Legislator Case Law & Legislation
545/2025 AI generated

545/2025 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 545/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 18 Σεπτεμβρίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-11-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 497/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 71/2022 του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30-11-2022 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

545/2025 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δέχθηκε πράγματα αληθινά χωρίς απόδειξη και συγκεκριμένα δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος απέκτησε την κυριότητα του ενδίκου ακινήτου το έτος 1993, παρότι δεν προσκόμισε προς τούτο κανένα αποδεικτικό στοιχείο.

Keywords

AI generated
dismissal of fraud charges fraudulent obtaining of a benefit waiver of income previous legal status changed financial circumstances invalidity proceedings and surrender
AI generated
1271/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαΐου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-12-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4583/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 4822/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-4-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Λεωνίδας Ζερβομπεάκος ανέγνωσε την από 15-4-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
1565/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
220/2018
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 6 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1336/2025
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 30 Απριλίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π.
1431/2017
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 545 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 545/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη- Εισηγήτρια, Ευαγγελία Στεργίου, Κωνσταντία Εμμανουηλίδου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 18 Σεπτεμβρίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Ν. του Χ. και της Α. κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μαρία Πετούση, και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Χ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παύλο Ανδροβιτσανέα, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-11-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 497/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 71/2022 του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30-11-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 30.11.2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 71/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, το οποίο απέρριψε την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και επικύρωσε την υπ' αριθ. 497/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή του αναιρεσείοντος κατά του αναιρεσιβλήτου.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 308/2020).

Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα", κατά την προαναφερθείσα έννοια, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, της ανταγωγής ή της ένστασης, τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, περιστατικά επουσιώδη που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό, οι αποδείξεις ή τα περιστατικά που προκύπτουν από τις αποδείξεις, τα επικληθέντα αποδεικτικά μέσα και το περιεχόμενό τους και τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 268/2020, ΑΠ 517/2019, ΑΠ 1557/2018, ΑΠ 261/2016), αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΑΠ 308/2020, ΑΠ 76/2016) και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΑΠ 21/2024, ΑΠ 194/2023, ΑΠ 179/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν από αυτόν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη του προταθέντες με τους λόγους της έφεσής του ουσιώδεις ισχυρισμούς του που αφορούν και θεμελιώνουν α) το δικαίωμα της κυριότητάς του επί του ενδίκου ακινήτου, β) την παράνομη προσβολή του δικαιώματος της κυριότητας, νομής και κατοχής του επί του επιδίκου από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο με αποβολή και την επελθούσα συνεπεία αυτής θετική και αποθετική του ζημία.

Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψη του και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμους τους άνω προταθέντες αγωγικούς ισχυρισμούς, κρίνοντας ότι δεν αποδείχθηκε η κυριότητα του αναιρεσείοντος στο ακίνητο, αφού δεν αποδείχθηκαν πράξεις νομής του επ'αυτού για μία τουλάχιστον εικοσαετία, αρχομένη από το έτος 1981 κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς του, καθώς επίσης δεν αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος ήταν κακόπιστος νομέας, αφού νεμόταν και κατείχε το ακίνητο από το έτος 1993 μετά από άτυπη δωρεά του πεθερού του Χ.

Ν.. Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. Ως προς τις λοιπές στον ίδιο λόγο αιτιάσεις, ο λόγος είναι απαράδεκτος, διότι τα επικαλούμενα από τον αναιρεσείοντα δεν αποτελούν "πράγματα", υπό την προεκτεθείσα έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά επιχειρήματα και συμπεράσματα του αναιρεσείοντος από την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση δε της ως άνω πλημμέλειας, ο αναιρεσείων πλήττει ουσιαστικά την προσβαλλόμενη κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Νοούνται δε, ως "πράγματα", οι νόμιμοι, λυσιτελείς, αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, εάν τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση (άρθρα 338, 262 ΚΠολΔ), ήτοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους στο δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ), συγκροτούν την ιστορική βάση (και, συνεπώς, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και, κατά νόμο, διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 19/2022, ΑΠ 255/2010).

Δεν αποτελεί "πράγμα" η άρνηση (απλή ή αιτιολογημένη) της αγωγής, της ανταγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (AΠ 19/2022, AΠ 261/2016, AΠ 1074/2011). Για το ορισμένο (παραδεκτό) του λόγου από το άρθρο 559 αριθμός 10 ΚΠολΔ (άρθρα 118 αριθμός 4, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να προσδιορίζονται, ποια είναι τα πράγματα που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή για ποια πράγματα το δικαστήριο της ουσίας δεν διέταξε απόδειξη, καθώς και ποια πράγματα ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 23/2023, ΑΠ 143/2023, ΑΠ 19/2022).

Ο ανωτέρω λόγος θεμελιώνεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται "πράγματα", χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξή του γι` αυτά. Δεν απαιτείται όμως η επί μέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη και μάλιστα σε σχέση με συγκεκριμένο ισχυρισμό, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 18/2021, ΑΠ 255/2020, ΑΠ 576/2018).

Ο λόγος είναι αβάσιμος, αν από την απόφαση του δικαστηρίου προκύπτει ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα τούτο στηρίχτηκε στις αποδείξεις που προσήχθησαν, χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογεί ή να αντικρούει, ειδικά, κάθε αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 13/2023, ΑΠ 1343/2022, ΑΠ 454/2022, ΑΠ 1525/2021). Τέλος, λόγος αναίρεσης ο οποίος στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, πράγμα που συμβαίνει όταν υποστηρίζεται με αυτόν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά γεγονότα, ενώ από την τελευταία προκύπτει το αντίθετο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος (ΑΠ 342/2023, ΑΠ 1238/2022, ΑΠ 839/2019, ΑΠ 1611/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δέχθηκε πράγματα αληθινά χωρίς απόδειξη και συγκεκριμένα δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος απέκτησε την κυριότητα του ενδίκου ακινήτου το έτος 1993, παρότι δεν προσκόμισε προς τούτο κανένα αποδεικτικό στοιχείο.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα : "Στην κτηματική περιφέρεια ... Δ. Α. στη θέση "..." ή "..." ή "..." Ή "...", βρίσκεται αγροτικό ακίνητο, ελαιόφυτο, εκτάσεως κατά νεώτερη και ακριβή καταμέτρηση, 4.288,29 τ.μ., το οποίο συνορεύει βόρεια με νέο οδικό κόμβο ..., νότια με ιδιοκτησία Δ.

Α. και κληρονόμους Ι. Λ., ανατολικά με ιδιοκτησία Μ. συζ. Ε. Χ., το γένος Χ. Ν. Η. Μ. και Αγροτικού συνεταιρισμού ... και δυτικά με νέα επαρχιακή οδό ... -... - Πύργου, όπως εμφαίνεται και αποτυπώνεται στο επισυναπτόμενο στην αγωγή τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Π. Μ. με χρονολογία Ιανουάριος 2010 και στοιχεία Β23-Β2-Β3-Β4-Β5-Β6-Β7-Β8-Β9-Β10-Β11-Β12-Β13-Β14-Β15-Β16-Β17-Β18-Β19-Β20-Β21-Β22-Β23.

Το επίδικο ακίνητο προήλθε, κατά έκταση και όρια, έπειτα από αναγκαστική απαλλοτρίωση τμήματος του αρχικού ακινήτου εκτάσεως (κατά τον τίτλο κτήσης) 5.600τ.μ, και κατά νεότερη και ακριβή καταμέτρηση 6.703 τ.μ., το οποίο συνόρευε βόρεια με πρώην ιδιοκτησία Γ. Τ. (και ήδη με νέο οδικό κόμβο ...), νότια με ιδιοκτησία Α.

Κ., ανατολικά με ιδιοκτησία Ι. Κ. και δυτικά με ιδιοκτησία Ζ. Κ.. Ειδικότερα, με τη με αριθμό 2452/Φ2001/16.11.2001απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Κρήτης (ΦΕΚ 1022/4.12.2001) κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση για τη διάνοιξη της επαρχιακής οδού ..., στο τμήμα ..., εκτάσεως συνολικού εμβαδού 496.475,92τ.μ., όπως αυτή αποτυπώθηκε στους δύο κτηματολογικούς πίνακες και τα σχετικά κτηματολογικά διαγράμματα της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ηρακλείου, όπως αυτά εγκρίθηκαν με την υπ'αριθ.Δ 12/36617/18.12.2000 απόφαση του Υπουργείου ΠΕΧΟΔΕ.

Μεταξύ των ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν ήταν και τμήμα από τη δυτική πλευρά του αρχικού ακινήτου με ΚΠ 11108 εμβαδού απαλλοτριωθέντος τμήματος 2.414,71τ.μ., το οποίο συνορεύει νότια σε πλευρά μήκους 2,64μ. (Β 19-Β18) με ιδιοκτησία Δ. Α., δυτικά σε πλευρά μήκους 147,05+20,88μ. (B1-B29-B19) με το νέο οδικό άξονα προς Πύργο, ανατολικά σε πλευρά 7,08+13,61+21,29+80,65+46,56μ (Β23-Β24-Β25-Β22-Β18) με υπόλοιπο μη απαλλοτριωθέν (επίδικο) ακίνητο και βόρεια σε πλευρά 23,31 μ. (Β1-Β23) με κόμβο του νέου οδικού άξονα προς ..., όπως αυτό αποτυπώνεται με τα στοιχεία Β1-Β29-Β19-Β18-Β22-Β20-Β25-Β24-Β23-Β1 στο προαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα.

Έτσι μετά τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης και την αποκοπή του απαλλοτριωθέντος τμήματος, η οποία ολοκληρώθηκε το έτος 2004, η έκταση του επιδίκου ακινήτου ανήλθε στα 4.288,29τ.μ. Το ακίνητο πριν την απαλλοτρίωση απέκτησε ο Χ. Ν. του Α., πατέρας του ενάγοντα και πεθερός του εναγομένου, δυνάμει του με αριθ.... προσυμφώνου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Πύργου Ε.

Ε., από την πωλήτρια Ε. συζ. Ε.. Κ., το γένος Κ./νου Μ.. Ο Χ. Ν. από το έτος 1981 που απέκτησε τη νομή και κατοχή ασκούσε επ' αυτού όλες τις πράξεις νομής και κατοχής που προσιδιάζουν στη του, με καλή πίστη και διάνοια κυρίου και συγκεκριμένα καλλιεργούσε τα ελαιόδενδρα που υπήρχαν σ' αυτό με τη βοήθεια του υιού του Σ.

Ν. και ασκούσε την απαραίτητη εποπτεία επ' αυτού, διαφυλάσσοντας τα σύνορά του, έως το έτος 1990. Κατά το έτος αυτό επειδή υπήρχαν έντονες διαμαρτυρίες από τον εναγόμενο προς τους γονείς του, ο πατέρας του Χ. Ν., του παραχώρησε τμήμα του ακίνητου προκειμένου να κατασκευάσει χώρο για την εκτροφή ορνίθων (κοτέτσι).

Στη συνέχεια το έτος 1993, ο Χ. Ν. αποφάσισε να μεταβιβάσει άτυπα τη νομή του ακινήτου στον εναγόμενο, σύζυγο της κόρης του, προκειμένου να λειτουργήσει στο ακίνητο πρατήριο υγρών καυσίμων. Επειδή όμως δημιουργήθηκαν εντάσεις μεταξύ των διαδίκων, ο εναγόμενος πρότεινε στον ενάγοντα να του παραχωρήσει ένα ακίνητο ιδιοκτησίας του στη θέση "..." και σε σχετικά κοντινή απόφαστη, εκτάσεως 4 στρεμμάτων περίπου με αντάλλαγμα ο ενάγων να αποχωρήσει από το επίδικο.

Ο ενάγων δέχτηκε την πρόταση αυτή στη συνέχεια άρχισε να καλλιεργεί, το ακίνητο που αντάλλαξε και να συλλέγει τον ελαιόκαρπο, μέχρι το έτος 2008, χωρίς να ενοχλήσει ξανά τους γονείς του και τον εναγόμενο. Τα παραπάνω επιβεβαιώνονται από τις καταθέσεις της Α. χήρας Χ. Ν. και Σ. Ν., μητέρας και αδελφού του ενάγοντα, οι οποίες περιλαμβάνονται στην με αριθμ....2016 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του συμβολαιογράφου Ηρακλείου Ι.

Μ., οι οποίες λήφθηκαν στα πλαίσια εκδίκασης όμοιας αγωγής από την οποία ο ενάγων παραιτήθηκε τύποις του δικογράφου με την άσκηση της κρινόμενης. Οι καταθέσεις αυτές κρίνονται πειστικές καθώς μετά τη σύνταξή τους, ο ενάγων κατέθεσε μήνυση κατά του αδελφού του, Σ. Ν.ς, για ψευδορκία και συκοφαντική δυσφήμηση, ο οποίος με την με αριθ.744/2020 απόφαση του Β' Τριμελούς Πλημ/κείου Ηρακλείου αθωώθηκε (Σ.

Ν.) για τα όσα ανέφερε στην προναφερόμενη ένορκη βεβαίωση (...2016) στην ο τελευταίος καθώς και η Α. Ν. μεταξύ άλλων κατέθεσαν και όσα προαναφέρθηκαν, επιβεβαιώνοντας έτσι την αλήθεια των ισχυρισμών του εναγομένου περί ανταλλαγής του επιδίκου ακινήτου με ακίνητο του ενάγοντα, αλλά και την καλλιέργεια και εκμετάλλευση του ακινήτου από τον εναγόμενο από το έτος 1993.

Αντίθετα δεν κρίνονται πειστικές οι ένορκες βεβαιώσεις του Γ. Ν. και Ά. Ν. αδελφού και συζύγου του ενάγοντα καθώς έρχονται σε πλήρη αντίφαση με τις προαναφερόμενες. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι από το έτος 1993 που ο εναγόμενος απέκτησε τη νομή του επιδίκου, το νεμόταν και το κατείχε ασκώντας επ' αυτού εμφανείς πράξεις νομής και συγκεκριμένα στο κομμάτι που απέμεινε μετά την αποκοπή του απαλλοτριωθέντος, έκτασης 4.000 τ.μ.

περίπου, καλλιεργούσε για λίγο χρονικό διάστημα τις ελιές που υπήρχαν σ' αυτό (περίπου 60) μαζί με το γιό του Χ. Χ., και στη συνέχεια αποχωμάτισε σταδιακά το ακίνητο, αφαιρώντας τεράστιους όγκους χωμάτων (βλ. σχετ. προσαγόμενες φωτογραφίες), προκειμένου να λειτουργήσει σ' αυτό πρατήριο υγρών καυσίμων. Για το λόγο αυτό δε ο γιός του Χ.

Χ. έλαβε δάνειο από την ... Τράπεζα ύψους 100.000€. Οι αποχωματώσεις διήρκησαν επί μεγάλο χρονικό διάστημα, από το έτος 2000 μέχρι το έτος 2008 και έγιναν αντιληπτές από τον ενάγοντα, ο οποίος διερχόταν από το ακίνητο τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα, χωρίς ποτέ να διαμαρτυρηθεί για τις πράξεις αυτές στον εναγόμενο.

Επιπλέον αποδείχθηκε ότι πέρα από τις εμφανείς υλικές πράξεις που ο εναγόμενος ασκούσε στο ακίνητο, δήλωσε το ακίνητο στη δήλωση στοιχείων ακινήτων (Ε9) του έτους 1997 και στη συνέχεια του 2005, καθώς και στην περιουσιακή κατάσταση (με αριθμό ταυτότητας ακινήτου ...) και στη δήλωση ενιαίου φόρου ιδιοκτησίας ακινήτων (ΕΝΦΙΑ με αυξ.αριθ.4).

Περαιτέρω αναφορικά με τις πράξεις νομής που κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντα ασκούσε ο ίδιος αποδείχθηκαν τα εξής : Ο ενάγων άσκησε για πρώτη φορά εμφανείς πράξεις νομής στο ακίνητο κατά τα έτη 1990 έως 1993, ενώ στη συνέχεια απομακρύνθηκε από αυτό. Η δήλωση του ελαιοδένδρων του ακινήτου στο ελαιοκομικό μητρώο το 2002 έγινε από αυτόν για να λάβει επιδότηση χωρίς στην πραγματικότητα να καλλιεργεί τα υπάρχοντα ελαιόδενδρα και χωρίς να γνωρίζει την πραγματική κατάσταση αυτού (ακινήτου).

Ειδικότερα ενώ ο ίδιος ισχυρίζεται ότι αρχικά υπήρχαν στο ακίνητο 100 ελαιόδενδρα, από τα οποία απέμειναν 54 ελαιόδενδρα μετά την απαλλοτρίωση του 2004 στη συνέχεια στη δήλωση του έτους 2011 στον ΟΠΕΚΕ δεν δηλώνει κανένα ελαιόδενδρο για το επίδικο ακίνητο, το 2013 δηλώνει 15 ελαιόδενδρα και τέλος το έτος 2014 δηλώνει 100 ελαιόδενδρα.

Οι παραπάνω ισχυρισμοί του πέραν του γεγονότος ότι βρίσκονται σε πλήρη αντίφασή μεταξύ τους, γεγονός που υποδηλώνει ότι ο ίδιος δε γνώριζε την κατάσταση του ακινήτου, ούτε ασκούσε πράξεις νομής επ' αυτού, καταρρίπτονται και από τις προσκομιζόμενες από τον εναγόμενο αεροφωτογραφίες (GOOGLE EARTH) των ετών 2002, 2003, 2011,2014 και 2016 από τις οποίες προκύπτει εμφανώς ότι τα 60 ελαιόδενδρα περίπου που υπήρχαν το 1981 στο ακίνητο, έχουν εκριζωθεί σταδιακά στο πέρασμα των παραπάνω ετών απομένοντας 54, 31 και τελικά 10, επιβεβαιώνοντας τους ισχυρισμούς του εναγομένου, ότι ο ίδιος προχώρησε σε εκχωμάτωση και διαμόρφωση του εδάφους με την εκρίζωση των ελαιοδένδρων.

Για το λόγο άλλωστε αυτό ο τελευταίος δεν προέβη σε δήλωση αυτών στο ελαιοκομικό μητρώο, καθώς δεν ενδιαφερόταν για την καλλιέργεια των ελαιοδένδρων, αλλά για διαφορετική εκμετάλλευση του ακινήτου. Στη συνέχεια ο ενάγων αν και ισχυρίζεται στην αγωγή του ότι η νομή του διαταράχθηκε από τον εναγόμενο το έτος 2004 για πρώτη φορά, άσκησε το έτος 2008 κατά του πατέρα του Χ.

Ν., αγωγή αναγνωριστική κυριότητας, κατά την εκδίκαση της οποίας ο εναγόμενος πατέρας του, δεν παραστάθηκε και έτσι εκδόθηκε ερήμην του η με αριθμ.413/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, που τον αναγνώρισε κύριο. Η παραπάνω απόφαση, στην οποία ο εναγόμενος (στην αγωγή εκείνη) πατέρας του δεν παραστάθηκε, γιατί προφανώς δεν είχε κάποιο έννομο συμφέρον, εφόσον ήδη το είχε παραχωρήσει στον εναγόμενο, δεν αναπτύσσει δεδικασμένο ως προς το θέμα της κυριότητας των διαδίκων και δε δεσμεύει το παρόν δικαστήριο, αφού αφορά διαφορετικούς διαδίκους.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων αναγνωρίστηκε δικαιούχος αποζημίωσης με την αριθμ. 151/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, εξαιτίας της απαλλοτρίωσης που έλαβε χώρα στο επίδικο, όπως αυτή είχε καθοριστεί οριστικά στην υπ' αριθμ. 466/2005 απόφαση του Εφετείου Κρήτης. Από την επισκόπηση των παραπάνω αποφάσεων προκύπτουν τα εξής:

Ο εναγόμενος ο οποίος εμφανιζόταν ως κύριος του ακινήτου στον κτηματολογικό πίνακα που είχε καταρτιστεί, κατά την εκδίκαση της προσωρινής τιμής μονάδος ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμ.618/2003 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, άσκησε κύρια παρέμβαση στο με ΚΠ ...

που αντιστοιχεί στο επίδικο ακίνητο και στη συνέχεια παραστάθηκε και ενώπιον του Εφετείου Κρήτης που καθόρισε την οριστική τιμή μονάδας του απαλλοτριωθέντος. Στη συνέχεια όμως ο ενάγων εμφανίστηκε κατά την εκδίκαση της αίτησης αναγνώρισης δικαιούχων της αποζημίωσης και προσεκόμισε την από 16.1.2009 υπεύθυνη δήλωση, στην οποία φέρεται ότι ο εναγόμενος Ε.

Χ. του Χ. να δηλώνει ότι το ακίνητο με ΚΠ ... (επίδικο), δεν ήταν ιδιοκτησίας του, όπως εκ παραδρομής αναφερόταν στον κτηματολογικό πίνακα, καθόσον ανήκε στον Α. Ν. (ενάγοντα) και ότι ο ίδιος καμία αξίωση δεν είχε σε σχέση με το ακίνητο αυτό. Έτσι το δικαστήριο με βάση τη δήλωση αυτή αναγνώρισε δικαιούχο της αποζημίωσης τον ενάγοντα ο οποίος εισέπραξε το ποσό των 14.393,50€.

Ωστόσο, ο εναγόμενος και φερόμενος ως δικαιούχος στον κτηματολογικό πίνακα, όταν το πληροφορήθηκε, ισχυριζόμενος ότι ουδέποτε παραχώρησε την ως άνω υπεύθυνη δήλωση στον ενάγοντα, υπέβαλε την από 5/8/2009 και με ΑΒΜ ... έγκληση αποδίδοντας στον ενάγοντα ότι τέλεσε το αδίκημα της πλαστογραφίας και απάτης ενώπιον του δικαστηρίου.

Επί της μηνύσεως αυτής εκδόθηκε αρχικά η με αριθ.2151/2013 απόφαση του Α' Τριμελούς Πλημ/κείου Ηρακλείου, η οποία καταδίκασε τον ενάγοντα για τις παραπάνω πράξεις. Μετά από έφεση του, εκδόθηκε η με αριθμ.227/2016 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Ανατολικής Κρήτης , με την οποία ο ενάγων κρίθηκε αθώος για τις πράξεις αυτές, με το σκεπτικό ότι η υπεύθυνη δήλωση είχε πράγματι πλαστογραφηθεί και η υπογραφή δεν ήταν του εναγομένου, αλλά το γεγονός αυτό δεν ασκούσε έννομες συνέπειες, καθώς θεώρησε τον ενάγοντα κύριο του επιδίκου ακινήτου.

Από την απόφαση αυτή προκύπτει ότι το έγγραφο της υπεύθυνης δήλωσης δεν ήταν γνήσιο, καθώς δεν προερχόταν από τον εναγόμενο, και συνεπώς αυτός δεν είχε ουδέποτε αποποιηθεί το δικαίωμα κυριότητάς του επί του ακινήτου. Η κρίση για την ύπαρξη κυριότητας στο πρόσωπο του ενάγοντα στο ακίνητο, δεν δεσμεύει σε καμία περίπτωση το παρόν Δικαστήριο.

Τέλος ο ενάγων άσκησε για πρώτη φορά διεκδικητική αγωγή κατά του εναγόμενου με την από 31.3.2011 και με ΓΑ ... αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκε τύποις του δικογράφου με την άσκηση της κρινόμενης αγωγής. Κατ' ακολουθία των παραπάνω, δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε η κυριότητα του ενάγοντα στο ακίνητο, αφού δεν αποδείχθηκαν πράξεις νομής του επί του ακινήτου για μία τουλάχιστον εικοσαετία αρχόμενη από το έτος 1981 κατά τους ισχυρισμούς του, πρέπει η αγωγή ν' απορριφθεί κατά την κύρια βάση της ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Περαιτέρω κατόπιν της απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής, πρέπει να εξεταστεί η επικουρική βάση για την απόδοση των ωφελημάτων των άρθρων 1096,1098 ΑΚ, η οποία κατόπιν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, καθώς δεν αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος ήταν κακόπιστος νομέας του ακινήτου, αφού το νεμόταν και το κατείχε με βάση άτυπη δωρεά του Χ.

Ν.". Κατόπιν τούτων, το Εφετείο έκρινε ως ουσιαστικά αβάσιμο τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί ιδίας κυριότητας επί του ακινήτου, κρίνοντας ότι δεν αποδείχθηκαν πράξεις νομής του επ' αυτού για μία τουλάχιστον εικοσαετία, αρχομένη κατά τους ισχυρισμούς του από το έτος 1981, ενώ ο αναιρεσίβλητος δεν ήταν κακόπιστος νομέας, αφού νεμόταν και κατείχε το ακίνητο από το έτος 1993, με άτυπη δωρεά του πεθερού του Χ.

Ν.. Επομένως, ο προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων διατείνεται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος απέκτησε την κυριότητα του ακινήτου από το έτος 1993, παρότι δεν προσκόμισε κανένα προς τούτο αποδεικτικό στοιχείο, θεμελιώνεται επί αναληθούς προϋποθέσεως, διότι το Εφετείο δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος απέκτησε την νομή (και όχι την κυριότητα) του ακινήτου από το έτος 1993, και ως εκ τούτου ο λόγος είναι αβάσιμος.

Αν ήθελε εκτιμηθεί ότι ο λόγος αυτός προσβάλλει τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεχόμενη ότι ο αναιρεσίβλητος απέκτησε τη νομή και κατοχή του ακινήτου από το έτος 1993, με άτυπη δωρεά του πεθερού του Χ. Ν., παρότι αυτός δεν προσκόμισε κανένα προς τούτο αποδεικτικό στοιχείο, είναι και πάλι αβάσιμος, αφού το Εφετείο για τον σχηματισμό του ανωτέρω πορίσματός του έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα, που ειδικά μνημονεύονται σ' αυτήν, τα οποία προσκόμισαν οι διάδικοι και συνεκτιμήθηκαν, δηλαδή τις με αριθ. 282/2017 και 283/2017 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Γ.

Ν. και Ά. Ν. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Ηρακλείου (εκ προφανούς παραδρομής αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η δεύτερη ως με αριθμό 282/2017 αντί του ορθού 283/2017) και τα προσκομιζόμενα με επίκληση έγγραφα, μεταξύ των οποίων και οι φωτογραφίες και αεροφωτογραφίες του επιδίκου, χωρίς να δεχθεί πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη και συνεπώς δεν υπέπεσε στην από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ προβαλλόμενη πλημμέλεια.

Σύμφωνα με το άρθρο 340 αριθ.1 ΚΠολΔ, το οποίο εφαρμόζεται και στη διαδικασία ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, στις υποθέσεις οι οποίες εκδικάζονται κατά την τακτική διαδικασία, λαμβάνονται υπόψη τόσο αποδεικτικά μέσα τα οποία πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική αξία εκάστου, όσο και αποδεικτικά μέσα τα οποία δεν πληρούν τους όρους του νόμου και τα οποία, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394 ΚΠολΔ, δηλαδή μόνον εφόσον είναι επιτρεπτή η εμμάρτυρη απόδειξη, εκτιμώνται και αξιολογούνται ελεύθερα, παράλληλα με τα πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα.

Έτσι, στην τακτική διαδικασία λαμβάνονται υπόψη, αδιακρίτως πλέον, και έγγραφα αχρονολόγητα, ανεπικύρωτα, άκυρα και μη συντεταγμένα κατ` αποδεικτικό τύπο, καθώς και ιδιωτικά ανυπόγραφα ή υπέρ του εκδότη τους, γενικά δε κάθε είδους έγγραφα. Δεν λαμβάνονται υπόψη τα πλαστά ή μη γνήσια έγγραφα, διότι δεν συγχωρείται η χρησιμοποίηση ψευδών αποδεικτικών στοιχείων και ένορκες βεβαιώσεις, για τις οποίες δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη από τον νόμο διαδικασία (ΑΠ 124/2023, ΑΠ 150/2022).

Εξάλλου, η υπεύθυνη δήλωση ή βεβαίωση τρίτου (μαρτυρία τρίτου), η οποία δεν δόθηκε κατά τον υπό του νόμου οριζόμενο τρόπο, εφόσον έγινε επίτηδες για να χρησιμεύσει ως αποδεικτικό μέσο στη μεταξύ άλλων πολιτική δίκη, αποτελεί ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη ούτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι η δήλωση έγινε ή δεν έγινε επίτηδες για να χρησιμοποιηθεί σε συγκεκριμένη πολιτική δίκη, είναι ανέλεγκτη (ΟλΑΠ 8/1987, ΑΠ 366/2023, ΑΠ 241/2019). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ` ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.

Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης, επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης.

Βέβαια καμία διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ούτε και τη διάκριση από ποια απ` αυτά προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ` είδος αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.) που λήφθηκαν υπόψη.

Ωστόσο δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται απολύτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασής του ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Μόνο αν από την γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος. Εξάλλου, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (Ολ.

ΑΠ 2/2008, ΑΠ 1184/2021, ΑΠ 1417/2019, ΑΠ 1208/2019, ΑΠ 306/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο έγγραφα και τις υπ' αριθ. 282/2017 και 283/2017 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Ηρακλείου των μαρτύρων Γ.

Ν. και Ά. Ν., καθώς και την από 20.10.2011 υπεύθυνη δήλωση της Α. Ν., με θεώρηση του γνησίου της υπογραφής της, που νόμιμα με επίκληση προσκόμισε προς απόδειξη του ισχυρισμού του περί κυριότητάς του στο επίδικο ακίνητο. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, από τη βεβαίωση του Εφετείου ότι την αποδεικτική του κρίση σχημάτισε "Από την εκτίμηση των με αριθ.282 και 282/2017 ένορκων βεβαιώσεων της Ά.

Ν. και Γ. Ν., ενώπιον του Ειρηνοδίκη Ηρακλείου, μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του εναγομένου (βλ. τη με αριθ. ...2017 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Ηρακλείου Ε. Μ.), από όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και οι φωτογραφίες και αεροφωτογραφίες του επιδίκου, τα οποία το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εκτός από την από 20.10.2011 υπεύθυνη δήλωση της Α.

χήρας Χ.. Ν.., που προσκομίζει και επικαλείται ο ενάγων, η οποία δε λαμβάνεται υπόψη, καθώς αποτελεί ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο, αφού πρόκειται κατά την κρίση του Δικαστηρίου για μαρτυρία τρίτου, που έγινε με σκοπό να χρησιμεύσει ως αποδεικτικό μέσο για την παρούσα δίκη, καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο", σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα ως άνω επικαλούμενα ως παραλειφθέντα αποδεικτικά μέσα (πλην της από 20.10.2011 υπεύθυνης δήλωσης της Α.

χήρας Χ.. Ν..), τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, χωρίς να είναι αναγκαία η ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός απ' αυτά, με την επισήμανση ότι εκ προφανούς παραδρομής αναφέρεται στην απόφαση η ένορκη βεβαίωση της Ά. Ν. ως με αριθμό 282/2017 αντί του ορθού 283/2017.

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά την επιμέρους αιτίαση, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη την από 20.10.2011 υπεύθυνη δήλωση της Α. χήρας Χ.. Ν.., επειδή θεώρησε εσφαλμένα ότι αυτή δόθηκε επ' ευκαιρία της εκκρεμούς δίκης και όχι σε ανύποπτο χρόνο, ενώ κάτι τέτοιο δεν συντρέχει, είναι απαράδεκτος, διότι, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα στη μείζονα πρόταση, η κρίση του Εφετείου περί μη λήψης υπόψη της προαναφερθείσας υπεύθυνης δήλωσης, λόγω του ότι αυτή συντάχθηκε ενόψει της εκκρεμούς δίκης, αποτελεί κρίση περί τα πράγματα και δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 11α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει και ειδικότερα ότι το Εφετείο, κατά παράβαση του άρθρου 393 παρ. 1 ΚΠολΔ, έλαβε υπόψη την υπ' αριθ. ...2016 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Συμβολαιογράφου Ηρακλείου Ι.

Μ. των μαρτύρων Α. Ν. και Σ. Ν., προς απόδειξη της αναφερόμενης μεταξύ των διαδίκων σύμβασης ανταλλαγής ακινήτων, η οποία ωστόσο δεν μπορεί να αποδειχθεί με μάρτυρες, καθώς η αξία του αντικειμένου της υπερβαίνει το ποσό των 30.000 ευρώ. Ο λόγος αυτός αναίρεσης θεμελιώνεται επί αναληθούς προϋποθέσεως, καθώς, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚπολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης, το Εφετείο δέχθηκε ότι ο πατέρας του αναιρεσείοντος και πεθερός του αναιρεσιβλήτου, Χ.

Ν., το έτος 1981 απέκτησε τη νομή και κατοχή του επιδίκου ακινήτου δυνάμει του υπ' αριθ. ... προσυμφώνου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Πύργου Ε. Ε. και έκτοτε ασκούσε επ' αυτού πράξεις νομής και κατοχής που προσιδιάζουν στη φύση του έως το έτος 1990, οπότε, επειδή υπήρχαν έντονες διαμαρτυρίες από τον αναιρεσείοντα, παραχώρησε σ' αυτόν τμήμα του ακινήτου προκειμένου να κατασκευάσει ορνιθώνα και κατά το έτος 1993, ο Χ.

Ν. μεταβίβασε άτυπα τη νομή του ακινήτου στον αναιρεσίβλητο, σύζυγο της θυγατέρας του, προκειμένου να λειτουργήσει στο ακίνητο πρατήριο υγρών καυσίμων, επειδή όμως δημιουργήθηκαν εντάσεις μεταξύ των διαδίκων, ο αναιρεσίβλητος πρότεινε στον αναιρεσείοντα και εκείνος δέχθηκε να του παραχωρήσει ένα ακίνητο ιδιοκτησίας του στη θέση "...", εκτάσεως 4 στρεμμάτων περίπου, με αντάλλαγμα ο αναιρεσείων να αποχωρήσει από το επίδικο και ως εκ τούτου, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης, δεν καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων σύμβαση ανταλλαγής ακινήτων, όπως διατείνεται ο αναιρεσείων, καθώς η νομή του επιδίκου ακινήτου παραχωρήθηκε το έτος 1993 στον αναιρεσίβλητο από τον πεθερό του με άτυπη δωρεά.

Συνακόλουθα, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος, από τον αριθ. 11α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ιδρύεται δηλ. ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο μικρότερη ή μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη απ` όση δεσμευτικά γι` αυτό ορίζει ο νόμος (ΑΠ 1023/2019, ΑΠ 175/2019), ενώ δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο της ουσίας, συνεκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα σ` ένα απ` αυτά.

Δεν ιδρύεται ο λόγος αν το δικαστήριο θεωρήσει πιο αξιόπιστο κάποιο από τα πολλά ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 510/2022, ΑΠ 200/2018, ΑΠ 775/2017). Εξάλλου, ο λόγος αυτός αναίρεσης προϋποθέτει ότι είναι παραδεκτό το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο. (ΑΠ 394/2011). Περαιτέρω, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται α) το αποδεικτικό μέσο που λήφθηκε υπόψη, β) ο ουσιώδης ισχυρισμός σε απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησίμευσε, γ) η αποδεικτική δύναμη που του αποδόθηκε και εκείνη που έχει κατά νόμο, δ) το σχετικό σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 462/2019, ΑΠ 126/2019) και στ) ότι έγινε νόμιμη επίκληση του αποδεικτικού μέσου και του ισχυρισμού προς απόδειξη του οποίου χρησίμευσε το αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 510/2022, ΑΠ 47/2022, ΑΠ 1038/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο, κατά παράβαση του άρθρου 393 παρ. 1 ΚΠολΔ, έλαβε υπόψη την υπ' αριθ. ...2016 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Συμβολαιογράφου Ηρακλείου Ι.

Μ. των μαρτύρων Α. Ν. και Σ. Ν., προς απόδειξη της αναφερόμενης μεταξύ των διαδίκων σύμβασης ανταλλαγής ακινήτων, η οποία ωστόσο δεν μπορεί να αποδειχθεί με μάρτυρες, καθώς η αξία του αντικειμένου της υπερβαίνει το ποσό των 30.000 ευρώ, υποπίπτοντας έτσι, πέραν της αναφερομένης στον τρίτο λόγο αναίρεσης πλημμέλειας του αριθ. 11α του άρθρου 559 ΚπολΔ, και σε εκείνη του αριθ. 12 του ιδίου άρθρου.

Ο λόγος αυτός, πέραν της αοριστίας του, διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ποια ήταν η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε από το δικαστήριο στην ως άνω ένορκη βεβαίωση και εκείνη που έχει κατά νόμο, είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ προϋποθέτει ότι είναι παραδεκτό το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο και το δικαστήριο προσέδωσε σ' αυτό μικρότερη ή μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη απ` όση δεσμευτικά γι` αυτό ορίζει ο νόμος, σε κάθε δε περίπτωση ο λόγος αυτός θεμελιώνεται επί αναληθούς προϋποθέσεως, καθώς, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν επί του δευτέρου σκέλους του τρίτου λόγου αναίρεσης, κατά τις ανέλεγκτες αναιρετικά παραδοχές της προσβαλλόμενης, το Εφετείο δεν δέχθηκε ότι καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων σύμβαση ανταλλαγής ακινήτων, όπως διατείνεται ο αναιρεσείων, καθώς η νομή του επιδίκου παραχωρήθηκε στον αναιρεσίβλητο το έτος 1993 από τον πεθερό του με άτυπη δωρεά.

Συνακόλουθα, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι και αβάσιμος. Από τις διατάξεις των άρθρων 1094, 1096 και 1098 ΑΚ, συνάγεται ότι ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή τον κάτοχο, πέρα από την αναγνώριση της κυριότητάς του, την απόδοση του πράγματος και την απόδοση των ωφελημάτων που έχουν εξαχθεί από το πράγμα μετά την επίδοση της διεκδικητικής αγωγής, αλλά και των ωφελημάτων που δεν εισέπραξε από δική του υπαιτιότητα μετά την επίδοση της αγωγής, ενώ μπορούσε να τα εισπράξει σύμφωνα με τους κανόνες της τακτικής διαχείρισης, και, περαιτέρω, αν ο νομέας ήταν κακόπιστος κατά το χρόνο που κατέλαβε το πράγμα, ή αν έμαθε αργότερα ότι δεν έχει δικαίωμα νομής, υπέχει από τότε, ως προς το πράγμα και τα ωφελήματα, την ίδια ευθύνη που έχει και για το χρόνο μετά την επίδοση της αγωγής, χωρίς να αποκλείεται, περαιτέρω, ευθύνη του από υπερημερία, ήτοι ο κακόπιστος νομέας υποχρεούται έκτοτε να αποδώσει τα ωφελήματα, τα οποία έχουν εξαχθεί, και να αποκαταστήσει την αξία όσων εξ αυτών δεν εξήγαγε, ενώ μπορούσε κατά τους κανόνες της τακτικής διαχείρισης να εξαγάγει (ΑΠ 281/2021, ΑΠ 1290/2019).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1099 ΑΚ, αν ο νομέας απέκτησε τη νομή του πράγματος με παράνομη πράξη, ευθύνεται σε αποζημίωση του κυρίου κατά τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες (άρθρ. 914 ΑΚ). Για τη θεμελίωση της αγωγικής ευθύνης, που ερείδεται στην τελευταία διάταξη, απαιτείται η συνδρομή και της υπαιτιότητας στο πρόσωπο του εναγομένου νομέα.

Κτήση της νομής με παράνομη πράξη αποτελεί κάθε ενέργεια εναντίον της θέλησης του κυρίου (άρθρ. 984 παρ.1 ΑΚ), με την οποία συντελείται η αφαίρεση της νομής του, ανεξάρτητα εάν ο αφαιρέσας τελεί ή όχι σε καλή πίστη και αν η ενέργεια, με την οποία συντελέστηκε η παράνομη κτήση, αποτελεί ή όχι αξιόποινη πράξη.

Η άνω παράνομη πράξη μπορεί να αντιβαίνει και σε απαγορευτική διάταξη νόμου, όπως επί προσβολής του απόλυτου δικαιώματος της κυριότητας (άρθρο 1000 του ΑΚ). Δικαιούχος της αξίωσης είναι ο κύριος του πράγματος, κατά το χρόνο της παράνομης αφαίρεσης της νομής (ΑΠ 417/2024, ΑΠ 1226/2021, ΑΠ 1290/2019, ΑΠ 822/2014). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), (Ολ.ΑΠ 6/2006).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 736/2019). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 12/2020). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 162/2020, ΑΠ 169/2019, ΑΠ 1339/2017).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 23/2023, ΑΠ 68/2020, ΑΠ 262/2020, ΑΠ 551/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 914, 987, 1094, 1096, 1098 και 1099 ΑΚ, δεχόμενο εσφαλμένα, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ότι ο ίδιος δεν απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και ότι ο αναιρεσίβλητος δεν ήταν κακόπιστος νομέας και δεν τον απέβαλε παράνομα από τη νομή του ακινήτου.

Με βάση τις προεκτεθείσες, στον δεύτερο λόγο αναίρεσης, παραδοχές της προσβαλλόμενης, το Εφετείο δέχθηκε ότι ο πατέρας του αναιρεσείοντος και πεθερός του αναιρεσιβλήτου, Χ. Ν., το έτος 1981 απέκτησε τη νομή και κατοχή του επιδίκου ακινήτου δυνάμει του υπ' αριθ. ... προσυμφώνου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Πύργου Ε.

Ε. και έκτοτε ασκούσε επ' αυτού πράξεις νομής και κατοχής που προσιδιάζουν στη φύση του έως το έτος 1990, οπότε, επειδή υπήρχαν έντονες διαμαρτυρίες από τον αναιρεσείοντα, παραχώρησε σ' αυτόν τμήμα του ακινήτου προκειμένου να κατασκευάσει ορνιθώνα και κατά το έτος 1993 ο Χ. Ν. μεταβίβασε άτυπα τη νομή του ακινήτου στον αναιρεσίβλητο, σύζυγο της θυγατέρας του, προκειμένου να λειτουργήσει στο ακίνητο πρατήριο υγρών καυσίμων, επειδή όμως δημιουργήθηκαν εντάσεις μεταξύ των διαδίκων, ο αναιρεσίβλητος πρότεινε στον αναιρεσείοντα και εκείνος δέχθηκε να του παραχωρήσει ένα ακίνητο ιδιοκτησίας του στη θέση "...", εκτάσεως 4 στρεμμάτων περίπου, με αντάλλαγμα ο αναιρεσείων να αποχωρήσει από το επίδικο.

Ότι από το έτος 1993, που ο αναιρεσίβλητος απέκτησε τη νομή του επιδίκου, το νεμόταν και το κατείχε ασκώντας επ' αυτού τις αναλυτικά αναφερόμενες πράξεις νομής, ενώ ο αναιρεσείων άσκησε για πρώτη φορά εμφανείς πράξεις νομής κατά τα έτη 1990 έως 1993 και στη συνέχεια απομακρύνθηκε από αυτό. Με βάση τις σκέψεις αυτές το Εφετείο έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε η κυριότητα του αναιρεσείοντος επί του ακινήτου, αφού δεν αποδείχθηκαν πράξεις νομής του επί του ακινήτου για μία τουλάχιστον εικοσαετία, αρχομένη, κατά τους ισχυρισμούς του, από το έτος 1981, ενώ περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος ήταν κακής πίστης νομέας του ακινήτου, αφού το νεμόταν και το κατείχε με βάση άτυπη δωρεά του πεθερού του Χ.

Ν. και, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει κατ' ουσίαν την αγωγή, αντικαθιστώντας την εσφαλμένη αιτιολογία του, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατ' ουσίαν. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 914, 987, 1094, 1096, 1098 και 1099 ΑΚ και δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού από το ως άνω αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της μη συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 297, 298, 914, 987, 1094, 1096, 1098 και 1099 ΑΚ, ενώ έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή μη υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις προαναφερθείσες διατάξεις.

Επομένως, ο πέμπτος αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Με τον έκτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 249, 251, 1094, 1095 και 1049 εδ.

α του ΑΚ και έκρινε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή του, δεχόμενο εσφαλμένα ότι ο αναιρεσίβλητος απέκτησε κυριότητα επί του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, αφού από το έτος 1993 μέχρι και την 6.4.2011, οπότε επιδόθηκε σ' αυτόν η αρχική αγωγή του (από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκε με την ένδικη), η οποία διέκοψε τον χρόνο της έκτακτης χρησικτησίας στο πρόσωπό του, δεν παρήλθε χρονικό διάστημα είκοσι τουλάχιστον ετών.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης θεμελιώνεται επί αναληθούς προϋποθέσεως, καθώς, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης, το Εφετείο δεν έκρινε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή διότι αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος κατέστη κύριος του ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, αλλά διότι δεν αποδείχθηκε, ως προς μεν την κύρια βάση της, η κτήση κυριότητας του αναιρεσείοντος επί του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ως προς δε την επικουρική της βάση, ότι ο αναιρεσίβλητος ήταν κακής πίστης νομέας, αφού νεμόταν και κατείχε το ακίνητο από το έτος 1993, με άτυπη δωρεά του πεθερού του Χ.

Ν.. Συνακόλουθα, ο έκτος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. Μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρ. 106, 176, 183, 189 αρ. 1 και 191 αρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 30.11.2022 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 71/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Μαρτίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Μαρτίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ