντή ΣΕΛ.

ιδιαιτέρα γραμματέας Δ/νσεως Διοικητικού στα κεντρικά γραφεία και ιδιαιτέρα γραμματέας του αντιπροέδρου του Δ.Σ. ii) Η δεύτερη προσλήφθηκε το έτος 1987 ως απόφοιτος Λυκείου και της Σχολής γραμματέων Didacta, υπηρέτησε δε ως υπάλληλος γραφείου Δ/νσεως Οικονομικών Υπηρεσιών, γραμματέας στη Δ/νση Ποιοτικής Εξασφαλίσεως, γραμματέας στη Νομική Υπηρεσία, ιδιαιτέρα γραμματέας του Διευθύνοντος Συμβούλου, ιδιαιτέρα γραμματέας στη Νομική Υπηρεσία και ιδιαιτέρα γραμματέας Δ/νσεως Marketing. iii) Η τρίτη προσλήφθηκε το έτος 1987 ως απόφοιτος Λυκείου και της Σχολής Αγγλομαθών Γραμματέων "Όμηρος", υπηρέτησε δε στη γραμματεία telex-fax, ως γραμματέας Δ/νσεως Διοικητικού, γραμματέας Δ/νσεως Marketing και γραμματέας στη Δ/νση Διασφαλίσεως Ποιότητας. iν) Η τέταρτη προσλήφθηκε το έτος 1989 ως απόφοιτος Λυκείου και του Τμήματος Marketing του Derre College, υπηρέτησε δε ως υπάλληλος στο Γραφείο Εκπαιδεύσεως και Επιμορφώσεως της Δ/νσεως Διοικητικού, ιδιαιτέρα Γραμματέας αναπληρωτή Γεν.

Διευθυντή Οικονομικών Θεμάτων, ως γραμματέας Δ.Σ., γραμματέας Διευθύνοντος Συμβούλου, γραμματέας Εντεταλμένου Συμβούλου (θέση εκτός ΕΒΟ), με απόσπαση στο Τμήμα Γερμανικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και ιδιαιτέρα γραμματέας Δ/νσεως Marketing. ν) Η πέμπτη προσλήφθηκε το έτος 1983 ως απόφοιτος Λυκείου και Αγγλικής Φιλολογίας από το Borough Road College, υπηρέτησε δε ως υπάλληλος Γραφείου και μεταφράστρια στη Δ/νση Διασφαλίσεως Ποιότητας στη ...

γραμματέας της Δ/νσεως Παραγωγής και ιδιαιτέρα γραμματέας Δ/νσεως Προμηθειών. νi) Η έκτη προσλήφθηκε το έτος 1984 ως απόφοιτος Λυκείου, υπηρέτησε δε ως υπάλληλος στο γραφείο telex-fax, γραμματέας της Δ/νσεως Παραγωγής, γραμματέας Δ/νσεως Συντονισμού Α-30, γραμματέας Τεχνικής Υπηρεσίας και ιδιαίτερα γραμματέας Εμπορικής Δ/νσεως.

νii) Η έβδομη προσλήφθηκε το έτος 1983 ως απόφοιτος Λυκείου, της Σχολής Γραμματέων Didacta, και του Κέντρου Σπουδών Οικονομίας, Εμπορίου και Διοικήσεως, υπηρέτησε δε ως ιδιαιτέρα γραμματέας στη Δ/νση Παραγωγής Γομωτηρίου Εργοστασίου .... , Δ/νσεως Αναπτύξεως, γραμματέας Δ/νσεως Παραγωγής, γραμματέας αναπληρωτή Γενικού Διευθυντή, γραμματέας στη Νομική Υπηρεσία και γραμματέας Εμπορικής Δ/νσεως.

νiii) Η όγδοη προσλήφθηκε το έτος 1984 ως απόφοιτος Λυκείου και του Εμπορικού Κολλεγίου "St George", υπηρέτησε δε ως γραμματέας Προέδρου Δ.Σ., γραμματέας Διευθυντή Αντισταθμιστικών Ωφελημάτων, γραμματέας αναπληρωτή Διευθυντή Τεχνολογίας και Αναπτύξεως, γραμματέας Δ/νσεως Αναπτύξεως, γραμματέας Προέδρου Δ.Σ της θυγατρικής εταιρίας "Μεταλλουργική Βιομηχανία Ηπείρου ΑΕ", γραμματέας Διαχειριστή της θυγατρικής εταιρίας "Ηλεκτρομηχανική Κύμης ΕΠΕ", γραμματέας Δ.Σ., υπεύθυνη Γραφείου Προέδρου ΔΣ.

Και γραμματέας αναπληρωτή Διευθυντή Αναπτύξεως. γ) Βάσει του υπ' αριθμ. πρωτ. ...... Χειρογράφου του Διευθύνοντος Συμβούλου της ως άνω εναγομένης χορηγήθηκε με αποκλειστική πρωτοβουλία και πρόθεση ελευθεριότητας του τελευταίου, χωρίς δηλαδή να υπάρχει δέσμευση από τον νόμο ή άλλον υποχρεωτικό κανόνα-οικειοθελής παροχή ύψους 50.000 δρχ.

μηνιαίως σε κάθε μία από τις δύο γραμματείς του (Χ1 και ..... ), την οποία ο ίδιος χαρακτήρισε ως "επίδομα ευθύνης...στις γραμματείς του Δ/ντος Συμβoύλoυ... .λόγω ιδιαιτερότητας". Η πρόσθετη αυτή παροχή, χορηγούμενη από την αρχικώς εναγομένη στις ανωτέρω δύο γραμματείς του Διευθύνοντος Συμβούλου της από ελευθεριότητα και όχι από νόμιμη υποχρέωση-εκδηλούμενη και από τα δύο μέρη-να αποτελέσει αντιπαροχή για την παρεχόμενη εργασίας τους, μη έχοντας συνακόλουθα τον χαρακτήρα μισθού, ανακλήθηκε από την ανωτέρω εναγομένη την 21-11-2000.

Το αντικείμενο της απασχολήσεως των γραμματέων σε όλες τις Διευθύνσεις και τις θέσεις γραμματείας της αρχικώς εναγομένης, μεταξύ των οποίων και εκείνων του Διευθύνοντος Συμβούλου, συνίσταται στη γραμματειακή υποστήριξη και προγραμματισμό των Διευθύνσεων ή των άλλων θέσεων στις οποίες υπηρετούν, όπως στην τήρηση αρχείων, σημειώσεων και ημερολογίων σε σχέση με τη ρύθμιση και την προετοιμασία των αναγκαίων συναντήσεων, στην επιμέλεια της εισερχόμενης και εξερχόμενης αλληλογραφίας, στη διεκπεραίωση υπηρεσιακών σημειωμάτων, στις μεταφράσεις εγγράφων, στο χειρισμό και στη χρήση telex και fax για τις ανάγκες της ως άνω εναγομένης, στη σύνταξη και καταγραφή κειμένων σε Η/Υ και στο συντονισμό διεκπεραιώσεως και διανομής εντολών και οδηγιών του εκάστοτε αρμοδίου και υπευθύνου προς τις άλλες Διευθύνσεις ή Υπηρεσίες.

Όλες οι γραμματείς, οι οποίες ανήκουν στην ιδιαίτερη κατηγορία των γραμματέων και διαφέρουν από τους λοιπούς υπαλλήλους γραφείου της επιχειρήσεως, έχουν παρεμφερή επαγγελματική κατάρτιση (απόφοιτοι σχολών γραμματέων ή οικονομικών τμημάτων κλπ) και ειδική επιμόρφωση (για χρήση Η/Υ, αυτοματισμό γραφείου κλπ), που σύμφωνα με το ουσιαστικό κριτήριο-το οποίο ακολουθεί η παραπάνω εναγομένη (στερούμενη Κανονισμού με πρόβλεψη και τυπικών προσόντων) μπορούν να ανταποκριθούν στα καθήκοντα οποιασδήποτε θέσεως γραμματέως (και εκείνων του Διευθύνοντος Συμβούλου) στην επιχείρηση.

Οι υπάρχουσες γραμματείς υπηρετούν σε επιτελικές θέσεις της ιεραρχίας της ανωτέρω εναγομένης, ειδικότερα στη γραμματεία και στα γραφεία των ανώτατων στελεχών (Προέδρου, Αντιπροέδρου, Εντεταλμένου Συμβούλου, Γενικού Διευθυντή κλπ) ή στις ανεξάρτητες Διευθύνσεις (Νομική, Διεύθυνση Διοικητικών Υπηρεσιών, Διεύθυνση Προμηθειών, Διεύθυνση Αναπτύξεως κλπ), δηλαδή σε θέσεις υψηλής ευθύνης και εμπιστοσύνης.

Περαιτέρω, οι δύο θέσεις των γραμματέων του Διευθύνοντος Συμβούλου δεν υπερτερούν ουσιωδώς κατά ποσότητα, ποιότητα, πολλαπλότητα και εντατικότητα από τις λοιπές θέσεις των άλλων γραμματέων ούτε μπορούν να ταυτιστούν με τις αρμοδιότητες και τα καθήκοντα του Διευθύνοντος Συμβούλου της εν λόγω εναγομένης, ως Γενικού Διευθυντή τόσο των κεντρικών της Διευθύνσεων όσο και των περιφερειακών γενικών της Διευθύνσεων (των πέντε εργοστασιακών συγκροτημάτων και των δύο θυγατρικών εταιριών), διότι:

αα) Η προετοιμασία των διάφορων φακέλων του γραφείου του Διευθύνοντος Συμβούλου, οι συναλλαγές του με τρίτους, οι συσκέψεις του με τα διάφορα στελέχη της επιχειρήσεως για τη χάραξη της στρατηγικής της εταιρίας και την λήψη των αποφάσεων, οι διαβουλεύσεις του με τους εκπροσώπους των εργαζομένων στην εταιρία για τη συνομολόγηση των διάφορων συλλογικών συμβάσεων εργασίας ή άλλων ζητημάτων, αποτελεί-κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας-συλλογική και συντονισμένη εργασία όλων των κεντρικών και περιφερειακών Διευθύνσεων της ίδιας εναγομένης, στην οποία συμβάλλουν και συνεισφέρουν όλες οι γραμματείς της επιχειρήσεως με τα ειδικότερα ανατιθέμενα σ΄ αυτές καθήκοντα, όπως έχουν αυτά προπεριγραφεί και προκύπτουν από τους εταιρικούς σκοπούς που προϋποθέτουν κοινό σχεδιασμό και κοινή δράση.

ββ.- Οι θέσεις των γραμματέων του Διευθύνοντος Συμβούλου καλύπτονται από όλες τις γραμματείς περιοδικώς και εναλλακτικώς βάσει σχετικής ανακοινώσεως της Δ/νσεως Διοικητικού, που καλεί (σε περίπτωση κενής θέσεως, αντικαταστάσεως ή αναπληρώσεως γραμματέως) όσες γραμματείς και μόνον επιθυμούν να υποβάλλουν υπηρεσιακό σημείωμα (και σχετική αίτηση) για την επιλογή τους.

Αν οι θέσεις αυτές είχαν υπέρτερη αξία, ποιότητα και σπουδαιότητα θα προβλέπονταν για την κατάληψή τους αυξημένα ή ιδιαίτερα ουσιαστικά (ή ακόμη και τυπικά) προσόντα. Ακόμη η δεύτερη αναιρεσείουσα υπηρέτησε ως γραμματέας στο γραφείο του Διευθύνοντος Συμβούλου το έτος 1997. γγ.- Δεν αποδείχθηκε συγκεκριμένη αναφορά (ως προς ώρες απασχολήσεως σε οποιαδήποτε ημερομηνία) για απασχόληση των γραμματέων του Διευθύνοντος Συμβούλου πέραν του νόμιμου ωραρίου.

Έτσι η απασχόληση των γραμματέων στο γραφείο του Διευθύνοντος Συμβούλου της αρχικώς εναγομένης δεν συνιστά πρόσθετη εργασία ή υπεύθυνη και εμπιστευτική δραστηριότητα, η οποία μπορεί να θεωρηθεί ουσιωδώς υπέρτερη και πέραν της προσφερόμενης από τις αναιρεσείουσες στις προαναφερθείσες θέσεις τους στις διάφορες Διευθύνσεις της αντιδίκου τους.

Γι' αυτό η χορήγηση της επίμαχης παροχής των 50.000 δρχ, μόνο στις δύο γραμματείς του Διευθύνοντος Συμβούλου και όχι και στις αναιρεσείουσες, που πληρούν τις ίδιες προϋποθέσεις με αυτές (κυρίως ως προς τις γνώσεις και τα ουσιαστικά προσόντα) και παρέχουν ίσης αξίας εργασία υπό τις αυτές εν γένει πραγματικές συνθήκες, δεν δικαιολογείται) σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, από την ύπαρξη ενός ειδικού και σοβαρού- κατ' αντικειμενική κρίση - λόγου, που να καθιστά την πιο πάνω διαφορετική μεταχείριση ως προς την παροχή αυτή δίκαιη και εύλογη, με επακόλουθο να αντιβαίνει (η εν λόγω μη χορήγηση) την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των μισθωτών ως προς την αμοιβή.

Στην προκειμένη περίπτωση με βάση την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως οι αναιρεσείουσες έχουν αξίωση προς καταβολή και σ' αυτές της επίδικης παροχής των 50.000 δρχ. μηνιαίως μέχρι την 21-11-2000, οπότε ανακλήθηκε, υπό τις ακόλουθες διακρίσεις: α. Οι πρώτη, τρίτη, πέμπτη, έβδομη και όγδοη αναιρεσείουσες δικαιούνται η κάθε μία το συνολικό ποσό των 6.852,53 ευρώ [1-1-1997 μέχρι 21-11-2000, δηλαδή 46 μήνες + 21 ημέρες, 46 Χ 50.000 + 35.000 (50.000 : 30 ημέρες Χ 21 ημέρες) = 2.335.000 δρχ.

ή 6.852,53 ευρώ]. β. Η δεύτερη αναιρεσείουσα δικαιούται το συνολικό ποσό των 2.391,78 ευρώ (12-7-1999 μέχρι 21-11-2000, δηλαδή 16 μήνες + 9 ημέρες, 16 Χ 50.000 + 15.000 = 815.000 δρχ. ή 2.391,78 ευρώ. γ. Η τέταρτη αναιρεσείουσα δικαιούται την επίμαχη παροχή μόνον από 17-11-1999 μέχρι 21-11-2000, δεδομένου ότι από 23-3-1995 μέχρι 16-11-1999 είχε αποσπασθεί στο Πανεπιστήμιο Αθηνών με επακόλουθο να μην τελεί σε οργανικό δεσμό με την αρχικώς εναγομένη, παρέχοντας εργασία υπό διαφορετικές ουσιωδώς συνθήκες στο ως άνω πανεπιστημιακό ίδρυμα, έστω και αν, όπως αποδείχθηκε, μετατάχθηκε στο Υπουργείο Δημόσιας Τάξεως μετά την 11-62001 και όχι κατά το χρονικό διάστημα από 18-11-1999 μέχρι και τουλάχιστον 21-11-2000, όπως υποστηρίζει η αναιρεσίβλητη.

Ειδικότερα, αυτή δικαιούται το συνολικό ποσό των 1.780,38 ευρώ (17-11-1999 μέχρι 21-11-2000, δηλαδή 12 μήνες + 4 ημέρες, 12 Χ 50.000 + 6. 667 = 606. 667 δρχ. ή 1.780,3 8 ευρώ). δ. Η έκτη αναιρεσείουσα δικαιούται την επίμαχη παροχή μόνον από 1-1-1997 μέχρι 30-6-2000, δεδομένου ότι από 1-7-2000 και εφεξής μετατάχθηκε στην Υπηρεσία 441 ΑΒΥΥ του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, με επακόλουθο (μετά τη μετάταξη) να έχει παύσει πλέον (από 1-7 -2000) να είναι μισθωτός της αντιδίκου της, αφού λύθηκε η εργασιακή τους σύμβαση.

Ειδικότερα, αυτή δικαιούται το συνολικό ποσό των 6.162,87 ευρώ (1-1-1997 μέχρι 30-6-2000, ήτοι 42 μήνες, 42 Χ 50.000 = 2.100.000 δρχ. ή 6.162,87 ευρώ. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε κατ΄ ουσίαν την έφεση των αναιρεσειουσών κατά της υπ΄ αριθ. 1284/2002 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η ένδικη από 2-7-2001 αγωγή αυτών για καταβολή σε κάθε μία του ποσού των 50.000 δραχμών μηνιαίως για τα καθοριζόμενα χρονικά διαστήματα, αντίστοιχα, εξαφάνισε την απόφαση αυτήν και ακολούθως, ύστερα από διακράτηση της υποθέσεως, δέχτηκε και ως ουσιαστικά βάσιμη κατά ένα μέρος της την εν λόγω αγωγή, κατά τα ειδικότερα σ΄ αυτή διαλαμβανόμενα.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς : α) Δεν παραβίασε, αναφορικά με τη δυνατότητα της αρχικώς εναγομένης, ως εργοδότιδας, να ανακαλέσει την προαναφερόμενη πρόσθετη παροχή, τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 288, 648, 653 και 361 του ΑΚ, 22 παρ. 1 εδ. β΄ του Συντάγματος και 1 της υπ΄ αριθ. 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας, που κυρώθηκε με το ν. 3243/1955, αλλ΄ ούτε και εκείνες του άρθρου 200 του ΑΚ, που αναφέρεται στην ερμηνεία των συμβάσεων, και του άρθρου 7 του ν. 2112/1920, που αναφέρεται στη μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως.

Και αυτό γιατί, με βάση τις παραδοχές του εν λόγω δικαστηρίου, η αναιρεσίβλητη είχε τη δυνατότητα να ανακαλέσει οποτεδήποτε την παραπάνω πρόσθετη παροχή, την οποία είχε χορηγήσει εκουσίως από ελευθεριότητα (οικειοθελώς), και να παύσει τη χορήγησή της, πράγμα που τελικά έπραξε στις 21-11-2000, χωρίς μέχρι τότε για την πρόσθετη αυτήν παροχή να έχει καταρτιστεί κάποια σύμβαση για τακτική καταβολή της ή να έχει εκδοθεί δικαστική απόφαση που να αφορά τη χορήγησή της, ως δυνάμει συμβάσεως οφειλόμενης, στις ίδιες τις αναιρεσείουσες για το πέραν της 21-11-2000 (χρονολογίας της ανακλήσεως της παροχής) χρόνο, δεδομένου ότι η ένδικη αγωγή ασκήθηκε μετά την τελευταία αυτή χρονολογία, με αποτέλεσμα με τη γενόμενη ανάκληση της παροχής να μην έχει επέλθει μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων των ένδικων υπαλληλικών συμβάσεων.

Ειδικώς δε, αναφορικά με τη διάταξη του άρθρου 200 του ΑΚ, δεν συνέτρεξε οποιαδήποτε παραβίαση αυτής, αφού το Εφετείο, το οποίο δεν ασχολήθηκε με την εν λόγω διάταξη, ούτε καν εμμέσως δέχτηκε την ύπαρξη αμφιβολίας ή ασάφειας ως προς τη βούληση των διαδίκων μερών ή κενού της δικαιοπραξίας, ώστε να μη χρειάζεται να καταφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, στους οποίους περιλαμβάνεται και εκείνος του άρθρου 200 του ΑΚ.

Και β) δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, οι αιτιολογίες που έχει διαλάβει στην απόφασή του αυτήν αναφορικά με τη δυνατότητα της αρχικώς εναγομένης να ανακαλέσει οποτεδήποτε και να παύσει τη χορήγηση της παραπάνω πρόσθετης παροχής, για την οποία δέχεται ότι δόθηκε από αυτήν εκουσίως και από ελευθεριότητα (οικειοθελώς) και όχι από νόμιμη υποχρέωση ή με πρόθεση, εκδηλούμενη και από τα δύο μέρη, να αποτελέσει αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία, ώστε να μην ιδρύονται υποχρέωση και αντίστοιχο δικαίωμα αναφορικά με την παροχή αυτήν, και πλήρεις και σαφείς είναι και δεν εμφανίζουν οποιαδήποτε αντιφατικότητα.

Οι αιτιολογίες δε αυτές καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν. Ενόψει αυτών : 1) Ο τρίτος (υπό τα στοιχεία

ΙΙ Γ΄) λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως των άρθρων 200, 288 και 361 του ΑΚ, του άρθρου 22 παρ. 1 εδ. β΄ του Συντάγματος και του άρθρου 7 του ν. 2112/1920, καθώς και ο τέταρτος (υπό τα στοιχεία

ΙΙ Δ΄) λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως των άρθρων 648, 653, 200 και 288 του ΑΚ, του άρθρου 1 της υπ΄ αριθ. 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας, που κυρώθηκε με το ν. 3248/1955, και του άρθρου 22 παρ. 1 εδ. β΄ του Συντάγματος, δηλαδή λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 599 αριθ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Και 2) οι πρώτος και δεύτερος (υπό τα στοιχεία

ΙΙ Α΄ και Β΄, αντίστοιχα) λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλεται η αιτίαση της ελλείψεως νόμιμης βάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών, αντίστοιχα, αιτιολογιών επί του ζητήματος που αναφέρεται πιο πάνω υπό το στοιχείο β΄, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Εξάλλου, το Εφετείο με το να δεχτεί ότι η τέταρτη αναιρεσείουσα δικαιούνταν, για το λόγο που προαναφέρθηκε, την ως άνω παροχή μόνο από 17-11-1999 και εφεξής (μέχρι 21-11-2000) δεν παραβίασε τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 58 του ν. 1943/1991, με την οποία αντικαταστάθηκαν οι ρυθμίζουσες τις αποσπάσεις υπαλλήλων διατάξεις του άρθρου 150 του Υπαλληλικού Κώδικα (π.δ. 611/1977) και της οποίας (παραγράφου) οι διατάξεις, με εξαίρεση το τελευταίο εδάφιο, εξακολούθησαν, με βάση το άρθρο 22 του ν. 3148/2003, να ισχύουν για τους υπαλλήλους που δεν υπάγονται στις διατάξεις του Υπαλληλικού Κώδικα (ν. 2683/1999) και τους υπαλλήλους των Ο.Τ.Α..

Και αυτό γιατί η σχετική παραδοχή του δικαστηρίου, κατά την οποία η τέταρτη αναιρεσείουσα δικαιούται την προαναφερόμενη παροχή μόνο από 17-11-1999 και εφεξής (μέχρι 21-11-2000, επειδή από 23-3-1995 μέχρι 16-11-1999 ήταν αποσπασμένη στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, με επακόλουθο να μην τελεί σε οργανικό δεσμό με την αρχικώς εναγομένη, παρέχοντας εργασία υπό διαφορετικές ουσιωδώς συνθήκες στο εν λόγω πανεπιστημιακό ίδρυμα, αποκλείει το δικαίωμα για καταβολή στην εν λόγω (τέταρτη) αναιρεσείουσα της παροχής, με βάση την ως άνω αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, και για το προηγηθέν της 17-11-1999 χρονικό διάστημα, ακριβώς διότι, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, η εργασία την οποία παρείχε αυτή κατά το χρονικό αυτό διάστημα στο πιο πάνω Πανεπιστήμιο παρεχόταν υπό ουσιωδώς διαφορετικές συνθήκες.

Επομένως, ο έβδομος (υπό τα στοιχεία

ΙΙ Ζ΄) λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.- 2.- Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση. "Πράγματα", κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως αποτελούν και οι λόγοι εφέσεως, αν είναι ορισμένοι.

Πάντως, αν ο ισχυρισμός (ή ο λόγος εφέσεως) είναι επουσιώδης, όπως είναι και ο για οποιοδήποτε λόγο μη κρίσιμος (όπως είναι και ο αόριστος, ο μη νόμιμος, καθώς και εκείνος που προβάλλεται απαραδέκτως), είτε λήφθηκε υπόψη, αν και δεν προτάθηκε, είτε δεν λήφθηκε υπόψη, αν και προτάθηκε, δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως.

Πάντως, για να ιδρυθεί λόγος αναιρέσεως, πρέπει ο ισχυρισμός να έχει προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αν αυτού η απόφαση προσβάλλεται με την αναίρεση (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ), εκτός αν πρόκειται για τις εξαιρετικές περιπτώσεις που αναφέρονται στην τελευταία διάταξη, και συγκεκριμένα να έχει προταθεί νόμιμα και δη με λόγο εφέσεως ή με τις προτάσεις, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η με τον τρόπο αυτόν πρόταση επιτρέπεται και δη με τις προτάσεις που υποβλήθηκαν κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 262 παρ. 1 ΚΠολΔ και 281 του ΑΚ, προκύπτει ότι για την πληρότητα της από το τελευταίο άρθρο (281 ΑΚ) ενστάσεως, απαιτείται να προβάλλονται, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, τα περιστατικά που συγκροτούν την κατάχρηση, να γίνεται επίκληση της καταχρήσεως, η οποία προκύπτει από τα περιστατικά αυτά και να διατυπώνεται συγχρόνως και αίτημα για απόρριψη της αγωγής ή της ενστάσεως, ανάλογα, και για την αιτία αυτήν.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται για τις οριζόμενες εξαιρέσεις, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται οι ισχυρισμοί που αφορούν τη δημόσια τάξη. Όμως η τελευταία αυτή εξαίρεση δεν ισχύει και για την ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ, παρά το ότι αυτή πράγματι αφορά τη δημόσια τάξη, αφού κατά το άρθρο 269 παρ. 2 στοιχ.

α΄ ΚΠολΔ, που, κατά το άρθρο 527 του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζεται και στην κατ΄ έφεση δίκη, η ένσταση καταχρήσεως δικαιώματος παραδεκτώς προτείνεται και μετά την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο μόνο αν το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκε εγκαίρως από δικαιολογημένη αιτία. Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείουσες, όπως προκύπτει από τις προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών) ισχυρίστηκαν μεν ότι η ανωτέρω εκ μέρους της αρχικώς εναγομένης ανάκληση της προαναφερόμενης πρόσθετης παροχής καταχρηστικώς έγινε, για τους λόγους που ειδικότερα εκεί αναφέρονται, πλην όμως δεν διατυπώθηκε συγχρόνως και αίτημα για απόρριψη της σχετικής ενστάσεως της αρχικώς εναγομένης.

Στη συνέχεια με τις προτάσεις τους, που αυτές υπέβαλαν στο Εφετείο κατά τη συζήτηση της εφέσεώς τους, επανέφεραν, υπό τη μορφή πρόσθετου λόγου εφέσεως, με βάση το άρθρο 674 παρ. 1 ΚΠολΔ, τον αμέσως πιο πάνω κατά την πρωτόδικη δίκη υποβληθέντα ισχυρισμό τους, χωρίς και πάλι να διατυπώσουν συγχρόνως και αίτημα για απόρριψη της πιο πάνω ενστάσεως της αρχικώς εναγομένης.

Επομένως, η ένσταση αυτή των αναιρεσειουσών ήταν, σύμφωνα με τα παραπάνω, αόριστη και ως εκ τούτου επουσιώδης, αφού δεν ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Συνεπώς, το Εφετείο, που παρέλειψε να απαντήσει στον πρόσθετο αυτόν λόγο εφέσεως των αναιρεσειουσών δεν υπέπεσε, στην από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β΄ ΚΠολΔ πλημμέλεια. Επομένως, ο πέμπτος (υπό τα στοιχεία

ΙΙ Ε΄ ) λόγος αναιρέσεως, κατά το από την αμέσως πιο πάνω διάταξη μέρος του, με το οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Περαιτέρω, με άλλο μέρος του ίδιου (πέμπτου) λόγου αναιρέσεως προβάλλεται και ότι το Εφετείο με το να μη δεχτεί τον ισχυρισμό των αναιρεσειουσών ότι η εκ μέρους της αρχικώς εναγομένης παραπάνω ανάκληση της ως άνω πρόσθετης παροχής έγινε κατά κατάχρηση δικαιώματος παραβίασε το άρθρο 281 του ΑΚ .

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί, γιατί στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο ασχολήθηκε με τον προαναφερόμενο ισχυρισμό των αναιρεσειουσών και απέρριψε αυτόν, πράγμα όμως που δεν έγινε. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του 5ου Κεφαλαίου του ΚΠολΔ (άρθρα 552-582), ένσταση από το ουσιαστικό δίκαιο, όπως είναι και εκείνη από το άρθρο 281 του ΑΚ, δεν μπορεί να ασκηθεί αυτοτελώς ενώπιον του Αρείου Πάγου, υπό την έννοια ότι ασκείται χωρίς να στηρίζει λόγο αναιρέσεως, αλλ΄ απλώς και μόνο μπορεί να στηρίξει λόγο αναιρέσεως υπό τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, λαμβανομένου υπόψη ότι τα άρθρα 269 και 527 ΚΠολΔ αναφέρονται αποκλειστικά και μόνο στους πρώτο και δεύτερο, αντίστοιχα, βαθμούς δικαιοδοσίας.

Ειδικότερα, τέτοια ένσταση δεν μπορεί να προβληθεί ενώπιον του Αρείου Πάγου, διότι η αναίρεση δεν έχει μεταβιβαστικό αποτέλεσμα και έτσι με την άσκηση αυτής δεν επαναφέρεται σε εκκρεμοδικία η αγωγή για επανεκδίκαση ολικά ή εν μέρει, αλλά ελέγχεται η απόφαση ως προς τα τυχόν νομικά σφάλματά της, χωρίς να υφίσταται δυνατότητα εξετάσεως της ουσίας.

Μόνο μετά την αναίρεση της αποφάσεως εξετάζεται στο δικαστήριο της παραπομπής η ουσία της υποθέσεως κατά το μέρος το οποίο χώρησε η αναίρεση. Επομένως, η με το αναιρετήριο, στο πλαίσιο του πέμπτου λόγου αναιρέσεως, αυτοτελώς, με την ως άνω έννοια, προβαλλόμενη ενώπιον του Αρείου Πάγου ένσταση από το άρθρο 281 ΑΚ για το ότι, για τους λόγους που αναφέρονται, η ως άνω εκ μέρους της αρχικώς εναγομένης ανάκληση της πρόσθετης παροχής έγινε κατά κατάχρηση δικαιώματος, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.- 3.- Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 6 του ν. 696/1977, κατά την οποία "η Ε.Α.Β.

απολαύει απάντων των δικονομικών προνομίων, ως εάν είναι το Δημόσιον", η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 11 του ίδιου νόμου, εφαρμόζεται αναλόγως και επί της αρχικώς εναγομένης ("ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΟΠΛΩΝ - Ε.Β.Ο. Α.Ε."), που ιδρύθηκε με βάση τις διατάξεις του ν. 43/1975, του ν. 531/1977 και του π.δ/τος 514/1977), σαφώς συνάγεται ότι το ποσοστό του από την τελευταία καταβλητέου τόκου, νόμιμου και της υπερημερίας, είναι το οριζόμενο κατά τις γενικές διατάξεις του αστικού δικαίου και όχι το ειδικώς για το Δημόσιο οριζόμενο τέτοιο δυνάμει του άρθρου 21 του κ.δ/τος της 26-6-/10-7-1944 "περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου".

Και αυτό γιατί στο εν λόγω διάταγμα γίνεται σαφής διάκριση μεταξύ δικονομικών προνομίων, που περιλαμβάνονται στα άρθρα 1-17 του Κεφαλαίου Ι αυτού υπό τον τίτλο "Γενικαί δικονομικαί διατάξεις", αφενός και ουσιαστικών διατάξεων αφετέρου, που περιλαμβάνονται στο Κεφάλαιο

ΙΙ υπό τον τίτλο "Γενικαί ουσιαστικού δικαίου διατάξεις", μεταξύ των οποίων είναι και η ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 21, που καθιερώνει υπέρ του Δημοσίου προνόμιο (ουσιαστικό) τόσο ως προς το ποσοστό του νόμιμου και του της υπερημερίας τόκου κάθε οφειλής του Δημοσίου, το οποίο ορίζεται από τη διάταξη αυτή σε 6% ετησίως, εκτός αν ορίστηκε διαφορετικά με σύμβαση ή ειδικό νόμο, όσο και ως προς την έναρξη της τοκοδοσίας, για την οποία ορίζεται ότι αυτή αρχίζει από την επίδοση της (καταψηφιστικής) αγωγής.

Η τελευταία όμως αυτή διάταξη δεν επεκτείνεται και επί της αρχικώς εναγομένης (Ε.Β.Ο. Α.Ε.), διότι η δημόσια αυτή επιχείρηση κατά την ως άνω διάταξη του άρθρου 6 του ν. 696/1977 απολαύει, όπως ρητώς αυτή ορίζει, των δικονομικών προνομίων του Δημοσίου και όχι, επομένως, και των σαφώς από αυτά διακρινόμενων ουσιαστικών προνομίων, που έχουν καθιερωθεί υπέρ του τελευταίου, όπως είναι και εκείνα της καταβολής μειωμένου τόκου, νόμιμου και υπερημερίας, και της ενάρξεως της τοκοδοσίας από την επίδοση της (καταψηφιστικής) αγωγής.

΄Ετσι, ο από την αρχικώς εναγομένη (Ε.Β.Ο. Α.Ε.) οφειλόμενος τόκος υπερημερίας είναι από τη δημοσίευση του ν. 876/1979 (12-3-1979), σύμφωνα με το άρθρο 15 παρ. 5 του νόμου αυτού, με το οποίο καταργήθηκε το προϊσχύσαν β.δ. της 21/21-8-1946, ο εκάστοτε με πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου (Π.Υ.Σ.) οριζόμενος σε ποσοστό ετησίως και ισχύων, σύμφωνα με το άρθρο 293 του ΑΚ (πρβλ.

ΑΠ 115/2004), 4/2001), χωρίς συγχρόνως να υπάρχει ο περιορισμός της οφειλής του μόνον από το χρόνο της επιδόσεως της (καταψηφιστικής) αγωγής, προκειμένου περί τόκου υπερημερίας. Εξάλλου, κατά το άρθρο 655 του ΑΚ, επί συμβάσεως εργασίας, αν δεν υπάρχει αντίθετη συμφωνία ή συνήθεια, ο μισθός καταβάλλεται μετά την παροχή της εργασίας και, αν υπολογίζεται κατά ορισμένα διαστήματα κατά τη διάρκεια της συμβάσεως, καταβάλλεται στο τέλος καθενός από αυτά, σε κάθε δε περίπτωση μόλις λήξει η σύμβαση γίνεται απαιτητός ο μισθός, που αντιστοιχεί στο χρόνο έως τη λήξη.

΄Ετσι, για τις ως άνω παροχές, που, κατά τα πιο πάνω, εμπίπτουν στην έννοια του μισθού, τάσσεται από το άρθρο 655 του ΑΚ δήλη ημέρα καταβολής, εις τρόπον ώστε με μόνη την παρέλευση αυτής να γίνεται ο εργοδότης υπερήμερος κατά το άρθρο 341 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και να οφείλει έκτοτε επί χρηματικού χρέους τόκους υπερημερίας κατά το άρθρο 345 εδ.

α΄ του Κώδικα αυτού. Περαιτέρω, μισθός είναι κάθε παροχή, την οποία οφείλει ο εργοδότης κατά το νόμο ή τη σύμβαση στο μισθωτό ως αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία του και ως εκ τούτου δεν έχουν το χαρακτήρα μισθού οι πρόσθετες παροχές, που δίδονται από τον εργοδότη στον εργαζόμενο εκουσίως από ελευθεριότητα και όχι από νόμιμη υποχρέωση ή με πρόθεση, εκδηλούμενη και από τα δύο μέρη, να αποτελέσουν αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία.

Οι τελευταίες αυτές πρόσθετες παροχές εξακολουθούν να μην έχουν το χαρακτήρα μισθού ακόμη και όταν οφείλονται με βάση την παραπάνω αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, πλην όμως αναφορικά με το χρόνο της καταβολής τους θα πρέπει και επ΄ αυτών να εφαρμοστούν αναλογικά, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, οι ως άνω διατάξεις του άρθρου 655 του ΑΚ, με την επισήμανση ότι ως χρόνος καταβολής νοείται εκείνος κατά τον οποίο καταβάλλεται η οικειοθελής παροχή στον εργαζόμενο για τον οποίο από την αρχή κατά τη θέληση του εργοδότη προοριζόταν.

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείουσες με την ένδικη αγωγή τους ζήτησαν να τους επιδικαστούν τα με αυτή με βάση την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως αιτούμενα χρηματικά ποσά με το νόμιμο τόκο, κυρίως από το τέλος κάθε μήνα, κατά τον οποίο αυτά θα έπρεπε να τους καταβάλλονται, επικουρικώς από 27-11-2000 και επικουρικότερα από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Το Εφετείο δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, ότι για τα επιδικαζόμενα στις αναιρεσείουσες ως άνω χρηματικά ποσά θα έπρεπε να επιδικαστούν τόκοι μόνο από την επίδοση της ένδικης αγωγής και να υπολογιστούν με επιτόκιο 6% ετησίως και όχι με τα ισχύοντα επιτόκια, όπως και, τελικά, έπραξε.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο παραβίασε, σύμφωνα με τα παραπάνω, τις διατάξεις των άρθρων 6 του ν. 696/1977 και 21 του κ.δ/τος της 26-6/10-7-1944 "περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου" (με το να ερμηνεύσει εσφαλμένως αυτέ και να τις εφαρμόσει παρά το ότι δεν ήταν εφαρμοστέες), τη διάταξη του άρθρου 346 του ΑΚ (με το να εφαρμόσει αυτήν παρά το ότι δεν ήταν εφαρμοστέα) καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 293 και 345 του ΑΚ και 109 του ΕισΝΑΚ (με το να μην τις εφαρμόσει παρά το ότι ήταν εφαρμοστέες).

Επομένως, ο έκτος (υπό τα στοιχεία

ΙΙ ΣΤ΄ ) λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο ακριβώς προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως των αμέσως πιο πάνω ουσιαστικών διατάξεων, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και να αναιρεθεί μερικώς η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το λόγο αυτόν αναιρέσεως, δηλαδή μόνο κατά το μέρος της που αφορά το περί επιδικαστέων τόκων αγωγικό αίτημα. Σύμφωνα δε με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ πρέπει η υπόθεση, κατά το μέρος κατά το οποίο χωρεί η αναίρεση της αποφάσεως, να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο το οποίο την εξέδωσε, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που την εξέδωσαν. Η αναιρεσίβλητη, ως ηττώμενη, πρέπει να καταδικαστεί στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειουσών, κατά τα άρθρα 183 και 176 ΚΠολΔ, μειωμένη όμως, λόγω της μερικής νίκης και της μερικής ήττας καθενός διαδίκου μέρους, σύμφωνα με το άρθρο 178 παρ. 1 ίδιου Κώδικα, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 2915/2001, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί μερικώς, κατά το αναφερόμενο στο αιτιολογικό μέρος της, την 7082/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος το οποίο χώρησε η αναίρεση της αποφάσεως, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.- Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε μέρος της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσειουσών, το οποίο ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Φεβρουαρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Μαρτίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ