Supreme Court dismisses appeal against debt restructuring law application due to lack of fraud in guarantor's insolvency. Appeal rejected.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Single Member Court of First Instance's decision regarding debt restructuring under Law 3869/2010. The appellant argued that the court erred by finding no fraud in her role as a guarantor, claiming her insolvency was not voluntary. The court rejected these claims, ruling that the guarantor's assumption of liability constituted a voluntary act and thus did not meet the fraud requirement for the law's protective provisions.
Legislator headnote
AI generatedArt. 1 para. 1 Law 3869/2010; Art. 847, 855 Civil Code: The Supreme Court held that a guarantor's voluntary assumption of debt obligations does not constitute fraud under the debt restructuring law, thereby excluding the application of its beneficial provisions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 545 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 545/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Μαρία Βάρκα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Δ. Β. του Δ., κατοίκου Περιστερίου Αττικής, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μελίνα Μουζουράκη.
Των αναιρεσιβλήτων:
1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε. Και
2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γεωργία - Μαρία Χρύση.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29.11.2012 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Περιστερίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 359/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 13945/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25.07.2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Βάρκα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα και η 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, η πληρεξούσια της 2ης αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθεμία δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[1] Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1747/2017, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 1545/2017, ΑΠ 242/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση από τα πρακτικά της δίκης και τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι η κρινόμενη από 25.07.2019 (με αριθμό ειδ. κατάθεσης 103/2019) αίτηση αναίρεσης κατά της 13945/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας μεταξύ των διαδίκων και αφορά υπόθεση του Ν. 3869/2010 «Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων», έχει προσδιοριστεί για τη σημερινή δικάσιμο, με αριθμό πινακίου 13, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη της Προέδρου του Τμήματος (άρθρ. 568 παρ. 2-4 ΚΠολΔ).
Εξάλλου, από την υπ' αρ. .../29-10-2019, έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, Μιχαήλ Κορρέ, την οποία προσκομίζει και επικαλείται νόμιμα η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της αναίρεσης, αυτή κοινοποιήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επίδοση στον αρμόδιο για παραλαβή, υπάλληλο της ως άνω πρώτης αναιρεσίβλητης Εθνικής Τράπεζας ΑΕ, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 129 παρ. 1 ΚπολΔ. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, δεν εμφανίστηκε η ανωτέρω 1η των αναιρεσιβλήτων, ούτε και κατέθεσε δήλωση μη παράστασης, κατ’ άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, αλλά παραστάθηκε νομίμως και προσηκόντως μόνον η επισπεύδουσα τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αναιρεσείουσα και η δεύτερη αναιρεσίβλητη Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ. Επομένως, αφού η 1η των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και κλητεύτηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 2 περ. α' και γ' ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως παρά την απουσία της.
Η κρινόμενη από 25.07.2019, αίτηση αναίρεσης κατά της 13945/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας μεταξύ των διαδίκων επί εφέσεως κατά της 359/2017 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών και αφορά υπόθεση του Ν. 3869/2010 «Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων», έχει ασκηθεί νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου (άρθρο 495 § 1 ΚΠολΔ και 14 του Ν. 3869/2010) και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευσή της, σύμφωνα με το άρθρο 564 § 3 του ΚΠολΔ (όπως ισχύει για τα ένδικα μέσα που ασκούνται μετά την 1-1-2016 σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του Ν. 4335/2015), εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής. Ωσαύτως, έχει κατατεθεί από την αναιρεσείουσα το παράβολο ποσού τριακοσίων (300) ευρώ, που προβλέπεται από την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε, με το άρθρο 33 του Ν. 4446/2016.
Συνεπώς, ενόψει και των διατάξεων των άρθρων 552, 553 § 1β, 556, 558, 577 και 769 του ΚΠολΔ, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.
[2] Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκείμενη υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ.1 της υποπαρ.Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ.5 του άρθρου 2 της υποπαρ.Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι «φυσικά πρόσωπα, που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής».
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 και 2 του εν λόγω νόμου (όπως ίσχυε πριν τροποποιηθεί με το ν. 4336/2015), «αν το σχέδιο δεν γίνεται δεκτό από τους πιστωτές, το δικαστήριο ελέγχει την ύπαρξη των αμφισβητούμενων απαιτήσεων και την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 1 για τη ρύθμιση των οφειλών και απαλλαγή του οφειλέτη. Αν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη δεν είναι επαρκή, το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τα πάσης φύσεως εισοδήματά του, ιδίως εκείνα από την προσωπική του εργασία, τη δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου, και σταθμίζοντας αυτά με τις βιοτικές ανάγκες του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, τον υποχρεώνει να καταβάλλει μηνιαίως και για χρονικό διάστημα τριών έως πέντε ετών (άρθρ. 16 παρ. 2 ν.4161/2013), ορισμένο ποσό για ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών του, συμμέτρως διανεμόμενο».
Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες θεσμοθετούν τη δυνατότητα του φυσικού προσώπου να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και τη στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, προκύπτουν τα ακόλουθα:
Βασική προϋπόθεση για την υπαγωγή του οφειλέτη στις ρυθμίσεις του ν. 3869/2010 είναι η αποδεδειγμένη μόνιμη (και όχι απλώς παροδική) περιέλευση αυτού σε γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του, άσχετα αν αυτή υπήρχε κατά την ανάληψη των χρεών ή επήλθε μεταγενέστερα, η οποία, πάντως, δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή, όπως θα αναπτυχθεί παρακάτω.
Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.
Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Η εξόφληση των χρηματικών απαιτήσεων των πιστωτών πραγματοποιείται κατά βάση με τις μηνιαίες καταβολές του άρθρου 8 παρ.2 για το αναφερόμενο εκεί χρονικό διάστημα που ορίζονται από το δικαστήριο. Ως βασικά κριτήρια για τον καθορισμό του καταβλητέου μηνιαίου ποσού τάσσονται από το ένα μέρος τα εισοδήματα του οφειλέτη από οποιαδήποτε πηγή και ιδίως από την εργασία του και η δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου στα βάρη της (υπαρκτής και ενεργού) έγγαμης συμβίωσης και από το άλλο μέρος οι βιοτικές ανάγκες (όχι απλώς οι στοιχειώδεις) του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, ώστε να καλύπτεται ένα επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης αυτών, για την εξασφάλιση του οποίου να μην είναι απολύτως αναγκαίο το ποσό που ορίζεται ως καταβλητέα μηνιαία καταβολή για την εξόφληση των χρεών.
Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της κατάθεσης της αίτησης και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή σύνταξης, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ.
Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018).
Ακόμη σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη, του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010, είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών του. Ο νόμος 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου, από την γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στην διάταξη του άρθρου 330 του ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι «ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές». Η παραπάνω διάταξη παρέχει γενικό ορισμό της έννοιας του πταίσματος, έχει δε εφαρμογή, τόσο στις συμβάσεις, όσο και στις αδικοπραξίες, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, όπου γίνεται λόγος για υπαιτιότητα. Η ίδια διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ, όμως, δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία.
Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του ΠΚ, που ορίζει ότι: «Με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης. Επίσης, όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται».
Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει τον δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει την πράξη του.
Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το "αποδέχεται" (ΟλΑΠ 4/2010, ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 297/2007). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία, που ξεπερνά τα πλαίσια της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή (ΑΠ 677/2010).
Δόλο κατά συνέπεια, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου, είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει αδυναμία εκπλήρωσης της υποχρεώσεώς του ή κίνδυνο επελεύσεως αυτής της αδυναμίας.
Για τα ανωτέρω, αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.
Στην περίπτωση του Ν. 3869/2010, ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και την συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών. Περαιτέρω από την διατύπωση της παρ. 1 εδ. α’ του Ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην «περιέλευση» του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών.
Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσον κατά τον χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσον και κατά τον χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας. Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε.
Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του, με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε, κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.
Επομένως η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.
Περίπτωση ενδεχομένου δόλου συντρέχει, όταν ο οφειλέτης συμφωνεί, με πιστωτικά ιδρύματα, την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγήσει σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχεται το αποτέλεσμα αυτό.
Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για την συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου. Ο δόλος του οφειλέτη, στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του, περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων.
Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών (ΑΠ 286/2017, ΑΠ 153/2017, ΑΠ 65/2017).
Τέλος, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του πιο πάνω άρθρου 1 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου υποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης Δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι` αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων, που τον θεμελιώνουν και να τον αποδείξει (ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 153/2017).
Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του Δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ’ αυτό υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (ΑΠ 1299/2015), ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19ΚΠολΔ (ή του άρθρου 560 αριθμ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα).
Τέλος, η από τα άρθρα 847 επ. ΑΚ σύμβαση εγγύησης, είναι καθ’ αυτή σύμβαση αστικού δικαίου, αφού κατά κανόνα παρέχεται χαριστικώς προς εξυπηρέτηση συμφερόντων άλλου. Από το συνδυασμό των άρθρων 847 επ., 855, 857 ΑΚ προκύπτει ότι η σύμβαση της εγγύησης έχει χαρακτήρα παρεπόμενο σε σχέση με την κύρια οφειλή και επικουρικό. Ο παρεπόμενος χαρακτήρας συνίσταται στο ότι η υποχρέωση του εγγυητή εξαρτάται από τη γένεση, το κύρος, την έκταση, τη δυνατότητα πραγμάτωσης και την απόσβεση της κύριας οφειλής. Το στοιχείο της επικουρικότητας από την άλλη πλευρά συνίσταται στη δυνατότητα να διωχθεί ο εγγυητής μόνον εφόσον διαπιστώνεται αδυναμία ικανοποίησης του δανειστή από την περιουσία του πρωτοφειλέτη (ένσταση δίζησης). Ο παρεπόμενος χαρακτήρας της εγγύησης δεν δύναται να παρακαμφθεί ούτε με σύμβαση (εκτός κι αν τα μέρη συμφωνήσουν ρητά ότι ο οφειλέτης και ο εγγυητής θα ευθύνονται εις ολόκληρον οπότε όμως τότε δεν θα υφίσταται εγγύηση αλλά άλλου είδους ενοχική σχέση). Αντιθέτως, ο επικουρικός χαρακτήρας της εγγύησης δύναται να παρακαμφθεί διά της παραίτησης του εγγυητή από την ένσταση διζήσεως, οπότε τότε ο δανειστής μπορεί να στραφεί ταυτόχρονα ή διαδοχικά κατά του οφειλέτη και του εγγυητή, πλην όμως στην περίπτωση αυτή δεν δημιουργείται παθητική εις ολόκληρον ενοχή αλλά η εγγύηση διατηρεί τον παρεπόμενο χαρακτήρα της σε σχέση με την κύρια οφειλή.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 εδ. α' του Ν.3869/2010 «Τα δικαιώματα των πιστωτών έναντι συνοφειλετών ή εγγυητών του οφειλέτη, καθώς και τα δικαιώματα των εμπραγμάτως ασφαλισμένων πιστωτών επί του υπέγγυου αντικειμένου δεν θίγονται».
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του ν.3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Έτσι, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 και ισχύει, κατ' άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 του νόμου αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 01.01.2016, όπως είναι και η ένδικη αίτηση αναίρεσης, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμ.19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, άρα, δεν αποτελούν «αιτιολογία» της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 560 αριθμ. 6 (ή 559 αριθμ.19) του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ή 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ μπορεί να εξεταστεί και ως λόγος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ή από τον αριθμό 6 του άρθρου 560, αντίστοιχα, του ίδιου Κώδικα, γιατί περιέχει σιωπηρά και παράπονο για έλλειψη νόμιμης βάσης (ΑΠ 755/2018, ΑΠ 823/2008).
Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρ. 560 αριθμ. 1 εδ. α` του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, τόσο πριν όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν.4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 31/2009, ΑΠ 757/2015).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με τον λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 626/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017).
[3] Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης, πρέπει να λεχθούν τα εξής:
Η αιτούσα και ήδη αναιρεσείουσα, άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Περιστερίου την από 29.11.2012 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 813/2012 αίτησή της κατά των αναιρεσιβλήτων ανώνυμων τραπεζικών εταιρειών, επικαλούμενη έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμών των ληξιπροθέσμων χρηματικών της οφειλών προς τις καθ’ ων η αίτηση, αιτούμενη τη ρύθμιση των χρεών της, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8 Ν. 3869/2010 και την εξαίρεση από τη ρευστοποίηση της κύριας κατοικίας της, λαμβανομένης υπόψη της οικογενειακής της κατάστασης και των εισοδημάτων της, προκειμένου να απαλλαγεί από τα χρέη της.
Επ’ αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμόν 359/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Περιστερίου, η οποία απέρριψε την ως άνω αίτηση και ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Η ήδη αναιρεσείουσα-αιτούσα προσέβαλε την απόφαση αυτή με την από 07.03.2018 έφεσή της, η οποία απορρίφθηκε με την 13945/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων κρίση του, δέχθηκε τα ακόλουθα:
«| Η αιτούσα, γεννηθείσα το έτος 1946, είναι διαζευγμένη από το έτος 1972, έχει δύο ενήλικα τέκνα και στερείται της πτωχευτικής ικανότητας. Είναι συνταξιούχος του ΙΚΑ, με μηνιαίες αποδοχές ποσού 1.060,17 ευρώ, εκ των οποίων (ποσό) 853,18 ευρώ αντιστοιχεί στην κύρια σύνταξή της και ποσό 206,99 ευρώ αντιστοιχεί στην επικουρική σύνταξη, που λαμβάνει από το ΤΕΑΥΕΚ.
Πριν από τη συνταξιοδότησή της εργαζόταν ως ιδιωτική υπάλληλος (πωλήτρια) στην εταιρεία «ΕΧΡΟ ΑΕ». Κατά το χρόνο ανάληψης των δανειακών της υποχρεώσεων αλλά και κατά το χρόνο κατάθεσης της ένδικης αίτησης, ήταν εταίρος με ποσοστό συμμετοχής 0,03% (με 2 από τα 6.000 εταιρικά μερίδια) στην εταιρία «ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΗ-ΕΜΠΟΡΙΑ ΔΟΜΙΚΩΝ ΥΛΙΚΩΝ ΚΑΙ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ ΚΤΙΡΙΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ».
Στην εταιρεία αυτή ήταν εταίρος με υπόλοιπο ποσοστό 99,96% η θυγατέρα της, Μ. Χ.. Η άνω εταιρεία κηρύχθηκε σε πτώχευση δυνάμει της υπ' αριθμ. 320/2015 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Eπιπλέον, αποδείχθηκε ότι η αιτούσα κατοικεί σε διαμέρισμα δευτέρου ορόφου πολυκατοικίας που βρίσκεται στο ... Αττικής, στην οδό ..., επιφανείας 70,50 τ.μ., έτους κατασκευής 1979, πλήρους κυριότητάς της, αντικειμενικής αξίας 48.856,50 ευρώ, η οποία δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας, προσαυξημένο κατά 50%, της ανήκει δε κατά κυριότητα ένα ΙΧΕ αυτοκίνητο μάρκας Mazda Demio, 1300 κκ, έτους πρώτης κυκλοφορίας 1999.
Περαιτέρω, όπως συνάγεται από τα προσκομιζόμενα από την αιτούσα-εκκαλούσα εκκαθαριστικά σημειώματα και δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος, αυτή έλαβε το οικονομικό έτος 2005 το ποσό των 22.640,28 ευρώ, το οικονομικό έτος 2006 το ποσό των 24.618,30 ευρώ, το οικονομικό έτος 2007 το ποσό των 21.211,37 ευρώ, το οικονομικό έτος 2008 το ποσό των 13.914,34 ευρώ, το οικονομικό έτος 2009 το ποσό των 32.622,06 ευρώ, το οικονομικό έτος 2010 το ποσό των 23.074,96 ευρώ, το οικονομικό έτος 2011 το ποσό των 22.098,77 ευρώ, το οικονομικό έτος 2012 το ποσό των 21.487,07 ευρώ, το οικονομικό έτος 2013 το ποσό των 19.411,58 ευρώ, το οικονομικό έτος 2014 το ποσό των 16.466,01 ευρώ, το οικονομικό έτος 2015 το ποσό των 16.063,29 ευρώ.
Η αιτούσα δεν διαθέτει άλλα εισοδήματα ή περιουσία πλην των προαναφερομένων. Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης, ήτοι κατά τα έτη 2002 και 2005, η αιτούσα-εκκαλούσα είχε αναλάβει τα παρακάτω χρέη, τα οποία θεωρούνται με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμα και υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους κατά τον χρόνο κοινοποίησης της αίτησης, όπως ορίζεται στο άρθρο 6 παρ.3 Ν. 3869/2010, εκτός από εκείνα που είναι εξασφαλισμένα με ειδικό προνόμιο ή εμπράγματο δικαίωμα, τα οποία συνεχίζουν να εκτοκίζονται μέχρι την έκδοση της οριστικής απόφασης επί της αίτησης με επιτόκιο ενήμερης οφειλής.
Συγκεκριμένα: (α) στην πρώτη των εφεσιβλήτων το ποσό των 162.064,86 ευρώ, από σύμβαση επιχειρηματικού δανείου με πρωτοφειλέτρια την εταιρεία «ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΗ-ΔΟΜΙΚΑ ΥΛΙΚΑ ΕΠΕ» και την εκκαλούσα ως εγγυήτρια και (β) στην δεύτερη των εφεσιβλήτων το ποσό των 476.378,60 ευρώ από σύμβαση ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού με πρωτοφειλέτρια την άνω εταιρεία και εγγυήτρια την εκκαλούσα, εξασφαλισμένη με προσημείωση υποθήκης επί του προαναφερομένου ακινήτου-κύριας κατοικίας της, και συνολικά οφείλει ποσό 638.443,46 ευρώ.
Από τα άνω αποδεικτικά μέσα, προκύπτει ότι η εκκαλούσα βρέθηκε σε κατάσταση υπερχρέωσης όχι εξαιτίας αιφνίδιας μείωσης του εισοδήματός της, όπως ισχυρίζεται, αλλά εξαιτίας της ανάληψης δανειακών υποχρεώσεων τέτοιου ύψους, των οποίων η εξυπηρέτηση ήδη κατά τον χρόνο της ανάληψής τους ήταν αδύνατη, γεγονός που η ίδια γνώριζε και αποδεχόταν.
Το γεγονός, ότι συμβλήθηκε με τις εφεσίβλητες ως εγγυήτρια δεν αίρει το δόλο της ως προς τη θέση της σε αδυναμία πληρωμών, διότι και η παροχή εγγύησης συνιστά ανάληψη υποχρέωσης. Εξάλλου η μείωση των εισοδημάτων της δεν ανέτρεψε σε ικανό βαθμό τον οικονομικό της προϋπολογισμό, το υψηλότερο ετήσιο εισόδημα της οποίας ήταν αυτό των 32.622,06 ευρώ το οικονομικό έτος 2009 (ήτοι για το έτος 2008), εκ του οποίου το ποσό των 11.470,57 ευρώ αντιστοιχούσε σε ποσά που της κατέβαλε το ΙΚΑ για μη καταβληθείσες συντάξεις προηγουμένων ετών.
Το οικονομικό έτος 2005, κατά το οποίο ανέλαβε τη δεύτερη δανειακή της υποχρέωση, το ετήσιο εισόδημά της ήταν 20.930,27 ευρώ. Συμπερασματικά, ούτε και με τα προηγούμενα, μη μειωμένα εισοδήματά της, ήταν σε θέση να αποπληρώσει τις οφειλές της, υποχρέωση που ανέλαβε με την παροχή των εν λόγω εγγυήσεων και στην οποία θα έπρεπε να είναι σε θέση να ανταποκριθεί ανά πάσα στιγμή καλείτο προς τούτο.
Ούτε όμως, και τα προβλήματα της υγείας της ήταν εκείνα που ανέτρεψαν καθοριστικά τον οικονομικό της προϋπολογισμό σε σχέση με την εξυπηρέτηση των δανειακών της υποχρεώσεων. Η ίδια δε αναφέρει στην ένδικη αίτηση, ότι το εισόδημα από την εργασία της και εν συνεχεία από τη σύνταξή της ήταν πάντα και το μοναδικό της εισόδημα.
Παρά ταύτα προέβη σε παροχή εγγυήσεων υπέρμετρου ύψους άνω των 400.000 ευρώ, ενώ πρέπει να σημειωθεί ότι το έτος 2006 συμβλήθηκε ως εγγυήτρια με την πρώτη εφεσίβλητη με σύμβαση αύξησης του ορίου πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, με διαμόρφωση του ορίου αυτού από το ποσό των 450.000 ευρώ στο ποσό των 800.000 ευρώ.
Εκ των άνω συνάγεται, ότι η υπερχρέωση της εκκαλούσας δεν οφείλεται ούτε σε κάποιο έκτακτο και απρόβλεπτο γεγονός στη ζωή της ούτε και σε εσφαλμένες οικονομικές εκτιμήσεις, στις οποίες προέβη ως συνετή -κατά τα άλλα-δανειολήπτης. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι οι δανειακές της υποχρεώσεις ήταν εξαρχής υπέρμετρα δυσανάλογες με τα εισοδήματά της, η δε εκκαλούσα έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων της προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία ανέλαβε και σταθμίζοντας την διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο της ίδιας, όσο και των πιστωτών της, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προέβη στη σύναψη των άνω δανειακών συμβάσεων, επειδή έκρινε, ότι η σκοπούμενη γι' αυτήν ωφέλεια από τη χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου.
Ήτοι, ενώ γνώριζε την πρόδηλη αναντιστοιχία των εισοδημάτων της προς τις οφειλές, και ενώ προέβλεψε ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός της με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές της δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών της, θα την οδηγήσει σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και όμως αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό […] |».
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, κάνοντας δεκτές ως βάσιμες τις, προβληθείσες από τους καθ' ων -εφεσίβλητους ήδη αναιρεσίβλητους, ενστάσεις περί δόλιας περιέλευσης της αιτούσας-εκκαλούσας σε αδυναμία πληρωμών, απέρριψε ως αβάσιμο τον μοναδικό λόγο της από 07.03.2018 έφεσης της τελευταίας, ήδη αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 359/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Περιστερίου, το οποίο είχε κρίνει ομοίως, με την πιο πάνω αιτιολογία της δευτεροβάθμιας απόφασης.
[4] Με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ. 1 και αρ.6 ΚΠολΔ (ήτοι των αντίστοιχων 559 αρ. 1 και αρ. 19 ΚΠολΔ), με την αιτίαση ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο (δικάσαν ως Εφετείο) με το να δεχθεί την ύπαρξη δόλου στο πρόσωπό της σε σχέση με την μόνιμη αδυναμία αποπληρωμής και συνεπώς τον αποκλεισμό της από τη δυνατότητα ρύθμισης των χρεών της με βάση τις ευεργετικές διατάξεις του Ν. 3869/2010, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 847 και 855 ΑΚ και αυτήν του άρθρου 1 Ν. 3869/2010.
Ειδικότερα, κατά τις αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα δέχθηκε την ύπαρξη δόλου στο πρόσωπό της, ως προς την περιέλευσή της σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών, τόσο σε γνωστικό όσο και σε βουλητικό επίπεδο, και δη:
(α) Ενώ αναφέρεται σε συμβάσεις επιχειρηματικού δανείου και ανοικτής πίστωσης στις οποίες αυτή (αναιρεσείουσα) συμβλήθηκε ως εγγυήτρια για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της πρωτοφειλέτριας, στη συνέχεια με ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες και χωρίς αιτιολογία για την οικονομική κλπ κατάσταση της πρωτοφειλέτριας και της δυνατότητάς της να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της, αντιμετωπίζει αυτήν (αναιρεσείουσα) ως πρωτοφειλέτρια και μάλιστα δέχεται ότι η τελευταία γνώριζε και αποδεχόταν, κατά το χρόνο που συμβλήθηκε ως εγγυήτρια, την ύπαρξη του κινδύνου ήτοι του σοβαρού ενδεχομένου να μην ανταποκριθεί η πρωτοφειλέτρια στις υποχρεώσεις της σε τέτοια μάλιστα έκταση, ώστε να υποχρεωθεί η ίδια αυτή (αναιρεσείουσα) να καλύψει αυτές τις υποχρεώσεις και να αδυνατεί.
(β) Σε αντίθεση, με την ανεπαρκή αιτιολογία περί σκοπούμενης ωφέλειας από τη χρήση των δανειακών κεφαλαίων (αφού δεν αναγράφεται ποίες ήταν εν τέλει οι σκοπούμενες επωφελείς συνέπειες που είχε για την αναιρεσείουσα η εγγύηση στα ένδικα δανειακά προϊόντα και η αιτιώδης σχέση με τη χρήση αυτών), ο σκοπός της δοθείσας εγγύησης ήταν αφιλοκερδής, αφού μάλιστα διέθετε μόνο δύο από τα έξι χιλιάδες εταιρικά μερίδια, ήτοι το ελάχιστο ποσοστό συμμετοχής 0,03% στην εταιρεία της θυγατέρας της.
Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, δεδομένου ότι το δικαστήριο ερμήνευσε ορθά και δεν παραβίασε, ευθέως, αλλά ούτε εκ πλαγίου, τις προαναφερόμενες, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις, ενώ διέλαβε επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή τους και έτσι δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Ειδικά, σε σχέση με την αιτίαση περί ανεπαρκούς και αντιφατικής αιτιολογίας στο θέμα της γνώσεως εκ μέρους της αναιρεσείουσας, κατά το χρόνο που συμβλήθηκε ως εγγυήτρια, της αδυναμίας εκπληρώσεως των υποχρεώσεων εκ μέρους της πρωτοφειλέτριας εταιρείας, δεν υπάρχει αντίφαση. Ειδικότερα, όπως αναπτύχθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας, το στοιχείο του δόλου, δύναται να συντρέχει τόσο κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη αυτής, ο δόλος μπορεί να είναι άμεσος ή ενδεχόμενος, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό, αξίωση δε πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, δεν απαιτούνται ως μη ανταποκρινόμενα στο πνεύμα του νόμου.
Εφόσον δε (το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο), με βάση την προπεριγραφείσα στην απόφασή του συμπεριφορά της αναιρεσείουσας που δέχθηκε ανέλεγκτα ότι αποδείχθηκε, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αναιρεσείουσα, έχουσα πάντα ως μοναδικό της εισόδημα, το εισόδημα από την εργασία της και μετέπειτα από την σύνταξή της, γνωρίζοντας την πρόδηλη αναντιστοιχία των εισοδημάτων της προς τις οφειλές της, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία ανέλαβε, προέβλεψε την αδυναμία της να αποκριθεί στην πληρωμή των χρεών της και παραταύτα αποδέχτηκε το ως άνω αποτέλεσμα, ορθά ερμήνευσε τη νομική έννοια του δόλου και υπήγαγε στην ορθή έννοια αυτού τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος αυτού πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Ενώ, οι επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα στο δεύτερο σκέλος του ίδιου (πρώτου) λόγου αναίρεσης πλημμέλειες εκ του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, ότι δηλαδή, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ελλιπείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες σε ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα, ήτοι στο θέμα του βουλητικού στοιχείου του δόλου, αφού δεν προσδιορίζει ποίες ήταν οι ανάγκες της αναιρεσείουσας που καλύφθηκαν από τη λήψη των δανειακών κεφαλαίων, ποία ήταν η σκοπούμενη ωφέλεια από τη χρήση αυτών καθώς και η αιτιώδης σχέση μεταξύ της χρήσης και της σκοπούμενης ωφέλειας.
Οι αιτιάσεις αυτές ωστόσο, αποτελούν επιχειρήματα της αναιρεσείουσας για την πληρέστερη κατά την άποψή της ανάλυση του αποδεικτικού υλικού και συνεπώς, προβάλλονται απαράδεκτα, κατά το άρθρο 561 αρ. 1 ΚΠολΔ, διότι, υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας της έλλειψης νόμιμης βάσης, επιχειρείται να πληγεί η ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το Δικαστήριο της ουσίας.
Σε κάθε περίπτωση οι ανωτέρω αιτιάσεις είναι και ουσιαστικά αβάσιμες, εφόσον, στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως ήδη προναφέρθηκε εξειδικεύονται αναλυτικά, οι δανειακές συμβάσεις στις οποίες η αναιρεσείουσα συνεβλήθη ως εγγυήτρια, το εισόδημά της κατά τον επίδικο χρονικό διάστημα, η οικογενειακή της κατάσταση, η συνταξιοδότησή της, η περιουσία της, όπως και ότι μπορούσε να προβλέψει ότι υπήρχε το ενδεχόμενο αδυναμίας αποπληρωμής των υποχρεώσεών της προς τις πιστώτριες τράπεζες και αποδέχτηκε το ενδεχόμενο αυτό.
Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεώς, η αναιρεσείουσα επικαλούμενη τις περιεχόμενες στον πρώτο λόγο αναιρέσεως αιτιάσεις της, ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση με το να δεχτεί ότι δεν υπάγεται στις ευεργετικές διατάξεις του Ν. 3869/2010, λόγω υπάρξεως δόλου στην πρόκληση της μόνιμης αδυναμίας της να εκπληρώσει, ως εγγυήτρια τις αναφερόμενες δανειακές συμβάσεις, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 και αυτές των άρθρων 847, 855 ΑΚ, αφού η ενοχή της ως εγγυήτριας ήταν παρεπόμενη και επικουρική σε σχέση με αυτήν της πρωτοφειλέτριας, ήτοι ότι δεν πληρούται το πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010 περί συνδρομής δόλου με την ιδιότητα της εγγυήτριας. Το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο, με τις προαναφερθείσες παραδοχές του στο θέμα του ενδεχόμενου δόλου και επιπλέον με την αιτιολογία ότι: «το γεγονός ότι συμβλήθηκε με τις εφεσίβλητες ως εγγυήτρια δεν αίρει το δόλο της ως προς τη θέση της σε αδυναμία πληρωμών, διότι και η παροχή εγγύησης συνιστά ανάληψη υποχρέωσης», δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα διατάξεις. Επομένως, το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 1. Ν. 3869/2010 και αυτές των άρθρων 847 και 855 ΑΚ, απορριπτομένου ως αβασίμου και του δεύτερου λόγου αναιρέσεως.
[5] Μετά από αυτά, η αίτηση αυτή πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει), χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδάφ. β' του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ.6 εδάφ.β' του ίδιου ν.3869/2010, κατά το οποίο «[…] Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται», που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 882/2019).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25.07.2019 και με αύξοντα ειδικό αριθμό κατάθεσης 103/2019 αίτηση της Δ. Β. του Δ. για αναίρεση της 13945/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο. Και
Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Φεβρουαρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Απριλίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ