545/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated545/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το Δικαστήριο διασκέφθηκε με τη συμμετοχή και του Γραμματέα και επιφυλάχθηκε να αποφασίσει.
Full text
Απόφαση 545 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 545/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Φ. του Δ., κατοίκου ... Αττικής, ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ" και δ.τ. "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, για την ίδια και ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ" και ήδη "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, για την ίδια και ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ", 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...
ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου της κυπριακής Δημόσιας Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "...", που έδρευε στη Λευκωσία Κύπρου και είχε εγκαταστήσει υποκατάστημα στην Ελλάδα με την εμπορική επωνυμία/ διακριτικό τίτλο "..." και "...", που τροποποιήθηκε σε "..." και ήδη "...", με διεύθυνση φορολογικής εγκατάστασης στη Θεσσαλονίκη (Μητροπόλεως 20 και Κομνηνών) και διεύθυνση αλληλογραφίας στο Μαρούσι Αττικής (Λ.
Κηφισίας 24), ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 5) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 6) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ" (ΙΚΑ - ΕΤΑΜ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 7) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΟΜΕΑΣ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" (Τ.Ε.Α.Π.Ο.Κ.Α.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος στην ως άνω από 29-11-2021 δήλωση, καθώς και με τις από 3-12-2021 κατατεθείσες προτάσεις του, δήλωσε την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας, ενώ οι 1η, 3η, 4η, 5ο, 6ο και 7ο δεν παραστάθηκαν.
Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης αυτής από το πινάκιο, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αλεξάνδρα Αποστολάκη, παραστάθηκε μόνο η 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Γραμματέας στο σημείο αυτό, ζήτησε και έλαβε από την Πρόεδρο το λόγο και δήλωσε, ότι ο αναιρεσείων κατέθεσε στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου την από 8-10-2020 δήλωση παραίτησής του από το δικόγραφο της από 29-11-2018 αίτησής του κατά των ως άνω αναιρεσιβλήτων, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 9626/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, πλην όμως δεν έχουν προσκομιστεί οι εκθέσεις επίδοσης της παραιτήσεως στα αντίδικα μέρη.
Το Δικαστήριο διασκέφθηκε με τη συμμετοχή και του Γραμματέα και επιφυλάχθηκε να αποφασίσει.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294 και 297 του ΚΠολΔ, όπως αυτά αντικαταστάθηκαν με την παράγραφο 2 του άρθρου δεύτερου του άρθρου 1 του Ν 4335/2015, που εφαρμόζονται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει, ότι η παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής γίνεται ή με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο, που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου ή με δήλωση στις προτάσεις.
Με τις διατάξεις αυτές ορίζονται αποκλειστικώς οι τρόποι, με τους οποίους μπορεί να χωρήσει η παραίτηση από του εισαγωγικού της δίκης δικογράφου και συνεπώς, παραίτηση που έγινε με κατάθεση απλώς του σχετικού δικογράφου στο δικαστήριο, χωρίς επίδοση τούτου στον αντίδικο του παραιτουμένου, είναι ανίσχυρη, μη συνεπαγόμενη έννομα αποτελέσματα (ΟλΑΠ 1187/1981, ΑΠ 471/2018, ΑΠ 1547/2017, ΑΠ 295/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την από 9-10-2020 έκθεση του Γραμματέα του Αρείου Πάγου Χ. Π., κατατέθηκε σ' αυτόν η από 8-10-2020 δήλωση παραίτησης από το δικόγραφο της από 29-11-2018 αίτησης για αναίρεση της 9626/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η δήλωση αυτή υπογράφεται από την πληρεξούσια Δικηγόρο του αναιρεσείοντος Χρυσάνθη Κορελα (υπ' αριθμ. 22330/13-12-2018 πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου Αθηνών Αικατερίνης Δραγκιώτου) και τον αναιρεσείοντα και κατατέθηκε κατά τα ανωτέρω από τον αναιρεσείοντα και τον Δικηγόρο Γεώργιο Κουγιουμτζή, με συνημμένη την από 8-10-2020 εξουσιοδότηση προς αυτόν της ως άνω πληρεξούσιας Δικηγόρου.
Ωστόσο, από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας δεν προκύπτει, ότι έχει επιδοθεί η από 8-10-2020 δήλωση παραίτησης στους αναιρεσίβλητους. Κατά συνέπεια, η γενομένη παραίτηση με μόνη την κατάθεση του σχετικού δικογράφου στο δικαστήριο, χωρίς επίδοση τούτου στους αναιρεσίβλητους, είναι ανίσχυρη, μη συνεπαγόμενη έννομα αποτελέσματα.
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110§2, 498§1, 568§4 και 576§§1-3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως, ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΑΠ 1237/2018, ΑΠ 1395/2017). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 260 του ΚΠολΔ, η οποία κατ' εκείνη του άρθρου 573 παρ. 1 ίδιου Κώδικα τυγχάνει εφαρμογής και επί της διαδικασίας της κατ' αναίρεση δίκης, προκύπτει ότι, εάν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης δεν εμφανίζονται όλοι οι διάδικοι ή εμφανίζονται μεν, αλλά δεν μετέχουν κανονικά στη συζήτηση, η συζήτηση ματαιώνεται.
Αφ' ετέρου, από τις διατάξεις των άρθρων 74, 75, 76 παρ. 1, 260, 573 παρ. 1 και 576 παρ. 3 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι επί περισσοτέρων αναιρεσίβλητων, εάν απολείπεται ή δεν μετέχει προσηκόντως στη συζήτηση ένας εξ αυτών και απολείπεται ή δεν μετέχει προσηκόντως στη συζήτηση και ο αναιρεσείων, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση κηρύσσεται ματαιωμένη ως προς τον απολειπόμενο ή μη μετέχοντα προσηκόντως στη συζήτηση αναιρεσίβλητο και χωρεί ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους ομοδίκους, οι οποίοι μετέχουν προσηκόντως, εκτός εάν συνδέονται με αναγκαστική ομοδικία, οπότε, εάν ο απολειπόμενος ή μη μετέχων κανονικά στη συζήτηση αναιρεσίβλητος έχει επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή έχει κλητευθεί νομίμως, η συζήτηση δεν ματαιώνεται ως προς αυτόν, αλλά θεωρείται αντιπροσωπευόμενος από τους παρισταμένους ομοδίκους, ενώ, εάν δεν έχει επισπεύσει εγκύρως την συζήτηση ή δεν έχει κλητευθεί νομίμως, η συζήτηση ματαιώνεται ως προς αυτόν και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους άλλους ομοδίκους.
Αναγκαία ομοδικία κατά την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 76 παρ. 1 ΚΠολΔ υπάρχει, όταν η διαφορά επιδέχεται ενιαία μόνον ρύθμιση ή η ισχύς της απόφασης, η οποία θα εκδοθεί, εκτείνεται επί πάντων των ομοδίκων ή όταν οι ομόδικοι μόνον από κοινού δύνανται να εναγάγουν ή να εναχθούν ή λόγω των συντρεχουσών περιστάσεων δεν δύνανται να υπάρχουν αντίθετες αποφάσεις έναντι αυτών (ΑΠ 1526/2018, ΑΠ 1461/2018, ΑΠ 1458/2018).
Στη ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν 3869/2010, οι αναφερόμενοι στην αίτηση τυχόν πλείονες πιστωτές τελούν μεταξύ τους σε σχέση οιονεί αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας (άρθρο 76 παρ. 1 περ. β' του ΚΠολΔ, ΑΠ 128/2019, ΑΠ 436/2018, ΑΠ 1978/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη από 29-11-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 9626/2018 απόφαση του δικάσαντος ως εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 του Ν. 3869/2010).
Από τις υπ' αριθμ. 10153Ε, 10152Ε/5-11-2019, 10151Ε, 10144Ε/4-11-2019, 10157Ε, 10156Ε και 10158Ε/5-11-2019 εκθέσεις επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών Ελένης Αγγελοπούλου, προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της από 29-11-2018 αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση του αναιρεσείοντος, για να παραστούν στην αρχική δικάσιμο της 21-2-2020, επιδόθηκε με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, νομίμως και εμπροθέσμως, αντίστοιχα 1) στην 1η αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "...
ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", για απαιτήσεις της ίδιας και ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας "... ΑΕ", 2) στη 2η αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "... AE", για απαιτήσεις της ίδιας και ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας "... ΑΤΕ", 3) στην 3η αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "...
ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" ως ειδική διάδοχο, στην ένδικη έννομη σχέση, της "...", που είχε έδρα στη Λευκωσία Κύπρου και είχε εγκαταστήσει Υποκατάστημα στην Ελλάδα με την επωνυμία/διακριτικό τίτλο "...", η οποία εμπορική επωνυμία τροποποιήθηκε σε "..." και ήδη σε "...", ως καθολική διάδοχο της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...
ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", 4) στην 4η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΕ", 5) στο 5ο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ", 6) στο 6ο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (ΕΦΚΑ)" ως οιονεί καθολικό διάδοχο του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ (ΙΚΑ - ΕΤΑΜ)" και 7) στο 7ο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης και Εφάπαξ Παροχών (ΕΤΕΑΕΠ)", ήτοι σε όλους τους καθών η, κατ' άρθρο 3 του Ν 3869/2010, αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος.
Κατά τη δικάσιμο εκείνη, η συζήτηση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 2-4-2021, κατά την οποία ματαιώθηκε και κατ' άρθρο 83 παρ. 2 και 3 του Ν 4790/2021 σε συνδυασμό με το άρθρο 568 παρ. 2 του ΚΠολΔ, το άρθρο 26 του Ν 4792/2021 και την Πράξη της Προέδρου του Δ' Τμήματος του Αρείου Πάγου προσδιορίσθηκε αυτεπαγγέλτως για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Ο αναιρεσείων και οι 1η, 3η, 4η, 5ο, 6ο και 7ο αναιρεσίβλητοι, όμως, δεν παραστάθηκαν κατά την ως άνω ορισθείσα δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση, με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσαν, κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, δήλωση, ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση. Επομένως, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει παρά τη δικονομική απουσία τόσο του αναιρεσείοντος όσο και των απολειπομένων αναιρεσίβλητων, καθόσον οι τελευταίοι, νομίμως κλητευθέντες, αντιπροσωπεύονται από την παραστάσα 2η αναιρεσίβλητη ως αναγκαίοι ομόδικοι αυτής (άρθρα 76 παρ. 1, 568 παρ. 4 και 576 παρ. 2 και 3 του ΚΠολΔ).
Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του Ν 3869/2010, όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ.1 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του Ν 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο Ν 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου.
Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στην διάταξη του άρθρου 330 του ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές".
Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του ΠΚ, που ορίζει ότι "Με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξεως.
Επίσης όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει αυτήν.
Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το "αποδέχεται" (ΟλΑΠ 4/2010, ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 297/2007). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά το πλαίσιο της ευθύνης από προϋφισταμένη ενοχή (ΑΠ 677/2010).
Δόλο, κατά συνέπεια, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λπ.
Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη, ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρέωσής του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επέλευσης των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.
Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλομένου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στο βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στην περίπτωση του Ν 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και τη συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών.
Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1 εδάφ. α' του άρθρου 1 του Ν 3869/2010 προκύπτει, ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης (και γενικής) αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει τόσο κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη αυτής.
Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν 3869/2010 ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει, ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 153/2017, ΑΠ 65/2017).
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδάφ. β' του ΚΠολΔ, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας, για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι, όμως, και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (βλ.
ΑΠ 64/2017, ΑΠ 92/2013, ΑΠ 322/2012, ΑΠ 1241/2010). Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ίδιου Κώδικα, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) και εφαρμόζεται, εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου καταθέσεως της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως (29-11-2018), η οποία είναι ταυτόσημη με την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔικ, κατά των προαναφερομένων αποφάσεων (των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων), αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, που δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων στο πιο πάνω άρθρο λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το Ν 4335/2015 και αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της (ΑΠ 59/2021, 71/2020). Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 151/2014, ΑΠ 1942/2013, ΑΠ 2075/2007, ΑΠ 44/2003).
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔικ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Συνακολούθως, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1361/2013, ΑΠ 1266/2011).
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο εκκαλών, ο οποίος είναι κάτοικος ... Αττικής, κατά το χρόνο συζητήσεως της κρινόμενης αιτήσεως εργαζόταν ως υπάλληλος στο ΙΚΑ - ΕΤΑΜ και ελάμβανε μηνιαίο μισθό 1.400 περίπου ευρώ.
Είναι παντρεμένος με την Σοφία Αγγελιδάκη κι έχει μία θυγατέρα, ήδη ενήλικη. Είναι α) κύριος ενός ισογείου διαμερίσματος οικοδομής επιφανείας 53 τ.μ. μετά της υπό στοιχ. A-10 θέσης σταθμεύσεως επιφανείας 12,50 τ.μ, και της υπό στοιχ. Α-1 αποθήκης στα Γλυκά Νερά Αττικής και δη επί της οδού Μεταμορφώσεως Σωτήρος 7, β) ψιλός κύριος ενός διαμερίσματος του Α' ορόφου οικοδομής επιφανείας 52 τ.μ.
στην Αθήνα και δη επί της συμβολής των οδών Περγάμου και Αριστομένους 93 - 95, γ) ισόβιος επικαρπωτής ενός αγροτεμαχίου εμβαδού 221,40 τ.μ. στα Σπάτα Αττικής, δ) κύριος ενός ΙΧΕ αυτοκινήτου εργοστασίου κατασκευής VOLVO, 1.800 κ.εκ. και ε) μιας δίκυκλης μοτοσικλέτας 250 κ.εκ. Προ της καταθέσεως της αιτήσεως ο εκκαλών είχε τις ακόλουθες οφειλές έναντι των πιστωτών του : 1) Έναντι της ...Σ α) ποσού 434,48 ευρώ από καταναλωτικό δάνειο β) ποσού 8.646,58 ευρώ από πιστωτική κάρτα, γ) ποσού 1.163,05 ευρώ από καταναλωτικό δάνειο και δ) ποσού 4.905,07 ευρώ από καταναλωτικό δάνειο, 2) Έναντι της τράπεζας ...
α) ποσού 20.224,26 ευρώ από καταναλωτικό δάνειο, 3) Έναντι της τράπεζας ... ποσού 44.731 ευρώ από επισκευαστικό δάνειο, 4) Έναντι της ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ α) ποσού 76.792,63 ευρώ από στεγαστικό δάνειο, β) ποσού 44.679,16 ευρώ από επισκευαστικό δάνειο, γ) ποσού 45.511 ευρώ από επισκευαστικό δάνειο, δ) ποσού 10.393,23 ευρώ από καταναλωτικό δάνειο και ε) ποσού 5.000 ευρώ από υπερανάληψη, 5) Έναντι της ...
ποσού 2.449,44 ευρώ από καταναλωτικό δάνειο, δ) Έναντι του ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟΥ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟΥ α) ποσού 7.075,85 από καταναλωτικό δάνειο, β) ποσού 4.673,46 ευρώ από καταναλωτικό δάνειο και γ) ποσού 5.847,10 ευρώ από καταναλωτικό δάνειο, 7) Έναντι του ΤΑΜΕΙΟΥ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΔΑΝΕΙΩΝ α) ποσού 10.000 ευρώ από επισκευαστικό δάνειο και β) ποσού 10.000 ευρώ από επισκευαστικό δάνειο, 8) Έναντι ΙΚΑ - ΕΤΑΜ ποσού 2.636 ευρώ από προσωπικό δάνειο και 9) Έναντι του ΤΕΑΠΟΚΑ ποσού 4.711,68 ευρώ από προσωπικό δάνειο.
Ήτοι, συνολικά, ο εκκαλών έλαβε στεγαστικά δάνεια συνολικού ύψους 231.714,94 ευρώ και προσωπικά δάνεια μέσω καταναλωτικών δανείων και πιστωτικών καρτών συνολικού ύψους 78.160,22 ευρώ. Επιπλέον δε, όπως ο εκκαλών επικαλείται, ήδη από το έτος 2010 έχει περιέλθει σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών του οφειλών έναντι των προαναφερθέντων πιστωτών του.
Πλην όμως, όπως αποδείχθηκε, ο εκκαλών, ο οποίος σημειωτέον δεν αποδείχθηκε ότι διαθέτει εισοδήματα από κάποια άλλη πηγή, σε χρόνο προγενέστερο της καταθέσεως της αιτήσεώς του προέβη στη σύναψη των προεκτεθέντων στεγαστικών και καταναλωτικών δανείων και έλαβε τις προεκτεθείσες πιστωτικές κάρτες από συνολικά οκτώ διαφορετικούς πιστωτές, από ένα έκαστο των οποίων ξεχωριστά απέκρυψε την εν γένει επαχθή του οικονομική κατάσταση, με αποτέλεσμα να οφείλει από στεγαστικά δάνεια ποσό 231.714,94 ευρώ και από προσωπικά δάνεια μέσω καταναλωτικών δανείων και πιστωτικών καρτών ποσό 78.160,22 ευρώ, όπως προελέχθη.
Τούτο δεικνύει, ότι o εκκαλών δανείσθηκε και έλαβε από τους εφεσιβλήτους πιστωτές του ποσά άκρως δυσανάλογα των ανωτέρω παρατιθέμενων εισοδημάτων του, αλλά και αυτής της ίδιας της εμπορικής αξίας των εν γένει περιουσιακών του στοιχείων, η οποία σε καμία περίπτωση δεν υπερβαίνει το σύνολο των δανειακών του υποχρεώσεων, και με τον τρόπο αυτό δολίως δημιούργησε τις επικαλούμενες εκ μέρους του συνθήκες, που αιτιωδώς τον οδήγησαν σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών των προπαρατεθεισών οφειλών του, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας, που προηγήθηκε.
Οι παραδοχές αυτές ενισχύονται, μεταξύ άλλων, και από το σύνολο των προσκομισθέντων εγγράφων και δεν αναιρούνται από οποιοδήποτε από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα και ιδίως από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος του εκκαλούντος και συζύγου του Σοφίας Αγγελιδάκη, το περιεχόμενο της οποίας δεν κρίνεται πειστικό.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε τα ίδια, έστω και με εν μέρει ελλιπή αιτιολογία, την οποία το παρόν Δικαστήριο παραδεκτώς αντικαθιστά, και απέρριψε την αίτηση, δεχόμενο τους περί δολιότητας ισχυρισμούς των εφεσίβλητων, οι οποίοι εμπεριέχονται στις νομίμως κι εμπροθέσμως κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις τους της πρωτοβάθμιας δίκης, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία των ως άνω νομικών διατάξεων, που εφάρμοσε, ούτε και έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, και, συνεπώς, ο μοναδικός λόγος εφέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος".
Ακολούθως, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση κατά της 56/2013 απόφασης του Ειρηνοδικείου Κρωπίας, με την οποία απορρίφθηκε η από 20-3-2011 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Ο αναιρεσείων με τον 1ο λόγο της αναίρεσής του προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδ.
β' του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, παραπονούμενος για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, καθόσον τα εισοδήματά του από την εργασία του ως δημοσίου υπαλλήλου ήταν επαρκή, όταν έλαβε τα ένδικα δάνεια, αλλά οι αποδοχές του μειώθηκαν κατά ποσοστό 40% από το έτος 2010 και έπειτα, οπότε ενέσκηψε πρωτοφανής οικονομική κρίση στη χώρα μας, την οποία κανένας δεν μπορούσε να προβλέψει, ενώ επιπρόσθετα το μεγάλο ύψος των οφειλών του σε κάρτες (78.160,22 ευρώ) οφείλεται στα μεγάλα τραπεζικά επιτόκια της τάξεως του 17-20%.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι οι προβαλλόμενες αιτιάσεις για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη. Περαιτέρω, ο αναιρεσείων με το 2ο λόγο της αναίρεσης υποστηρίζει, ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, εσφαλμένως δέχθηκε, ότι ορθά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αίτησή του "δεχόμενο τους περί δολιότητας ισχυρισμούς των εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσίβλητων πιστωτριών, οι οποίοι εμπεριέχονται στις νομίμως και εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις τους της πρωτοβάθμιας δίκης", καθόσον δεν είχε προβληθεί η ένσταση του δόλου από τους αναιρεσίβλητους πρωτοδίκως.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι ο αναιρεσείων δεν εκθέτει, αν είχε προσβάλει με λόγο έφεσης την παραδοχή για την ύπαρξη δόλου στο πρόσωπό του παρά τη μη προβολή της σχετικής ένστασης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου από τους ήδη αναιρεσίβλητους. Τέλος, με τον 3ο λόγο της αναίρεσής του ο αναιρεσείων υποστηρίζει, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ελλιπείς αιτιολογίες ως προς την ύπαρξη δόλου στο πρόσωπό του κατά παράβαση του αριθμού 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, διότι του αποδίδει, ότι αφενός γνώριζε, ότι χρεώνεται πάνω από τις δυνατότητες ή/και την περιουσία του και αφετέρου έπεισε τους πιστωτές του, ότι έχει περιουσία, από την οποία μπορούν να ικανοποιηθούν, η οποία όμως ήταν χαμηλής αξίας, χωρίς να αιτιολογείται για ποιο λόγο κατέληξε στο συμπέρασμα αυτό και ποια ήταν τα στοιχεία, που συνέθεσαν το σκεπτικό της.
Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες, καθόσον το δευτεροβάθμιο δικαστήριο επαρκώς αιτιολόγησε, ότι ο δόλος του αναιρεσείοντος συνάγεται από τον υπερδανεισμό του από οκτώ διαφορετικούς πιστωτές, στους οποίους οφείλει συνολικά, από στεγαστικά δάνεια 231.714,94 ευρώ και από προσωπικά δάνεια μέσω πιστωτικών καρτών 78.160,22 ευρώ, ποσά, τα οποία είναι άκρως δυσανάλογα σε σχέση με τα μηνιαία εισοδήματά του ύψους 1.400 ευρώ σε συνδυασμό με την οικογενειακή του κατάσταση (έγγαμου και πατέρα μιας ενήλικης κόρης), αλλά και σε σχέση με την εμπορική αξία των εν γένει περιουσιακών του στοιχείων, που δεν υπερβαίνει σε καμία περίπτωση το σύνολο των δανειακών του υποχρεώσεων, ενώ ειδικά η παραδοχή της προσβαλλομένης, ότι απέκρυψε από ένα έκαστο των πιστωτών του την εν γένει επαχθή οικονομική κατάστασή του συνιστά πλεοναστική αιτιολογία αυτής (προσβαλλόμενης).
Ως εκ τούτου, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς λογικά κενά αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα του δόλου του αναιρεσείοντος για την περιέλευσή του σε αδυναμία πληρωμών, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης και ο 3ος λόγος της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδάφ. ε' του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν 4335/2015).
Διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ δεν θα τεθεί, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας σύμφωνα με το άρθρ. 3 εδάφ. β' του ν. 3869/2010, γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ.
β' του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 951/2015).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29 Νοεμβρίου 2018 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 178/5-12-2018 αίτηση για αναίρεση της 9626/2018 απόφασης του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Και Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Απριλίου 2022.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ