Legislator Case Law & Legislation
546/2006 AI generated

546/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 546/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Χρύσανθο Παπούλια και Κωνσταντίνο Κούκλη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ελευθερίου Βορτσέλα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.

Legislator headnote

AI generated

546/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με τις ανωτέρω ψευδείς παραστάσεις οι άνω μηνυτές πείστηκαν ότι η ανωτέρω αλλοδαπή εταιρία είναι μια απόλυτα φερέγγυα εταιρία με δυναμική παρουσία στην διεθνή κεφαλαιαγορά, ότι καταρτίζοντας συμβάσεις χειρισμού εντολών προσωπικού χαρτοφυλακίου με την εταιρία αυτή θα είχαν μια σταθερή και πολύ ικανοποιητική απόδοση και έτσι ο Α.

Keywords

AI generated
benefit fraud economic offence misappropriation of funds fund management company illicit financial flows false statements regarding commercial business
AI generated
1560/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ.106/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Βασίλειο Καπελούζο - Εισηγητή, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα και Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αρεοπαγίτες.
1902/2018
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αρτεμισία Παναγιώτου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την υπ'αριθμ.231/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γεωργίου, Ευφροσύνη Καλογεράτου - Ευαγγέλου και Κων/να Μαυρικοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
1664/2022
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Απριλίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1377/2019
Α. Του αναιρεσείοντος: Β. Μ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Εμμανουήλ Γιαννακάκι και Αγγελική Ζαρόκωστα και κατέθεσε προτάσεις.
1548/2024
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Λεπενιώτη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Οικονόμου-Εισηγήτρια, Κωστούλα Πρίγγουρη, Παρασκευή Τσούμαρη και Σταυρούλα Κουσουλού, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 546 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 546/2006

To Δικαστήριο του Αρείου Πάγου ΣΤ’ Ποινικό Τμήμα - σε Συμβούλιο

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Χρύσανθο Παπούλια και Κωνσταντίνο Κούκλη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ελευθερίου Βορτσέλα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Φεβρουαρίου 2006, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Κ. Σ. του Γ., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ’ αριθμ. 2524/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.

Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτό, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Δεκεμβρίου 2005 αίτησή της αναιρέσεως, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 97/2006.

Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ελευθέριος Βορτσέλας, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα, με αριθμό πρωτ. 44/1-2-2006, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Φέρομεν ενώπιον του Δικαστηρίου υμών, συμφώνως προς το άρθρον 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ., την νομοτύπως και εμπροθέσμως, συνεπώς δε παραδεκτώς, κατά τας διατάξεις των άρθρων 465 παρ. 1, 473 παρ. 1, 474, 482 παρ. 1 στοιχ.

α’ και 484 παρ. 1 στοιχ. β’ και δ’ ιδίου Κώδικος ασκηθείσαν υπό της κατηγορουμένης Κ. Γ. Σ., κατοίκου ... οδός ... και ήδη κρατουμένης προσωρινώς εις την Κλειστήν Κεντρικήν Φυλακήν Γυναικών, από 14 Δεκεμβρίου 2005 αίτησιν αναιρέσεως, κατά του υπ’ αριθμ. 2524/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτομεν τα εξής:

Ι. Δια του πληττομένου βουλεύματος απερρίφθη κατ’ ουσίαν η έφεσις της ανωτέρω κατηγορουμένης κατά του υπ’ αριθμ. 2363/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και επεκυρώθη το βούλευμα τούτο, που την παρέπεμψεν εις το ακροατήριον, δια να δικασθή δι’ απάτην εκ της οποίας επροξενήθη ιδιαιτέρως μεγάλη ζημία και δη το περιουσιακόν όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικώς το ποσόν των 25.000.000 δρχ. (73.000 ευρώ), τελεσθείσαν κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθειαν.

Κατά του βουλεύματος τούτου παραπονείται ήδη η αναιρεσείουσα προβάλλουσα τους υπό του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. β’ και δ’ Κ.Π.Δ. λόγους αναιρέσεως. ΙΙ. Εκ της διατάξεως του άρθρου 386 παρ. 1 Π.Κ. προκύπτει, ότι προς στοιχειοθέτησιν του εγκλήματος της απάτης, απαιτείται: α) σκοπός του δράστου να αποκομίση ο ίδιος ή άλλος παράνομον περιουσιακόν όφελος, όχι δε και πραγματοποίησις του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράστασις ψευδών γεγονότων ως αληθών ή αθέμιτος απόκρυψις ή παρασιώπησις αληθών, εκ της οποίας παρεπλανήθη άλλος και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, τελούσης εις αιτιώδη συνάφειαν με τας παραπλανητικάς ενεργείας ή παραλείψεις (Α.Π. 2031/2004 Π Λογ 2004 σελ. 2538 κ.ά.).

Περαιτέρω κατά την παρ. 3 ιδίου άρθρου 386, όπως αντικ. δι’ άρθρου 14 παρ. 4 ν. 2721/1999, η απάτη προσλαμβάνει κακουργηματικόν χαρακτήρα α) εάν ο δράστης διαπράττη απάτας κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθειαν και το συνολικόν όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσόν των 15.000 ευρώ (5.000.000 δρχ.) και β) αν το περιουσιακόν όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικώς το ποσόν των 73.000 ευρώ (25.000.000 δρχ.).

Κατά το άρθρον 13 εδ. στ’ Π.Κ., κατ’ επάγγελμα τέλεσις του εγκλήματος συντρέχει, όταν εκ της επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως, ή εκ της υποδομής που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεσιν επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως, προκύπτει σκοπός αυτού προς πορισμόν εισοδήματος, ενώ κατά συνήθειαν τέλεσις του εγκλήματος συντρέχει, όταν εκ της επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σταθερά ροπή του δράστου προς διάπραξιν του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείον της προσωπικότητος του δράστου.

Επανειλημμένη τέλεσις συντρέχει και επί διαπράξεως του εγκλήματος κατ’ εξακολούθησιν, αφού πρόκειται δια μορφήν πραγματικής ομοειδούς συρροής (Α.Π. 1174/2005 Ποιν Δικ 2005 σελ. 1485 κ.ά.). Εις την προκειμένην περίπτωσιν το Συμβούλιον Εφετών, που εξέδωσε το πληττόμενον βούλευμα, εδέχθη κατά την ανέλεγκτον περί πραγμάτων κρίσιν του, ότι από την εκτίμησιν των αναφερομένων αποδεικτικών στοιχείων, ήτοι καταθέσεων εγκαλούντων και μαρτύρων, εγγράφων της δικογραφίας και απολογίας κατηγορουμένης προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Η κατηγορουμένη στην Αθήνα την 14-9-2001 ενεργώντας ως Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου τόσον της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", όσον και της εδρεύουσας στο Λουξεμβούργο εταιρίας με την επωνυμία "...", παρέστησε εν γνώσει της ψευδώς στους μηνυτές Α. Σ. του Π. και Ε. Χ. ότι η παραπάνω εταιρία "..." είναι φερέγγυα εταιρία, με εξαιρετική οικονομική ευρωστία και τεράστια κεφάλαια, ότι τα χρήματα των επενδυτών στην εταιρία αυτή είναι εξασφαλισμένα, χωρίς κανένα απολύτως κίνδυνο απώλειάς τους και ότι έχουν μεγάλη απόδοση, αφού τα κεφάλαια αυτά διατίθεντο σε κερδοφόρες επενδύσεις.

Με τις ανωτέρω ψευδείς παραστάσεις οι άνω μηνυτές πείστηκαν ότι η ανωτέρω αλλοδαπή εταιρία είναι μια απόλυτα φερέγγυα εταιρία με δυναμική παρουσία στην διεθνή κεφαλαιαγορά, ότι καταρτίζοντας συμβάσεις χειρισμού εντολών προσωπικού χαρτοφυλακίου με την εταιρία αυτή θα είχαν μια σταθερή και πολύ ικανοποιητική απόδοση και έτσι ο Α.

Σ. κατέβαλε την 14-9-2001 το χρηματικό ποσό των 55.003.400 δραχμών ή 161.418,63 ευρώ και η Ε. Χ. το χρηματικό ποσό των 85.000.000 δραχμών ή 249.449,74 ευρώ, προκειμένου να επενδυθούν στην εταιρία "...", για χρονικό διάστημα 2 μηνών, υπογράφοντας ο καθένας τους τις από 14-9-2001 συμβάσεις χειρισμού εντολών προσωπικού χαρτοφυλακίου, που ήταν επίσης υπογεγραμμένες από αυτήν ως εκπροσώπου της παραπάνω εταιρίας, δηλαδή κατέβαλαν το συνολικό ποσό των 140.003.400 δραχμών ή 410.868,37 ευρώ.

Οι παραπάνω όμως παραστάσεις ήταν ψευδείς, διότι ποτέ δεν επενδύθηκαν τα κεφάλαια των ανωτέρω μηνυτών στην εταιρία "...", η οποία άλλωστε δεν ήταν φερέγγυα, δεν είχε καμία δραστηριότητα, δεν λειτούργησε ποτέ ουσιαστικά και διέθετε στο Λουξεμβούργο μόνο ένα μικρό και κλειστό γραφείο, που είχε μισθωθεί τυπικά για να εμφανίζεται δήθεν ως ουσιαστικά υπαρκτή, οι δε μηνυτές εάν γνώριζαν την αλήθεια, την οποία επιμελώς τους απέκρυψε, δεν θα είχαν καταβάλει ο καθένας τους τα ανωτέρω αναφερόμενα χρηματικά ποσά.

Αποτέλεσμα δε των παραπάνω ενεργειών ήταν να ζημιωθούν οι μηνυτές κατά τα ανωτέρω καταβληθέντα χρηματικά ποσά ο καθένας τους, δηλαδή κατά το συνολικό ποσό των 140.003.400 δραχμών ή 410.868,37 ευρώ, με αντίστοιχο δικό της παράνομο περιουσιακό όφελος, αφού τα παραπάνω χρήματα ουδέποτε επενδύθηκαν στην άνω αλλοδαπή εταιρία, ούτε άλλου, ούτε αποδόθηκαν ποτέ στους μηνυτές, αν και είχε παρέλθει το συμφωνηθέν χρονικό διάστημα της δήθεν επένδυσης και την είχαν οχλήσει την 19-4-2002 για απόδοση των χρημάτων τους.

Τις ανωτέρω δε πράξεις διαπράττει κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια, διότι από την επανειλημμένη τέλεσή τους και την υποδομή που είχε διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης της απάτης προκύπτει σκοπός της για πορισμό εισοδήματος, έχει δε σταθερή ροπή προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς της.

Με αυτά που εδέχθη το Συμβούλιον Εφετών διέλαβεν εις το πληττόμενον βούλευμα την απαιτουμένην ειδικήν και εμπεριστατωμένην αιτιολογίαν δια το προαναφερθέν έγκλημα, αφού εκθέτει εις το εν λόγω βούλευμά του, με σαφήνειαν, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκρισιν, τας αποδείξεις από τας οποίας επείσθη ότι υπάρχουν αποχρώσαι ενδείξεις δια την παραπομπήν της αναιρεσειούσης εις το ακροατήριον, καθώς και τας σκέψεις με τας οποίας υπήγαγε τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά εις την ουσιαστικήν ποινικήν διάταξιν που εφήρμοσε, την οποίαν ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παρεβίασε.

Πρέπει, συνεπώς, να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι περί του αντιθέτου λόγοι αναιρέσεως α) ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και β) εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της προαναφερθείσης ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Κατ’ ακολουθίαν αυτών πρέπει να απορριφθή η υπό κρίσιν αίτησις και να καταδικασθή η αναιρεσείουσα εις τα δικαστικά έξοδα εκ 210 ευρώ.

ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ -Προτείνομεν: Ι. Να απορριφθή η από 14 Δεκεμβρίου 2005 αίτησις αναιρέσεως της Κ. Γ. Σ., κατοίκου ... οδός ... και ήδη κρατουμένης προσωρινώς εις την Κλειστήν Κεντρικήν Φυλακήν Γυναικών, κατά του υπ’ αριθμ. 2524/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.

ΙΙ. Να καταδικασθή η αναιρεσείουσα εις τα δικαστικά έξοδα εκ 210 ευρώ.- Αθήνα 24 Ιανουαρίου 2006 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Ανδρέας Ι. Ζύγουρας"

Αφού άκουσε

τον Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 ΠΚ, το έγκλημα της απάτης συντελείται, εφόσον συντρέχουν και τα λοιπά στοιχεία αυτού, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, εφόσον αυτή υπήρξε η παραγωγός αιτία της παραπλανήσεως του απατουμένου. Γεγονός αποτελεί κάθε συμβεβηκός του εξωτερικού κόσμου και πρέπει (το γεγονος) να αναφέρεται στο παρελθόν ή να υπάρχει στο παρόν ή να συμβαίνει κατά το χρόνο της βεβαίωσης και όχι στο μέλλον.

Αν, όμως, τα αναφερόμενα στο μέλλον γεγονότα και υποσχέσεις συνοδεύονται ταυτόχρονα από ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρελθόν ή το παρόν, κατά τρόπο που να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης, βάσει της εμφανιζομένης ψευδούς κατάστασης από το δράστη που έχει ειλημμένη την απόφαση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση, ο δράστης διαπράττει απάτη.

Περαιτέρω, κατά την παρ. 3 του ιδίου άρθρου 386, όπως αντικ. με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999 και ισχύει από 3 Ιουνίου 1999, η πράξη της απάτης φέρει κακουργηματικό χαρακτήρα: α) αν ο υπαίτιος αυτής διαπράττει απάτες κατ’ επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δρχ. (15.000 Ευρώ) ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικώς το ποσό των 25.000.000 δρχ. (73.000 Ευρώ).

Κατ’ επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, κατ’ άρθρο 13 εδ. στ’ ΠΚ, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη, προς διάπραξη της απάτης, ως στοιχείο της προσωπικότητας αυτού, ενώ κατά συνήθεια τέλεση της πράξεως συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως, προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη της συγκεκριμένης πράξεως, ως στοιχείο της προσωπικότητος του δράστη.

Επανειλημμένη τέλεση συντρέχει και όταν διαπράττεται η πράξη κατ’ εξακολούθηση, αφού πρόκειται για μορφή πραγματικής ομοειδούς συρροής.

Έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα, που απαιτείται κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ’ αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έκρινε τούτο ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο.

Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών, που εξέδωσε το πληττόμενο βούλευμα, εδέχθη κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, ότι από την εκτίμηση των αναφερομένων αποδεικτικών στοιχείων, ήτοι καταθέσεων εγκαλούντων και μαρτύρων, εγγράφων της δικογραφίας και απολογίας κατηγορουμένης προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Η κατηγορουμένη στην Αθήνα την 14-9-2001 ενεργώντας ως Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου τόσον της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", όσον και της εδρεύουσας στο Λουξεμβούργο εταιρίας με την επωνυμία "...", παρέστησε εν γνώσει της ψευδώς στους μηνυτές Α. Σ. του Π. και Ε. Χ. ότι η παραπάνω εταιρία "..." είναι φερέγγυα εταιρία, με εξαιρετική οικονομική ευρωστία και τεράστια κεφάλαια, ότι τα χρήματα των επενδυτών στην εταιρία αυτή είναι εξασφαλισμένα, χωρίς κανένα απολύτως κίνδυνο απώλειάς τους και ότι έχουν μεγάλη απόδοση, αφού τα κεφάλαια αυτά διατίθεντο σε κερδοφόρες επενδύσεις.

Με τις ανωτέρω ψευδείς παραστάσεις οι άνω μηνυτές πείστηκαν ότι η ανωτέρω αλλοδαπή εταιρία είναι μια απόλυτα φερέγγυα εταιρία με δυναμική παρουσία στην διεθνή κεφαλαιαγορά, ότι καταρτίζοντας συμβάσεις χειρισμού εντολών προσωπικού χαρτοφυλακίου με την εταιρία αυτή θα είχαν μια σταθερή και πολύ ικανοποιητική απόδοση και έτσι ο Α.

Σ. κατέβαλε την 14-9-2001 το χρηματικό ποσό των 55.003.400 δραχμών ή 161.418,63 ευρώ και η Ε. Χ. το χρηματικό ποσό των 85.000.000 δραχμών ή 249.449,74 ευρώ, προκειμένου να επενδυθούν στην εταιρία "...", για χρονικό διάστημα 2 μηνών, υπογράφοντας ο καθένας τους τις από 14-9-2001 συμβάσεις χειρισμού εντολών προσωπικού χαρτοφυλακίου, που ήταν επίσης υπογεγραμμένες από αυτήν ως εκπροσώπου της παραπάνω εταιρίας, δηλαδή κατέβαλαν το συνολικό ποσό των 140.003.400 δραχμών ή 410.868,37 ευρώ.

Οι παραπάνω όμως παραστάσεις ήταν ψευδείς, διότι ποτέ δεν επενδύθηκαν τα κεφάλαια των ανωτέρω μηνυτών στην εταιρία "...", η οποία άλλωστε δεν ήταν φερέγγυα, δεν είχε καμία δραστηριότητα, δεν λειτούργησε ποτέ ουσιαστικά και διέθετε στο Λουξεμβούργο μόνο ένα μικρό και κλειστό γραφείο, που είχε μισθωθεί τυπικά για να εμφανίζεται δήθεν ως ουσιαστικά υπαρκτή, οι δε μηνυτές εάν γνώριζαν την αλήθεια, την οποία επιμελώς τους απέκρυψε, δεν θα είχαν καταβάλει ο καθένας τους τα ανωτέρω αναφερόμενα χρηματικά ποσά.

Αποτέλεσμα δε των παραπάνω ενεργειών ήταν να ζημιωθούν οι μηνυτές κατά τα ανωτέρω καταβληθέντα χρηματικά ποσά ο καθένας τους, δηλαδή κατά το συνολικό ποσό των 140.003.400 δραχμών ή 410.868,37 ευρώ, με αντίστοιχο δικό της παράνομο περιουσιακό όφελος, αφού τα παραπάνω χρήματα ουδέποτε επενδύθηκαν στην άνω αλλοδαπή εταιρία, ούτε άλλου, ούτε αποδόθηκαν ποτέ στους μηνυτές, αν και είχε παρέλθει το συμφωνηθέν χρονικό διάστημα της δήθεν επένδυσης και την είχαν οχλήσει την 19-4-2002 για απόδοση των χρημάτων τους.

Τις ανωτέρω δε πράξεις διαπράττει κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια, διότι από την επανειλημμένη τέλεσή τους και την υποδομή που είχε διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης της απάτης προκύπτει σκοπός της για πορισμό εισοδήματος, έχει δε σταθερή ροπή προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς της.

Με αυτά που εδέχθη το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για το προαναφερθέν έγκλημα, αφού εκθέτει εις αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, τις αποδείξεις από τις οποίες επείσθη ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή της αναιρεσείουσας στο ακροατήριο καθώς και τις σκέψεις, με τις οποίες υπήγαγε τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφήρμοσε. Εντεύθεν, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος ο περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, μοναδικός λόγος αναιρέσεως και η αναίρεση (να απορριφθεί) στο σύνολό της, καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14 Δεκεμβρίου 2005 αίτηση της Κ. Σ. του Γ. για αναίρεση του 2524/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και,

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία προσδιορίζει σε διακόσια δέκα (210) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε, στην Αθήνα, στις 7 Μαρτίου 2006. Και,

Εκδόθηκε, στην Αθήνα, στις 9 Μαρτίου 2006.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ