Legislator Case Law & Legislation
545/2018 AI generated

545/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 545/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 545 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 545/2018

Legislator headnote

AI generated

545/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 545 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 545/2018

Keywords

AI generated
previous legal status standing of property owner conversion of agricultural building public domain lapse of permanent residence permit denial of standing
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 545 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 545/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 24η Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Θεοδώρα Καραχάλιου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Των αναιρεσίβλητων:1. Ε. Κ. συζ. Γ., 2. Μ. Π. του Ε., 3.Γ. Π. του Ε., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Μ. Χαχλάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 3-8-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 49/2012 του ιδίου Δικαστηρίου, 47/2016 του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της ως άνω απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 27-11-2016 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξουσία του αναιρεσείοντος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτο από το δικονομικό μόνο δίκαιο. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 26 παρ. 11 του ν.2882/2001 "Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων " το δικαστήριο απέχει να εκδώσει απόφαση αναγνωρίσεως δικαιούχων της αποζημίωσης μεταξύ των άλλων περιπτώσεων και αν η κυριότητα του απαλλοτριουμένου ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα επ' αυτού πιθανολογείται ότι ανήκει στο δημόσιο, εάν δε το δικαστήριο απόσχει να εκδώσει τέτοια απόφαση, η κυριότητα του απαλλοτριουμένου και τα άλλα εμπράγματα δικαιώματα κρίνονται κατά την τακτική διαδικασία. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι στη δίκη που ανοίγεται μετά την αποχή, του δικαστηρίου για τους παραπάνω λόγους, να εκδώσει απόφαση για την αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημίωσης και η οποία (δίκη) διεξάγεται κατά την τακτική διαδικασία, κατόπιν σχετικής αγωγής του ενδιαφερομένου, κύριο αντικείμενο είναι η κυριότητα και τα άλλα εμπράγματα δικαιώματα επί του απαλλοτριουμένου ακινήτου, τα οποία κρίνονται στη δίκη αυτή, όχι δε η αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημίωσης, με παρεμπίπτον ζήτημα την κυριότητα. Επομένως και στην περίπτωση αυτή ασκείται αξίωση κυριότητας ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος επί του ακινήτου έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, με αποτέλεσμα για το παραδεκτό της σχετικής αγωγής να απαιτείται η κατά το άρθρο 8 παρ. 1 του ΑΝ 1539/1938, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 24 του Ν.2732/1999 προδικασία, προηγούμενη δηλαδή κοινοποίηση με δικαστικό επιμελητή προς το δημόσιο αίτησης που θα περιλαμβάνει τις αξιώσεις του απαιτούντος με τα αναφερόμενα στην ίδια διάταξη ειδικότερα στοιχεία, χωρίς την τήρηση της οποίας (προδικασίας), η αγωγή κηρύσσεται απαράδεκτη κατά τη ρητή διάταξη του παραπάνω άρθρου 8 παρ. 1. εδ.τελ του Ν.1539/1938. Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την 688/2003 απόφαση του Εφετείου Κρήτης καθορίσθηκε η οριστική αποζημίωση ακινήτων, που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά για λόγους δημόσιας ωφέλειας μεταξύ των οποίων και ακίνητο φερόμενο, ως ανήκον στη συγκυριότητα των αναιρεσιβλήτων. Οι τελευταίοι άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου αίτηση, με την οποία ζήτησαν να αναγνωρισθούν δικαιούχοι της αποζημίωσης, επί της οποίας εκδόθηκε η 113/2004 απόφαση αυτού, κατά την ειδική διαδικασία των απαλλοτριώσεων, με την οποία τούτο απέσχε από την έκδοση απόφασης για την αναγνώριση των αιτούντων ως δικαιούχων της αποζημίωσης αυτής, επειδή το αναιρεσείον, διάδικο στη δίκη εκείνη, πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι το απαλλοτριωθέν ακίνητο ανήκει στην κυριότητά του. Κατόπιν τούτων οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου την ένδικη τακτική αγωγή κατά του αναιρεσείοντος, στην οποία εξέθεταν ότι απέκτησαν τη συγκυριότητα του απαλλοτριωθέντος ακινήτου παραγώγως με ειδική διαδοχή και αιτία τη γονική παροχή, για την οποία συντάχθηκε συμβολαιογραφικό έγγραφο, που μεταγράφηκε νομοτύπως, αλλά και πρωτοτύπως με τακτική και έκτακτη χρησικτησία και ζήτησαν με τον πρόσθετο ισχυρισμό ότι το αναιρεσείον αμφισβητεί την κυριότητά τους, να αναγνωρισθούν συγκύριοι του επιδίκου, καθώς και δικαιούχοι της αποζημίωσης, που καθορίσθηκε γιαυτό, Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την αγωγή, η έφεση δε που άσκησαν κατά της εκκληθείσας πρωτοβάθμιας απόφασης οι αναιρεσίβλητοι έγινε κατ' ουσίαν δεκτή, με την προσβαλλομένη απόφαση που δέχθηκε τελικά την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη, Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή, λόγω μη τήρησης της προαναφερόμενης διοικητικής προδικασίας του άρθρου 8 παρ. 1 του Ν.1539/1938. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος καθ' όσον όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων για την έρευνα της βασιμότητας του λόγου, η διαδικασία αυτή τηρήθηκε με την επίδοση την 23-7-2008 δηλαδή πριν από την άσκηση της αγωγής (5-8-2009) από τους αναιρεσίβλητους στο αναιρεσείον της από 18-7-2008 αίτησής τους, στην οποία περιέγραφαν λεπτομερώς το επίδικο ακίνητο εξέθεταν τον τρόπο απόκτησης της συγκυριότητάς τους σ' αυτό, καθώς και τα ονόματα και τις διευθύνσεις των μαρτύρων τους οποίους πρότειίναν προς απόδειξη των αξιώσεών τους. Παράλληλα δε επέδωσαν στο αναιρεσείον τους τίτλους των ίδιων και των δικαιοπαρόχων τους, στους οποίους στηρίζουν τη συγκυριότητά τους στο απαλλοτριωθέν επίδικο ακίνητο, αλλά και τοπογραφικό διάγραμμα αυτού, που συντάχθηκε από τον πολιτικό μηχανικό Σ. Μ., όπως προκύπτει από την 1451β/23-7-2008 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ν. Τ..

Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του. Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 παρ.11περγ' Κ.Πολ.Δ. υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνον ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός, καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως. Επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που προσκομίσθηκαν με επίκληση, πρέπει για το παραδεκτό του λόγου αυτού, να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, να αναφέρεται δηλαδή ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε στο Εφετείο με τις έγγραφες προτάσεις του μέχρι του πέρατος της συζητήσεως μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση τα αποδεικτικά μέσα, που δεν έλαβε υπόψη το ίδιο δικαστήριο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε μετά από εκτίμηση των αποδείξεων κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα περιστατικά: "Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι το απαλλοτριούμενο ακίνητο, εμβαδού 362,70 τ.μ., που φέρει τον αριθμό ΚΠ …02 στον κτηματολογικό πίνακα, αποτελεί τμήμα μείζονος ακινήτου, εκτάσεως 1448,33 τ.μ, του οποίου είναι συγκύριοι κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου έκαστος και ως εκ τούτου είναι δικαιούχοι της σχετικής αποζημίωσης. Κατέθεσαν δε ενώπιον του ως άνω Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, αίτηση με την οποία ζητούσαν να αναγνωρισθούν δικαιούχοι της αποζημίωσης που καθορίσθηκε για το ως άνω απαλλοτριωθέν ακίνητο, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ.113/2004 απόφαση, με την οποία το Δικαστήριο κατά το άρθρο 26 παρ.11 του ν. 2881/2001, απείχε από την έκδοση απόφασης ως προς το επίδικο ακίνητο, διότι το καθ' ού Ελληνικό Δημόσιο προέβαλε δικαιώματα σύμφωνα με το υπ' αριθμ. 2643/9-2-2044 έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας του Δημοσίου. Ειδικότερα το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο επικαλείται ότι ολόκληρο το ακίνητο που αναφέρεται στην αγωγή και το απαλλοτριωθέν τμήμα του έχει καταγραφεί στη Διανομή 1939-1945 του Υπουργείου Γεωργίας σαν ποταμός με Νο 50 και ανήκει σε αυτό. Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι απέκτησαν το επίδικο ακίνητο δυνάμει του υπ' αριθμ. .../2000 νομίμως μεταγεγραμμένου συμβολαίου της Συμβολαιογράφου … Β. Β., με γονική παροχή από τον πατέρα τους Ε. Π.. Ότι το ανωτέρω ακίνητο απέκτησε ο ανωτέρω δικαιοπάροχος τους κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά του αποβιώσαντος το έτος 1956 πατέρα του Γ. Π. και κατά ποσοστό 2/3 εξ αδιαιρέτου με άτυπη αγορά από τα αδέλφια του Μ. και Σ. Π.. Ότι με την υπ αρ. 139/17.1.1990 αγωγή ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ηρακλείου που άσκησε ο δικαιοπάροχος πατέρας τους Ε. Π. εναντίον των παραπάνω αδελφών του (Μ. και Σ. Π.), επικαλούμενος έκτακτη χρησικτησία στηριζόμενη στα ίδια ως άνω πραγματικά περιστατικά, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ αριθμ. 138/1990 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου αυτός αναγνωρίσθηκε κύριος του εν λόγω ακινήτου εκτάσεως 1.360 τ.μ. .......... Επιπλέον, ότι ο απώτερος δικαιοπάροχος τους Γ. Π. (παππούς τους) μετά του Ζ. Π. του Ν. είχαν αποκτήσει κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος ακίνητο εκτάσεως 5 εργατών, κείμενο στην ίδια θέση, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1934 συμβολαίου αγοραπωλησίας του Συμβολαιογράφου … Ε. Γ., νομίμως μεταγεγραμμένου, από τους πωλητές Ζ. και Δ. Α., περιφραφόμενο ως άμπελος είδους ταχτά και εν μέρει σουλτανί με δύο συκάς συνορεύον με κτήματα Β. Χ., Ε. Π., Ι. Μ. και με ποταμό. (Στο συμβόλαιο αυτό δεν αναφέρεται ο εξ ανατολάς δρόμος καθότι τότε δεν υφίστατο). Ότι στους πωλητές (Ζ. & Δ. Α.) είχε περιέλθει εξ αγοράς παρά του Δ. Ι. Π. με το υπ αρ. .../3.2.1928 συμβόλαιο του συμβ/φου … Ε. Γ.. Ότι επίσης ο απώτερος δικαιοπάροχος παππούς τους Γ. Μ. Π. είχε αποκτήσει από την Ε. Σ. το γένος Ε. Α., δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1929 συμβολαίου αγοραπωλησίας, αγρό κείμενο στην ίδια θέση, εκτάσεως 1 περίπου εργάτου, με πλησιαστές Β. Ε. Α., Κ. Τ., ποταμό και ιδίου αγοραστή Γ. Π., ήτοι άμπελος ενός εργάτου που εφάπτεται του προηγούμενου ακινήτου. Ότι μετά τον θάνατο του δικαιοπαρόχου τους Γ. Π., οι κληρονόμοι του, με το υπ' αριθμ. 12028/4-2-1967 δηλωτικό αποδοχής κληρονομιάς, αποδέχθηκαν την επαχθείσα σε αυτούς κληρονομιά, δηλαδή ένα ακίνητο που είχε έκταση 4 περίπου στρεμμάτων, λόγω συνενώσεως των ανωτέρω ακινήτων και άτυπης διανομής που ακολούθησε την από τον κληρονομούμενο και τον Ζ. Π. αγορά που έγινε το έτος 1934 και ότι λόγω της άτυπης αγοραπωλησίας που έγινε μεταξύ των αδελφών το έτος 1965, αναγνωρίσθηκε εν τέλει η κυριότητα του επιδίκου στον Ε. Π. με την προαναφερόμενη απόφαση 462/1990 του Ειρηνοδικείου Ηρακλείου. Ωστόσο, από το προσκομιζόμενο από το εναγόμενο απόσπασμα του διαγράμματος των ανταλλάξιμων εκτάσεων της διανομής ετών 1939-1945 του Υπουργείου Γεωργίας και το αντίγραφο αποσπάσματος του κτηματολογικού πίνακα της ανωτέρω διανομής, ολόκληρο το επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται στο υπ' αριθμ. 50 τεμάχιο της διανομής 1939-1945, συνολικής έκτασης 20.710 τ.μ, το οποίο ανήκει στην ιδιοκτησία του Ελληνικού Δημοσίου και εμπίπτει στον Γ. ποταμό. Ακολούθως και στο από Δεκεμβρίου 2000 κτηματολογικό διάγραμμα της προαναφερθείσας απαλλοτρίωσης, που έχει συντάξει ο τοπογράφος μηχανικός Μ. Α., το υπ' αριθμ. ΚΠ …02 ακίνητο, απεικονίζεται εντός των ορίων του Γ. ποταμού. Περαιτέρω, κατά την προσκομιζόμενη ιδιωτική γνωμοδότηση του τοπογράφου μηχανικού Ε. Α. αναφέρεται ότι στο διάγραμμα η ανατολική πλευρά του Γ. ποταμού στη διανομή του 1939-1945 εμφανίζεται στο μέσον περίπου 33,64 μέτρα ανατολικότερα καλύπτοντας όλες τις ιδιοκτησίες. Κρίνεται δε σκόπιμο να ερευνηθεί εάν έχει γίνει μετακίνηση κατά 30 μέτρα περίπου της θέσης του Γ. ποταμού στο σημείο αυτό. Απολύτως χρήσιμα στοιχεία για την εξέταση του θέματος αυτού αποτελούν οι συνημμένες στην ανωτέρω γνωμοδότηση αεροφωτογραφίες των ετών 1945, 1960 και 1968, από την στερεοσκοπική παρατήρηση των οποίων και τη διαχρονική σύγκριση αυτών, προκύπτει ότι η θέση του ποταμού παραμένει πρακτικώς αναλλοίωτη μεταξύ των χρονολογιών αυτών, δηλαδή ότι δεν υπάρχει μεταβολή η οποία να καταγράφεται από τα τεκμήρια που χρησιμοποιούνται για την ερμηνεία τους σε σχέση με την ακρίβεια παραγωγής των μέσων αυτών και επίσης το επίδικο ακίνητο υπάρχει και καλλιεργείται από τότε δηλαδή το 1945. Η αεροφωτογραφία δε του 1945 θεωρείται προγενέστερη της διανομής αν ληφθεί υπόψη ότι η κύρωση της διανομής Ηρακλείου έγινε με την 71550/11.4.1951 απόφαση και δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 76/11-4-1951 γεγονός που καταδεικνύει ότι η θέση του ποταμού ήταν η ίδια προ της διανομής και εφεξής. Ομοίως και στην αεροφωτογραφία του 1960 το επίδικο φαίνεται καλλιεργούμενο αμπέλι στα όρια του 47 και 95. Επίσης, και στις συνημμένες ορθοφωτογραφίες του 1994 σε συσχετισμό με την ορθοφωτογραφία 1994, Φ.Χ. 9518/5,6 ΓΥΣ και την ορθοφωτογραφία 1994, Φ.Χ. ΓΥΣ εκδόσεως 1968 διαγράμματος διανομής 1939-1945, η κατάσταση παραμένει πρακτικά αναλλοίωτη, αφού υπάρχει ταύτιση του διαγράμματος, υπάρχει άμεση εικόνα της απόκλισης της διανομής 1939-1945 από την μετέπειτα του 1968 κατάσταση και είναι υπαρκτή η αποτύπωση του επιδίκου με ορθογώνιο σχήμα αμπέλι και τον πέριξ χώρο αγρό με δένδρα όπως υφίστανται και σήμερα. Το γεγονός δε ότι το επίδικο δεν προήλθε από διαδικασία κτηματολογικού ελέγχου και εμφανίζεται εντός της ευρύτερης έκτασης ως ποταμός με αριθμό 50 και έκταση 20.170 τ.μ. ως ανήκον στο δημόσιο, δεν προσδίδει αποδεικτική ισχύ ούτε αποξενώνει τους ενάγοντες από την κυριότητα επ' αυτού καθότι αυτό προϋπήρχε της διανομής, δεν λογίσθηκε ως κλήρος, δεν ήταν ανταλλάξιμη γη και δεν παραχωρήθηκε προς διεύρυνση του ποταμού, δεδομένου ότι ο ποταμός στην περιοχή του επιδίκου είχε το 1945 προ της κυρώσεως της διανομής την ίδια θέση όπως σήμερα και δεν υπήρχε καμία μετατόπιση. Τα όρια του Γ. ποταμού έχουν αποδεικτική ισχύ μόνο στα σημεία που είναι συγχρόνως και όρια κληροτεμαχίων και όχι σε αυτά που αποτελούν ξένη ιδιοκτησία εκτός κληροτεμαχίων, όπως εν προκειμένω το ακίνητο Π. που κείται χωρίς κτηματολογική εγγραφή, αφού δεν μεσολάβησε υπόδειξη ορίων στην Επιτροπή Απαλλοτριώσεων κατά τις διατάξεις του Αγροτικού Κώδικα. Ωστόσο, στο απόσπασμα της διανομής για τα υπ αρ. 94 και 95 ακίνητα που δεν αναφέρονται σε κληρούχους και αναφέρονται με φερόμενους ιδιοκτήτες (Μ. κλπ και Α. αντίστοιχα), υπάρχει παρατήρηση ότι τα παρεχόμενα για τις ιδιοκτησίες αυτές στοιχεία έχουν προέλθει από οριοδειξία και δεν έχουν αποδεικτική ισχύ. Αποδείχθηκε επομένως, ότι το ανωτέρω ακίνητο υφίστατο προ της διανομής 1939-1945 και σε όλους τους προαναφερόμενους τίτλους των εναγόντων περιγράφεται ως αμπέλι ταχτά εν μέρει σουλτανί, γεγονός που σημαίνει ότι ήταν ανέκαθεν καλλιεργήσιμη έκταση διαχρονικά ήτοι άμπελος πριν την ανταλλαγή των πληθυσμών του 1923. Εξάλλου, δεν προέκυψε ότι αυτό καλυπτόταν από τον Γ. ποταμό εφόσον πάντοτε καλλιεργούνταν από τους δικαιοπαρόχους των εναγόντων από το έτος 1928 ως αμπέλι. Τα επικαλούμενα δε από τους ενάγοντες συμβόλαια δεν αφορούν άλλο - διαφορετικό ακίνητο και δη το ΚΠ 110 που εσφαλμένα επικαλείται το εναγόμενο, αφού αυτό (ΚΠ …10) στο διάγραμμα της απαλλοτρίωσης βρίσκεται ανατολικότερα του δρόμου και δεν έχει δυτικό όριο. το Γ. ποταμό όπως αναφέρεται στους τίτλους των εναγόντων και των δικαιοπαρόχων τους (όπως και το 110 του διαγράμματος της διανομής). Σε αυτό δε, αναγνωρίσθηκαν ήδη δικαιούχοι οι ενάγοντες με τίτλο κτήσεως το προαναφερόμενο συμβόλαιο (.../2000) γονικής παροχής, με το οποίο μεταβιβάσθηκαν σε αυτούς και τα δύο ακίνητα, δηλαδή το επίδικο και αυτό του ΚΠ 110. Εξάλλου, από τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία και ιδίως από τις προαναφερόμενες αεροφωτογραφίες που ανάγονται από το 1945, Φ.Χ. ΓΥΣ και ορθοφωτογραφίες 1994, δεν προέκυψε ότι η κοίτη του Γ. ποταμού έχει σταδιακά περιορισθεί με αποτέλεσμα να αποκαλυφθεί η επίδικη έκταση λόγω μερικού περιορισμού του εύρους του ποταμού, δεδομένου ότι η θέση αυτού στην περιοχή του επιδίκου παραμένει αμετάβλητη από τότε μέχρι και σήμερα, ενώ η επίδικη έκταση ανέκαθεν και προ του εποικισμού των προσφύγων καλλιεργείτο διαχρονικά εν μέρει ως άμπελος και εν μέρει ως αγρός με εποχιακές καλλιέργειες, υπάρχει ακόμη οψιγιάς και περίφραξη. Δεν δύναται συνεπώς να χαρακτηρισθεί ως εκτός συναλλαγής πράγμα και ανεπίδεκτο χρησικτησίας ούτε να θεωρηθεί ότι λόγω περιορισμού της κοίτης ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο (αρ. 968 ΑΚ). Εμφανώς ασκούσαν σε αυτό διακατοχικές πράξεις νομής και κατοχής οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων κατά τον τρόπο που προαναφέρθηκε, ενεργώντας επίβλεψη, καλλιέργεια αμπέλου, κατασκευή οψιγιά, καλλιέργεια δένδρων και κηπευτικών, περίφραξη, σύνταξη τοπογραφικού κλπ, τις οποίες συνέχισαν ανενόχλητα οι ενάγοντες καθιστάμενοι κύριοι αυτού με τα προσόντα της τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας ". Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ότι δηλαδή το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη και δε συνεκτίμησε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων το από 15-4-2010 φωτογραφικό απόσπασμα του διαγράμματος των ανταλλάξιμων εκτάσεων της διανομής των ετών 1939-1945 του Υπουργείου Γεωργίας, το οποίο νομίμως προσκόμισε και επικαλέσθηκε το αναιρεσείον με τις προτάσεις του στο δικαστήριο της ουσίας, προς απόδειξη της ουσιαστικής βασιμότητας της ενστάσεως του περί ιδίας κυριότητας. Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των προτάσεων του αναιρεσείοντος στο δικαστήριο της ουσίας, ως διαδικαστικού εγγράφου για την έρευνα της βασιμότητας του αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι επικαλέσθηκε και δήλωσε ότι προσκομίζει το παραπάνω έγγραφο, επί πλέον δε επικαλέσθηκε και δήλωσε ότι προσκομίζει για τον ίδιο λόγο και άλλα αποδεικτικά μέσα. Περαιτέρω από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλομένη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε αφού έλαβε υπόψη μεταξύ άλλων αποδεικτικών μέσων και όλα τα έγγραφα, τα οποία είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως οι διάδικοι και από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, στο οποίο το έγγραφο αυτό ρητώς αναφέρεται, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το έλαβε υπόψη και το συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις.

Συνεπώς ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.) μειωμένη κατά τα άρθρα 22 παρ. 1, 3 του Ν.3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 Εισ.Ν. Κ.Πολ.Δ., 5 παρ. 12 του Ν.1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27-11-2016 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, περί αναιρέσεως της 47/2016 απόφασης του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσόν των τριακοσίων(300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 21η Φεβρουαρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 15η Μαρτίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ