Legislator Case Law & Legislation
545/2017 AI generated

545/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 545/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 545 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

545/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 545 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Keywords

AI generated
access to property termination of agricultural lease conversion of agricultural building land readjustment retrocession of land boundary setback compliance
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 545 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 545/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο , Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ιεράς Μονής ... (ΝΠΔΔ) που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Γεώργιο Χριστόπουλο και Αριστομένη Λαγιανδρέου.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δήμου ..., ως καθολικού διαδόχου του Δήμου ..., που επίσης διαδέχθηκε καθολικά την πρώην Κοινότητα ... ..., νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον ... του, εδρεύοντος στον ... ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Στέφανο Οικονόμου, 2) Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας-Περιφερειακής Ενότητας ..., που διαδέχθηκε σε δικαιώματα και υποχρεώσεις την καταργηθείσα Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση ... (ΝΑΧ) Ν 3852/2010 Καλλικράτης, εδρεύουσας στο Διοικητήριο ..., νόμιμα εκπροσωπούμενης από τον … αυτής, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Μαρία Σαμαρά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-8-20016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 12-9-2008 πρόσθετη παρέμβαση της ήδη 2ης αναιρεσίβλητης, υπέρ του 1ου αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:74/2010 του ιδίου Δικαστηρίου, 2290/2013 Εφετείου Θεσσαλονίκης .

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα, με την από 28-7-2014 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικήτας Χριστόπουλος, ανέγνωσε την από 7-1-2015 έκθεση του αποχωρήσαντος από την υπηρεσία, Εισηγητή Αρεοπαγίτη Νικολάου Μπιχάκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος του 1ου των αναιρεσίβλητων να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 558 ΚΠολΔικ, που ορίζει ότι η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων, οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, συνάγεται, ότι ως διάδικοι, κατά των οποίων απευθύνεται παραδεκτά η αναίρεση, νοούνται μόνο οι αντίδικοι του αναιρεσείοντος, όχι δε και τυχόν άλλοι διάδικοι που μετείχαν στη δίκη, χωρίς όμως να είναι αντίδικοι του αναιρεσείοντος και συνεπώς, αν η αναίρεση στρέφεται και κατά τέτοιων διαδίκων, απορρίπτεται ως απαράδεκτη, εφόσον η απόφαση δεν περιέχει διάταξη ή αιτιολογία υπέρ αυτού, η οποία να βλάπτει τον αναιρεσείοντα. Κύριος διάδικος υπό την προεκτεθείσα έννοια δεν είναι ο τρίτος που παρεμβαίνει προσθέτως υπέρ κάποιου διαδίκου, εκτός αν ανέλαβε το δικαστικό αγώνα, κατ` άρθρο 85 ΚΠολΔικ. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η 2290/2013 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και κατά παραδοχή της έφεσης της ήδη αναιρεσείουσας [ενάγουσας], εξαφάνισε την 74/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ... και δέχθηκε, κατά ένα μέρος ως ουσιαστικά βάσιμη την από 22-7-2006 αρνητική της κυριότητας αγωγή της. Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση ..., την οποία διαδέχθηκε η Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας-Περιφερειακή Ενότητα ..., είχε ασκήσει ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του αρχικά εναγομένου Δήμου ..., η δε έφεση της αναιρεσείουσας κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου απευθύνθηκε και κατ’ αυτής. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που απευθύνεται κατά της ως άνω δεύτερης αναιρεσίβλητης, περί της οποίας η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από αυτήν προκύπτει, δεν περιέχει διάταξη ή αιτιολογία που να βλάπτει την αναιρεσείουσα, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Κατά τα λοιπά αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔικ 552, 553, 556, 558. 564, 566 παρ.1). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔικ 577 παρ. 3).

Κατά τα άρθρα 1, 2 και 3 του οθωμανικού νόμου της 7 Ραμαζάν 1274 (καθ’ ημάς 1856) και το προ ισχύσαν αυτού μουσουλμανικό δίκαιο, οι γαίες διακρίνονταν στις εξής πέντε κατηγορίες: α) Τις γαίες καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), όπως οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες κλπ, των οποίων την κυριότητα είχε αυτός που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία περί μεταβίβασης, β) τις δημόσιες γαίες (μιριγιέ), όπως τα καλλιεργήσιμα χωράφια, βοσκοτόπια, δάση κλπ, των οποίων η κυριότητα ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο και επί των οποίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ), γ) τις αφιερωμένες γαίες (βακούφια), των οποίων η χρήση και εκμετάλλευση γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού και οι οποίες θεωρούνταν ως πράγματα εκτός συναλλαγής, δ) τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες (μετρουκέ), όπως οι δημόσιοι δρόμοι, οι πλατείες κλπ, οι οποίες ήταν προορισμένες για τη κοινή χρήση και ανήκαν στο Δημόσιο και ε) τις νεκρές γαίες (μεβάτ), όπως τα βουνά, τα ορεινά και πετρώδη μέρη, τα αδέσποτα δάση κλπ, οι οποίες αποτελούσαν γαίες που κανείς δεν κατείχε, δεν εξουσίαζε και δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο Δημόσιο. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2§7 του ν. 147/1914 στις ..., οι οποίες βρίσκονταν προηγουμένως κάτω από την άμεση επικυριαρχία του Οθωμανικού Κράτους, διατηρούνται σε ισχύ οι διατάξεις του Οθωμανικού Δικαίου "περί γαιών", οι οποίες ρυθμίζουν τα σχετικά με την κτήση δικαιωμάτων ιδιωτικής φύσεως επ’ αυτών, ενώ οι δικαιοπραξίες γι’ αυτά συντελούνται εφεξής κατά τους Ελληνικούς Νόμους. Στην κατηγορία των Νέων Χωρών ανήκει και η Μακεδονία, στην οποία από 1.2.1914 άρχισε να ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 2 § 3 του ίδιου ως άνω νόμου (147/1914), η Ελληνική Νομοθεσία. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 51 και 55 του ΕισΝΑΚ, η κτήση κυριότητας ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος, που έλαβε χώρα πριν από την εισαγωγή του ΑΚ, κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε κατά το χρόνο κατά τον οποίο έγιναν τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται για την κτήση αυτών, ενώ η προστασία τους διέπεται εφεξής από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Οθωμανικού Νόμου "περί γαιών" της 7 Ραμαζάν 1274 (καθ’ ημάς 1856), του οποίου οι διατάξεις, που ρυθμίζουν τα δικαιώματα ιδιωτικής φύσεως σ’ αυτές, διατηρήθηκαν σε ισχύ στις ..., με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν.147/1914, "δημόσιαι γαίαι είναι οι λειμώνες, οι αγροί, αι χειμερινοί και θεριναί βοσκαί, τα δάση και οι παρόμοιοι τόποι", των οποίων η κυριότητα ανήκει στο Τουρκικό Δημόσιο (βλ. και αρθρ. 4, 9, 12, 34 και 49 του ίδιου νόμου). Η παραχώρηση στους ιδιώτες των παραπάνω ακινήτων, τα οποία αποτελούν την κατηγορία των δημοσίων γαιών (εραζϊί-εμιριγιέ) γίνεται με τη χορήγηση από το κράτος εγγράφου τίτλου, ονομαζόμενου "ταπί", το οποίο φέρει το μονόγραμμα (τουγρά) του Σουλτάνου, με το οποίο παρέχεται σ’ αυτούς δικαίωμα, όχι κυριότητας, αλλά διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ), αντικείμενο της οποίας είναι η αναφερόμενη στον τίτλο χρήση του εδάφους. Εξαίρεση του κανόνα ότι μόνο με τίτλο (ταπί) αποκτάται το δικαίωμα εξουσιάσεως για ορισμένη χρήση των δημοσίων γαιών καθιερώνει το άρθρο 78 του ίδιου παραπάνω νόμου "περί γαιών", σύμφωνα με το οποίο, εάν κάποιος καταλάβει και καλλιεργήσει δημόσιες και αφιερωμένες γαίες για δέκα (10) έτη, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση από το Δημόσιο, αποκτά δικαίωμα εγκαταστάσεως και είτε έχει έγκυρο τίτλο, είτε δεν έχει, οι γαίες δεν θεωρούνται σχολάζουσες, αλλά δίδεται σ’ αυτόν δωρεάν νέος τίτλος. Από το σαφές περιεχόμενο της παραπάνω διατάξεως, την ερμηνευτική εγκύκλιο του Υπουργείου Δικαιοσύνης της 28 Σεφέρ 1304, του άρθρου 13 του νόμου "περί εγγράφων ταπίων" της 8 Δζεμαγηλ Αχίρ 1275 (καθ’ ημάς 1857), του άρθρου 2 των διασαφητικών διατάξεων περί ταπίων της 15 Σαμπάν 1276, αλλά και το σύνολο των διατάξεων του νόμου περί γαιών (ειδικότερα των άρθρων 9, 30, 71), συνάγεται ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την απόκτηση του δικαιώματος αυτού της μονίμου εγκαταστάσεως είναι όχι μόνο η συνεχής επί δέκα (10) έτη κατοχή, αλλά και η ταυτόχρονη καλλιέργεια της γης. Επομένως, η διάταξη του άρθρου 78 έχει εφαρμογή μόνο επί καλλιεργήσιμων γαιών και όχι επί οικοπέδων και κήπων, έστω και αν καλλιεργούνται με κηπευτικά και με οπωροφόρα δένδρα, ούτε επί των λοιπών δημοσίων γαιών [λειμώνων, δασών, χειμερινών και θερινών (δηλαδή βοσκοτόπων) και παρόμοιων τόπων], οι οποίες εξουσιάζονταν μόνο με έκδοση εγγράφου τίτλου [ταπίου] κατ’ εφαρμογή και των άρθρων 2 και 3 των οδηγιών της 23 Μουχαρέμ 1923 (1875) "περί εξελέγξεως τίτλων δασών" [ΟλΑΠ 609/1963]. Περαιτέρω, με το διάταγμα 2468/1917 της προσωρινής Κυβερνήσεως Θεσσαλονίκης (άρθρο 2 αυτού), το οποίο κυρώθηκε με το Ν. 1072/1917, καταργήθηκε κατά βάση ο θεσμός των δημοσίων γαιών του οθωμανικού δικαίου. Από της ισχύος του ως άνω διατάγματος, δηλαδή από 20-5-1917, ως προς τους καλλιεργούμενους και μόνο αγρούς το δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ) μεταβλήθηκε σε δικαίωμα πλήρους και οριστικής κυριότητας των 4/5 εξ αδιαιρέτου, του υπολοίπου 1/5 εξ αδιαιρέτου παραμείναντος στο Δημόσιο, ενώ ο Ν.2052/1920 επαναλαμβάνει στα αρθρ. 49 επ. τις διατάξεις του διατάγματος 2468/1917. Στη συνέχεια με τα άρθρα 101-104 του διατάγματος της 11/12-11-1929, που εκδόθηκε κατά εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του Ν. 4226/1929 και τροποποιήθηκε με τα άρθρα 17, 18 και 19 του νόμου 1540/1938, παραχωρήθηκε στους ιδιοκτήτες των 4/5 και το υπόλοιπο 1/5 εξ αδιαιρέτου και έτσι αυτοί που είχαν αποκτήσει δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως έγιναν καθ’ ολοκληρίαν κύριοι του ακινήτου και χωρίς εγγραφή στα βιβλία μεταγραφών. Η κυριότητα δε όλων των λοιπών κατηγοριών δημοσίων γαιών με την απελευθέρωση των νέων χωρών κατά το 1912 περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο δικαιώματι πολέμου βάσει διεθνών συνθηκών (άρθρο 60 της Συνθήκης της Λωζάνης), σε συνδυασμό με τα άρθρα 1, 7 και 27 της συμφωνίας μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, που κυρώθηκε με το ν. 4793/1930 και της από 21.6.1924 απόφασης της μικτής επιτροπής ανταλλαγής πληθυσμών ή με τις διατάξεις του οθωμανικού νόμου περί γαιών που διατηρήθηκε σε ισχύ, όπως παραπάνω αναφέρεται. Τέλος, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1248 και 1614 του οθωμανικού ΑΚ, που δεν αναγνώριζαν το θεσμό της χρησικτησίας ως τρόπο κτήσης της κυριότητας σε ακίνητα, 1 και 2 του ν. 197/1914, που επέκτεινε την ισχύ της ελληνικής νομοθεσίας σε διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, που προέβλεπαν το θεσμό της χρησικτησίας στις ..., το ν.δ. της 22.4/16.5.1926, με το οποίο απαγορεύτηκε από 11.5.1915 και μετέπειτα οποιαδήποτε κτητική ή αποσβεστική παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα ακίνητα της κυριότητας του και των άρθρων 2 και 4 ν. 1539/1938, που περιέχει όμοιες προς το άνω διάταγμα διατάξεις, σαφώς προκύπτει ότι δεν είναι δυνατή η υπό τρίτου κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε ακίνητο της κυριότητας του Δημοσίου που κείται στις .... Εξάλλου σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 122 του νόμου "περί γαιών" της 7 Ραμαζάν 1274, στις μοναστηριακές γαίες ανήκαν, κατά μεν την παρ. 1 αυτού, οι ανέκαθεν προσαρτημένες στις I. Μονές με πλήρη δικαιώματα κυριότητας, αρκεί η "προσάρτηση" τους αυτή να ήταν καταχωρημένη με αντίστοιχη εγγραφή στο αυτοκρατορικό Οθωμανικό κτηματολόγιο (defterhane), που αποτελούσε συστατικό τύπο της επικαλούμενης κυριότητας, οπότε αυτές δεν εξουσιάζονταν με τίτλο (ταπί) ούτε υπήρχε δυνατότητα να αγορασθούν ή να πωληθούν και για αυτές δεν ίσχυαν, ούτε εφαρμόζονταν, οι κοινές διατάξεις του οθΝπΓαιών, κατά δε την παρ. 2, οι κοινές δημόσιες γαίες, οι οποίες αποτελούσαν και αυτές "προσαρτήματα" των I. Μονών, εξουσιάζονταν με τίτλο (ταπί) όχι απ’ ευθείας στο όνομα της Μονής, αλλά με το όνομα του Μ., εξακολουθούσαν δε να υπάγονται στην ίδια κατηγορία των δημόσιων γαιών του άρθρου 3 του οθνπΓαιών (arazi-i emiriye), εφαρμόζονταν δε σ’ αυτές οι διατάξεις οι σχετικές με την εξουσίασή τους με τίτλο (ταπί) του οθΝπΓαιών. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 4 παρ.1 του ίδιου νόμου, στις αφιερωμένες (βακουφικές) γαίες, ανήκαν α) οι αληθώς ιδιόκτητες γαίες (γνήσια βακούφια), οι οποίες είχαν αφιερωθεί σύμφωνα με τον ιερό νόμο, η δε ιδιοκτησία και τα λοιπά δικαιώματα τους ανήκαν στο αφιέρωμα. Επ’ αυτών δεν εφαρμόζονταν οι διατάξεις του πολιτικού νόμου, αλλά η αποκλειστική κυριότητα και λοιπή διαχείριση διέπονταν από τις διατάξεις και τους όρους του αφιερωτή. Για την ίδρυση ενός γνησίου βακουφίου, απαιτείτο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 12, 35,41 του νόμου περί Βακουφιών της 19ης Τζεμαζήλ-Αχίρ 1280 (1862), του άρθρου 1 των οδηγιών "περί της ενεργείας των αναγκαίων πράξεων επί των υπό του Ντεφτερχανέ εκδιδομένων τίτλων των εν Κωνσταντινουπόλει και εν ταις επαρχίαις κειμένων εστεγασμένων και προσοδοφόρων βακουφιών" της 23ης Μαρτίου 1292 (1876) και τις Οδηγίες του Υπουργείου κτηματολογίου της 7ης Σαφέρ 1308 (1890), η έκδοση ιεροδικαστικής αποφάσεως, βάσει της οποίας ο ιερονομικός κρατικός σύμβουλος (σεϊχουλ ισλάμης) εξέδιδε γνωμοδότηση (φετφά), που μεταγραφόταν σε ειδικά κτηματολογικά βιβλία ως ιδρυτικός τίτλος του βακουφίου, χωρίς να εκδίδει τίτλο στο όνομα του βακουφίου, διότι ο οθωμανικός νομός αγνοούσε τη νομική προσωπικότητα του αφιερώματος, τη διεύθυνση και διεξαγωγή των υποθέσεων του οποίου είχε ο οριζόμενος με αφιερωτήριο ή διοριζόμενος από το δικαστή έφορος (μουτεβελή), ενώ ο προβλεπόμενος συστατικός τύπος αφορούσε την απόδειξη βακουφίου, που συνιστάται μετά την ισχύ του νόμου αυτού, δεδομένου ότι προηγουμένως μπορούσε να συσταθεί με απλή δήλωση του αφιερωτή περί του αφιερώματος, περιεχόμενη όμως σε γνώση άλλων και β) Οι γαίες που είχαν αποσπασθεί από δημόσιες γαίες και είχαν αφιερωθεί, από τον Σουλτάνο ή με άδεια του από άλλα άτομα, για ορισμένες σκοπούς, η ιδιοκτησία των οποίων ανήκε στο δημόσιο και μόνο ορισμένες ωφέλειες τους είχαν παραχωρηθεί στο αφιέρωμα (μη γνήσια βακούφια). Οι αφιερωμένες γαίες αυτού του είδους, οι οποίες καθόλα τα άλλα σε τίποτε δεν διαφέρουν των λοιπών δημοσίων γαιών και υπάγονται στον περί γαιών νόμο και όχι στις περί βακουφικών διατάξεις του ιερού μουσουλμανικού δικαίου, ανήκουν, και μετά την αφιέρωση, κατά ψιλή κυριότητα στην πολιτεία και φέρουν την ονομασία "αφιέρωμα", αλλά μόνες οι ανήκουσες στην πολιτεία πρόσοδοι, όπως είναι η δεκάτη και άλλοι φόροι από τη γη έχουν ειδικώς αφιερωθεί υπέρ ευαγούς σκοπού. Οι ανωτέρω περί γαιών διατάξεις της τουρκικής νομοθεσίας ρητώς αναγνωρίσθηκαν από την ελληνική Πολιτεία και διατηρήθηκαν σε ισχύ στις ..., οι οποίες διατελούσαν παλαιότερα υπό τη κυριαρχία του οθωμανικού κράτους, με το άρθρο 2 του ν.147/1914,όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 9 του ν.262/1914. Ενόψει δε του ότι το οθωμανικό δίκαιο αγνοούσε την έννοια του νομικού προσώπου, και επομένως, εκτός των άλλων, και οι Μονές δεν αναγνωρίζονταν ως υποκείμενα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, με το άρθρο 3 παρ. 6 του ν.2508/1920 "περί εξακριβώσεως και διαχειρίσεως των περιουσιακών πόρων των εν τοις ... από Τουρκοκρατίας Χριστιανικών Κοινοτήτων" ορίστηκε ότι, τα ακίνητα των οποίων τη διαχείριση, ως πραγμάτων που ανήκουν σ’ αυτές είχαν, κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας, οι αρχές και επιτροπές των ορθόδοξων κοινοτήτων ή των επί μέρους ιδρυμάτων που υπάγονται σ’ αυτές, στα οποία, όπως είναι φανερό περιλαμβάνονται και τα παντός είδους νομικά πρόσωπα, των οποίων ακινήτων τις προσόδους οι ανωτέρω αρχές ,επιτροπές, ιδρύματα και νομικά πρόσωπα διέθεταν για την εξυπηρέτηση κάποιου από τους σκοπούς που μνημονεύονται στο νόμο αυτό, μεταξύ των οποίων και οι κοινωφελείς, αναγνωρίζονται ως περιουσίες τους, που έχουν αποκτηθεί νομίμως και αν ακόμη τίτλοι τους έχουν εκδοθεί στο όνομα ιδιωτών ή αν εμφιλοχωρεί κάποια ακυρότητα κτήσεως κατά τον οθωμανικό νόμο, είτε λόγω ελλείψεως ικανότητας προς κτήση από το αποκτών νομικό πρόσωπο, είτε λόγω του ανεπίδεκτου μεταβιβάσεως του ακινήτου με πράξη αιτία θανάτου, είτε για μη τήρηση των νόμιμων διατυπώσεων κατά την μεταβίβαση. Με τη διάταξη αυτή έπαψε να υπάρχει εξ υπαρχής η ανικανότητα των εν γένει χριστιανικών καθιδρυμάτων, επομένως και των νομικών προσώπων, να αποκτήσουν κυριότητα, η οποία υπήρχε στο παρελθόν σύμφωνα με το καθεστώς το οποίο ίσχυε επί τουρκοκρατίας (ανυπαρξία νομικών προσώπων), η κτήση, όμως, αυτή της κυριότητας από τα πιο πάνω ιδρύματα και νομικά πρόσωπα δεν επερχόταν αμέσως από το νόμο, αλλά, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1 εδ. β’ και 6, 11 παρ. 1, 14 παρ. 1, 15 παρ. 1, 16, 19 παρ. 1 και 2 και 21 παρ. 1 του νόμου αυτού, μετά την τήρηση των διατυπώσεων που αναφέρονται στο νόμο αυτό και την, μετά από τη νόμιμη συλλογή και εξακρίβωση των αναγκαίων στοιχείων, αναγνώρισή της με απόφαση των αρμοδίων κατά τη διάταξη του άρθρου 11 επιτροπών (ΟλΑΠ 1741/1980). Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔικ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της. Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΟλΑΠ 9/2013). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔικ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά. Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (ΟλΑΠ 9/2016, ολΑΠ 9/2013 ολΑΠ 24/1992). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε με αυτήν ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: «Επίδικα ακίνητα, μετά την απόρριψη ως αόριστης της αγωγής όσον αφορά το υπ’ αριθμ. … τεμάχιο, είναι τα υπ’ αριθμ. ... τεμάχια, καθώς και δρόμοι στρ. 8,922 και τ.μ., 0,312, [συνολικά 47], όπως αυτά προσδιορίζονται στα σχετικά τοπογραφικά σχεδιαγράμματα των οριστικών διανομών των ετών 1943 και 1959 και τα οποία βρίσκονται στην κτηματική περιφέρεια της άλλοτε Κοινότητας .... Με την υπ’ αριθμ. 114215/25-9-1924 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας (ΦΕΚ Β/27-9-1924) κηρύχθηκε απαλλοτριωτέο το ... "..." προς εγκατάσταση ακτημόνων καλλιεργητών, γηγενών και προσφύγων, της Κοινότητας ... και με την υπ’ αριθμ. 47287/23-5-1931 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, που εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 59 του τότε ισχύοντος Αγροτικού Νόμου, επιτράπηκε η πρόοδος της διαδικασίας της απαλλοτριώσεως, όλων των αγροκτημάτων, που τελούσαν υπό απαλλοτρίωση στη χώρα, χωρίς προηγούμενη καταμέτρηση και σχεδιάγραμμα, προκειμένου να αντιμετωπισθεί το οξύτατο πρόβλημα που αντιμετώπιζε η χώρα για την αποκατάσταση των ακτημόνων, γηγενών και προσφύγων από τη Μικρά Ασία και για το λόγο ότι κατά το χρόνο εκείνο οι τεχνικές υπηρεσίες αυτής ήταν ολιγάριθμες και τα τεχνικά μέσα ανεπαρκή. Στα πλαίσια των ως άνω υπουργικών αποφάσεων, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. ...-9-1931 απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων νομού .... Κατά τη δημόσια συνεδρίαση αυτής δεν παραστάθηκε ούτε η ενάγουσα I. Μονή, ούτε το Ελληνικό Δημόσιο, ούτε βέβαια η πρώτη κατέθεσε οποιοδήποτε τίτλο κυριότητας του αγροκτήματος. Η επιτροπή, μακροσκοπικά, προσδιόρισε ότι το υπό απαλλοτρίωση ... ορίζεται ανατολικά με κτηματική περιοχή του χωρίου ..., προς νότο με θάλασσα (κόλπον ...), προς δυσμάς με κτηματική περιοχή του ... και προς βορά με κτηματική περιοχή του αυτού ... και με κτηματικές περιοχές των χωρίου ... και υπολόγισε, ομοίως, μακροσκοπικά, ήτοι χωρίς εμβαδομέτρηση και τοπογράφηση, τη συνολική έκταση του αγροκτήματος "..." σε 6.450 στρέμματα και την κατένειμε σε επτά κατηγορίες: 1)καλλιεργούμενη και καλλιεργήσιμη μαζί με τον αμπελότοπο και την περιλαμβανομένη δασώδη έκταση, η οποία αποτελούνταν από μικρά τεμάχια, που είχαν κριθεί από τη δασική υπηρεσία εκχερσωτέα, περίπου 1.450 στρεμμάτων, 2) δασώδεις μικρές εκτάσεις, που παρεμβάλλονται και δύνανται να χρησιμοποιηθούν για βοσκή και για εμβολιασμό άγριων ελαιόδεντρων, περίπου 1.850 στρεμμάτων, 3) δάσος καλώς συγκροτημένο από πεύκα και βραχύκορμα δέντρα, το οποίο κείται άνωθεν της θέσεως ... και προς τα κτηματικά όρια ...-..., περίπου 3.000 στρεμμάτων, 4) χώρο που καταλαμβάνουν τα κτίρια του ..., 15 στρεμμάτων, 5)χώρο που καταλαμβάνει ο προσφυγικός συνοικισμός, περίπου 50 στρεμμάτων, 6)χώρο στην παραλία που καταλαμβάνεται από το ελαιοτριβείο Σ. με την περιοχή του, 6 στρεμμάτων και 7) χώρο που καταλαμβάνεται από οδούς και ρεύματα, περίπου 72 στρεμμάτων. Από την παραπάνω συνολική έκταση του ..., η οποία όπως, ήδη, αναφέρθηκε δεν είχε καταμετρηθεί ούτε τοπογραφηθεί, η Επιτροπή με την ίδια απόφαση της, εξαίρεσε από την απαλλοτρίωση: α) το δάσος του ..., αποτελούμενο από πεύκα και πυκνά βραχύκορμα δένδρα, κείμενο άνωθεν της τοποθεσίας ... προς τα κτηματικά όρια ..., ..., β) τα κτίρια του ... (κατοικίες μοναχών, κατοικίες προσωπικού, σταύλο, αχυρώνα, μαγειρείο, φούρνο, αποθήκες ελαίων και σιτηρών, ελαιοτριβείο και εκκλησία) με την αιτιολογία ότι δε χρειάζονταν στους αποκαθιστάμενους γηγενείς και πρόσφυγες και κήρυξε απαλλοτριωτέα όλη την υπόλοιπη έκταση του ..., ενώ έκρινε διατηρητέες τις οδικές και υδατικές σχέσεις, αναφέρει δε ότι "...καθιεροί κοινή χρήση υπέρ πάντων των αποκαθισταμένων γηγενών και προσφύγων, των συνοικισμών πλήρων τόπων, Σχολείου, εκκλησίας, Νεκροταφείου, οδών, ρευμάτων, και βοσκησίμου εκτάσεως και δημιουργεί δουλείαν ξηλεύσεως επί του εξαιρουμένου της απαλλοτριώσεως δάσους...". Με τις παραπάνω σκέψεις η επιτροπή, αφού αφαίρεσε όσα "είχε εξαιρέσει της απαλλοτρίωσης, την υπόλοιπη έκταση μαζί με τα ήμερα και άγρια ελαιόδεντρα που υπήρχαν σε αυτήν, κατένειμε στις κάτωθι κατηγορίες: α) χώρο συνοικισμού προσφύγων με την έκταση αυτού και πέριξ προς την παραλία, την οποία προσδιόρισε σε 102 στρέμματα, β) γαίες καλλιεργούμενες και καλλιεργήσιμες, μετά των παρεμβαλλόμενων προς εκχέρσωση μικρών δασικών εκτάσεων, την οποία προσδιόρισε σε 1.404 στρέμματα, γ) δασώδεις μικρές εκτάσεις, που μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως βοσκήσιμες ή για εκκεντρισμό αγριελαιών, την οποία προσδιόρισε σε ... στρέμματα και δ) σε οδούς και ρέματα, την οποία προσδιόρισε σε 79 στρέμματα, καθώς και των 10.000 περίπου ελαιοδένδρων, που βρίσκονταν διασπαρμένα στις άνω εκτάσεις και την απαλλοτρίωσε, σύμφωνα με τα άρθρα 2, 10 και 11 του τότε ισχύοντος Αγροτικού Νόμου, για την αποκατάσταση των ακτημόνων καλλιεργητών, γηγενών και προσφύγων του συνοικισμού και για έργα κοινής ωφελείας των αποκαθισταμένων, με την επιφύλαξη ότι εφόσον η έκταση προκύψει μεγαλύτερη ή μικρότερη από την υπολογισθείσα θα αυξομειωθεί και ο κλήρος των αποκαθισταμένων αναλογικά. Με την ίδια απόφαση αποκαταστάθηκαν δύο γηγενείς γεωργοί, σε καθένα των οποίων παραχωρήθηκε κλήρος αποτελούμενος από 25 στρέμματα καλλιεργήσιμων αγρών, οικόπεδο 1 στρέμματος και 36 στρέμματα βοσκήσιμης έκτασης, κρίθηκαν δικαιούχοι αποκατάστασης 42 οικογένειες προσφύγων, που είχαν εγκατασταθεί υπό της αρμόδιας υπηρεσίας (Ε.Α.Π) και αποτελούσαν 50 γεωργικούς κλήρους, ο δε Ν. Σ., που είχε ιδρύσει ελαιοκομική βιομηχανία (ελαιοτριβείο) σε έκταση 3 στρεμμάτων αντί της αρχικά καταληφθείσας των 6 στρεμμάτων και παραχωρήθηκαν στο Ελληνικό Δημόσιο, ως διάδοχο της Ε.Α.Π. 1.οι γαίες με τις εκχερσωτέες εκτάσεις για κλήρους προσφύγων, Σχολείου και εφημερίου, το εμβαδόν της οποίας προσδιόρισε σε 1.354 στρ., 2.χώρος του συνοικισμού και για επέκταση αυτού, οικόπεδα, οικόπεδα σχολείου, εκκλησίας, χώρος νεκροταφείου, κοινός αλωνότοπος και χώρος ελαιοκομίας, το εμβαδόν της οποίας προσδιόρισε σε 100 στρ., 3.Οδοί και ρέματα, το εμβαδόν των οποίων προσδιόρισε σε 79 στρ., 4.Βοσκήσιμη και για εκκεντρισμό έκταση, το εμβαδόν της οποίας προσδιόρισε σε 1778 στρ., και συνολικά 3.311 στρ. (βλ. σελ. 9 και 10 του σκεπτικού και το διατακτικό της απόφασης σελ. 16 επ.). Δηλαδή, αποδεικνύεται ότι η ως άνω επιτροπή αποφάσισε, χωρίς να προηγηθεί λεπτομερής εμβαδομέτρηση, τοπογράφηση της περιοχής και έλεγχος των τίτλων κυριότητας, να απαλλοτριώσει ολόκληρο το ακίνητο ..., το οποίο θα διένειμε στους πρόσφυγες προς αγροτική τους αποκατάσταση και να εξαιρέσει αυτής (απαλλοτρίωσης) μόνο το τμήμα του ακινήτου επί του οποίου υπήρχαν τα κτίρια της ενάγουσας καθώς και το συγκροτημένο δάσος πλησίον της Μονής, υπολόγισε δε μακροσκοπικά την επιφάνεια του ..., την οποία προσδιόρισε σε συνολικό εμβαδό 6.450 στρέμματα και με τον ίδιο τρόπο προσδιόρισε ως επιφάνεια των εξαιρούμενων εκτάσεων της απαλλοτρίωσης, ήτοι το συγκροτημένο δάσος και τα κτίρια της μονής, σε 3.000 και 15 στρέμματα αντίστοιχα και όλη την υπόλοιπη έκταση του ..., δηλαδή αυτήν που απαλλοτρίωσε, προσδιόρισε σε 3.435 στρέμματα. Ο εν λόγω όμως αριθμητικός προσδιορισμός αποδείχθηκε λανθασμένος, καθόσον κατά την καταμέτρηση, που έγινε το αμέσως επόμενο έτος 1932, από τοπογραφικό συνεργείο της Διεύθυνσης Γεωργίας, προέκυψε ότι το συνολικό εμβαδόν του ... ανέρχεται σε 20.368,375 στρέμματα και όχι σε 6.450 στρέμματα, το δε εμβαδόν του δάσους σε 7.367,195 στρέμματα και όχι σε 3.000 στρέμματα, όπως εσφαλμένα είχε υπολογίσει, αντίστοιχα, η Επιτροπή Απαλλοτριώσεων. Έτσι, η παραπάνω επιτροπή Απαλλοτριώσεων … απαλλοτρίωσε το αγρόκτημα "...", εξαιρούμενου του συγκροτημένου δάσους και των κτιριακών εγκαταστάσεων της μονής, αδιάφορου όντος του ακριβούς εμβαδού αυτών, το οποίο θα προσδιοριζόταν ακολούθως, για το λόγο αυτό, άλλωστε, προσδιόρισε αρχικά την επιφάνεια όλου του ..., ακολούθως, προσδιόρισε την επιφάνεια των εξαιρεθέντων (δάσος-κτίρια) και, τέλος, προσδιόρισε την απαλλοτριωθείσα έκταση ως το αριθμητικό υπόλοιπο που προκύπτει από την μαθηματική πράξη της αφαίρεσης (σύνολο επιφάνειας μείον επιφάνεια εξαιρεθέντων = επιφάνεια απαλλοτριωθέντων), οι αριθμοί δε που χρησιμοποιήθηκαν ήταν ενδεικτικοί και ήθελαν να καταδείξουν το πασιφανές προς άρση αμφιβολιών ότι η απαλλοτριωθείσα έκταση είναι μεγαλύτερη από την εξαιρεθείσα. Ακολούθως, συντάχθηκε ο κτηματολογικός πίνακας, όπου γίνεται διαχωρισμός του αγροκτήματος σε 93 τεμάχια και καταρτίστηκε το με ημερομηνία 21-12-1932 τοπογραφικό διάγραμμα, όπου το με αριθμ. … τεμάχιο χαρακτηρίστηκε ως δάσος με εμβαδόν 17.397,500 στρεμμάτων. Μετά την παραπάνω αποτύπωση του έτους 1932, ακολούθησε αμέσως, προσωρινή διανομή για αγροτική εκμετάλλευση, ενώ έγινε λεπτομερής καταγραφή των κοινόχρηστων πραγμάτων, όπως οδών, βοσκήσιμων εκτάσεων, δασών, ρεμάτων, ελών, πηγών, φρεάτων, πρανών και το έτος 1943 το εμβαδόν του όλου αγροκτήματος υπολογίστηκε σε 20.376,750 στρέμματα, από τα οποία 93,678 στρέμματα αποτελούσαν δρόμους και διαχωρίστηκε εκ νέου το αγρόκτημα σε 680 τεμάχια και εξαιρέθηκε από την απαλλοτρίωση, το συγκροτημένο δάσος, το οποίο προσδιορίστηκε με αριθμ. … σε 7.367,195 στρ., καθώς και το υπ’ αριθμ. … τεμάχιο, έκτασης 15.000 τ.μ., και έγινε η οριστική διανομή του έτους 1943, κατά την οποία ο πευκώνας, που αποτυπώνεται στο υπ’ αριθμ…. του προσωρινού κτηματολογικού πίνακα του έτους 1932 διακόπηκε από το δρόμο που οδηγεί από τον ... στη ... και εμφανίζεται στο διάγραμμα της οριστικής διανομής, τεμαχισμένος, με αυξ. αριθμ. .... Το έτος 1959, έγινε συμπληρωματική οριστική διανομή, που κυρώθηκε με την υπ’ αριθμ. 145/1962 Π.Υ.Σ., συνολικής έκτασης 9.332,941 στρ., από τα οποία 670 τ.μ. και 480 τ.μ. αποτελούσαν δρόμο διανομής. Ειδικότερα, από το τεμάχιο … του κτηματολογικού πίνακα του έτους 1943, έκταση 5.853,547 τ.μ., χαρακτηριζόμενο ως δάσος δημιουργήθηκε νέα αρίθμηση αρχόμενη από το αριθμό … και περατούμενη στον αριθμό …, από το οποίο, το υπ’ αριθμ. … έκτασης 5.356,496 στρ. χαρακτηρίστηκε ως κοινό δάσος, το υπ’ αριθμ. …, έκτασης 33,062 στρ. χαρακτηρίστηκε ως διαθέσιμο, το υπ’ αριθμ, …, έκτασης 13,375 στρ., χαρακτηρίστηκε ως κοινός πευκώνας, το υπ’ αριθμ. … έκτασης 26,315 στρ., χαρακτηρίστηκε ως κοινό χέρσο και το υπ’ αριθμ. έκτασης … έκτασης 26,875 στρ. χαρακτηρίστηκε ως κοινό δάσος μικράς σημασίας, διανεμήθηκε έκταση ... στρ. και συγκεκριμένα τα τεμάχια ..., ενώ η δασική έκταση ανήλθε σε 5.456,173 (5.853,547-397,374). Από το τεμάχιο …, έκτασης 1.519,053 στρ. της οριστικής διανομής του έτους 1943, δημιουργήθηκε νέα αρίθμηση, που περιλαμβάνει τα τεμάχια ... και ... , από τα οποία τα τεμάχια … και …, έκτασης 1.040, 373 και ... στρ., αντίστοιχα, χαρακτηρίστηκαν ως κοινό δάσος αραιόν, το τεμάχιο …, έκτασης 17,562 στρ., χαρακτηρίστηκε ως κοινό χέρσο και τα τεμάχια ... έκτασης 5.210 και 3.000 στρ., αντίστοιχα, χαρακτηρίστηκαν ως κοινός πευκώνας, και διανεμήθηκαν τα τεμάχια ... και ..., ενώ η δασική, έκταση ανήλθε σε 1.235,895 στρ. Από το τεμάχιο … του κτηματολογικού πίνακα του έτους 1943, έκτασης 148,940 στρ., χαρακτηριζόμενο ως κοινό πρανές, δημιουργήθηκε νέα αρίθμηση, ήτοι τα τεμάχια ... και …, από τα οποία, το υπ’ αριθμ. … έκτασης 62,378 στρ. και το υπ’ αριθμ. …, έκτασης 53,312 στρ. χαρακτηρίστηκαν ως κοινό πρανές, και διανεμήθηκε έκταση 33,250 στρ. και συγκεκριμένα τα τεμάχια ..., ενώ η δασική έκταση ανήλθε σε 115,690 στρ. (...). Από το τεμάχιο … του κτηματολογικού πίνακα του έτους 1943, έκτασης 37,625 στρ. χαρακτηριζόμενο ως κοινό αραιό δάσος, δημιουργήθηκαν τα τεμάχια ..., από τα οποία το υπ’ αριθμ. … έκτασης 9,750 στρ. χαρακτηρίστηκε ως χέρσο, ενώ διανεμήθηκαν τα τεμάχια ..., έκτασης 27,875 στρ. (37,625-27,875). Από το τεμάχιο … του κτηματολογικού πίνακα του έτους 1943, έκτασης 224,227 στρ. χαρακτηριζόμενο ως κοινό αραιό δάσος, δημιουργήθηκαν τα τεμάχια ..., από τα οποία, το υπ’ αριθμ. … έκτασης 0,250 στρ. χαρακτηρίστηκε ως κοινό χέρσο, ενώ διανεμήθηκαν τα τεμάχια ..., ..., έκτασης 129,750 στρ. (224,227-129,750). Από το τεμάχιο … του κτηματολογικού πίνακα του έτους 1943, έκτασης 25,825 στρ. χαρακτηριζόμενο ως κοινό αραιό δάσος, δημιουργήθηκαν τα τεμάχια ..., τα οποία διανεμήθηκαν εξ ολοκλήρου στους δικαιούχους. Από το τεμάχιο 508 του κτηματολογικού πίνακα του έτους 1943, έκτασης 1.515,036 στρ. χαρακτηριζόμενο ως κοινό αραιό δάσος, δημιουργήθηκαν τα τεμάχια ..., από το οποία το υπ’ αριθμ. … έκτασης 945,983 στρ. και το υπ’ αριθμ. …, έκτασης 1,000 στρ. χαρακτηρίστηκαν ως κοινό αραιό δάσος, ενώ διανεμήθηκαν τα τεμάχια ..., έκτασης 568,053 στρ. και απέμεινε έκταση 946,983 στρ. δάσους (1.515,037-568,053). Το έτος 1963, έλαβε χώρα τρίτη συμπληρωματική διανομή, που κυρώθηκε με την 5717/1969 απόφαση του Νομάρχη ..., με την οποία διανεμήθηκε έκταση 41,375 στρ., που χαρακτηρίστηκε αγρός και συγκεκριμένα τα τεμάχια 695, 696, 805, 821 και 822, ενώ 312,00 τ.μ, αποτελούσαν κοινό δρόμο της διανομής. Με την υπ’ αριθμ. 29437/27-10-1996 απόφαση του Νομάρχη ..., που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 746/18-12-1966, τεύχος Β’ , και μεταγράφηκε νόμιμα, στις 15-11-1979, στον τόμο … και αριθμό … των βιβλίων του Υποθηκοφυλακείου ..., μεταβιβάστηκε η κυριότητα και νομή στην Κοινότητα ..., της οποίας καθολική διάδοχος είναι ο εναγόμενος Δήμος, των ακόλουθων τεμαχίων: 1.υπ’ αριθμ. … τεμάχιο, εμβαδού 2,938 στρ., που αποτελούσε κοινό ελαιοτριβείο της διανομής του έτους 1943, 2.υπ’ αριθμ. … τεμάχιο, εμβαδού 9,562 στρ., που αποτελούσε κοινό άλσος της διανομής του έτους 1943, 3.υπ’ αριθμ. … τεμάχιο, εμβαδού 0,437 στρ., που αποτελούσε κοινό χέρσο της διανομής του έτους 1943, 4.υπ’ αριθμ. … τεμάχιο, εμβαδού 1,625 στρ., που αποτελούσε κοινό χέρσο της διανομής του έτους 1943, 5.υπ’ αριθμ. … τεμάχιο, εμβαδού 1,125 στρ., που αποτελούσε κοινό χέρσο της διανομής του έτους 1943, 6.υπ’ αριθμ. … τεμάχιο, εμβαδού 0,750 στρ., που αποτελούσε κοινό χέρσο της διανομής του έτους 1943, 7.υπ’ αριθμ. … τεμάχιο, εμβαδού 4,063 στρ., που αποτελούσε κοινό χέρσο της διανομής του έτους 1943, 8.υπ’ αριθμ. … τεμάχιο, εμβαδού 2,250 στρ., που αποτελούσε κοινό πευκώνα της διανομής του έτους 1943, 9.υπ’ αριθμ. …τεμάχιο, εμβαδού 1,000 στρ., που αποτελούσε κοινό χέρσο της διανομής του έτους 1943, 10.υπ’ αριθμ. … τεμάχιο, εμβαδού 17,562 στρ., που χαρακτηρίστηκε κοινό χέρσο της διανομής του έτους 1943, 11.υπ’ αριθμ. … τεμάχιο, εμβαδού 9,750 στρ., που αποτελούσε κοινό χέρσο της διανομής του έτους 1943, 12.υπ’ αριθμ. … τεμάχιο, εμβαδού 0,250 στρ., που χαρακτηρίστηκε χέρσο της διανομής του έτους 1943, 13.υπ’ αριθμ. … τεμάχιο, εμβαδού 1,000 στρ., που χαρακτηρίστηκε χέρσο της διανομής του έτους 1943, 14.υπ’ αριθμ. … τεμάχιο, εμβαδού 8,875 στρ., που αποτελούσε έλος της διανομής του έτους 1943, 15.υπ’ αριθμ…. τεμάχιο, εμβαδού 23,565 στρ., που αποτελούσε έλος της διανομής του έτους 1943, 16.υπ’ αριθμ. … τεμάχιο, εμβαδού 8,688 στρ., που αποτελούσε έλος της διανομής του έτους 1959, 17.υπ’ αριθμ. … τεμάχιο, εμβαδού 8,125 στρ., που χαρακτηρίστηκε δάσος της διανομής του έτους 1943, 18.υπ’ αριθμ. … τεμάχιο, εμβαδού 169,750 στρ., που χαρακτηρίστηκε δάσος της διανομής του έτους 1959, 19.υπ’ αριθμ. … τεμάχιο, εμβαδού 17,875 στρ., που αποτελούσε κοινό αλωνότοπο της διανομής του έτους 1943, 20.υπ’ αριθμ. … τεμάχιο, εμβαδού 75,288 στρ., που αποτελούσε κοινό δρόμο της διανομής του έτους 1943, 21.υπ’ αριθμ. … τεμάχιο, εμβαδού 4,063 στρ., που αποτελούσε κοινό δρόμο της διανομής του έτους 1943, 22.υπ’ αριθμ. … τεμάχιο, εμβαδού 2,062 στρ., που αποτελούσε κοινό δρόμο της διανομής του έτους 1943, 23.υπ’ αριθμ. … τεμάχιο, εμβαδού 2,875 στρ., που αποτελούσε κοινό δρόμο της διανομής του έτους 1943, 24.υπ’ αριθμ. … τεμάχιο, εμβαδού 1,250 στρ., που αποτελούσε κοινό δρόμο της διανομής του έτους 1943, 25.υπ’ αριθμ. … τεμάχιο, εμβαδού 0,840 στρ., που αποτελούσε κοινό δρόμο της διανομής του έτους 1943, 26.υπ’ αριθμ. … τεμάχιο, εμβαδού 0,670 στρ., που αποτελούσε κοινό δρόμο της διανομής του έτους 1959, 27.υπ’ αριθμ…. τεμάχιο, εμβαδού 0,480 στρ., που αποτελούσε κοινό δρόμο της διανομής του έτους 1959, 28.έκταση εμβαδού 8,922 στρ., που αποτελούσε κοινό δρόμο της διανομής του έτους 1959, 29.έκταση εμβαδού 0,312 στρ. που αποτελούσε κοινό δρόμο της διανομής του έτους 1959, 30.υπ’ αριθμ. …τεμάχιο, εμβαδού 2,250 στρ., που αποτελούσε το νεκροταφείο της διανομής του έτους 1943, 31.υπ’ αριθμ. …. τεμάχιο, εμβαδού 0,370 στρ., που αποτελούσε κοινό φρέαρ της διανομής του έτους 1943, 32.υπ’ αριθμ. … τεμάχιο, εμβαδού 0,563 στρ., που αποτελούσε κοινό φρέαρ της διανομής του έτους 1943, 33.υπ’ αριθμ. … τεμάχιο, εμβαδού 29,512 στρ., που αποτελούσε κοινό ρέμα της διανομής του έτους 1943, 34.υπ’ αριθμ. … τεμάχιο, εμβαδού 14,045 στρ., που αποτελούσε κοινό ρέμα της διανομής του έτους 1943, 35.υπ’ αριθμ. … τεμάχιο, εμβαδού 11,188 στρ., που αποτελούσε κοινό ρέμα της διανομής του έτους 1943, 36.υπ’ αριθμ…. τεμάχιο, εμβαδού 8,813 στρ., που αποτελούσε κοινό ρέμα της διανομής του έτους 1943, 37.υπ’ αριθμ. … τεμάχιο, εμβαδού 20,878 στρ., που αποτελούσε κοινό ρέμα της διανομής του έτους 1943, 38.υπ’ αριθμ. … τεμάχιο, εμβαδού 1,875 στρ., που αποτελούσε κοινό ρέμα της διανομής του έτους 1943, 39.υπ’ αριθμ. … τεμάχιο, εμβαδού 62,378 στρ., που αποτελούσε κοινό πρανές της διανομής του έτους 1959, 40.υπ’ αριθμ. …τεμάχιο, εμβαδού 53,312 στρ., που χαρακτηρίστηκε πρανές της διανομής του έτους 1959, 41.υπ’ αριθμ. … τεμάχιο, εμβαδού 436,180 στρ., που χαρακτηρίστηκε πευκώνας της διανομής του έτους 1943, 42.υπ’ αριθμ. … τεμάχιο, εμβαδού 12,687 στρ., που χαρακτηρίστηκε πευκώνας της διανομής του έτους 1943, 43.υπ’ αριθμ. … τεμάχιο, εμβαδού 145,492 στρ., χαρακτηρίστηκε πευκώνας της διανομής του έτους 1943, 44.υπ’ αριθμ. … τεμάχιο, εμβαδού 23,500 στρ., που χαρακτηρίστηκε πευκώνας της διανομής του έτους 1943, 45.υπ’ αριθμ. …τεμάχιο, εμβαδού 13,375 στρ., που χαρακτηρίστηκε πευκώνας της διανομής του έτους 1959, 46.υπ’ αριθμ. …τεμάχιο, εμβαδού 5,210 στρ., που χαρακτηρίστηκε πευκώνας της διανομής του έτους 1959, και 47. υπ’ αριθμ…. τεμάχιο, εμβαδού 3,000 στρ., που χαρακτηρίστηκε πευκώνας της διανομής του έτους 1959. Και, τέλος, το έτος 1969, έγινε τέταρτη διανομή εκτάσεων, που κυρώθηκε με το ν. 1189/1972 και διανεμήθηκαν τα με αριθμ. ... τεμάχια καθώς και το … τεμάχιο, συνολικής έκτασης 7.356,977 στρ., από τα οποία 7,969 στρ. αφορούσαν σε δρόμους διανομής. Προηγουμένως όμως η ενάγουσα είχε ασκήσει, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., την από 17-3-1964 και με αριθμό κατάθεσης …1964 αγωγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου, με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί κυρία των υπ’ αριθμ. ..., ... τεμαχίων των αναφερομένων στο καταρτισθέν τοπογραφικό διάγραμμα και κτηματολογικό πίνακα της οριστικής διανομής των, δια της υπ’ αριθμ. 114215/25-9-1925 αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας και της υπ’ αριθμ. …1931 αποφάσεως της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων ..., απαλλοτριωθέντων γαιών του αγροκτήματος ... ..., επικαλούμενη ότι το Ελληνικό Δημόσιο αμφισβήτησε την κυριότητα της επί των παραπάνω ακινήτων. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 270/1966 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, κατά την τακτική διαδικασία, με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμη αναφορικά με το υπ’ αριθμ. … τεμάχιο [γιατί κρίθηκε ότι διενεμήθη και κατέχεται από τρίτους ιδιώτες, οι οποίοι το εκχέρσωσαν] και έγινε δεκτή ως ουσία βάσιμη κατά τα λοιπά και αναγνωρίστηκε το δικαίωμα κυριότητας της ενάγουσας στα υπ’ αριθμ. ..., ... τεμάχια του αγροκτήματος ... "...", συνολικού εμβαδού 8.080,486 στρ., τα οποία αποτελούσαν δάσος. Η ανωτέρω απόφαση εφεσιβλήθηκε και από τα δύο διάδικα μέρη (ενάγουσα και Ελληνικό Δημόσιο) και εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 247/1968 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία, αφού συνεκδίκασε τις αντίθετες εφέσεις, δέχτηκε αυτές τυπικά και τις απέρριψε κατ’ ουσίαν και, επομένως, η άνω απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής κατέστη τελεσίδικη. Ακολούθως το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε αναίρεση κατά της ως άνω εφετειακής απόφασης και εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 679/1970 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία και απορρίφθηκε. Κατά τα διαλαμβανόμενα στις ως άνω αποφάσεις, η ενάγουσα κατέστη κυρία των παραπάνω τεμαχίων δυνάμει χρυσόβουλλου του έτους .../1448 του Ι. του Π. και των οθωμανικών τίτλων, και, συγκεκριμένα φιρμανίου του Σ. Σ. του έτους 1526, φιρμανίου του Σ. Μ. του έτους 1752 και τα τεμάχια αυτά εξαιρέθηκαν υπέρ της ενάγουσας, ως κυρίας, δυνάμει των προαναφερόμενων τίτλων κυριότητας, της απαλλοτρίωσης που έλαβε χώρα με την υπ’ αριθμ. 114215/1924 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 87 (τεύχος Β’ ) 127-9-1924, κατά το ισχύον τότε άρθρο 37 του Αγροτικού Κώδικα, για την αποκατάσταση ακτημόνων καλλιεργητών (γηγενών και προσφύγων, του αγροκτήματος (...) "...", το οποίο βρίσκεται στην περιοχή ... ....

Συνεπώς η ενάγουσα, όπως κρίθηκε, με δύναμη δεδικασμένου, με την υπ’ αριθμ. 270/1966 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, είναι κυρία των υπ’ αριθμ. ..., ... επιδίκων τεμαχίων, τα οποία ταυτίζονται με τα ίδια ενάρριθμα τεμάχια για τα οποία εκδόθηκε η ως άνω απόφαση, καθώς και των υπ’ αριθμ. ... επιδίκων τεμαχίων [με αύξοντα αντίστοιχο αριθμό στο αιτητικό της αγωγή ...]. Ειδικότερα, ως προς τα τελευταία εννέα τεμάχια λεκτέα τα εξής αναφορικά με τη σχέση τους με τα αναφερόμενα με ... λοιπά ακίνητα στην προαναφερθείσα απόφαση: 1.το υπ’ αριθμ. … επίδικο τεμάχιο, έκτασης 13,375 στρ., που χαρακτηρίστηκε πευκώνας, είναι τμήμα του υπ’ αριθμ. … τεμαχίου, ….το υπ’ αριθμ. …επίδικο τεμάχιο, έκτασης 17,562 στρ., που χαρακτηρίστηκε χέρσο, είναι επίσης τμήμα του υπ’ αριθμ. …τεμαχίου, …το υπ’ αριθμ. …επίδικο τεμάχιο, έκτασης 169,710 στρ., που χαρακτηρίστηκε δάσος αραιόν, είναι επίσης τμήμα του υπ’ αριθμ. … τεμαχίου,….το υπ’ αριθμ. … επίδικο τεμάχιο έκτασης 5,210 στρ., είναι επίσης τμήμα του υπ’ αριθμ…. τεμαχίου, …. το υπ’ αριθμ. … επίδικο τεμάχιο, έκτασης 3.000 στρ., που χαρακτηρίστηκε πευκώνας, είναι επίσης τμήμα του υπ’ αριθμ. …τεμαχίου, δηλαδή από κατάτμηση του τελευταίου προήλθαν τα ως άνω τέσσερα τεμάχια, υπό στοιχεία ….το υπ’ αριθμ. …επίδικο τεμάχιο, έκτασης 62,378 στρ., που χαρακτηρίστηκε ως πρανές κοινόν, είναι τμήμα του υπ’ αριθμ. … τεμαχίου, ….το υπ’ αριθμ. .… επίδικο τεμάχιο, έκτασης 53,312 στρ., είναι επίσης τμήμα του υπ’ αριθμ. … τεμαχίου, δηλαδή από κατάτμηση του τελευταίου προήλθαν τα ως άνω δύο τεμάχια, υπό στοιχεία ….το υπ’ αριθμ. …. επίδικο τεμάχιο, έκτασης 0,250 στρ., που χαρακτηρίστηκε ως χέρσο, είναι τμήμα του υπ’ αριθμ. … τεμαχίου και ….το υπ’ αριθμ. … τεμάχιο, έκτασης 1,00 στρ., που χαρακτηρίστηκε χέρσο κοινό, είναι τμήμα του υπ’ αριθμ. … τεμαχίου. Αντίθετα, το υπ’ αριθμ. … επίδικο τεμάχιο, έκτασης 8,688 στρ., είναι τμήμα του υπ’ αριθμ. …τεμαχίου της οριστικής διανομής του έτους 1943, αποτελούσε έλος και δεν αποτελούσε τμήμα του …,όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η ενάγουσα.

Συνεπώς, η δικαιοπάροχος του εναγομένου, Κοινότητα ..., δεν κατέστη κυρία των επιδίκων τεμαχίων ..., ..., δηλαδή 14 τεμαχίων, τα οποία της παραχωρήθηκαν με την υπ’ αριθμ. …./1966 ως άνω απόφαση του Νομάρχη ..., για το λόγο ότι το Ελληνικό Δημόσιο, κατά το χρόνο της μεταβίβασης, δεν ήταν κύριο αυτών. Περαιτέρω και όπως προεκτέθηκε στη δικαιοπάροχο του εναγομένου Δήμου, Κοινότητα ..., μεταβιβάσθηκαν από το Ελληνικό Δημόσιο, εκτός των προαναφερθέντων 14 ακινήτων [περί των οποίων στην προηγούμενη σκέψη] και τα υπ’ αριθμ. ... τεμάχια καθώς και δρόμοι εκτάσεως στρ. 8,992 και 312 τ.μ. Τα εν λόγω 33 ακίνητα αποτελούν, κατά το χαρακτηρισμό τους από τις επιτροπές διανομών 1943 και 1959: α) ελαιοτριβείο (…), β) πευκώνες (...), γ) χέρσες, δηλαδή βοσκήσιμες εκτάσεις (...), δ) έλη (...), ε) αλωνότοπο (…), στ) ρέματα (...), ζ) φρέατα (...), η) δρόμους (... και χωρίς αρίθμηση 8,922 και 0,312 στρεμ.) και θ) νεκροταφείο (…). Από τα παραπάνω ενάρριθμα τεμάχια των οριστικών διανομών και των χωρίς αρίθμηση δρόμων, που περιλαμβάνονται στην ευρύτερη έκταση των 20.368,375 στρεμμάτων του ... ..., κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας και κατά το χρόνο εισαγωγής της Ελληνικής Νομοθεσίας στις ... (1-2-1914) ήταν πευκώνες δηλαδή δάσος, έλη, φρέατα, αλωνότοπος και χέρσες εκτάσεις, οι οποίες καλύπτονταν, από χαμηλή θαμνώδη και ποώδη βλάστηση με ελάχιστα φρύγανα, έλη και ρέματα, κατάλληλες μόνον για τη βοσκή ποιμνίων, ήτοι είχαν το χαρακτήρα βοσκοτόπου, μη δυνάμενες να παράγουν δασικά προϊόντα με δασική εκμετάλλευση. Οι εν λόγω βοσκήσιμες εκτάσεις δεν είχαν όμως αφεθεί ανέκαθεν σε κοινή χρήση των κατοίκων κάποιου χωριού, καθόσον στην περιοχή της ... εγκαταστάθηκαν κυρίως πρόσφυγες από την Μικρά Ασία μετά το 1922, γεγονός που προκύπτει και από την προαναφερθείσα κατά το έτος 1931 απόφαση της ΕΑΠ, στην οποία αναφέρονται μόνο δύο γηγενείς γεωργοί και 42 οικογένειες προσφύγων. Το έδαφος των επιδίκων ως άνω ακινήτων αλλά και της παραπάνω ευρύτερης έκτασης ήταν άγονο και ανεπίδεκτο καλλιέργειας, -ενώ-, μερικά εξ αυτών ήταν έλη και ρέματα, όπως ειδικότερα αναφέρθηκε παραπάνω και ως τέτοια χαρακτηρίστηκαν από τις αρμόδιες επιτροπές διανομών. Τα εν λόγω επίδικα ακίνητα, είχαν την προαναφερόμενη μορφή κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας και δεν αποδείχθηκε ότι καλλιεργήθηκαν από την ενάγουσα I. Μονή κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας ή τουλάχιστον επί δεκαετία έως 20-5-1917, αφού ανέκαθεν ήταν, όπως προεκτέθηκε, δάσος {πευκώνας], βοσκότοπος, ρέματα, έλη, αλωνότοπος, φρέατα κλπ. και ως εκ τούτου ήταν ανεπίδεκτα καλλιέργειας. Επ’ αυτών ως δάσου, βοσκοτόπου κλπ. δεν εφαρμοζόταν το άρθρο 78 του Νόμου "περί Γαιών" και δεν μπορούσε να αποκτηθεί δικαίωμα δεκαετούς εξουσιάσεως με καλλιέργεια, το οποίο δικαίωμα στη συνέχεια να μετατραπεί κατά το άρθρο 49 του ν. 2052/1920 σε συνδυασμό με το νόμο 1072/1917, σε δικαίωμα πλήρους κυριότητας, καθόσον επί δασών, βοσκοτόπων κλπ. δεν ηδύνατο να αποκτηθεί δικαίωμα εξουσίασης με δεκαετή καλλιέργεια άνευ δικαστικής αμφισβητήσεως, αλλά αυτά εξουσιάζονταν μόνον με ταπί και τέτοιο ταπί δεν είχε εκδοθεί στο όνομα Μ. ή της Ιεράς .... Επίσης, τα επίδικα ακίνητα αλλά και η ευρύτερη περιοχή του ... ... δεν ήταν ανέκαθεν προσαρτημένο στην Ιερά ... και η προσάρτηση αυτή δεν ήταν καταχωρημένη με αντίστοιχη εγγραφή στο αυτοκρατορικό οθωμανικό κτηματολόγιο (defterhane), που αποτελούσε κατά τα αναφερόμενα στην υπό στοιχείο

ΙΙΙγ νομική σκέψη, συστατικό τύπο για την εκ μέρους της απόκτηση κυριότητας, οπότε δεν απαιτείτο ταπί. Τα ως άνω ακίνητα είχαν το χαρακτήρα της δημόσιας γαίας, για τις οποίες δεν εκδόθηκε φιρμάνι, χοτζέτι, ιεροδικαστική απόφαση, ιερό φετφά, σουρέτι, ή ταπί υπέρ της ενάγουσας, και περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, ως διαδόχου του τουρκικού κράτους, των οποίων την κυριότητα μεταβίβασε με τον προαναφερθέντα τρόπο στην Κοινότητα ..., της οποίας καθολικός διάδοχος είναι ο εναγόμενος Δήμος. Για την απόδειξη του έννομου συμφέροντος της άσκησης της υπό κρίση αγωγής, η ενάγουσα επικαλείται ως τίτλους κυριότητας τα χρυσόβουλα των ετών 1419 και 1448 του αυτοκράτορα Ι. του Π., πλην όμως, τα παραπάνω χρυσόβουλα, δεν προσκομίστηκαν, ούτε στο πρωτοβάθμιο ούτε και στο παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ενώ από το προσκομισθέν και επικαλούμενο από την ενάγουσα αντίγραφο από παλαιό αντίγραφο εξαχθέν κατά το χριστιανικό έτος 1828, της μερίδας της στο κτηματολογικό βιβλίο Κων/πόλεως, στο οποίο αναφέρεται ότι στα κτήματα της ενάγουσας περιλαμβάνονται "...Τσιφλίκιον εις τοποθεσίαν .... Δάσος πλησίον του χωρίου ... μετά δωματίων και χωραφιών δίδον δέκατον. Χειμαδείον προβάτων εις τοποθεσία ......" δεν αποδεικνύεται ότι αφορά τα προαναφερθέντα τριάντα τρία ακίνητα, αλλά ούτε και ότι πράγματι, κατά τους βυζαντινούς χρόνους ή κατά τους χρόνους της οθωμανικής αυτοκρατορίας πορίζονταν, από τα συγκεκριμένα αυτά ακίνητα, η ενάγουσα οικονομικά μέσα για τη λειτουργία ή συντήρηση αυτής ή των εγκαταστάσεων ή για την εκπλήρωση θρησκευτικών ή κοινωφελών σκοπών της. Περαιτέρω, η ενάγουσα για την κτήση της κυριότητας της, κατά τους οθωμανικούς χρόνους, επικαλείται φιρμάνια, ιεροδικαστικές αποφάσεις, σουρέτια, φορολογικά κατάστιχα, τα οποία δεν προσκομίζει. Βέβαια στην από 7-2-2003 έκθεση του συνταξιούχου τουρκολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης Β. Δ., γίνεται αναφορά στα παρακάτω έγγραφα: 1.Της (3.33) ιεροδικαστικής αποφάσεως (χοτζέτι), τέλη Τ. Ε. … (9-18.12.1599), κατά την οποία "ο Α. Τ., βοεβόδας του πρώην Μ. Β. Μ. Π. στα κάζα Θεσσαλονίκης, δήλωσε παρουσία των μοναχών Ρ., Λ., Π. και άλλων ... ... και Π. ότι ένας άλλος Α. Μ., που ήταν βοεβόδας του Μ. Π. όσο ήταν Μ. Β., υποστηρίζει ότι το χωριό ... υπαγόταν στο χάσι του Λ., και του οφείλουν τα έσοδα από την παραγωγή του έτους 1006. Τα έσοδα της παραγωγής του έτους εκείνου έχουν παραδοθεί στον Α. Τ., ενώ σύμφωνα με φιρμάνι του σουλτάνου τα έσοδα ανήκουν στον πρώην Μ. Β.. Οι μοναχοί δεν οφείλουν τίποτε περισσότερο". 2.Της (3.61) προδικαστικής αποφάσεως (χοτζέτι) 21 Μ. … (29.5.1606), κατά το περιεχόμενο της οποίας ο Ν., επικεφαλής των αρματολών για την υπεράσπιση των ... στο αναφερόμενο ιεροδικείο του ναχιγιέ ... ζήτησε ανάκριση, κατά την οποία οι μοναχοί του ... ... και οι πολλοί κάτοικοι των χωριών αυτών πήγαν στο ιεροδικείο και δήλωσαν ότι οι μοναχοί ασχολούνται με τις εργασίες τους και δεν έχουν βλάψει με λόγια ή έργα κανένα. 3. (5.97) Αντίγραφο φορολογικού κατάστιχου Αρχές Ζ. … (30.3 - 8.4.1607) το οποίο αναφέρονται τα τσιφλίκια ....... 4. 3.54 Βεβαίωση ... (22.9.1626 - 11.9.1627) ότι ο βοεβόδας του Ρ. Π. βεβαιώνει ότι εισέπραξε από τους Μ.ς του ... ... Κ. Μ. και Κ. το ποσό των 16000 άσπρων ως δεκάτη των προϊόντων του ... τους. 5. (3.77) Iεροδικαστική απόφαση (χοτζέτι) 18 Τ. Α. ... (17.11.1636), στο οποίο γίνεται αναφορά για το θάνατο ενός Μ. από έναν από τους άντρες του βοεβόδα του Σ., όταν διέμενε με τους άντρες του στο ... του .... 6. (3.72) Απόδειξη 15 Τ. Ε. ... (13.9.1639), που αφορά την πληρωμή, το έτος 1639, 4.000 άσπρων ως φόρου δεκάτης ενός έτους για τη χειμερινή βοσκή του ... ... στον Β. Χ. Π., 7. (5.100) αντίγραφο φορολογικού κατάστιχου Αρχές ... (18-27.1.1752), κατά το οποίο τα κτήματα της ενάγουσας που αγοράστηκαν από το κράτος θεωρούνται βακουφικά. Στη ... του χωριού ... είναι κελιά και αγρός δεκατιζόμενος και χειμερινή βοσκή για πρόβατα, 8. (...) Βεβαίωση ...(18.9.1822 - 6,9.1823) για την πληρωμή του ... ... κατ’ αποκοπή φόρου δεκάτης. ...) αντίγραφο φορολογικού κατάστιχου αχρονολόγητο, για βακουφικά κτήματα ... Στην ... ..., δάσος, στα σύνορα του χωριού ..., 10. (3,14) Iεροδικαστικό αχρονολόγητο έγγραφο, με το οποίο ο κάδης του ναχιγιέ ... πληροφορεί τον ζαμπίτη ... να μην καταπιέζει τους Μ. του ... για επέμβαση στα γεννήματα και τα αμπέλια τους. 11. Φιρμάνι τέλους (6-15 Μαΐου 1485), με το οποίο η ενάγουσα αγόρασε ένα έρημο τσιφλίκι στο ... και πληρώνει τους φόρους. 12.Φιρμάνι τέλους … (2-11.5.1679), με το οποίο οι μοναχοί πληρώνουν φόρο για τα προϊόντα του ... κατ’ αποκοπή, με απαγόρευση στο νέο ζαμπίτη να ζητά νέους φόρους. Από την έκθεση αυτή προκύπτει ότι τα αναφερόμενα έγγραφα, και υφιστάμενα υποτιθέμενα, αφορούν σε δημόσιες γαίες και όχι σε γνήσιο βακούφι, ήτοι γαίες καθαρής ιδιοκτησίας, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η ενάγουσα. Ειδικότερα, επ’ αυτών εφαρμόζονταν οι διατάξεις του πολιτικού νόμου, δεν έγινε ίδρυση αυτών με αφιερωτήριο, ούτε εκδόθηκε ιεροδικαστική απόφαση για την αφιέρωση τους ως καθαρής ιδιοκτησίας στην ενάγουσα Ιερά Μονή, ενώ η κυριότητα και διαχείριση τους δεν διέπονταν από διατάξεις και όρους αφιερωτή, αλλά από τις κοινές διατάξεις του οθωμανικού νόμου. Εξάλλου δεν επρόκειτο ούτε για μη γνήσιο βακούφι, καθώς δεν επρόκειτο για αποσπασμένες δημόσιες γαίες και αφιερωθείσες στην ενάγουσα, κατά ορισμένες ωφέλειες τους, από τον Σουλτάνο ή με άδεια του από άλλα άτομα, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην υπό στοιχείο

ΙΙΙγ νομική σκέψη, ενώ μόνη η μνεία στα αναφερόμενα παραπάνω με στοιχ. 7 έγγραφο (αντίγραφο φορολογικού κατάστιχου) και με στοιχ. 9 αντίγραφο αχρονολόγητου φορολογικού κατάστιχου δεν καθιστά αυτά βακουφικά, γνήσια ή μη γνήσια, καθόσον κατά τα αναφερόμενα έγγραφα υπόκεινται σε δεκάτη, σε πληρωμή φόρων, και οι ανήκοντες στην πολιτεία πρόσοδοι, όπως οι προαναφερθείσες, δεν αφιερώθηκαν υπέρ των σκοπών της ενάγουσας. Προφανώς τα έγγραφα αυτά αναφέρονται στις δημόσιες καλλιεργήσιμες εκτάσεις και όχι σε δασικές και βοσκήσιμες εκτάσεις, οι οποίες ακολούθως περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, ως διάδοχο του Τούρκικου Δημοσίου, μέρος των οποίων στη συνέχεια διατέθηκαν ως αγροί σε ακτήμονες, γηγενείς και πρόσφυγες, με τις προαναφερθείσες διανομές των ετών 1943, 1959, 1963 και 1969. Περαιτέρω, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η αγορά των προαναφερθέντων επιδίκων προκύπτει από το προσκομιζόμενο και επικαλούμενο αντίγραφο του από το έτος 1570 ιεροσφράγιστου εγγράφου της Μονής, όπου αναφέρεται ότι καθιερώθηκε αιώνιο μνημόσυνο υπέρ της υγείας και κατόπιν της ψυχής της κόρης του Η. Β. Π., Ρ., που έδωσε σ’ αυτήν και, ειδικότερα, σε Μ.ς της, το ποσό του τιμήματος των 14.000 αργυρών νομισμάτων με το οποίο οι μοναχοί αυτής αγόρασαν το ... Β... από το Σ. Σ. Β. , που το είχε δημεύσει το 1568. Από το εν λόγω όμως έγγραφο αυτό, δεν προκύπτει ότι μεταξύ των, περί το έτος 1570 επαναγορασθέντων, κατά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας κτημάτων, περιλαμβάνονται και τα επίδικα τεμάχια, αφού δεν γίνεται ειδικότερη αναφορά στο εμβαδόν και στη φύση των εκτάσεων του ..., ανεξαρτήτως του ότι δεν αποδεικνύεται απ’ αυτό προσάρτηση, ενώ η σύνταξη και κατοχή του εγγράφου αυτού στερείται έννομης συνέπειας, καθώς πρόκειται για γενικόλογη επιστολή ευχαριστήρια και καθιέρωσης αιώνιου μνημόσυνου. Άλλωστε, ακόμα και αν ήθελε γίνει δεκτός ό ισχυρισμός της ενάγουσας ότι σ’ αυτό συμπεριλαμβάνονταν και τα προαναφερθέντα επίδικα τεμάχια, δεν αποδείχθηκε και πορισμός της ενάγουσας, δια των μοναχών της, από αυτά, με την έννοια της άντλησης από αυτά οικονομικών μέσων λειτουργίας, συντήρησης των από αιώνων κτιριακών εγκαταστάσεων της και της εν γένει εκπλήρωσης των θρησκευτικών εθνικών και κοινωνικών σκοπών της, ούτε καλόπιστη νομή των μοναχών της, με την έννοια ότι δεν ανήκουν στην κυριότητα άλλου, τα οποία, εν συνεχεία, να αφιέρωσαν οι μοναχοί της ή άλλοι αφιερωτές κατά πλήρη κυριότητα, στην ενάγουσα. Αλλά και από το αντίγραφο, εξαχθέν κατά το χριστιανικό έτος 1828, από παλαιό αντίγραφο- της μερίδας της από το κτηματολογικό βιβλίο Κων/πόλεως, όπου αναφέρεται ότι καταχωρήθηκαν τα βακούφια, ήτοι τσιφλίκια και γαίες και λοιπά κτήματα που εξουσίαζαν οι μοναχοί της ενάγουσας, τα οποία αγόρασαν δια υψηλής διαταγής επί τη βάσει Ιερού φετφά, μεταξύ των οποίων αναφέρεται και "τσιφλίκιον εις τοποθεσία .... Δάσος πλησίον του χωρίου ... μετά δωματίων και χωραφιών δίδον δέκατον. Χειμαδείον προβάτων εις τοποθεσίαν ...", δεν αποδεικνύεται ότι συμπεριλαμβάνονται και τα προαναφερθέντα 33 επίδικα ακίνητα, ούτε ότι η ενάγουσα, δια των μοναχών της, πορίζονταν οφέλη από αυτά, με πράξεις καλόπιστης νομής, και αυτό ανεξαρτήτως των εμπεριεχόμενων χρονικών ανακριβειών και ανακολουθιών. Ούτε από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη σε νόμιμη επικυρωμένη μετάφραση από την ενάγουσα υπ’ αριθμ. ...1-1898 διαταγή του Αρχιεπιθεωρητή Δασών Θεσσαλονίκης προς τον επιτετραμμένο των Δασών Κασσάνδρας, με την οποία ο πρώτος επεσήμανε στο δεύτερο ότι το ... ... είναι αποδεδειγμένα της κυριότητας της ενάγουσας από προσκομιζόμενα στον Ίδιο έγγραφα, και προσδιόριζε, βάσει αυτών, και τα σύνορα του ακινήτου, δεν προκύπτουν πράξεις καλόπιστης νομής της ενάγουσας στα επίδικα ακίνητα, ανεξαρτήτως της αοριστίας του εν λόγω εγγράφου ως προς τη φύση της περιλαμβανόμενης στο ... γης. Δεν αποδεικνύονται από τη διαταγή αυτή πράξεις νομής επί των προαναφερθέντων επιδίκων. Αλλά ακόμα και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι η ενάγουσα αντλούσε, κατά: τους χρόνους της οθωμανικής αυτοκρατορίας, δια των μοναχών της απ’ όλα τα προαναφερθέντα επίδικα ή από περιορισμένη έκταση αυτών οφέλη, ή ότι εξουσίαζε τις δημόσιες αυτές γαίες, το γεγονός αυτό, κατά τα εκτιθέμενα στην υπό στοιχείο

ΙΙΙγ νομική σκέψη, δεν προσπόρισε αυτοδικαίως κυριότητα στο νομικό πρόσωπο της ενάγουσας Ιεράς ..., καθόσον, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ, 1 εδ. β και 6, 11 παρ. 1, 14 παρ. 1, 15 παρ. 1, 16, 19 παρ. 1 και 2 και 21 παρ. 1 του ν. 2508/1920 "περί εξακριβώσεως και διαχειρίσεως των περιουσιακών πόρων των εν τοις ... από Τουρκοκρατίας Χριστιανικών Κοινοτήτων", έπρεπε να αναγνωρισθεί η κυριότητα της ενάγουσας επί των επίδικων ακινήτων με απόφαση των αρμοδίων, κατά τη διάταξη του άρθρου 11 του ανωτέρω νόμου, επιτροπών, στις οποίες έπρεπε να προσκομίσει τα σχετικά αποδεικτικά της μέσα, γεγονός που δεν αποδεικνύεται ότι έλαβε χώρα, αλλά ούτε και επικαλέστηκε η ενάγουσα. Η τελευταία, επικαλείται ότι το με αρ. ...18-4-1924 συμβόλαιο του συμβ/φου Αθηνών I. Οικονομόπουλου μίσθωσε και τα προαναφερθέντα … επίδικα τεμάχια ως τμήμα του μείζονος ... της, όμως από την εν λόγω μίσθωση προς το Ελληνικό Δημόσιο εξαιρέθηκε το ... Β... (βλ. τρίτο φύλλο, πίσω πλευρά, πρώτος στίχος: "τα εξαιρούμενα της μισθώσεως ...α είναι τα εξής .,,.6) ... ή ... εν τη περιφέρεια ... της Ιεράς Μονής ...", επίσης βλ. τέταρτο φύλλο, τέταρτος στίχος "εξαιρούμενα της παρούσας μισθώσεως παραμένουσι υπό την αποκλειστική χρήσιν και εκμετάλλευσιν των εις αι ανήκουσιν έκαστον Ιερών Μονών του ...". Πράξεις, σχετικές με τα προαναφερθέντα τριάντα τρία (33) επίδικα ακίνητα, μετά την απελευθέρωση της ..., που έλαβαν χώρα μεταξύ της ενάγουσας και του Ελληνικού Δημοσίου, όπως το ...18-4-1924 συμβόλαιο του συμβ/φου Αθηνών I. Οικονομόπουλου, και αν ήθελε γίνει δεκτό, ενόψει των προαναφερθέντων, ότι περιλαμβάνονται και τα επίδικα, ή μόνο της ενάγουσας, όπως προκηρύξεις εκμίσθωσης ή πώλησης αυτών, κατάρτιση προσυμφώνων πώλησης αυτών, κατάρτισης συμβάσεων χρησιδανείου ή μίσθωσης προς τρίτους ή την Κοινότητα ..., ή κατοίκους αυτής και κάθε απόφαση της ενάγουσας με τη διαχείριση ή εκμετάλλευση αυτών, πράξεις, ομαδικές ή ατομικές, κατοίκων της ..., όπως αιτήσεις προς μίσθωση ή αγορά, της Κοινότητας ..., όπως ενημέρωση και παραπομπή στην ενάγουσα της .../19-1-2004 δ’ επαναληπτικής περίληψης κατασχετήριας έκθεσης του δικαστικού επιμελητή Ν. Π., για την αντιμετώπιση του πλειστηριασμού του 330 τεμαχίου προς άσκηση σχετικών ενδίκων μέσων, η έκδοση υπέρ της ενάγουσας πρωτοκόλλων διοικητικής αποβολής, αιτήσεις χρησιδανείου, ανταλλαγής τμημάτων, δεν προσπορίζουν ούτε απονέμουν στην ενάγουσα κυριότητα επί των προαναφερθέντων 33 επιδίκων ακινήτων, και είναι άνευ έννομων συνεπειών, και ανεξαρτήτως της πραγματικής κατάστασης, δεδομένου ότι τα επίδικα ακίνητα δεν αποτελούσαν καλλιεργήσιμους αγρούς, οι οποίοι να ήταν δεκτικοί εξουσίασης από την ενάγουσα Ιερά μονή κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας ή τουλάχιστον επί δεκαετία έως 20-5-1917, αφού ήταν ανέκαθεν, όπως προαναφέρθηκε, δάσος (πευκώνας), βοσκότοπος, ρέματα, έλος κλπ. και ως τέτοια ανεπίδεκτα καλλιέργειας, και δεν ηδύνατο να αποκτηθεί επ’ αυτών δικαίωμα εξουσίασης με δεκαετή καλλιέργεια άνευ δικαστικής αμφισβήτησης, αλλά αυτά εξουσιάζονταν μόνο με ταπί, τέτοιο δε δεν έχει εκδοθεί κατά τα προεκτεθέντα και ως εκ τούτου αυτά περιήλθαν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, ως διάδοχο του τούρκικου δημοσίου κατά τα προδιαληφθέντα και ήταν ανεπίδεκτα νομής και εντεύθεν χρησικτησίας. Περαιτέρω, αβάσιμα η ενάγουσα επιχειρεί να θεμελιώσει κυριότητα της επ’ αυτών, επικαλούμενη εξαίρεση τους με την με αριθμό ... απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεως .... Τούτο δε διότι και τα προαναφερθέντα ακίνητα απαλλοτριώθηκαν από το Ελληνικό Δημόσιο δεδομένου ότι κατά λέξη στην προαναφερθείσα υπ’ αριθμ. ... απόφαση της Επιτροπής διαλαμβάνεται "...

Κηρύσσει απαλλοτριωτέαν : Απασαν την υπόλοιπον έκτασιν του ... εκ στρεμμάτων 3455 ή και αν ευρέθη κατά την καταμέτρησιν,..." και ως εκ τούτου δεν πρόκειται για υπέρ της ενάγουσας εξαίρεση από την απαλλοτρίωση, όπως αυτή εσφαλμένα υπολαμβάνει, καθόσον η εξαιρεθείσα υπέρ αυτής έκταση προσδιορίσθηκε σε 15 στρέμματα, όπως προαναφέρθηκε, ανεξάρτητα του ότι η εν λόγω απόφαση, δεν προσδίδει ούτε μεταβιβάζει στην ενάγουσα κυριότητα, ούτε η αναγραφή του προσώπου του ιδιοκτήτη υπέρ του οποίου εξαιρέθηκε από την απαλλοτρίωση το ακίνητο, αποτελεί νόμιμο τρόπο κτήσης κυριότητας, ούτε αποτελεί αναγνώριση εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου της κυριότητας της επ’ αυτών. Σημειώνεται ότι το απορρέον από την με αριθμό 270/1966 τελεσίδικη απόφαση δεδικασμένο δεν καλύπτει, και κυριότητα της ενάγουσας επί των τεμαχίων με αριθμό ... καθώς και των εκτάσεων στρ. 8,992 και 312 τ. μ. δρόμων, που βρίσκονται στην πρώην Κοινότητα [ήδη Δημοτικό διαμέρισμα] .... Ειδικότερα, στην απόφαση αυτή γίνεται μνεία των προαναφερθέντων αριθμητικών εκτάσεων των απαλλοτριωθέντων και εξαιρεθέντων εκτάσεων, και της υπ’ αριθμ. ... αποφάσεως της Επιτροπής Απαλλοτριώσεως ..., με τις παραπάνω, ενδεικτικές κατά μέτρα αναφορές. Πρόκειται για επιμέρους πραγματικά γεγονότα, που ανήκουν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού του δικαστηρίου εκείνου, τα οποία όμως δεν αποτέλεσαν την αναγκαία προϋπόθεση του κριθέντος δικαιώματος κυριότητας των τεμαχίων με αριθμό ..., ... [των οποίων ούτε τμήματα αποτελούν τα προαναφερθέντα τριάντα τρία τεμάχια], αλλά για πραγματικά περιστατικά που απλώς προβλήθηκαν από τους διαδίκους και εξετάστηκαν πλεοναστικά από το δικαστήριο για την υποβοήθηση της κρίσης περί του δικαιώματος, στο οποίο αφορούσε ο δικαστικός αγώνας, ενώ τα ζητήματα αυτά δε στηρίζουν το διατακτικό της υπ’ αριθμ. 270/1966 απόφασης. Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά, δεν αποδείχθηκε το δικαίωμα κυριότητας της ενάγουσας στα εν λόγω ακίνητα, αλλά αντίθετα αποδείχθηκε ότι αυτά περιήλθαν στην κυριότητα της Κοινότητας ..., δικαιοπαρόχου του εναγομένου Δήμου, κατά τον προαναφερθέντα τρόπο, ήτοι με παραχώρηση από το Ελληνικό Δημόσιο.

Συνεπώς ελλείπει το έννομο συμφέρον της ενάγουσας για την άσκηση της αγωγής ως προς τα τεμάχια ..., ..., ..., ..., ... καθώς και τις εκτάσεις στρ. 8,992 και 312 τ.μ. δρόμων, που βρίσκονται στην άλλοτε Κοινότητα ..., με την οποία ζητά να αναγνωρισθεί η ανυπαρξία δικαιώματος κυριότητας του εναγόμενου Δήμου, ως καθολικού διαδόχου, από 1-1-1999, της Κοινότητας ... του Ν. ..., αφού δεν αποδείχθηκε ότι τα εν λόγω ακίνητα ανήκουν στην κυριότητα της, απαραίτητη προϋπόθεση για την εκ του άρθρου 70 ΚΠολΔικ αρνητική αναγνωριστική αγωγή>>. Ακολούθως το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της αναιρεσείουσας, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε απορρίψει την αγωγή εξ ολοκλήρου και στη συνέχεια τη δέχθηκε , κατά ένα μέρος και αναγνώρισε ότι ο αναιρεσίβλητος Δήμος δεν έχει δικαίωμα κυριότητας μόνον επί των 14 ακινήτων που προαναφέρονται και όχι και επί των υπόλοιπων 33 ως προς τα οποία η αγωγή απορρίφθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ και ειδικότερα α) με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 51 και 55 ΕισΝΑΚ, 122 παρ. 1 και άρθρο 2 παρ. Β, Γ, Δ, Ε ΟθΝπγαιών του 1856, των άρθρων 230, 231, 232 ΟθΑΚ, ζήτημα 94ον Βακουφικών Διατάξεων Ο. Χ. Ε., και των άρθρων 5 και 6 του Νόμου ΔΣΙΓ/14-11-1913 περί κυρώσεως της Συνθήκης των Αθηνών, β) με το δεύτερο λόγο αναίρεσης ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 369, 966, 967, 968, 972, 1033 και 1192 παρ. 1 του ΑΚ που εφαρμόζονται κατ’ άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, γ) με τον τρίτο λόγο αναίρεσης ότι το Εφετείο, με το να κρίνει έγκυρες και ισχυρές τις διανομές των ετών 1963 και 1969 σε βάρος μη απαλλοτριωθεισών εκτάσεων του ..., παραβίασε, γιατί δεν εφήρμοσε, τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1 και 8 παρ. 1 του νδ 15/22-10-1926 περί Αγροτικού Νόμου, του άρθρου 216 του νδ 4173/29 περί δασικού κώδικος, των άρθρων 164 παρ. 1 και 197 παρ. 1 του βδ 29-10/6-12-1949 περί κωδικοποίησης των αγρ. Νόμων, των άρθρων 17 και 104 παρ. 1 του Συντάγματος 1952, του άρθρου 1 του Α’ ΠροσθΠρωτ της ΕΣΔΑ, των άρθρων 18 παρ. 1 και 38 παρ. 1 του νδ 2185/52 περί αναγκ. Απαλ/σης κτημάτων προς αποκατάσταση ακτημόνων καλλιεργητών και κτηνοτρόφων, του άρθρου 60 του νδ 86/1969 περί δασικού κώδικος, που εφαρμόζονται στην κρινόμενη υπόθεση σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 51 και 55 ΕισΝΑΚ, δ) με τον τέταρτο λόγο ότι το εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 67, 79 και 134 παρ. 1 του πδ 15/22-10-1926 "περί αγροτικού νόμου", ε) με το δέκατο τρίτο λόγο αναίρεσης ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης και περιέχει αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, και στ) με το δέκατο τέταρτο λόγο αναίρεσης ότι το Εφετείο παραβίασε α) Τα άρθρα 1, 4, 47, 52, 116, 118 του από 20-12-1877 Κανονισμού των εν ... Μοναστηριών, που αναγνωρίζουν τις Μονές του ... (5η τη τάξει η Μονή ...), ορίζουν ότι διοικούνται από τις Συνάξεις αυτών και αναγνωρίζουν ικανότητα να αποκτούν περιουσία με μεταβιβάσεις εν ζωή και κληρονομιά. β) Τα άρθρα 2 παρ. Β, Γ, Δ και Ε και η τελευταία παρ. του άρθρου 2, καθώς και του άρθρου 122 παρ. 1 του Οθνπγαιών που καθορίζουν ποια ακίνητα είναι "καθαρής κυριότητας", και ότι τα καταγεγραμμένα στο Δευτερχανέ είναι αναπαλλοτρίωτα μοναστηριακά κτήματα και δεν εξουσιάζονται με ταπί. γ) Τα άρθρα 230, 231, 232, 167, 175, 264, 369, 1194, 1737 Οθωμ.Α.Κ. που εξομοιώνουν τα ακίνητα με κινητά, ισχύει η με βάση τα όρια επιφάνειας κατά τις μεταβιβάσεις περιλαμβάνουσα και όλα τα εντός των ορίων υπάρχοντα και ότι, τα έγγραφα του κτηματολογίου (σουρέτια) είναι εκτελεστέα. δ) Τα άρθρα 179, 16, 94, 97, 125 και 139 των από 1890 Βακουφικών Διατάξεων (Ο. Χ. Ε. σε μετάφραση Δ.Ν. Οθωμ.Κώδικες 1890 Τ.Β’ σελ. 1264, 1290, 1305, 1328), που χαρακτηρίζουν ως de facto "εν τοις πράγμασι" ευαγή καθιδρύματα Α’ κατηγορίας παρέχοντα ωφέλεια εις πτωχούς και πλουσίους, στα οποία περιλαμβάνονται και οι "ναοί", "ναϊσκοι", οι "οίκοι λατρείας" υφ’ οιανδήποτε μορφή, που είχαν ικανότητα δικαίου τα ευαγή ταύτα καθιδρύματα να αποκτούν κατά κυριότητα κτήματα που αφιερώνονταν (δωρίζονταν) εις αυτά (ζητήματα 16ον, 179ον, 94ον, 97ον, 125ον Βακουφικών διατάξεων, ε)Τα άρθρα 5, 6 εδ. 2 της από 1/14-11-1913 Συνθήκης των Αθηνών, που κυρώθηκε με το Ν.ΔΣΙΓ/14-11-13 που επιβάλλουν στην Ελληνική Κυβέρνηση να σέβεται και να προστατεύει τα δικαιώματα ιδιοκτησίας επί αστικών και αγροτικών ακινήτων κατεχομένων δυνάμει επισήμων τίτλων των Οθωμανικών Αρχών από πριν την απελευθέρωση. στ)των άρθρων 51 και 55 του Α.Κ. ζ) Τα άρθρα 3 παρ. 1 εδ. β και 6, 11 παρ. 1, 14 παρ. 1,15 παρ. 1, 16, 19 παρ. 1 και 2 και 21 παρ. 1 του Ν.2508/20 περί εξακριβώσεως και διαχείρισης των περιουσιακών πόρων των εν ταις ... από Τουρκοκρατίας Χριστιανικών Κοινοτήτων». Οι εξεταζόμενοι λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, αφού με αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο ως προς το κρίσιμο ζήτημα της ανυπαρξίας δικαιώματος της αναιρεσείουσας στα επίδικα 33 ακίνητα δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, καθόσον, υπό τα ως άνω ανελέγκτως γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους. Διέλαβε δε ως προς το άνω ουσιώδες ζήτημα της ύπαρξης κυριότητας της αναιρεσείουσας στα εν λόγω ακίνητα πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των ως άνω διατάξεων που εφάρμοσε το Εφετείο. Ενόψει αυτών οι ως άνω λόγοι, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Οι ίδιοι δε λόγοι κατά το μέρος αυτών, που δεν αιτιώνται παραβίαση των παραπάνω διατάξεων για το ότι τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά, εσφαλμένα υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, αλλά στο ότι θα έπρεπε να γίνουν δεκτά άλλα πραγματικά περιστατικά, που η αναιρεσείουσα πρότεινε, τα οποία και πληρούσαν το πραγματικό των διατάξεων αυτών, είναι απαράδεκτοι και πρέπει, επίσης, να απορριφθούν, γιατί υπό την επίφαση της παραβίασης των παραπάνω διατάξεων πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά ουσιαστική, περί την εκτίμηση των πραγμάτων, κρίση του Δικαστηρίου.

Κατά το άρθρ. 559 αριθμός 4 ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έχει υπερβεί την δικαιοδοσία πολιτικών δικαστηρίων, όπως καθορίζεται στο άρθρο 1 ΚΠολΔικ, το οποίο ορίζει ότι στην δικαιοδοσία πολιτικών δικαστηρίων ανήκουν α) οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, β) οι υποθέσεις εκουσίας δικαιοδοσίας, γ) οι υποθέσεις δημοσίου δικαίου που ο νόμος υπήγαγε σε αυτά. Κατά δε το άρθρο 2 του ίδιου Κώδικα κάθε επέμβαση των πολιτικών δικαστηρίων σε διοικητικές διαφορές, που υπάγονται στα διοικητικά δικαστήρια ή αρχές απαγορεύεται. Επιτρέπεται μόνο η εξέταση των ζητημάτων που προκύπτουν παρεμπιπτόντως. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι υπέρβαση δικαιοδοσίας υπάρχει και επομένως ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθμός 4 ΚΠολΔικ αναιρετικός λόγος, όταν η υπόθεση που κρίθηκε από το δικαστήριο δεν υπάγεται σε καμία από τις παραπάνω αναφερόμενες περιπτώσεις του άρθρου 1 ΚΠολΔικ, καθώς και όταν το δικαστήριο δεν είχε διεθνή δικαιοδοσία κατά το άρθρο 3 ΚΠολΔικ. Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πλημμέλεια, επειδή το Εφετείο υπερέβη τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων «διότι τα πραγματικά γεγονότα που έκρινε αποδειχθέντα, ήτοι: α) της αρμοδιότητας της Επιτροπής Διανομών 1943 και 1959 να επιλύει διοικητική διαφορά υπαγόμενη στην Επιτροπή Απαλλοτριώσεων, β) της από αυτές τις επιτροπές γενομένης διεύρυνσης της απαλλοτριωθείσης έκτασης πέραν των ορίων που καθόρισε η ΕΑΧ, γ) του διαφορετικού χαρακτηρισμού της φύσης του εδάφους στη μορφή που εμφάνιζε το 1943 και το 1959, δ) του χαρακτηρισμού ως κοινοχρήστων των 47 επιδίκων μη απαλλοτριωθέντων και μη παραχωρηθέντων ούτε στην Κοινότητα ούτε σε κάποιο άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, τα οποία α, β, γ, δ, γεγονότα, αναρμοδίως είχαν προκαλέσει οι Επιτροπές Διανομών 1943 και 1959 και είναι άκυρος ο χαρακτηρισμός ως προελθών από αναρμόδιες Επιτροπές. Κακώς το εφετείο δεν τα υπήγαγε στις εφαρμοστέες εν προκειμένω διατάξεις (94 παρ. 2 Συντ. 1975, αρ.2 εδ.α’ Κ.Πολ.Δ.. άρθρα 19 και 119 Συν/τος 1927, αρθ.56, 65, 67, 79, 90 ν.δ. 15/22-10-1927 αγρ.Νόμου) που κηρύσσουν την αναρμοδιότητα των Επιτροπών Διανομών να διευρύνουν τα όρια της απαλλοτρίωσης, να χαρακτηρίζουν αναπαλλοτρίωτες εκτάσεις ως κοινόχρηστες και να χαρακτηρίζουν το έδαφος αυτών με την μορφή που έχει στο χρόνο των διανομών, ενώ κρίσιμος χρόνος χαρακτηρισμού του εδάφους είναι ο της απαλλοτρίωσης (1931). Αντίθετα, το εφετείο τα υπήγαγε (κακώς) στις διατάξεις των άρθρων 369, 966, 967, 968, 972, 1033, 1192 παρ. 1 του Α.Κ. και, ασκώντας αναρμοδίως το εφετείο αρμοδιότητα που δεν είχε, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα 47 επίδικα, με αποφάσεις των εν λόγω Επιτροπών Διανομών, απέκτησαν κοινόχρηστο χαρακτήρα και τάχα κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας τα 33 από τα 47 επιδίκων αποτελούσαν δήθεν δημόσιες γαίες, που με την απελευθέρωση των Νέων Χωρών περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Τουρκικού. Έτσι που έκρινε το εφετείο διέπραξε δύο σφάλματα: α) Ως πολιτικό δικαστήριο σφετερίστηκε την αρμοδιότητα Διοικητικού Οργάνου επί ζητημάτων που το Σύνταγμα και οι νόμοι έχουν αναθέσει στην ΕΑΧ να τα κρίνει αμετάκλητα (παραβ. 559/4 Κ.Πολ.Δ.) και β) έβγαλε το συμπέρασμα ότι τα 33 εκ των 47 μη απαλλοτριωθέντων και μη παραχωρηθέντων προς ουδένα επιδίκων τμημάτων του ... της αναιρεσείουσας κατέστησαν κοινόχρηστα με αποφάσεις των Επιτροπών Διανομών».Ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού το Εφετείο δεν υπερέβη τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, καθόσον η επίδικη διαφορά (αναγνωριστική της κυριότητας αγωγή) υπαγόταν αποκλειστικά στη δικαιοδοσία των πολιτικών Δικαστηρίων και παρεμπιπτόντως ερεύνησε, όπως είχε τη δυνατότητα, τις ως άνω αποφάσεις των διοικητικών αρχών. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11 περ. γ’ ΚΠολΔικ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο. Όμως, δεν γεννάται ο λόγος αυτό, αν και από τη γενική μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ’ είδος έστω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της απόφασης καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αριθμός 11 γ’ ΚΠολΔικ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης. Στην έννοια των αποδείξεων που ιδρύουν τον ερευνώμενο εδώ λόγο αναίρεσης περιλαμβάνεται και η δικαστική ομολογία την οποία το δικαστήριο της ουσίας, καίτοι την επικαλέσθηκε ο αντίδικος του ομολογήσαντος, εν τούτοις παρέλειψε να την εκτιμήσει και να τη λάβει υπόψη του καίτοι περιείχε σαφή και συγκεκριμένη παραδοχή ενός κρίσιμου γεγονότος, που αποτελούσε βάση καταλυτικού ισχυρισμού εκείνου που επικαλείται την ομολογία. Η δικαστική ομολογία, δηλαδή η παραδοχή με μονομερή δήλωση, απευθυνόμενη προς το δικαστήριο το οποίο δικάζει την υπόθεση, ενός κρισίμου γεγονότος από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επικλήσεως και αποδείξεως του, πρέπει να είναι σαφής και συγκεκριμένη. Εξάλλου η ύπαρξη της ομολογίας κρίνεται αντικειμενικά και δεν αποτελεί προϋπόθεσή της η πρόθεση προς ομολογία . Με τον έκτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθμό 11 γ του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πλημμέλεια της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα αναφερόμενα στο λόγο αυτό αποδεικτικά μέσα, ήτοι τα έγγραφα που ειδικώς αναφέρονται και τη δικαστική ομολογία του αναιρεσίβλητου, που περιλαμβάνεται στις από 7-8-2009 έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Στις προτάσεις αυτές κατά την αναιρεσείουσα «περιέχεται η δικαστική ομολογία του ισχυρισμού μου ότι δηλαδή αποζημιώθηκα από το Δημόσιο μόνο για απαλλοτριωθέντα 3.435 στρ., η ομολογία του Δημοσίου που περιέχεται στις από 29-1-1968 προτάσεις του ενώπιον του εφετείου κατ’ εμού, ομολογήσαντος ότι το κηρυχθέν με την 114215/1924 απόφαση απαλλοτριωτέο ... μου ανήκει κατά κυριότητα εις εμέ, την οποία ομολογία δέχθηκε το πρωτοδικείο με τις 156/64 προδικαστική και 270/66 οριστική αποφάσεις του». Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι α) από τη βεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη «όλα ανεξαιρέτως τα, με επίκληση, προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα» και από όλο το παραπάνω περιεχόμενο της απόφασης δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι τούτο για το σχηματισμό της κρίσης του στην οποία τελικώς κατέληξε, κατά τα προεκτιθέμενα, έλαβε υπ’ όψη του και συνεκτίμησε μαζί με όλες τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα προαναφερόμενα έγγραφα και β) από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεων του αναιρεσιβλήτου δεν συνάγεται δικαστική ομολογία, με την έννοια που προαναφέρεται, για ανυπαρξία δικαιώματος κυριότητας αυτού στα επίδικα ακίνητα, αντίθετα, μάλιστα προβλήθηκε ένσταση δικής του κυριότητας σε αυτά.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αριθμός 8, 106,335, 338 και 341 παρ. 2 ΚΠολΔικ προκύπτει, ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης απ’ αυτές, η μη λήψη υπόψη των οποίων από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν τη βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, ούτε και ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. Στην προκείμενη περίπτωση με τον έβδομο λόγο, κατ’ ορθή υπαγωγή του και τον ένατο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8α του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πλημμέλεια, διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη αρνητικό της αγωγής ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου Δήμου ότι η αναιρεσείουσα δεν ήταν κυρία επί τουρκοκρατίας των επιδίκων 33 ακινήτων, ο οποίος δεν είχε προταθεί νόμιμα στο Εφετείο σύμφωνα με τα όσα ειδικότερα αναφέρονται στο λόγο αυτό. Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι αφού πράγματα δε συνιστούν οι αρνητικοί της αγωγής ισχυρισμοί.

Κατά το άρθρο 559 αριθμός 16 ΚΠολΔικ λόγος αναίρεσης ιδρύεται και αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Εξάλλου, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔικ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο, που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογητική σχέση, από την οποία αυτό έχει παραχθεί. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι να υπάρχει ταυτότητα νομικής αιτίας, δηλαδή διάταξης νόμου, η οποία αποτελεί τη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του και ιστορικής αιτίας, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκρότησαν την ιστορική βάση της πρώτης αγωγής, επί των οποίων θεμελιώνεται η αγωγή που συγκροτούν το πραγματικό της εφαρμοσθείσας κατά την προηγούμενη δίκη νομικής διάταξης, ήταν αναγκαία κατά νόμο για την κατάφαση ή άρνηση της διαγνωσθείσας έννομης συνέπειας, τα ίδια συγκροτούν το πραγματικό, όλο ή και μέρος της νομικής διάταξης, που πρέπει να εφαρμοσθεί στη νέα δίκη του δικαιώματος που κρίνεται και εκείνης που είχε το δικαίωμα που κρίθηκε με την προηγούμενη απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση με τον όγδοο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ αιτίαση, επειδή το Εφετείο δέχτηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο από την 270/1966 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου .... Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο ως προς το ζήτημα του δεδικασμένου δέχτηκε τα εξής: «Σημειώνεται ότι το απορρέον από την με αριθμό 270/1966 τελεσίδικη απόφαση δεδικασμένο δεν καλύπτει, και κυριότητα της ενάγουσας επί των τεμαχίων με αριθμό ..., ..., …, ..., …, ..., ... καθώς και των εκτάσεων στρ. 8,992 και 312 τ.μ. δρόμων, που βρίσκονται στην πρώην Κοινότητα [ήδη Δημοτικό διαμέρισμα] .... Ειδικότερα, στην απόφαση αυτή γίνεται μνεία των προαναφερθέντων αριθμητικών εκτάσεων των απαλλοτριωθέντων και εξαιρεθέντων εκτάσεων, και της υπ’ αριθμ. ... αποφάσεως της Επιτροπής Απαλλοτριώσεως ..., με τις παραπάνω, ενδεικτικές κατά μέτρα αναφορές. Πρόκειται για επιμέρους πραγματικά γεγονότα, που ανήκουν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού του δικαστηρίου εκείνου, τα οποία όμως δεν αποτέλεσαν την αναγκαία προϋπόθεση του κριθέντος δικαιώματος κυριότητας των τεμαχίων με αριθμό ..., ... [των οποίων ούτε τμήματα αποτελούν τα προαναφερθέντα τριάντα τρία τεμάχια], αλλά για πραγματικά περιστατικά που απλώς προβλήθηκαν από τους διαδίκους και εξετάστηκαν πλεοναστικά από το δικαστήριο για την υποβοήθηση της κρίσης περί του δικαιώματος, στο οποίο αφορούσε ο δικαστικός αγώνας, ενώ τα ζητήματα αυτά δε στηρίζουν το διατακτικό της υπ’ αριθμ. 270/1966 απόφασης». Με αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις περί δεδικασμένου και επομένως ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Με το δέκατο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθμό 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πλημμέλεια επειδή το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον 8ο λόγο έφεσης της αναιρεσείουσας, με τον οποίο πρόβαλε το παράπονο ότι η πρωτόδικη απόφαση παραβίασε τις διατάξεις των Συνταγμάτων του 1927, 1952 και 1975 που προστατεύουν την ιδιοκτησία, αφού το άρθρο 119 του Σ. του 1927 επέτρεπε την κατάληψη και πριν την καταβολή αποζημίωσης μόνον επί (5) έτη από της ισχύος του, το του 1952 δεν επέτρεπε κατάληψη χωρίς προηγουμένη αποζημίωση, ομοίως και το Σύνταγμα του 1975 και ακόμη το άρθρο (1) του Α’ Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ το ίδιο επιβάλλει, καθώς και δεν εξέτασε τον 3ο λόγο της έφεσής της κατά της πρωτόδικης απόφασης, με τον οποίο παραπονούταν ότι δεν έλαβε καθόλου υπόψη τα αναφερόμενα στο λόγο αυτό αποδεικτικά μέσα, και επίσης το εφετείο δεν εξέτασε ούτε τον 4ο λόγο της έφεσής της, με τον οποίο, για να στηρίξει την έφεση της προέβαλε το παράπονο ότι το πρωτοδικείο, ναι μεν φαίνεται ότι έλαβε υπόψη του τα παρακάτω αποδεικτικά μέσα, που προσήγαγε ενώπιον του, και τα επανυπέβαλε και επικαλέστηκε νομότυπα και στο δεύτερο βαθμό, προφανώς όμως δεν τα εκτίμησε σωστά ως προς τα γεγονότα που αποδεικνύονται απ’ αυτά. Ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού οι τρίτος και τέταρτος λόγοι έφεσης αναφερόμενοι σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων εξετάστηκαν από το Εφετείο, ενώ ο όγδοος λόγος έφεσης αναφερόμενος σε ζήτημα που δεν είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αφού το Εφετείο ως προς τα επίδικα ακίνητα δε δέχτηκε ότι απαλλοτριώθηκαν, αλλά αντιθέτως δέχτηκε ότι σε αυτά δεν είχε κυριότητα η αναιρεσείουσα.

Ο από το άρθρο 559 αριθμός 10 ΚΠολΔικ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το Δικαστήριο δέχεται "πράγματα", ήτοι αυτοτελείς ισχυρισμούς που τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση χωρίς να έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα "πράγματα" αυτά χωρίς να απαιτείται να αξιολογούνται τα επί μέρους μέσα ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα, ούτε να αναφέρεται ποια έγγραφα λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη. Στην προκειμένη περίπτωση με τον ενδέκατο λόγο αναίρεσης ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί το Εφετείο δέχτηκε ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς απόδειξη και ειδικότερα δέχθηκε ότι « τα 33 ακίνητα, που περιλαμβάνονται στην ευρύτερη έκταση τω 20.368,375 στρ. του ... ..., κατά την εποχή της τουρκοκρατίας ήταν πευκώνες δηλαδή δάσος, έλη, φρέατα, , αλωνότοπος και χέρσες εκτάσεις έλη και ρέματα, ήτοι είχαν χαρακτήρα βοσκοτόπου , δεν είχαν όμως αφεθεί ανέκαθεν σε κοινή χρήση των κατοίκων κάποιου χωριού, καθόσον στην περιοχή της ... εγκαταστάθηκαν πρόσφυγες εκ Μ. Ασίας μετά το 1922. Τα ως άνω ακίνητα είχαν τον χαρακτήρα δημόσιας γαίας και περιήλθαν στο Ελλ. Δημόσιο ως διαδόχου του τουρκικού κράτους , των οποίων την κυριότητα μεταβίβασε ο Νομάρχης στην Κοινότητα ... με την 29437/66 απόφαση». Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού το Εφετείο, για να καταλήξει στην κρίση του, προέβη στην εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 20 ΚΠολΔικ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος. Στην προκείμενη περίπτωση με το δωδέκατο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ αιτίαση επειδή το Εφετείο παραμόρφωσε τα αναφερόμενα στο λόγο αυτό τέσσερα έγγραφα. Ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος αφού το δικαστήριο εκτίμησε το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών για τη συναγωγή αποδεικτικού πορίσματος διαφόρου από εκείνο που θεωρεί ορθό η αναιρεσείουσα.

Με το δέκατο πέμπτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ αιτίαση διότι το Εφετείο δεν εκτίμησε το περιεχόμενο διαδικαστικών εγγράφων, όπως την αγωγή της αναιρεσείουσας και τις πρωτόδικες προτάσεις του αναιρεσιβλήτου Δήμου. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι η παρ. 2 του άρθρου 561 ΚΠολΔικ δεν εισάγει ειδικό λόγο αναίρεσης πέραν αυτών του άρθρου 559 αλλά αναφέρεται σ’ όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, τους οποίους ανακυκλώνει με το λόγο αυτό η αναιρεσείουσα.

Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν. Κατά τη σαφή έννοια του αριθμού 1 περ. β’ του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, η παραβίαση των διδαγμάτων αυτών ιδρύει λόγο αναιρέσεως μόνο εάν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ’ αυτούς των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών. Έτσι αποκλείεται η αναίρεση για εσφαλμένη χρησιμοποίηση τους προς έμμεση απόδειξη ή προς την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που χρησιμοποιήθηκαν. Στην προκειμένη περίπτωση με το δέκατο έκτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ. 1 περ. β του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πλημμέλεια ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας σύμφωνα με τα οποία όταν ένα αγροδασόκτημα 20.376,750 στρμ., αποτελούμενο από πευκώνες, δάση, χέρσα, εποχικά έλη, αλωνότοπο, ρέματα, θαμνώση και ποώδη βλάστηση, ήτοι έχει χαρακτήρα βοσκοτόπου (σελ. 71 εφ.), και κηρύσσεται απαλλοτριωτέο για αγροτική αποκατάσταση ακτημόνων και απαλλοτριώνονται μόνο ορισμένα τμήματα αυτού, τα μη απαλλοτριωθέντα μέρη, πάσης μορφής του εδάφους των, παραμένουν στην κυριότητα του κυρίου καθ’ ού η απαλλοτρίωση αφού το εφετείο διαπίστωσε: 1) Ότι και τα 33 επίδικα περιλαμβάνονται εντός της έκτασης του ... ..., 2) είχαν επί Τουρκοκρατίας την μορφή που παραπάνω αναφέρεται (σελ. 71 εφετειακής) και 3) δεν είχαν αφεθεί σε κοινή χρήση διότι δεν υπήρχαν κάτοικοι στην περιοχή πριν από την εγκατάσταση των προσφύγων εκ Μ.Ασίας. Τα διαπιστωθέντα ως άνω 1, 2, 3 πραγματικά περιστατικά, εσφαλμένως το εφετείο τα υπήγαγε στις διατάξεις του άρθρου 3 του Οθ.ν.π.γ. 1856, και χαρακτήρισε τα 33 επίδικα δημόσιες γαίες και εφήρμοσε το άρθρο 122 παρ. 2 του Οθ.ν.π.γ. και απαίτησε να έχει ταπί για να τα εξουσιάζει η αναιρεσείουσα. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος αφού τα ανωτέρω αναφερόμενα ως διδάγματα κοινής πείρας δεν έχουν το χαρακτήρα αυτόν, ούτε άλλωστε χρησιμοποιήθηκαν κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου ή την υπαγωγή σ’ αυτόν πραγματικών περιστατικών. Σε κάθε δε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι αλυσιτελής διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε ότι η επίδικη έκταση δεν ανήκε στην κυριότητα της αναιρεσείουσας.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί, κατ’ άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔικ η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που καταβλήθηκε και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων κατά το νόμιμο αίτημα αυτών [ΚΠολΔικ 176, 183, 191 παρ.2], μειωμένα, όμως σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 281 του ν. 3463/2006.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση αναίρεσης της 2290/2013 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που καταβλήθηκε. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων [600] ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Μαρτίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Απριλίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ