Legislator Case Law & Legislation
545/2013 AI generated

545/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 545/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 246 και 573 ΚΠολΔ, πρέπει να ενωθούν και συνεκδικασθούν, η από 26-9-2011 αίτηση αναιρέσεως και οι παραδεκτώς ασκηθέντες με τα 210/3-11-2011, 116/4-10-2012 και 126/16-10-2012 ιδιαίτερα δικόγραφα πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, κατά της 735/2009 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία.

Legislator headnote

AI generated

545/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 246 και 573 ΚΠολΔ, πρέπει να ενωθούν και συνεκδικασθούν, η από 26-9-2011 αίτηση αναιρέσεως και οι παραδεκτώς ασκηθέντες με τα 210/3-11-2011, 116/4-10-2012 και 126/16-10-2012 ιδιαίτερα δικόγραφα πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, κατά της 735/2009 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία.

Keywords

AI generated
entitlement condition for benefits legal capacity constitutional requirement statutory requirement fulfillment enjoyment of rights statutory right
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 545 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 545/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών:1.Σ. χας Α. Σ., το γένος ..., ως νόμιμης κληρονόμου του Α. Σ. του Κ., κατοίκων ... 2.Γ. Σ., ως νόμιμης κληρονόμου του Α. Σ. του Κ., κατοίκου … 3. Π. Σ. του Α., συζύγου του Π. Μ., δι' εαυτήν και ως νόμιμης κληρονόμου του Α. Σ. του Κ., κατοίκου ... 4.Κ. Σ. του Α., συζ. Ε. Κ., δι' εαυτήν και ως νόμιμης κληρονόμου του Α. Σ. του Κ., κατοίκου ... και 5. Α. Π. του Γ., κατοίκου …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κυριάκο Παραβάντη.

Της αναιρεσίβλητου: Β. χας Β. Β., το γένος Δ. Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ρήγα Αναγνωστόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις α) από 10 Μαϊου 2007 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου και β) από 26 Μαρτίου 2008 των ηδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 735/2009 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, 103/2011 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 26 Σεπτεμβρίου 2011 αίτησή τους και των από 1 Νοεμβρίου 2011, 3 Οκτωβρίου 2012 και 12 Νοεμβρίου 2012, με ιδιαίτερα δικόγραφα, προσθέτων λόγων.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Αυγουλέας, ανέγνωσε την από 11 Νοεμβρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του όγδοου πρόσθετου λόγου του από 12-10-2012 δικογράφου, καθώς και του έβδομου πρόσθετου λόγου του ιδίου δικογράφου όσον αφορά τον πέμπτο των αναιρεσειόντων.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 246 και 573 ΚΠολΔ, πρέπει να ενωθούν και συνεκδικασθούν, η από 26-9-2011 αίτηση αναιρέσεως και οι παραδεκτώς ασκηθέντες με τα 210/3-11-2011, 116/4-10-2012 και 126/16-10-2012 ιδιαίτερα δικόγραφα πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, κατά της 735/2009 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία.

2. Το άρθρο 70 του ΚΠολΔ ορίζει ότι όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωριστεί η ύπαρξη ή η μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσεως, μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι μπορεί να αναγνωριστεί με αγωγή η ύπαρξη ή ανυπαρξία έννομης σχέσεως, η οποία τελεί σε αβεβαιότητα, εφόσον συντρέχει προς τούτο έννομο συμφέρον.

Ως έννομη σχέση θεωρείται η βιοτική σχέση που ρυθμίζεται από το δίκαιο και αναφέρεται σε πρόσωπο ή πράγμα, δημιουργεί δε δικαίωμα ή μπορεί με τη συνδρομή και άλλων όρων να καταλήξει σε δικαίωμα, για την έννομη προστασία του οποίου παρέχεται με την ως άνω διάταξη η άσκηση αναγνωριστικής αγωγής. Κατά συνέπεια, η παραπάνω διάταξη είναι ουσιαστικού και όχι δικονομικού δικαίου.

Η απόφαση που εκδίδεται επί της αναγνωριστικής αγωγής τέμνει τη διαφορά όπως και επί καταψηφιστικής, παράγουσα δεδικασμένο περί της υπάρξεως ή της ανυπαρξίας του δικαιώματος με τις συνέπειες του. Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως, ότι συνέτρεχαν ή όχι οι όροι ασκήσεως της αναγνωριστικής αγωγής στηρίζεται στο άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ.

Με την από 26-3-2008 αγωγή τους προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου, οι ενάγοντες Α. Σ. (ο οποίος απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τις τέσσερις πρώτες των αναιρεσειόντων), τρίτη, τέταρτη και πέμπτος των αναιρεσειόντων, ζήτησαν να αναγνωριστεί το ανυπόστατο-ανύπαρκτο των αναφερομένων στην αγωγή της αναιρεσίβλητης δηλώσεων ανάκλησης της τελευταίας, καθόσον οι δηλώσεις της αυτές ουδέποτε περιήλθαν στον δωρεοδόχο, μέχρι τις 27-12-2012, όταν μεταγράφηκαν στο Κτηματολογικό Γραφείο του …οι συμβολαιογραφικές πράξεις, με τις οποίες ο δωρεοδόχος μεταβίβασε τα δωρηθέντα ακίνητα στους λοιπούς ενάγοντες.

Με το περιεχόμενο και αίτημα αυτό η αγωγή ήταν μη νόμιμη. Τούτο διότι το αίτημα της, δεν αφορά την αναγνώριση της ύπαρξης ή ανυπαρξίας κάποιας έννομης σχέσης, δηλαδή μιας βιοτικής σχέσης προσώπου προς άλλο πρόσωπο ή αγαθό, η οποία ρυθμίζεται από την έννομη τάξη, αλλά επιδιώκεται η αναγνώριση απλών πραγματικών περιστατικών, τα οποία δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο αναγνωριστικής αγωγής, χωρίς να καθορίζονται στο δικόγραφο (όπως στην κρινόμενη περίπτωση) οι προβλεπόμενες από το νόμο συνέπειες.

Τα περιστατικά αυτά μπορεί να αποτελούν προϋποθέσεις της γέννησης μιας έννομης σχέσης, αλλά από μόνα τους δεν συνιστούν έννομη σχέση. Αποστολή δε του δικαστηρίου, όπως προαναφέρθηκε, είναι η επίλυση διαφορών με την απαγγελία εννόμων συνεπειών και στην περίπτωση της αναγνωριστικής αγωγής, η αναγνώριση δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και όχι απλών στοιχείων που οδηγούν στη θεμελίωση αυτών ή καταστάσεων και ο νομικός χαρακτηρισμός αυτών.

Τα δευτεροβάθμιο λοιπόν δικαστήριο, που απέρριψε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, τον αντίστοιχο λόγο εφέσεως των αναιρεσειόντων, ως κατ' ουσίαν αβάσιμο, μετ' επικύρωση της πρωτοβάθμιας απόφασης, που είχε απορρίψει την αγωγή, με το αναφερόμενο πιο πάνω περιεχόμενο και αίτημα, δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 70 ΚΠολΔ, με ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη υπαγωγή, καθόσον δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της εν λόγω διάταξης.

Επομένως, δεύτερος λόγος του κυρίου δικογράφου της αίτησης αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί 3. Στην από 10-5-2007 αγωγή της, προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου, όπως παραδεκτά επισκοπείται, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, ιστορούσε η αναιρεσίβλητη ότι, εξαιτίας των παραπτωμάτων, αντικοινωνικής και εξυβριστικής συμπεριφοράς του πρώτου εναγομένου στο πρόσωπο της (που παρατίθενται λεπτομερώς στις σελίδες 9-21 της αγωγής), η οποία είχε προβεί προηγουμένως σε δωρεά προς αυτόν των περιγραφομένων στην αγωγή ακινήτων της, στις 28-8-2006 προέβη, λόγω της αχαριστίας του, σε ανάκληση της δωρεάς με δήλωσή της που περιήλθε αυθημερόν σε γνώση του δωρητή.

Συγκεκριμένα στις τελευταίες πιο πάνω σελίδες (20-21), ιστορεί ότι, αφού αρνήθηκε να ενδώσει στις απαιτήσεις του εναγομένου να ανακαλέσει τις δωρεές προς άλλα πρόσωπα, και του δήλωσε ότι δεν θα πετύχουν οι εκβιασμοί του, ο τελευταίος οργίστηκε φωνάζοντας προς αυτήν ".. παληόγρια... να φύγεις από εδώ...". Στη συνέχεια δε "Με Λυγμούς απάντησα ότι δεν είχα ανάγκη το ψωμί σου, εγώ ήλθα εδώ και σου 'δωσα την περιουσία μου , επειδή είπες ότι θα με είχες σαν μάνα σου..." και αυθημερόν έφυγα , αφού δήλωσα προς τον πρώτο εναγόμενο (28-8-2006) ότι ανακαλώ τις γενόμενες δωρεές μου για όλους τους παραπάνω λόγους (σελ. 9-20) και δίδοντας βεβαίως έμφαση στον τελευταίο λόγο της εξευτελιστικής εκδίωξής μου, ενώ από την μέρα αυτή διαβιώ μόνη μου στην αγροικία στα ...

αντιμετωπίζοντας τις αποστελλόμενες απειλές του ότι θα με διώξει από την αγροικία και φοβούμενη για το μέλλον...". Ότι ο τελευταίος, μετά την πιο πάνω ανάκληση, μεταβίβασε τα δωρηθέντα ακίνητα με γονική παροχή προς τις δεύτερη και τρίτη των εναγομένων, θυγατέρες του, και με δωρεά στον τέταρτο τούτων, εγγονό του, οι οποίες έγιναν φαινομενικά, χωρίς σοβαρή πρόθεση συναλλαγής των συμβαλλομένων, προκειμένου να αποφύγει ο πρώτος τούτων να αποδώσει τα δωρηθέντα στην ενάγουσα, μετά τη γενομένη ανάκλησή της, υποκινούμενοι από ταπεινά αίτια και έχοντας ως γνώμονα τον ανήθικο σκοπό να αποφευχθεί η αναμεταβίβαση των δωρηθέντων στην ενάγουσα παραβιάζοντας έτσι και τις αρχές των χρηστών ηθών.

Με βάση αυτά ζήτησε: 1) να αναγνωριστεί η εγκυρότητα της ανάκλησης των γενομένων με τα ως άνω ... και .../2004 συμβόλαια δωρεών προς τον αρχικό πρώτο εναγόμενο και να υποχρεωθεί ο τελευταίος, ο οποίος, μετά την ανάκληση, έχει καταστεί πλουσιότερος σε βάρος της περιουσίας της (ενάγουσας) χωρίς νόμιμη αιτία, να αναμεταβιβάσει σ' αυτήν την κυριότητα των ακινήτων, καθώς επίσης (να υποχρεωθεί) αυτός να αποδώσει σ' αυτή (ενάγουσα) τη νομή και κατοχή των ως άνω δωρηθέντων ακινήτων, λόγω του ότι έληξε η αιτία μεταβίβασης και σε περίπτωση άρνησής του να καταδικασθεί σε δήλωση βούλησης 2) να αναγνωριστεί ότι είναι άκυρες, ως εικονικές άλλως ως αντιβαίνουσες στα χρηστά ήθη οι περιεχόμενες στα ως άνω ...

και .../2006 συμβόλαια γονικής παροχής και δωρεάς εν ζωή, αντίστοιχα, δικαιοπραξίες, και να υποχρεωθούν οι δεύτερη, τρίτη και τέταρτη των αρχικών εναγομένων να αποδώσουν τη νομή και κατοχή των ακινήτων στον αρχικό πρώτο εναγόμενο, άλλως στην ενάγουσα καθώς και να προβούν σε δήλωση βούλησης αναμεταβίβασης της κυριότητας των ακινήτων στον αρχικό πρώτο εναγόμενο άλλως στην ενάγουσα, κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, 3) επικουρικώς, να αναγνωρισθεί ότι οι δικαιοπραξίες είναι άκυρες ως καταδολιευτικές, αφού έγιναν μετά την ανάκληση και με σκοπό να ματαιώσουν την αναμεταβίβαση, και να υποχρεωθούν οι 2,η 3η και 4ος εναγόμενοι να αναμεταβιβάσουν την κυριότητα των δωρηθέντων- απαλλοτριωθέντων ακινήτων και να τα παραδώσουν στον πρώτο εναγόμενο και σε περίπτωση αρνήσεώς των να καταδικασθούν προς τούτο να προβούν στις οφειλόμενες δηλώσεις αναμεταβίβασης κυριότητας ως προς τον πρώτο εναγόμενο 4) επικουρικώς, να υποχρεωθεί ο πρώτος των εναγόμενων να της αποδώσει με τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, την δαπάνη που εξοικονόμησε, λόγω μείωσης του παθητικού της περιουσίας του, καθόσον προέβη σε εκπλήρωση ηθικού καθήκοντος με ζημία της περιουσίας της, από τις χαριστικές πράξεις στις οποίες προέβη προς τους 2η,3η και 4ος των εναγόμενων, η οποία αντιστοιχεί στην αξία των δωρηθέντων προς αυτόν ακινήτων, ήτοι στο ποσό των 320.000 ευρώ, 5) να αναγνωρισθεί η κυριότητά της στα εν λόγω ακίνητα και να υποχρεωθεί ο πρώτος, άλλως οι λοιποί εναγόμενοι να τα αποδώσουν, διατασσομένης της βίαιης αποβολής αυτών και 6) υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, με απόφαση προσωρινά εκτελεστή να της καταβάλουν , ο μεν πρώτος το ποσό των 40.000 ευρώ, οι δε λοιποί εναγόμενοι το ποσόν των 25.000 ευρώ έκαστος, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για τη γενομένη σε βάρος της αδικοπραξία, η οποία συνίσταται στην προσβολή της προσωπικότητάς της με τη διάδοση σε βάρος της, ενώπιον τρίτων συκοφαντικών γεγονότων, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι πλήρους εξοφλήσεως.

κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην υπό κρίση αγωγή. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την 735/2009 οριστική του απόφαση : Α) έκρινε νόμιμη την αγωγή: 1) για την ανάκληση της δωρεάς, 2) για την εικονικότητα των δικαιοπραξιών με βάση τις οποίες μεταβιβάστηκαν από τον πρώτο στους λοιπούς τα δωρηθέντα ακίνητα, 3) την επικουρική βάση της αγωγής, για την αντίθεση των ίδιων δικαιοπραξιών στα χρηστά ήθη, 4) για την αναμεταβίβαση των ακινήτων, με βάση τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, εκ μέρους των 2ης, 3ης, και 4ου των εναγομένων, 4) ως προς την επικουρική βάση της απόδοσης, με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, της δαπάνης που εξοικονόμησε ο πρώτος εναγόμενος, λόγω της μείωσης του παθητικού της περιουσίας του, και 5) για την αποκατάσταση της ηθικής της βλάβης, από την αδικοπραξία των εναγομένων, και Β) απέρριψε την αγωγή: 1) ως μη νόμιμη α) όσον αφορά τον πρώτο των εναγομένων για το αίτημά της να αποδώσει τη νομή των ακινήτων και σε περίπτωση αρνήσεώς του να υποχρεωθεί προς τούτο σε δήλωση βούλησης περί αναμεταβιβάσεως της κυριότητα των δωρηθέντων, με την αιτιολογία ότι, όπως η ίδια η ενάγουσα εκθέτει στην αγωγή της αυτός δεν είναι πλέον κύριος αυτών και συνακόλουθα αδικαιολογήτως πλουτίσας, ενώ, κατά το χρόνο τελεσιδικίας της απόφασης, με την οποία θα καταδικασθεί σε δήλωση βουλήσεως, θα υφίσταται αδυναμία αποδόσεως αυτών, και β) για την απόδοση των ακινήτων, μετά τη διάρρηξη των δικαιοπραξιών ως καταδολιευτικών, και 2) τη διεκδικητική αγωγή ,ως προώρως ασκηθείσα.

Στη συνέχεια, και μετά την κατ' ουσία έρευνα της αγωγής δέχτηκε ότι συνέτρεχε νόμιμος λόγος ανάκλησης, καθώς και ότι οι δικαιοπραξίες μεταξύ του πρώτου και των λοιπών εναγομένων ήταν εικονικές. Υποχρέωσε δε τους 2η, 3η και 4ο των εναγομένων να αποδώσουν τα ακίνητα, που περιγράφονταν στην αγωγή. Δέχτηκε, ακόμη, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ότι ο πρώτος εναγόμενος διέδωσε σε βάρος της ενάγουσας, συκοφαντικά γεγονότα, γι' αυτό και τον υποχρέωσε προς αποκατάσταση της ηθικής της βλάβης να καταβάλει το ποσό των 3.000 ευρώ, ενώ απέρριψε το ίδιο αίτημα ως κατ' ουσίαν αβάσιμο για τους λοιπούς εναγόμενους.

Κατά της απόφασης αυτής, άσκησαν έφεση οι εναγόμενοι, παραπονούμενοι για τις καταδικαστικές σε βάρος τους διατάξεις, ενώ η ενάγουσα άσκησε αντέφεση, παραπονούμενη για την εν μέρει παραδοχή, της από την αδικοπραξία, βάση της αγωγής της. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όσον αφορά, τη σώρευση των περισσοτέρων βάσεων, το ορισμένο, και νόμιμο των αιτημάτων της αγωγής της αναιρεσίβλητης δέχτηκε τα εξής:

Η από 10.5.2007 ένδικη αγωγή, ως προς το αίτημα της να υποχρεωθούν οι δεύτερη, τρίτη και τέταρτη των αρχικών εναγομένων, σε περίπτωση αναγνώρισης της ακυρότητας, ως εικονικών άλλως ως αντιβαινουσών στα χρηστά ήθη, των περιεχομένων στα ως άνω ... και .../2006 συμβόλαια γονικής παροχής και δωρεάς εν ζωή, αντίστοιχα, δικαιοπραξιών, να αποδώσουν τη νομή και κατοχή των ακινήτων και να προβούν σε δήλωση βούλησης αναμεταβίβασης της κυριότητας των ακινήτων στον αρχικό πρώτο εναγόμενο άλλως στην ενάγουσα, κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, καθόσον σε περίπτωση αναγνώρισης της εικονικότητας των ως άνω δικαιοπραξιών, αυτές θεωρούνται ότι δεν έγιναν (ΑΚ 180) και συνακόλουθα η κυριότητα, νομή και κατοχή των ακινήτων δεν θα έχει μεταβιβαστεί από τον αρχικό πρώτο εναγόμενο και δεν θα έχει αποκτηθεί από τους λοιπούς εναγομένους, ώστε να υποχρεωθούν αυτοί σε οποιαδήποτε αναμεταβίβαση της κυριότητας και απόδοση της νομής και κατοχής των ακινήτων.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση του έκρινε νόμιμο το ως άνω αίτημα, έσφαλε ως προς την εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου. Κατά τα λοιπά η από 10.5.2007 αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη, παραδεκτά ασκείται κατά των εναγομένων, οι οποίοι δεν ενάγονται επικουρικά, και σ' αυτή (αγωγή) η αγωγική βάση περί ακυρότητας των δικαιοπραξιών λόγω εικονικότητας σωρεύεται επικουρικά προς αυτήν της ακυρότητας των δικαιοπραξιών λόγω αντίθεσης τους στα χρηστά ήθη, συνακόλουθα δε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση του έκρινε την αγωγή, κατά τα λοιπά, ορισμένη και παραδεκτά ασκηθείσα, ορθά εφάρμοσε το νόμο και γι' αυτό πρέπει να απορριφθούν οι σχετικοί (δεύτερος και πέμπτος) λόγοι της έφεσης.

4. Το ορισμένο ή όχι του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της, εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας, με τη νομική παραδοχή ότι κατά την έννοια του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, ο νομικός χαρακτηρισμός των επικαλούμενων περιστατικών, στα οποία θεμελιώνεται το αγωγικό αίτημα, δεν είναι δεσμευτικός για το δικαστήριο, το οποίο οφείλει αυτεπαγγέλτως να προβεί στην ορθή νομική υπαγωγή των εκτιθέμενων, κατά τρόπο σαφή πραγματικών περιστατικών, έστω και διαφορετική από εκείνη στην οποία προβαίνει ο ενάγων, χωρίς τούτο να αποτελεί ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσεως της αγωγής, αφού η βάση της αγωγής συγκροτείται από τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν το αίτημα, ενώ δεν υπόκειται, κατά τούτο, η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας σ αναιρετικό έλεγχο.

Εξαίρεση ισχύει στην περίπτωση, που το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα πράγματι απαιτεί ο νόμος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα ή διαφορετικά από αυτά. Στην περίπτωση αυτή υπάρχει παράβαση κανόνα δικαίου, κατά τη διάταξη, του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόσθηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (Ολ.

ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Συνεπώς κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης.

Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Η ανεπάρκεια λοιπόν, των πραγματικών περιστατικών, που επικαλείται με την αγωγή του ο ενάγων για τη θεμελίωσή της, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο της προαναφερόμενης διάταξης, ως παράβαση κανόνα δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα να κρίνει ως αόριστη τη αγωγή αξιώνοντας περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος. Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντιθέτως, η ποσοτική αοριστία της αγωγής (δηλ. η έλλειψη εξειδίκευσης με πληρότητα των πραγματικών περιστατικών που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα) ή η ποιοτική αοριστία αυτής (δηλ.

η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών) ελέγχεται κατά τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ενώ οι δικονομικές ελλείψεις που καθιστούν άκυρο ή απαράδεκτο το δικόγραφο της ελέγχονται κατά το ίδιο άρθρο 559 αρ. 14 του αυτού Κώδικα. Αν λοιπόν, το δικαστήριο απορρίψει την αγωγή ως αόριστη μολονότι το δικόγραφο της, σε ότι αφορά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική αιτία, είναι ορισμένο και δεν προβαίνει στην κατ' ουσία εξέτασή της, κατά παράβαση της ως άνω δικονομικής διάταξης του άρθρου 216 ΚΠολΔ.

κηρύσσει ακυρότητα του δικογράφου και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και όχι από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου 559 του ΚΠολΔ., που δημιουργεί λόγο αναίρεσης στην περίπτωση μόνο της νομικής αοριστίας της αγωγής, σε συνδυασμό με ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, και όχι δικονομικού τοιούτου, όπως εκείνη του άρθρου 216 του ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 218 ΚΠολΔ, περισσότερες αιτήσεις του ίδιου ενάγοντος κατά του ίδιου εναγομένου οι οποίες πηγάζουν από την ίδια ή διαφορετική αιτία, αφορούν το ίδιο ή διαφορετικό αντικείμενο και στηρίζονται στον ίδιο ή διαφορετικό λόγο μπορούν να ενωθούν στο ίδιο δικόγραφο αγωγής, α) αν δεν είναι αντιφατικές μεταξύ τους, β) αν στο σύνολό τους υπάγονται λόγω ποσού στο δικαστήριο όπου εισάγονται, γ) αν υπάγονται στην τοπική αρμοδιότητα του ίδιου δικαστηρίου, δ) αν υπάγονται στο ίδιο είδος διαδικασίας, ε) αν η σύγχρονη εκδίκασή τους δεν επιφέρει σύγχυση.

Αν ενωθούν περισσότερες αιτήσεις χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παραγράφου 1, διατάσσεται ύστερα από αίτηση ή και αυτεπαγγέλτως ο χωρισμός και στην περίπτωση καθ ύλην ή κατά τόπον αναρμοδιότητας εφαρμόζονται τα άρθρα 46 και 47. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι με αυτές ορίζονται σωρευτικά οι προϋποθέσεις αντικειμενικής σώρευσης αγωγών, μεταξύ των οποίων πρώτη η ταυτότητα των διαδίκων για όλα τα σωρευόμενα αιτήματα, για δε την περίπτωση της παρά το νόμο αντικειμενικής σώρευσης αγωγών δεν προβλέπεται ως κύρωση το απαράδεκτο ή η ακυρότητα του δικογράφου αλλά διατάσσεται ο χωρισμός.

Τέλος, "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, των οποίων η παρά το νόμο μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, νοούνται οι αυτοτελείς, νόμιμοι και παραδεκτώς προταθέντες στο δικαστήριο της ουσίας, θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή παρακωλυτικοί αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης πραγματικοί ισχυρισμοί και οι λόγοι έφεσης.

Δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής, τα αποδεικτικά μέσα, ούτε οι ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών αυτούς γεγονότων, ούτε τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν ο ισχυρισμός, με την παραπάνω έννοια, ελήφθη υπόψη από το δικαστήριο και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση έχει παραδοχές αντίθετες με τον φερόμενο ως μη ληφθέντα υπόψη ισχυρισμό. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 505 και 509 ΑΚ, προκύπτει ότι από την περιέλευση στο δωρεοδόχο της δηλώσεως του δωρητή για ανάκληση της δωρεάς (άρθ. 167 ΑΚ), η οποία είναι άτυπη, έστω και αν αφορά ακίνητο, η εμπράγματη κατάσταση που υπάρχει κατά το χρόνο που γίνεται η ανάκληση δεν μεταβάλλεται, δηλαδή ο δωρητής δεν αποκτά ξανά την κυριότητα του αντικειμένου της δωρεάς, αλλ' ανατρέπονται "αυτοδικαίως" για το μέλλον (ex nunc) τα αποτελέσματα της ενοχικής συμβάσεως της δωρεάς και ο δωρητής δικαιούται να ζητήσει το αντικείμενο αυτής κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθ. 904 επ.

ΑΚ) και ειδικότερα, λόγω λήξεως της αιτίας, για την οποία δόθηκε το πράγμα. Ο δωρεοδόχος λοιπόν, είναι υποχρεωμένος πρωτογενώς να επιστρέψει αυτό τούτο το αντικείμενο της δωρεάς βάσει ενοχής είδους κατά την ΑΚ 904 παρ. 1 εδ. α'. Η αγωγή αυτή είναι προσωπική (ενοχική) και όχι εμπράγματη, στηρίζεται δε στην ενοχική υποχρέωση του δωρεοδόχου προς απόδοση του χωρίς αιτία κατεχομένου πράγματος.

Μετά την ανάκληση της δωρεάς, δεν διαπλάσσεται, δηλαδή, νέα έννομη κατάσταση με την αναπλήρωση της ελλείπουσας δήλωσης βουλήσεως του υποχρέου, αλλά καταδικάζεται απλώς ο υπόχρεος σε επιχείρηση της πράξης, έτσι η καταδίκη δεν αφορά πέραν της δηλώσεως βουλήσεως και την υπό το προϊσχύσαν δίκαιο τέλεση της δικαιοπραξίας, στην οποία πρωτίστως κατατείνει η δηλωθείσα βούληση.

Περαιτέρω, από τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι, αν ανακληθεί νόμιμα η δωρεά για λόγους αχαριστίας ή παραβίασης του τρόπου, ο δωρητής δικαιούται ενοχικώς σε αυτούσια απόδοση του δωρηθέντος πράγματος, ο τρόπος δε της αυτούσιας απόδοσης εξαρτάται από την ιδιαίτερη φύση του συγκεκριμένου κάθε φορά δικαιώματος που απέκτησε ο λήπτης.

Έτσι, αν το δωρηθέν είναι πράγμα ακίνητο και μεταβιβάστηκε στο δωρεοδόχο κατά κυριότητα, η αναμεταβίβαση της κυριότητας, μετά τη νόμιμη ανάκληση της δωρεάς, γίνεται, εφόσον αρνείται αυτήν ο δωρεοδόχος, είτε με τη διεκδικητική αγωγή, είτε με καταδίκη αυτού σε δήλωση βουλήσεως (949 ΚΠολΔ) και μεταγραφή αφενός της σχετικής τελεσίδικης απόφασης και αφετέρου της δήλωσης του δωρητή ενώπιον συμβολαιογράφου περί αποδοχής της απόφασης αυτής.

Εφόσον πραγματοποιηθούν τ' ανωτέρω νομικά γεγονότα, μετατίθεται η κυριότητα του δωρηθέντος στον δωρητή. Εξάλλου η έλλειψη κυριότητας του οφειλέτη στο μεταβιβαστέο πράγμα κατά το χρόνο τελεσιδικίας της καταδικαστικής σε δήλωση βουλήσεως απόφασης, όταν πρόκειται για ακίνητα, ενόψει του ότι για το κύρος της εκποιητικής δικαιοπραξίας (για να μεταβιβαστεί η κυριότητα) απαιτείται, κατ' άρθρο 1033 ΑΚ, ως απαραίτητη προϋπόθεση, η ύπαρξη της κυριότητος στο πρόσωπο του μεταβιβάζοντος, τότε ενόψει της εφαρμογής της διάταξης αυτής και για τις καταρτισμένες μέσω του άρθρου 949 δικαιοπραξίες, η έλλειψη κυριότητας του πράγματος από τον οφειλέτη κατά το χρόνο τελεσιδικίας της απόφασης, η οποία (έλλειψη κυριότητας) προέκυψε είτε μετά την τελευταία στο ακροατήριο συζήτηση της αγωγής, είτε προϋπήρχε, αποκλείει την επέλευση των αποτελεσμάτων της οφειλόμενης δήλωσης βούλησης με την κατ' άρθρο 949 απόφαση, γιατί σκοπός της διάταξης αυτής είναι η εξουδετέρωση της δυστροπίας του οφειλέτη της δήλωσης βούλησης, όχι όμως και της κάλυψης της ενδεχόμενης έλλειψης της κυριότητας, δηλαδή της αντικειμενικής αδυναμίας του οφειλέτη να προβεί εγκύρως στη δήλωση βούλησης, αλλιώς θα προκαλούσε ανεπίτρεπτη παρέκκλιση στη θεμελιακή αρχή "ουδείς μετάγει πλέον του ου έχει δικαιώματος".

Πρέπει επομένως κατά το χρόνο τελεσιδικίας της αποφάσεως ο υπόχρεος να είναι δικαιούχος του υποσχεθέντος δικαιώματος, το οποίο δεν έχει την αναγκαστική εκτέλεση γενεσιουργό αιτία αλλά τη δικαιοπραξία. Έτσι ο ενάγων δωρητής κατά την άσκηση της αξιώσεως προς απόδοση του δωρηθέντος στην περίπτωση ανακλήσεως της δωρεάς, οφείλει να αναφέρει στο δικόγραφο της αγωγής του, πλην των εις τα άρθρα 118,119 §1 και 216 ΚΠολΔ οριζομένων, την σύμβαση συστάσεως της δωρεάς, την εκ μέρους του εκπλήρωση της υποχρεώσεως του με την παράδοση του δωρηθέντος πράγματος στον εναγόμενο, ο οποίος κατέστη κατά τούτο αδικαιολογήτως πλουσιότερος, την δήλωση ανακλήσεως της δωρεάς και την αιτία της ανακλήσεως καθώς και αίτημα αποδόσεως εις αυτόν του δωρηθέντος, συνεπεία της ανακλήσεως της δωρεάς (ΑΚ 505,509,904,908).

Στο δικόγραφο της αγωγής μπορεί ο δωρητής, να σωρεύσει: α) αίτημα για την αναγνώριση της συνδρομής νομίμου λόγου της ανακλήσεως της δωρεάς, β) απόδοσης των δωρηθέντων με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού και γ) σε περίπτωση αρνήσεως του δωρεοδόχου, να υποχρεωθεί αυτός σε καταδίκη σε δήλωση βούλησης, για την αναμεταβίβαση, χωρίς να αποκλείεται στο ίδιο δικόγραφο να περιέχονται και άλλα αιτήματα, εφόσον δικαιολογούνται κατά το άρθρο 218 ΚΠολΔ.

Από το περιεχόμενο της ένδικης αγωγής, όπως αυτό εκτίθεται στην προηγούμενη σκέψη, προκύπτει ότι σ' αυτήν, διαλαμβάνονταν οι λόγοι ανάκλησης της δωρεάς, που δικαιολογούσαν την άσκηση αυτής σε βάρος του εναγομένου και συνακόλουθα περιείχε όλα τα κατά το νόμο, από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 505, 509, και 216 ΚΠολΔ, στοιχεία, ενώ παραδεκτά σωρευόταν, επικουρικά η βάση από τις διατάξεις των άρθρων 178 και 180 ΑΚ σε σχέση με εκείνη από το άρθρο 138 του ίδιου Κώδικα.

Επομένως το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε ότι στο δικόγραφο της αγωγής παραδεκτά σωρεύονταν περισσότερα αιτήματα σε βάρος όλων των εναγομένων καθώς και ότι η αγωγή ήταν ορισμένη και νόμιμη στηριζόμενη στις πιο πάνω διατάξεις και απέρριψε τους σχετικούς λόγους εφέσεως των αναιρεσειόντων, δεν αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που οι πιο πάνω διατάξεις απαιτούν για τη θεμελίωση της αγωγής και δεν υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 14 ΚΠολΔ, τις οποίες οι αναιρεσείοντες με τους πρώτο πρόσθετο λόγο του από 1-11-2011 δικογράφου, τρίτο και τέταρτο πρόσθετο λόγους του από 3-10-2012 δικογράφου, καθώς και τον ένατο πρόσθετο λόγο του από 12-10-2012 δικογράφου αποδίδουν, στην προσβαλλόμενη απόφαση.

Σημειώνεται ότι κατά το άρθρο 218 ΚΠολΔ, περισσότερες αιτήσεις του ίδιου ενάγοντος κατά του ίδιου εναγομένου οι οποίες πηγάζουν από την ίδια ή διαφορετική αιτία, αφορούν το ίδιο ή διαφορετικό αντικείμενο και στηρίζονται στον ίδιο ή διαφορετικό λόγο μπορούν να ενωθούν στο ίδιο δικόγραφο αγωγής, α) αν δεν είναι αντιφατικές μεταξύ τους, β) αν στο σύνολό τους υπάγονται λόγω ποσού στο δικαστήριο όπου εισάγονται, γ) αν υπάγονται στην τοπική αρμοδιότητα του ίδιου δικαστηρίου, δ) αν υπάγονται στο ίδιο είδος διαδικασίας, ε) αν η σύγχρονη εκδίκασή τους δεν επιφέρει σύγχυση.

Αν ενωθούν περισσότερες αιτήσεις χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παραγράφου 1, διατάσσεται ύστερα από αίτηση ή και αυτεπαγγέλτως ο χωρισμός και στην περίπτωση καθύλην ή κατά τόπον αναρμοδιότητας εφαρμόζονται τα άρθρα 46 και 47. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι με αυτές ορίζονται σωρευτικά οι προϋποθέσεις αντικειμενικής σώρευσης αγωγών, μεταξύ των οποίων πρώτη η ταυτότητα των διαδίκων για όλα τα σωρευόμενα αιτήματα, για δε την περίπτωση της παρά το νόμο αντικειμενικής σώρευσης αγωγών δεν προβλέπεται ως κύρωση το απαράδεκτο ή η ακυρότητα του δικογράφου αλλά διατάσσεται ο χωρισμός.

Επομένως, οι ίδιοι πιο πάνω λόγοι, από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι δεν απέρριψε ως απαράδεκτες τις σωρευόμενες βάσεις της ένδικής αγωγής για την εικονικότητα και την αντίθεση στα χρηστά ήθη των προαναφερόμενων δικαιοπραξιών, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 218 ΚΠολΔ, είναι προεχόντως και απαράδεκτοι και πρέπει να απορριφθούν.

Οι ίδιοι λόγοι της αίτησης, για τις αποδιδόμενες πλημμέλειες από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν, αφού το Εφετείο, έλαβε υπόψη, τους άνω λόγους εφέσεως (απαράδεκτο της σώρευσης των αγωγικών βάσεων, της αοριστίας και του νόμω αβασίμου των αιτημάτων τους) και τους απέρριψε.

5. Κατά το άρθρο 352 αρ.1 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι δικαστική ομολογία, η οποία αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, δεν είναι κάθε ομολογία, αλλά μόνο αυτή, που έγινε με σκοπό την αποδοχή του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς γι' αυτόν που ομολογεί γεγονότος, το οποία αναφέρεται αμέσως στο αντικείμενο της δίκης όχι δε και όταν το γεγονός αυτό αποτελεί τη βάση δικαστικού τεκμηρίου για το αποδεικτέο περιστατικό οπότε συνεκτιμάται ελεύθερα με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα ως τεκμήριο.

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η ως άνω δικαστική ομολογία πρέπει να γίνεται μόνον κατά τον διαγραφόμενο από την παραπάνω διάταξη τύπο, ο οποίος συνίσταται σε δήλωση ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή εκτός ακροατηρίου ενώπιον εντεταλμένου δικαστή, προφορική ή έγγραφη. Ως δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση νοείται το δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί η υπόθεση κατά το χρόνο που έγινε η ομολογία.

Η δικαστική ομολογία μπορεί να περιέχεται στο δικόγραφο της αγωγής, της εφέσεως ή τις προτάσεις. Η ύπαρξη δε της ομολογίας κρίνεται αντικειμενικά. Τέλος σύμφωνα με το άρθρο 353 ΚΠολΔ, η αποδεικτική δύναμη της ομολογίας δεν επηρεάζεται από το ότι, εκτός από το επιζήμιο πραγματικό γεγονός για εκείνον που ομολογεί, περιέχει και άλλο πραγματικό γεγονός που τον ωφελεί και αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό.

Αν το πραγματικό γεγονός, το ωφέλιμο για εκείνον που ομολογεί δεν είναι αυτοτελές, το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα την ομολογία. Από την άνω διάταξη συνάγεται ότι απλή καλείται η ομολογία, όταν περιέχει παραδοχή μόνον επιζήμιων για τον ομολογούντα περιστατικών (άρθρο 352 ΚΠολΔ), ενώ αν προστίθενται και επωφελή, καλείται σύνθετη (άρθρο 353 ΚΠολΔ).

Η τελευταία διάταξη αναφέρεται στην αποδεικτική δύναμη της σύνθετης ομολογίας, ως προς την οποία δεν εφαρμόζεται, πλέον, η αρχή του αδιαιρέτου, όπως ίσχυε υπό την Πολ. Δ /1835. Η αποδεικτική δύναμη, της σύνθετης ομολογίας δεν διαφέρει απ' αυτήν της απλής, δηλαδή η παραδοχή του επιζήμιου γεγονότος οδηγεί σε πλήρη απόδειξη του (άρθρο 352 παρ. 1 ΚΠολΔ), εκτός αν το προστιθέμενο επωφελές γεγονός αποτελεί μη αυτοτελή ισχυρισμό.

Επομένως κρίσιμη είναι η διάκριση μεταξύ αυτοτελούς και μη αυτοτελούς ισχυρισμού (ή γεγονότος κατά το εδ. 2). Το ωφέλιμο γεγονός θεμελιώνει αυτοτελή ισχυρισμό, αν στηρίζει αυτοτελώς μέσο επιθέσεως ή άμυνας (ένσταση) και μάλιστα είτε προκύπτει από την επίδικη είτε από άλλη έννομη σχέση. Στην περίπτωση αυτή το ομολογούμενο επιζήμιο γεγονός, αποχωριζόμενο, θεωρείται πλήρως αποδεδειγμένο, με την απόδειξη δε του επωφελούς βαρύνεται ο διάδικος που ομολογεί.

Κατά το εδ. 2, αν το επωφελές γεγονός δεν έχει αυτοτέλεια, η ομολογία εκτιμάται ελεύθερα. Εδώ περιλαμβάνεται και η αιτιολογημένη άρνηση. Εξάλλου , κατά τη διάταξη του άρθρου 261 του ΚΠολΔ, κάθε διάδικος οφείλει να απαντά με σαφήνεια γενικά ή ειδικά για την αλήθεια ή όχι των πραγματικών ισχυρισμών του αντιδίκου του.

Εφόσον δεν αμφισβητήθηκε η αλήθεια κάποιου πραγματικού ισχυρισμού, απόκειται στο δικαστή να κρίνει σε συνδυασμό με την τυχόν γενική άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων, αν συνάγεται ομολογία ή άρνηση. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι προϋπόθεση συναγωγής της λεγόμενης έμμεσης ομολογίας του διαδίκου σε σχέση με συγκεκριμένο πραγματικό ισχυρισμό του αντιδίκου του, είναι να μην αμφισβητήθηκε ειδικώς από εκείνον ο πραγματικός αυτός ισχυρισμός.

Αν συντρέχει η αρνητική αυτή προϋπόθεση, η οποία και μόνο ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο με επισκόπηση του δικογράφου των προτάσεων (ΚΠολΔ. 561 παρ.2), το δικαστήριο της ουσίας δικαιούται να κρίνει, ανελέγκτως ως προς τούτο, αν από το σύνολο των ισχυρισμών και τη γενική άρνηση που προβάλλεται συνάγεται έμμεση ομολογία.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 του ΚΠολΔ., συνάγεται, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα, εν σχέσει προς τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι, χωρίς πάντως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση εκάστου τούτων.

Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι ελήφθησαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διότι αντικείμενο αποδείξεως είναι μόνο πραγματικά γεγονότα που έχουν αυτή την επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.

ΑΠ 2/2008 και 14/2005). Για την ίδρυση, όμως, του αναιρετικού αυτού λόγου απαιτείται όχι μόνο η προσκομιδή, αλλά και η σαφής και ορισμένη επίκληση των αποδεικτικών μέσων στο δικαστήριο της ουσίας από μέρους του αναιρεσείοντα (Ολ. ΑΠ 14/2005), με τις προτάσεις του της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (Ολ ΑΠ 498/1978).

Και τούτο διότι, ναι μεν η ομολογία περιλαμβάνεται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, για να δημιουργηθεί όμως λόγος αναιρέσεως πρέπει ο αναιρεσείων να ισχυρίζεται με το αναιρετήριο ότι την επικαλέσθηκε και να αποδεικνύει τούτο με την προσκόμιση των σχετικών προτάσεών του.

Απαιτείται επίσης, όπως προαναφέρθηκε, να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, το βάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και ο λόγος για τον οποίο ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Με τους τέταρτο και πέμπτο πρόσθετους λόγους αναίρεσης του από 3-10-2012 δικογράφου υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, υπέπεσε στις πλημμέλειες των αριθ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον δεν έλαβε υπόψη δικαστικές ομολογίες της αντιδίκου τους που περιέχονταν στην αντέφεση και τις προτάσεις της στο δικαστήριο εκείνο, από τις οποίες αποδεικνυόταν ότι με τη δήλωση της ανάκλησης της δωρεάς στην οποία προέβη η ενάγουσα δεν γνωστοποίησε και την αιτία αυτής, υπονοώντας προδήλως οι αναιρεσείοντες, ότι από την έλλειψη αυτή αποδεικνυόταν η μη συνδρομή λόγων ανάκλησης.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Ειδικότερα, στα αποσπάσματα αυτά της αντέφεσης και των προτάσεών της, φέρεται να ισχυρίζεται η αναιρεσίβλητη τα εξής: 1) στη σελίδα 16 της αντέφεσης "..Την 28-8-2006 ευθαρσώς δήλωσα προς τον πρώτο αντεφεσίβλητο ότι ανακαλώ τις δωρεές μου και βεβαίως αναφέρθηκα σε όλους τους λόγους της αχαριστίας του , όμως πρέπει να δεχθείτε ότι και μόνον οι φράσεις του "...παλιόγρια ...

να φύγεις από 'δω ..." , αρκούν για να εδράσω και την αχαριστία και την ανάκληση και τους λόγους αυτών . Εμπεριέχουν δεινότατη ύβρη και περιφρονητικότατη εκδίωξη .Θα ήταν πέραν κάθε λογικής να αξιώνατε από μένα, ισταμένη ενώπιον της θύρας της οικίας του Α. Σ. και ήδη προτιθέμενη να οδεύσω, απομακρυνομένη προς την αγροικία μου και να αγορεύω παραθέτουσα συνολικά τους λόγους , τους συνιστώντες την αχαριστία του .Θα ήταν πέραν κάθε λογικής να αξιώνατε από τον Σ. , ότι είναι υποχρεωμένος να ακούσει και πάλι από μένα, αγορεύουσα πάντοτε περί όσα ο ίδιος σε βάρος μου έπραξε .Θα ήταν πέραν κάθε λογικής, να δεχθείτε ότι ο Σ.

είναι αφελής και δεν αντελήφθη ότι την 28η Αυγούστου 2006 έλαβε απευθυντέα προς αυτόν δήλωσή μου περί ανάκλησης δωρεών περιλαμβάνουσα αμοιβαίως γνωστότατους λόγους, εκ των οποίων πριν λίγα λεπτά εκδηλώθηκε ο προτελευταίος ("...παλιόγρια ... να φύγεις από 'δω ..."), ενώ ο τελευταίος (εγκατάλειψη, αδιαφορία, έκθεση) λαμβάνει χώρα αδιαλείπτως από 28-8 - 2006 μέχρι σήμερα .Απάντησα ότι θέλω να φύγω, προκειμένου να μεταβώ πλέον στην αγροικία στα ...

και ανταπάντησε . .δεν έχεις κανένα σπίτι ... τώρα" και 2) στη σελίδα 24 των προτάσεών της, "..Θα ήταν πέραν κάθε λογικής, να δεχθείτε ότι ο αποβιώσας Α. Σ. ήταν αφελής και δεν αντελήφθη ότι την 28η Αυγούστου 2006 έλαβε χώρα απευθυντέα προς αυτόν δήλωσή μου περί ανάκλησης δωρεών, περιλαμβάνουσα αμοιβαίως γνωστότατους λόγους, εκ των οποίων πριν λίγα λεπτά εκδηλώθηκε ο προτελευταίος ("..παλιόγρια ..

να φύγεις από 'δω ..") ενώ ο τελευταίος (εγκατάλειψη, αδιαφορία, έκθεση) λαμβάνει χώρα αδιαλείπτως από 28-8-2006 μέχρι του θανάτου του και μέχρι σήμερα από τους υπολοίπους. Απάντησα ότι θέλω να φύγω , προκειμένου να μεταβώ πλέον στην αγροικία στα ... και ανταπάντησε ...δεν έχεις κανένα σπίτι ... τώρα είναι δικό μου ...θα σε πετάξω με τις κλωτσιές και από κει ...παλιόγρια ...στο σπίτι μου χόρτασες ψωμί...".

Από τα, ως άνω, εκτιθέμενα, δεν συνάγεται όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες ομολογία της αναιρεσίβλητης, υπό την προεκτεθείσα έννοια. Αντιθέτως, ευθέως συνάγεται ότι επικαλείται τους λόγους ανάκλησης και ιδίως ότι εξαιτίας του τελευταίου επεισοδίου που αναφέρει στην αγωγή της, προέβη στη δήλωση ανάκλησης, ενώ διευκρινίζει ότι, στο δωρεοδόχο, ήταν γνωστοί και οι λοιποί αναφερόμενοι στην αγωγή λόγοι για την επίμεμπτη συμπεριφορά του σε προγενέστερο χρόνο. 6.

Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338, 339, 340, 341, και 346 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, περιοριζόμενο όμως μόνο σ` αυτά, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11β του άρθρ. 559 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της κρίσης του αναφορικά με τη βασιμότητα των επικαλούμενων πραγματικών περιστατικών, έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή αποδείξεις που δεν τις επικαλέσθηκαν παραδεκτά οι διάδικοι, δηλαδή με τις προτάσεις τους, οι οποίες στο Εφετείο, αν δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρ. 528 ΚΠολΔ, κατατίθενται κατά το άρθρ. 524§1 εδ.

β ΚΠολΔ έως την έναρξη της συζήτησης.

Συνεπώς μέχρι τότε προσκομίζονται και τα επικαλούμενα με τις προτάσεις έγγραφα, ενώ στη συνέχεια και έως τη δωδέκατη ώρα της τρίτης εργάσιμης ημέρας από τη συζήτηση κατατίθεται η τυχόν προσθήκη στις προτάσεις, με την οποία σχολιάζονται από τους διαδίκους οι αποδείξεις, προτείνονται ισχυρισμοί και προσκομίζονται ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα και γνωμοδοτήσεις μόνο για την αντίκρουση αυτοτελών ισχυρισμών που παραδεκτά προτάθηκαν για πρώτη φορά κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και καταχωρήθηκαν στα πρακτικά, εφόσον δεν περιέχονται στις προτάσεις (άρθρ. 524§1 εδ.

β σε συνδ. με 591§1 εδ. γ και δ ΚΠολΔ). Η επίκληση των αποδεικτικών μέσων με τις προτάσεις των διαδίκων πρέπει να είναι σαφής και ορισμένη, ώστε να είναι δυνατή η εξειδίκευση και εξατομίκευσή τους και προπάντων των εγγράφων. Κατά την έννοια αυτή η επίκληση των εγγράφων μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των εγγράφων, κατ` ανάλογη εφαρμογή του άρθρ. 240 ΚΠολΔ.

Το άρθρο αυτό ρυθμίζει βέβαια τον τρόπο επαναφοράς των ισχυρισμών των διαδίκων, ορίζοντας ότι αρκεί για την επαναφορά στο ίδιο ή ανώτερο δικαστήριο ισχυρισμών που υποβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις αντίστοιχες σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης, οι οποίες προσκομίζονται απαραιτήτως σε επικυρωμένο αντίγραφο, όμως, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, που είναι η διευκόλυνση του δικαστηρίου, αλλά και του αντιδίκου (βλ.

την αιτιολογική έκθεση επί του ν.δ. 958/1971), έχει εφαρμογή και για την επίκληση των αποδεικτικών μέσων. Δεν είναι συνεπώς νόμιμη η επίκληση στην κατ` έφεση δίκη εγγράφου προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, όταν στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου περιέχεται γενική μόνο αναφορά σε όλα τα έγγραφα που ο διάδικος είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει πρωτοδίκως, ούτε αρκεί η απλή συρραφή και ενσωμάτωση στις προτάσεις αυτές των προτάσεων προηγούμενων συζητήσεων της υπόθεσης με γενική αναφορά στα έγγραφα των προηγούμενων αυτών προτάσεων, αλλά απαιτείται σε κάθε περίπτωση σαφής και ειδική επίκληση των προσκομιζόμενων εγγράφων είτε με τις προτάσεις της διεξαγόμενης στο Εφετείο συζήτησης είτε με παραπομπή δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένα τμήματα των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενων συζητήσεων της υπόθεσης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των εγγράφων (Ολ ΑΠ 9/2000, Ολ ΑΠ 14/2005, Ολ ΑΠ 23/2008).

Το δικαστήριο της ουσίας οφείλει να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως αν για τα προσκομιζόμενα από διάδικο έγγραφα έγινε νόμιμη επίκληση στις προτάσεις του, όμως η οποιαδήποτε σχετική παράλειψή του και η λήψη τελικώς υπόψη εγγράφων, που είτε δεν προσκομίσθηκαν είτε προσκομίσθηκαν χωρίς νόμιμη επίκληση ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11β του άρθρ. 559 ΚΠολΔ μόνο αν το αντίστοιχο απαράδεκτο προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας από τον ήδη αναιρεσείοντα, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ εξαιρετικές περιπτώσεις.

Μάλιστα για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο όχι μόνο να προσδιορίζεται το αποδεικτικό μέσο που λήφθηκε υπόψη και ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί, αλλά και να εκτίθεται ότι το απαράδεκτο αυτό προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας από τον αναιρεσείοντα. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, με το δεύτερο πρόσθετο λόγο του από 1-11-2011 δικογράφου, ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο υπέπεσε στην από τον αρ.11β του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια διότι έλαβε υπόψη, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματός του, όλα τα έγγραφα που προσκόμισε η αναιρεσίβλητη και είχε επικαλεσθεί με τις πρωτόδικες προτάσεις της, χωρίς ωστόσο να τα επικαλεσθεί νομίμως και με τις προτάσεις της στο Εφετείο, αφού σ' αυτές δεν γίνεται σαφής και εξειδικευμένη αναφορά στα αντίστοιχα αποδεικτικά στοιχεία.

Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης, είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον στο αναιρετήριο δεν εκτίθεται ότι το σχετικό απαράδεκτο, προτάθηκε από τους ίδιους στο Εφετείο, ενώ δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση, από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, ώστε να δικαιολογείται η επίκληση ου απαράδεκτου αυτού, απευθείας στον Άρειο Πάγο. 7.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρ. 110§2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρ. 561 §2 ΚΠολΔ) είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

Αντιθέτως, δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο, αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή (ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας .

Με τον 11ο πρόσθετο λόγο, του από 12-10-2012 δικογράφου, αποδίδεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ότι υπέπεσε στην από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, διότι δεν έλαβε υπόψη, τους παραδεκτώς και νομίμως προταθέντες ισχυρισμούς τους. Συγκεκριμένα ότι ο πλουτισμός δεν σώζεται στα χέρια του αρχικά πρώτου εναγομένου (909 ΑΚ), καθώς και ότι αυτός για την κτήση των δωρηθέντων προέβη στις αναφερόμενες σ' αυτές (προτάσεις) δαπάνες τις οποίες είναι υποχρεωμένη να αποδώσει η ενάγουσα, για τις οποίες ασκούν το δικαίωμα επισχέσεως.

Ο λόγος πρέπει να απορριφθεί, ως αλυσιτελής. Τούτο διότι, οι ισχυρισμοί αυτοί συνέχονται με την από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό βάση της αγωγής, η οποία απορρίφθηκε ως μη νόμιμη για όλους τους εναγόμενους (με την πρωτόδικη απόφαση για τον αρχικά πρώτο εναγόμενο και για τους λοιπούς από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως πιο πάνω αναφέρθηκε). 8.

Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία".

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.

ΑΠ 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του Δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Η παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καθώς και η έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως για ελλείπεις, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της αποφάσεως ελάσσονα πρόταση του δικαστηρίου, δηλαδή από τις παραδοχές της αποφάσεως επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή αντένστασης.

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί την απόφαση από τη νόμιμη βάση της, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ., νοούνται μόνον οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που έχουν αυθύπαρκτη ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και οι ελλείψεις ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων ή την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς.

Αν τα περιστατικά που προβάλλονται με τους λόγους αναίρεσης δεν αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας από το δικαστήριο ή αν αυτά πλεοναστικά διατυπώθηκαν ως παραδοχές της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του αξιούμενου με την αγωγή δικαιώματος και τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων ή αν οι παραδοχές της απόφασης ανάγονται σε μη προταθέντα κατ' ένσταση ή αντένσταση ισχυρισμό των διαδίκων, τότε οι σχετικές προς θεμελίωση των λόγων αυτών αναίρεσης αιτιάσεις στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ή είναι αλυσιτελείς και οι λόγοι αναίρεσης απορρίπτονται ως αβάσιμοι.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Στην κρινόμενη υπόθεση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που αναφέρει, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε τα εξής: Η ενάγουσα Β. χήρα Β. Β., το γένος Δ. Σ., μετά το θάνατο του συζύγου της και λόγω της μη ύπαρξης εγγυτέρων συγγενών, μετακόμισε, μετά από προτροπή του αρχικού πρώτου εναγομένου Α.

Σ., γιου του αποβιώσαντος αδελφού της, Κ. Σ., το Μάιο του έτους 2004, από την οικία της, στην περιοχή ..., και εγκαταστάθηκε στην οικία του ανωτέρω ανεψιού της, που βρίσκεται στην περιοχή ... προκειμένου να μη διαβιώνει μόνη της. Η ενάγουσα δέχτηκε την πρόταση του αρχικού πρώτου εναγομένου, πιστεύοντας ότι διαβιώνοντας μέσα στο οικογενειακό περιβάλλον του ανεψιού της, του οποίου θα αποτελούσε πλέον μέλος, θα εισέπραττε αγάπη, φροντίδα και συντροφιά και θαλπωρή, αφού άλλωστε αυτός της είχε υποσχεθεί ότι θα της εξασφάλιζε άνετη διαβίωση και διατροφή καθώς επίσης ότι θα τη φρόντιζε "σαν τη μάνα του".

Μετά από δύο μήνες περίπου κοινής διαβίωσης, η οποία κύλησε αρμονικά και χωρίς προβλήματα, η ενάγουσα άρχισε να δέχεται πιέσεις εκ μέρους του ανεψιού της, προκειμένου να του μεταβιβάσει κατά πλήρη κυριότητα το σύνολο της ακίνητης περιουσίας της, ως ένδειξη της ευγνωμοσύνης αυτής για την αγάπη και φροντίδα που της επιδείκνυαν αυτός και η σύζυγος του.

Στις συνεχείς προτροπές του αρχικού πρώτου εναγομένου και τις διαβεβαιώσεις αυτού ότι τόσο αυτός όσο και η οικογένεια του θα συνεχίσουν να της προσφέρουν αγάπη και φροντίδα, η ενάγουσα πείστηκε στη μεταβίβαση της ακίνητης περιουσίας της, η οποία είχε περιέλθει σ' αυτή ως εκ διαθήκης κληρονόμο του αποβιώσαντος συζύγου της, Β.

Β., του οποίου την κληρονομιά αποδέχθηκε νόμιμα και μετέγραψε τη σχετική πράξη αποδοχής, δέχθηκε δε να μεταβιβάσει τα ακίνητα κατά κυριότητα, και όχι κατά ψιλή κυριότητα, όπως ήταν η αρχική επιθυμία της, δεχθείσα πιέσεις εκ μέρους του αρχικού πρώτου εναγομένου και προκειμένου αυτός να μην επιβαρυνθεί με επιπλέον έξοδα και φόρους όταν μετά το θάνατο της θα περιερχόταν σ' αυτόν και η επικαρπία.

Ακολούθως, δυνάμει των με αριθμούς .../22.10.2004 και .../22-12-2004 νομίμως μεταγραφέντων δωρητηρίων συμβολαίων του Συμβολαιογράφου Άργους Θ. Καλή, μεταβίβασε, λόγω δωρεάς εν ζωή, στον αρχικό πρώτο εναγόμενο, κατά πλήρη κυριότητα τα περιγραφόμενα σ' αυτό ακίνητα.... (ακολουθεί περιγραφή των δωρηθέντων ακινήτων και αναφορά των συμβολαιογραφικών εγγράφων με τα οποία μεταβιβάστηκαν στον πρώτο εναγόμενο)......

Σε αμφότερα τα ανωτέρω συμβόλαια αναφέρεται ότι η δωρήτρια παρέχει τα ακίνητα με δωρεά στη ζωή ισχυρή αμετάκλητη, λόγω των πολλών περιποιήσεων και περιθάλψεων που έχει απολαύσει αυτή από το δωρεοδόχο αρχικό πρώτο εναγόμενο μέχρι το χρόνο κατάρτισης των συμβολαίων αυτών και τις οποίες πρόκειται να απολαύσει και στο μέλλον και επίσης για την αγάπη και αφοσίωση που της επέδειξε αυτός και από λόγους ιδιαίτερου ηθικού καθήκοντος.

Επίσης ρητά δηλώνεται ότι παραιτείται του δικαιώματος ανάκλησης της δωρεάς για οποιοδήποτε λόγο ή αιτία ακόμη και από το λόγο της αχαριστίας. Παρά τις δηλώσεις της αυτές, η ενάγουσα, στις 28.8.2006, επικαλούμενη αχαριστία του δωρεοδόχου (πρώτου αρχικού εναγομένου) προέβη προφορικά σε ανάκληση των άνω δωρεών.

Κατά το χρόνο της κατάρτισης των συμβάσεων δωρεάς, η δωρήτρια, η οποία ήταν ηλικίας 87 ετών, στερούνταν τέκνων και, όπως προαναφέρθηκε, διέμενε μόνη σε αγροικία στην περιοχή ..., είχε πλησιέστερο εξ αίματος συγγενή τον δωρεοδόχο, ανεψιό της, ηλικίας 64 ετών, ο οποίος ήταν έγγαμος και ασκούσε το επάγγελμα του αγρότη.

Η δωρήτρια είχε καλή σχέση με τον δωρεοδόχο, ο οποίος την περιποιούνταν και την περιέθαλπε, ήλπιζε δε ότι θα συνέχιζε να απολαμβάνει των περιποιήσεων, της αγάπης και της αφοσίωσης αυτού, γι' αυτό και προέβη στις ένδικες δωρεές, στους μεταβιβαστικούς τίτλους των οποίων άλλωστε περιέλαβε και σχετικές δηλώσεις.

Μόνες, όμως, οι δηλώσεις αυτές για τα συναισθήματα που την οδήγησαν στην απόφαση των δωρεών, δεν αρκούν για να προσδώσουν στις δικαιοπραξίες αυτές το χαρακτήρα δωρεών που τις επέβαλε κάποιο ιδιαίτερο ηθικό καθήκον, διότι τέτοιοι λόγοι δεν αποδείχθηκαν. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι ο δωρεοδόχος, ο οποίος είχε δημιουργήσει δική του οικογένεια και διέθετε αγροτική περιουσία, την οποία καλλιεργούσε και ποριζόταν τα αναγκαία για τη διαβίωση του, εκτός από κατά διαστήματα τυπικές επισκέψεις στην κατοικία της ενάγουσας μέχρι τον Απρίλιο του 2004 αλλά και τη φιλοξενία αυτής στην οικία του και τις προς αυτή περιποιήσεις από το Μάιο μέχρι τον Οκτώβριο του 2004, δεν είχε παράσχει ιδιαίτερες υπηρεσίες σ' εκείνη, ώστε να ήθελε αυτή να τον ανταμείψει γι' αυτές με τις ένδικες δωρεές και μάλιστα με την κατά κυριότητα μεταβίβαση όλων των μεγάλης αξίας ακινήτων της, ούτε άλλος λόγος, πρόσφορος να θεμελιώσει, σύμφωνα με τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις, ιδιαίτερο ηθικό καθήκον που να υπαγορεύτηκε από συγκεκριμένη υποχρέωση, συνέτρεχε ώστε να της επιβάλει τις ενέργειες αυτές.

Συνεπώς, μολονότι οι συμβληθέντες προσέδωσαν με τα παραπάνω συμβόλαια τέτοιο χαρακτήρα στις δωρεές, δηλαδή ως επιβαλλόμενες από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον, στην πραγματικότητα δεν συνέτρεχε τέτοια περίπτωση και, κατ' ακολουθία, η ρήτρα που αναγράφηκε σ' αυτά περί παραίτησης της δωρήτριας από το δικαίωμα της, να ανακαλέσει τις δωρεές είναι άκυρη και δεν παράγει έννομες συνέπειες, αφού για την εγκυρότητα της, σύμφωνα με τα άρθρα 511 και 512 ΑΚ, απαιτείται η γενόμενη δωρεά να επιβαλλόταν πράγματι από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον, ο δε χαρακτηρισμός αυτής από τους συμβαλλομένους με την παραπάνω περίπτωση, αν αυτή πράγματι δεν συντρέχει, δεν ασκεί έννομη επιρροή.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, αμέσως μετά την κατάρτιση των ανωτέρω συμβολαίων και συγκεκριμένα από τις αρχές του έτους 2005, ο αρχικός πρώτος εναγόμενος άρχισε σταδιακά να μεταβάλλει τη συμπεριφορά του στην ενάγουσα, επιδεικνύοντας τόσο ο ίδιος προσωπικά όσο και η σύζυγος του, με την ανοχή του, προσβλητική συμπεριφορά προς την ενάγουσα.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, αμέσως μετά την κατάρτιση των ανωτέρω συμβολαίων και συγκεκριμένα από τις αρχές του έτους 2005, ο αρχικός πρώτος εναγόμενος άρχισε σταδιακά να μεταβάλλει τη συμπεριφορά του στην ενάγουσα, επιδεικνύοντας τόσο ο ίδιος προσωπικά όσο και η σύζυγος του, με την ανοχή του, προσβλητική συμπεριφορά προς την ενάγουσα.

Ειδικότερα, της ζητούσε επιτακτικά να ανακαλέσει ή να περιορίσει στο ελάχιστο τις χρηματικές προσφορές που η ενάγουσα έκανε προς το Νοσοκομείο Άργους και τη χρηματοδότηση της Μονάδας Τεχνητού Νεφρού, παρότι αυτός γνώριζε ότι η κατασκευή, επέκταση και λειτουργία της εν λόγω Μονάδας ήταν έργο της ενάγουσας και του αποβιώσαντος συζύγου της, συνέχιζε δε να αποτελεί στόχο ζωής για την ενάγουσα.

Επίσης τόσο ο αρχικός πρώτος εναγόμενος όσο και η σύζυγος του περιθωριοποίησαν σταδιακά την ενάγουσα αποκόπτοντας αυτή από την καθημερινότητα τους. Συγκεκριμένα δεν συνέτρωγαν μαζί της, δεν της επέτρεπαν να χρησιμοποιεί το λουτρό της οικίας τους για την ατομική της υγιεινή, με συνέπεια να αναγκάζεται η ενάγουσα να μεταβαίνει για το σκοπό αυτό στην πρώην οικία της, ενώ απέφευγαν κάθε μορφή επικοινωνίας, λεκτική και ψυχική, μετ' αυτής, αντιμετωπίζοντας την ως παρείσακτο και ακάθαρτο άτομο, το οποίο απλώς ανέχονταν.

Επίσης, ο αρχικός πρώτος εναγόμενος αρνούνταν να τη συνοδεύσει για την εκπλήρωση των θρησκευτικών της καθηκόντων, παρότι γνώριζε πόσο σπουδαίο ήταν αυτό για την ενάγουσα, ο ίδιος δε ασκούσε ψυχολογική πίεση στην ενάγουσα ώστε να προχωρήσει αυτή σε εκταφή των οστών του αποβιώσαντος συζύγου της από τον οικογενειακό-ιδιόκτητο τάφο, όπου ήταν ενταφιασμένος, στο κοιμητήριο του παλαιού Ι.Ν.

Αγίου Νικολάου Άργους, προκειμένου να ταφούν σε άλλο μνήμα, το οποίο θα αγόραζε στο κοιμητήριο του Τιμίου Προδρόμου ..., όπου τα μνήματα ήταν πιο φθηνά. Στόχος του ήταν η πώληση του ανωτέρω μνήματος, λόγω της αγοραστικής του αξίας, γεγονός που καταδεικνύει τη φιλοχρηματία του και την έλλειψη σεβασμού προς τη μνήμη του αποθανόντος και συνακόλουθα προς την ενάγουσα θεία του.

Επίσης ο αρχικός πρώτος εναγόμενος κρατούσε από τη μηνιαία σύνταξη των 200 ευρώ, την οποία λάμβανε η ενάγουσα από τον ΟΓΑ, ποσό 150 ευρώ για την πληρωμή των λογαριασμών κοινής ωφέλειας και της απέδιδε μόνο ποσό 50 ευρώ, ενώ δεν της απέδιδε, παρά τις αντίθετες αρχικές υποσχέσεις του, τα εισοδήματα από τα ανωτέρω δωρηθέντα ακίνητα (μισθώματα, καρπούς, επιδοτήσεις κλπ), προκειμένου να αισθάνεται η ίδια οικονομικά ασφαλής.

Η φιλοχρηματία του αρχικού πρώτου εναγομένου έφθανε στο σημείο να ασκεί ψυχολογική πίεση στην ενάγουσα προκειμένου αυτή να ανακαλέσει προηγούμενη δωρεά της προς την Π. Κ., ενέργεια στην οποία η ενάγουσα δεν προέβη. Αλλά και η σύζυγος του αρχικού πρώτου εναγομένου, με τη δική του ανοχή, αποκαλούσε την ενάγουσα "παλιόγρια", της έλεγε να φύγει από το σπίτι τους και ότι ήταν ανεπιθύμητη.

Συνέπεια όλων των ανωτέρω ήταν ο κλονισμός των σχέσεων της ενάγουσας και του αρχικού πρώτου εναγομένου, που είχε ως κατάληξη την εκδίωξη της ενάγουσας από την οικία του τελευταίου. Συγκεκριμένα, στις 28.8.2006 ο αρχικός πρώτος εναγόμενος, αφού προηγήθηκε διαπληκτισμός, εκδίωξε την ενάγουσα αποκαλώντας αυτή "παλιόγρια" και λέγοντας της ότι "στο σπίτι του χόρτασε ψωμί...".

Η ενάγουσα τότε απαντώντας χαρακτήρισε τον αρχικό πρώτο εναγόμενο αχάριστο και του δήλωσε ότι ανακαλεί τις προς αυτόν γενόμενες δωρεές της, στη συνέχεια δε αναχώρησε και επέστρεψε στην οικία, στην οποία κατοικούσε παλαιότερα, στην περιοχή ..., και στην οποία συνεχίζει να διαβιώνει μόνη, δεχόμενη τις φροντίδες των γειτόνων της, παρά τις δηλώσεις του αρχικού πρώτου εναγομένου, όσο αυτός ζούσε, ότι θα την εκδίωχνε και από αυτή την οικία, η οποία πλέον δεν της ανήκε.

Για το ότι η ενάγουσα προέβη, στις 28.8.2006, προφορικά σε ανάκληση των ως άνω γενομένων δωρεών, κατέθεσε η μάρτυρας της ενάγουσας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, Π. Κ., με την οποία η ενάγουσα γνωρίζεται τριάντα έτη και στην οποία η ενάγουσα τα διηγήθηκε αμέσως μόλις επέστρεψε στην πιο πάνω οικία (στις 28.8.2006), δεδομένου ότι είναι όμοροι γείτονες, η κατάθεση της δε δεν αναιρείται από την κατάθεση του μάρτυρα των εναγομένων.

Εξάλλου η κατάθεση της εν λόγω μάρτυρος ενισχύεται και από την περιεχόμενη στην ως άνω 208/2008 ένορκη βεβαίωση κατάθεση της μάρτυρος Ε. Χ., η οποία καταθέτει ότι η ενάγουσα αμέσως τις επόμενες, της 28.8.2006 ημέρες, της κατέστησε γνωστή την ανάκληση των δωρεών, αφού μεταξύ τους, και λόγω της ιδιότητας της μάρτυρος ως ιατρού της πιο πάνω Μονάδας Τεχνητού Νεφρού, είχε δημιουργήσει στενή συναισθηματική σχέση με την ενάγουσα, ώστε η τελευταία να την εμπιστεύεται και να της εκμυστηρεύεται σημαντικά γεγονότα της ζωής της, πολλά από τα οποία βίωνε η μάρτυρας προσωπικά.

Η παραπάνω συμπεριφορά του αρχικού πρώτου εναγομένου, ως δωρεοδόχου, αποτέλεσε υπαίτια παράβαση της άνω υποχρέωσης που είχε αναλάβει ο αρχικός πρώτος εναγόμενος έναντι της ενάγουσας, εφόρου ζωής της, με τα προαναφερόμενα δωρητήρια συμβόλαια και κατά την κοινή αντίληψη στοιχειοθετούν βαρεία αντικοινωνική και ηθικά κατακριτέα συμπεριφορά, που αποδεικνύει έλλειψη συναισθήματος ευγνωμοσύνης προς την ενάγουσα, διότι αντιβαίνουν προς τους κανόνες του δικαίου και τις κρατούσες στην κοινωνία αντιλήψεις περί ηθικής και ευπρέπειας και στοιχειοθετούν την κατά το άρθρο 505 ΑΚ έννοια της αχαριστίας, που δικαιολογεί την ανάκληση των δωρεών.

Επομένως, εγκύρως εχώρησε η προαναφερόμενη ανάκληση των δωρεών εκ μέρους της ενάγουσας στις 28.8.2006, όπως δέχεται το παρόν Δικαστήριο, και όχι στις 15.3.2007, που δέχθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Η ανάκληση έγινε εντός της προθεσμίας που θέτει το άρθρο 510 εδ. α ΑΚ, καθόσον αποδεικνύεται ότι τα ανωτέρω περιστατικά που συνιστούν το λόγο αχαριστίας είναι εξακολουθητικά κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα και διαρκούν μέχρι το χρόνο ανάκλησης των δωρεών (28.8.2006), ενώ δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα παρείχε συγγνώμη προς τον αρχικό πρώτο εναγόμενο για την προσβλητική και αχάριστη διαγωγή του.

Ακολούθως, από τις 28.8.2006, ημέρα δήλωσης της ανάκλησης, ο αρχικός πρώτος εναγόμενος υποχρεούνταν σε απόδοση των δωρηθέντων, καθόσον έληξε η αιτία μεταβίβασης τους. Ωστόσο, ο τελευταίος δεν προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια προς αναμεταβίβαση της κυριότητας των ακινήτων στην ενάγουσα, με την οποία ουδόλως επικοινωνούσε, παρότι επισκεπτόταν συχνά την ανωτέρω αγροικία, προκειμένου να επιβλέπει την καλλιέργεια και συγκομιδή των καρπών των εσπεριδοειδών δένδρων που υπάρχουν σ' αυτή.

Γι' αυτό η ενάγουσα κοινοποίησε σ' αυτόν στις 22.11.2006 την από 21.11.2006 εξώδικη διαμαρτυρία, πρόσκληση και δήλωση, με την οποία, αφού τον αποκαλεί αχάριστο και αγνώμονα και διαμαρτύρεται για το ότι την εκδίωξε από την οικία του αποκαλώντας τη "παλιόγρια" και εκστομίζοντας ότι "στο σπίτι του χόρτασε ψωμί", τον προσκαλεί εντός πέντε ημερών από τη λήψη της εξώδικης να προσέλθει στο γραφείο του πληρεξουσίου δικηγόρου της προκειμένου να διευθετηθούν τα προκύψαντα θέματα της αδικίας σε βάρος της, δηλώνοντας του ότι διαφορετικά θα επακολουθήσει δικαστικός αγώνας ώστε να επανακτήσει τα δωρηθέντα στο σύνολο τους, λόγω των βαρύτατων παραπτωμάτων του απέναντι της και της αθέτησης των υποχρεώσεων του προς αυτή την ευεργέτιδά του.

Από το κείμενο δε της πιο πάνω διαμαρτυρίας, πρόσκλησης και δήλωσης, σαφώς συνάγεται ότι η ενάγουσα, η οποία έχει ήδη ανακαλέσει τις γενόμενες δωρεές, εκδηλώνει πλέον την πρόθεση της να επανακτήσει την κυριότητα των δωρηθέντων ακινήτων. Στην ανωτέρω εξώδικη πρόσκληση απάντησε ο αρχικός πρώτος εναγόμενος με την από 4.12.2006 εξώδικη απάντηση και πρόσκληση, η οποία κοινοποιήθηκε στην ενάγουσα στις 6.12.2006, στην οποία δήλωνε ότι έλαβε γνώση του ανωτέρω εγγράφου, καθώς και ότι, αν και απειλείται με ανάκληση των δωρεών, δεν συναινεί στο αίτημα, που είχε διατυπωθεί προφορικά, περί αναμεταβίβασης της κυριότητας της αγροικίας και ότι επιθυμεί να του γνωρίσει εγγράφως τι εννοεί με τον όρο "διευθέτηση της υποθέσεως", που αναγράφεται στο άνω από 21.11.2006 εξώδικο της.

Ακολούθως, όμως, και χωρίς να περιμένει οποιαδήποτε απάντηση στο πιο πάνω έγγραφο του, με το με αριθμό ...21.12.2006 συμβόλαιο γονικής παροχής, που συνέταξε η συμβολαιογράφος Άργους Κ. Κουτρουφίνη, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα, ο αρχικός πρώτος εναγόμενος μεταβίβασε κατά πλήρη κυριότητα και κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου σε καθεμία από τις δεύτερη και τρίτη των αρχικών εναγομένων, λόγω γονικής παροχής, τα ακίνητα τα οποία είχαν περιέλθει στην κυριότητα του με το .../2004 συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή (ακολουθεί περιγραφή των ακινήτων)....Επίσης με το με αριθμό .../21.12.2006 συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή, που συνέταξε η ίδια ως άνω συμβολαιογράφος, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα, ο αρχικός πρώτος εναγόμενος μεταβίβασε κατά πλήρη κυριότητα στον τέταρτο των αρχικών εναγομένων, λόγω εν ζωή δωρεάς, τα ακόλουθα ακίνητα, τα οποία είχαν περιέλθει στην κυριότητα του με τα .../2004 και .../2004 συμβόλαια δωρεάς εν ζωή ( ακολουθεί περιγραφή των ακινήτων).....

Στις εν λόγω μεταβιβάσεις προέβη ο αρχικός πρώτος εναγόμενος, παρότι γνώριζε ότι η ενάγουσα είχε προβεί σε ανάκληση των προς αυτόν δωρεών και ότι αυτή είχε δικαίωμα επανάκτησης της επί των ακινήτων κυριότητας της, είχε δε παρέλθει η πενθήμερη προθεσμία που του είχε τάξει για τη συναινετική διευθέτηση των μεταξύ τους ζητημάτων σχετικά με την επανάκτηση.

Την ανάκληση των δωρεών γνώριζαν και οι λοιποί αρχικοί εναγόμενοι (θυγατέρες και εγγονός του αρχικού πρώτου εναγομένου), οι οποίοι και δέχτηκαν να συμπράξουν με τον αρχικό πρώτο ενάγοντα δεχόμενοι τις προς αυτούς ως άνω μεταβιβάσεις των δωρηθέντων ακινήτων, ώστε να αποφευχθεί η αναμεταβίβαση αυτών στην ενάγουσα.

Ισχυρίζεται ωστόσο ο αρχικός πρώτος εναγόμενος ότι στις ανωτέρω μεταβιβάσεις προέβη προτιθέμενος να αποφύγει την επικείμενη αύξηση των αντικειμενικών αξιών, πλην όμως η αλήθεια του ισχυρισμού του δεν αποδείχθηκε, ενώ αντίθετα καταρρίπτεται από το γεγονός ότι αυτός δεν προέβη στη μεταβίβαση και των λοιπών περιουσιακών του στοιχείων, αλλά μόνον αυτών που είχαν περιέλθει στην κυριότητα του με τις ως άνω δωρεές της ενάγουσας προς αυτόν.

Ακολούθως, αποδεικνύεται ότι ούτε ο αρχικός πρώτος εναγόμενος είχε σκοπό να μεταβιβάσει την κυριότητα των αναφερομένων ακινήτων προς τους αρχικούς δεύτερη, τρίτη και τέταρτο των εναγομένων, ούτε βέβαια οι τελευταίοι είχαν πρόθεση να αποκτήσουν την κυριότητα των εν λόγω ακινήτων, λόγω γονικής παροχής και δωρεάς εν ζωή, όπως προεκτέθηκε.

Επομένως, οι καταρτισθείσες, με τα με αριθμό ... και .../21.12.2006 συμβόλαια, δικαιοπραξίες είναι άκυρες ως εικονικές, καθόσον οι εξωτερικευθείσες δηλώσεις βούλησης όλων των συμβαλλομένων ήταν φαινομενικές και όχι σπουδαίες, συνακόλουθα δε θεωρούνται (οι δικαιοπραξίες) σαν να μην έγιναν, με περαιτέρω συνέπεια τη μη μεταβίβαση της κυριότητας, νομής και κατοχής των ακινήτων από τον αρχικό πρώτο εναγόμενο στους λοιπούς..........

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο αρχικός πρώτος εναγόμενος με την κόρη του Γ. Π., μητέρα του τέταρτου εναγομένου, προσπαθώντας να πετύχουν το διορισμό της κόρης της τελευταίας και εγγονής του πρώτου στο Νοσοκομείο Άργους, σε επισκέψεις τους στο Νοσοκομείο διέδιδαν ενώπιον του ιατρικού και διοικητικού προσωπικού αυτού, ότι η ενάγουσα είναι μια "παλαβή γριά", που την εκμεταλλεύονται οι υπεύθυνοι του Νοσοκομείου και της αποσπούν χρηματικά ποσά για τη λειτουργία της Μονάδας Τεχνητού Νεφρού, και ότι οι εν λόγω χρηματικές δωρεές προς το Νοσοκομείο γίνονταν από αυτή υπό τον όρο της πρόσληψης της εγγονής του αρχικού πρώτου εναγομένου στο Νοσοκομείο, άλλως θα έπρεπε να επιστραφούν στη δωρήτρια ή τους κληρονόμους της.

Η ανωτέρω συμπεριφορά είχε ως αποτέλεσμα τη συκοφάντηση της ενάγουσας, αφού αυτή παρουσιαζόταν ως παλαβή γριά και ως άτομο χωρίς ηθικές αξίες, που υποκινήθηκε στις σχετικές χρηματικές παροχές όχι ανιδιοτελώς, αλλά με απώτερο σκοπό, συνακόλουθα δε είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση της ηθικής και κοινωνικής αξίας της ως ατόμου και έτσι τη μείωση της προσωπικότητας της.

Συνεπώς, ο αρχικός πρώτος εναγόμενος είχε υποχρέωση καταβολής χρηματικής ικανοποίησης προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, που υπέστη η ενάγουσα από την ως άνω μείωση της προσωπικότητας της, η οποία (χρηματική ικανοποίηση) ανέρχεται ενόψει του είδους, της βαρύτητας και των συνθηκών της προσβολής, του βαθμού υπαιτιότητας του αρχικού πρώτου εναγομένου καθώς και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης του τελευταίου και της ενάγουσας, στο ποσό των 3.000 ευρώ, το οποίο πρέπει να καταβληθεί νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.

Αντίθετα, ως προς τους λοιπούς αρχικούς εναγομένους (2η, 3η και 4°), δεν αποδείχθηκαν πραγματικά περιστατικά που να στοιχειοθετούν τη διάπραξη αδικοπραξίας σε βάρος της ενάγουσας και, επομένως, ως προς αυτούς πρέπει να απορριφθεί η σωρευόμενη αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε τα ίδια σχετικά με την τέλεση αδικοπραξίας εκ μέρους μόνο του πρώτου των αρχικών εναγομένων, τον οποίο και υποχρέωσε να καταβάλει στην ενάγουσα χρηματική ικανοποίηση ποσού 3.000 ευρώ, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις, συνακόλουθα δε πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι οι σχετικοί τέταρτος λόγος της έφεσης και δεύτερος και τρίτος λόγοι της αντέφεσης........".

Με βάση τις ως άνω παραδοχές του το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχτηκε ότι, η πρώτη αντικειμενικά σωρευόμενη στο δικόγραφο της από 10.5.2007 αγωγής αξίωση, που αφορά την ανάκληση των δωρεών, αποδεικνύεται ουσιαστικά βάσιμη κατά την κύρια βάση της, παρέλκει δε η εξέταση της επικουρικής της βάσης. Ακολούθως, δέχτηκε ότι πρέπει να αναγνωριστεί ότι οι γενόμενες από την ενάγουσα προς τον Α.

Σ. (αρχικό πρώτο εναγόμενο) δωρεές εν ζωή έχουν νόμιμα ανακληθεί καθώς επίσης (να αναγνωριστεί) ότι οι από τον τελευταίο προς τους λοιπούς εναγομένους δικαιοπραξίες γονικής μέριμνας (προς τις 2η και 3η των αρχικών εναγομένων) και δωρεάς (προς τον 4° των αρχικών εναγομένων) είναι άκυρες ως εικονικές. Με τις ως άνω κρίσεις του, όσον αφορά τα κρίσιμα ζητήματα της ένδικης διαφοράς :α) της ανάκλησης της δωρεάς, β) της εικονικότητας και γ) της αδικοπραξίας, από την προσβολή της προσωπικότητας της ενάγουσας, το Εφετείο με το απορρίψει τους προβληθέντες με την έφεση των αναιρεσειόντων, περί του αντιθέτου, ισχυρισμούς τους, ορθώς εφάρμοσε και ερμήνευσε τις προδιαληφθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου.

Με τις προεκτεθείσες δε παραδοχές του, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού από το αιτιολογικό αυτό αυτής προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει σαφείς, πλήρεις και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες, ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα αναφέρεται: Α) όσον αφορά την ανάκληση της δωρεάς: 1) η σύναψη των επίμαχων δωρεών, μεταξύ της ενάγουσας και του αρχικά πρώτου εναγομένου, 2) η αδικαιολόγητη προσβλητική και σκληρή συμπεριφορά του δωρεοδόχου προς τη δωρήτρια, την οποία αφενός μεν εξύβρισε βάναυσα, με ανοίκειους για την ηλικία, τη συγγενική σχέση και τη γενναιοδωρία της, χαρακτηρισμούς, αφετέρου δε την εξεδίωξε από την οικία του και 3) υπαγωγή της υπαίτιας και καταλογιστής στον δωρεοδόχο ως άνω συμπεριφοράς του, προς τη δωρήτρια στην έννοια του βαρέως παραπτώματος, που συνιστά αχαριστία και αποτελεί νόμιμο λόγο ανάκλησης της δωρεάς.

Β) όσον αφορά την εικονικότητα των δικαιοπραξιών, μεταξύ του δωρεοδόχου και των λοιπών εναγομένων, ότι σκοπός των συμβαλλομένων, δεν ήταν η μεταβίβαση της κυριότητα των ακινήτων από τον πρώτο στους λοιπούς, αλλά η αποτροπή, μετά την ανάκληση της δωρεάς η οποία είχε περιέλθει σε γνώση όλων, της αναμεταβίβασης των δωρηθέντων από τον πρώτο στην ενάγουσα, δηλαδή, προκύπτει με σαφήνεια η γνώση και η συμφωνία όλων των, κατά το χρόνο κατάρτισης, συμβαλλομένων για το ότι οι συμβάσεις που καταρτίσθηκαν μεταξύ των εναγομένων είναι εικονικές και δεν παράγουν έννομα αποτελέσματα και Γ) η υπαγωγή των, από την υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου, ονειδιστικών και μειωτικών για το πρόσωπο της ενάγουσας χαρακτηρισμών, στην αδικοπραξία, που δικαιολογεί την απαίτηση αυτής για την ανόρθωση της ηθικής βλάβης.

Επομένως, οι υπό στοιχεία 1 λόγος του κύριου δικογράφου και 6 πρόσθετος λόγος του από 3-10-2012 δικογράφου με τους οποίους αποδίδονται οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλειες είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Εξάλλου οι ίδιοι λόγοι αναίρεσης, ως προς τις υπόλοιπες αιτιάσεις τους που αναφέρονται σε αυτούς, κατά το άλλο μέρος τους, από τις διατάξεις των άρθρων 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, και 561 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών, σχετικά με ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων, που αφορούν τα ίδια πιο πάνω αναφερόμενα κρίσιμα ζητήματα, και τα επί του αντιθέτου επιχειρήματα του αναιρεσείοντα, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά τους αναιρεσείοντες σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς που προέβαλαν στο δικαστήριο της ουσίας, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, αφού, κατά τα πιο πάνω αναφερόμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τους ίδιους δε λόγους, κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων των αναιρεσειόντων, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

9. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ., πράγματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης είναι και οι λόγοι έφεσης που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (Ολ. ΑΠ 25/2003). Η παραδοχή από το Εφετείο ανύπαρκτου λόγου έφεσης ή η επανεξέταση κεφαλαίου της πρωτόδικης απόφασης, εκτός των ορίων της έφεσης συνιστούν πλημμέλειες που εμπίπτουν στον προβλεπόμενο από την ανωτέρω διάταξη λόγο αναιρέσεως, εκτός αν πρόκειται για σφάλμα της απόφασης που αφορά προσβαλλόμενο με την έφεση κεφάλαιο και μπορεί να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο.

Εξάλλου, από τα άρθρα 511, 520, 522 και 536 του ΚΠολΔ. προκύπτει ότι με την άσκηση της έφεσης μεταβιβάζεται η υπόθεση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους προσθέτους λόγους και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει ως προς την αγωγή την ίδια με το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εξουσία, δηλαδή την εξουσία να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως τα θέματα που εξετάζει αυτεπαγγέλτως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όπως είναι η νομική βασιμότητα και το ορισμένο της αγωγής την οποία επομένως μπορεί να απορρίψει ως μη νόμιμη η αόριστη, χωρίς ειδικό παράπονο, αρκεί να ζητούσε την απόρριψη της αγωγής ο εκκαλών και να μην γίνεται επιβλαβέστερη η θέση του χωρίς την άσκηση έφεσης ή αντέφεσης εκ μέρους του εφεσίβλητου.

Η διάταξη του άρθρου 522 ΚΠολΔ, ρυθμίζει ειδικώς, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη από το άρθρο 106 του ίδιου Κώδικα, γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνο μετά από αίτηση των διαδίκων, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά. Το αίτημα συνεπώς της έφεσης και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης.

Το εφετείο, για να αποφασίσει αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνο των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης ή τους πρόσθετους λόγους, και των ισχυρισμών που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος, καθώς και εκείνων των ζητημάτων η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο, για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης, που αυτεπαγγέλτως τα εξετάζει το Εφετείο, στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνο για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών.

Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 534 του ΚΠολΔ, που προβλέπει αντικατάσταση των εσφαλμένων αιτιολογιών και απόρριψη της έφεσης, εάν το διατακτικό της απόφασης που έχει προσβληθεί με έφεση κρίνεται ορθό, δεν παρέχει στο Εφετείο, πριν την εξαφάνιση της προσβαλλόμενης με έφεση απόφασης, τη δυνατότητα να ερευνήσει παράπονα που δεν προβλήθηκαν με λόγους έφεσης ή ισχυρισμούς που δεν προβλήθηκαν από τον εφεσίβλητο ως υπεράσπιση κατά της έφεσης, αλλά προϋποθέτει ότι το Εφετείο ενεργεί χωρίς να υπερβαίνει τα οριοθετούμενα με τους λόγους της έφεσης όρια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης.

Έτσι λοιπόν, μόνο κατά τα προσβαλλόμενα "κεφάλαια" και μόνο ως προς αυτά (που μεταβιβάζεται η υπόθεση), μπορεί το Εφετείο να εκδώσει, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, και δυσμενέστερη για τον εκκαλούντα απόφαση, χωρίς την άσκηση αντίθετης έφεσης ή αντέφεσης και χωρίς η απόφασή του να προσκρούει, στην εκ του άρθρου 536 του ΚΠολΔ αρχή, της μη χειροτερεύσεως της θέσεως του εκκαλούντος. "Κεφάλαιο", εξάλλου, θεωρείται η αυτοτελής αίτηση δικαστικής προστασίας, που δημιουργεί χωριστό αντικείμενο δίκης (στα πλαίσια της ίδιας διαφοράς), και εκκρεμοδικία για την οποία (αίτηση) εκδόθηκε χωριστή διάταξη της απόφασης..

Από την άποψη αυτή, το αίτημα της αγωγής για την απόδοση των δωρηθέντων, μετά την ανάκληση της δωρεάς, με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, καθώς και στην περίπτωση άρνησης του δωρεοδόχου, σε καταδίκη δήλωσης βούλησης, αποτελούν ανεξάρτητα κεφάλαια, σε σχέση με την πρώτη αξίωση (ανάκλησης της δωρεάς).

Επομένως, αν πρωτοδίκως είχε απορριφθεί ως μη νόμιμο ή κατ' ουσίαν αβάσιμο το αίτημα για την απόδοση των δωρηθέντων και της καταδίκης σε δήλωση βούλησης και με την έφεση παραπονείται ο δωρεοδόχος εναγόμενος, για την παραδοχή της άλλης βάσης της αγωγής για τη συνδρομή νομίμου λόγου που δικαιολογεί την ανάκληση, δεν επιτρέπεται, χωρίς έφεση του ενάγοντος δωρητού, να επανεξετάσει το δευτεροβάθμιο δικαστήριο τα απορριφθέντα ως άνω αιτήματα.

Και ναι μεν η συνδρομή νομίμου λόγου που δικαιολογεί την ανάκληση, αποτελεί, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, προδικαστικό ζήτημα για την απόδοση του αδικαιολόγητου πλουτισμού και της καταδίκης σε δήλωση βούλησης, δεν συμβαίνει όμως και το αντίστροφο. Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά τις παραδοχές ότι: 1) η δωρεά από την ενάγουσα προς τον αρχικά πρώτο εναγόμενο, είχε ανακληθεί και 2) οι απ' αυτόν (α' εναγόμενο), προς τους λοιπούς μεταβιβάσεις των δωρηθέντων ήταν άκυρες ως εικονικές, κατά τα αναφερόμενα στην προηγούμενη σκέψη, δέχτηκε όσον αφορά την απόδοση των ακινήτων τα εξής: "......

Έτσι ο αρχικός πρώτος εναγόμενος υποχρεούνταν να αποδώσει στην ενάγουσα τον πλουτισμό, τον οποίο έλαβε σε βάρος της(ενάγουσας-δωρήτριας και ο οποίος σώζεται στα χέρια (ήδη) των κληρονόμων του ακέραιος, γεγονός που δεν αμφισβητείται, και μάλιστα αυτούσιος..." (βλ σελ. 29 της προσβαλλόμενης). Στη συνέχεια δε, "...

Τέλος, πρέπει να υποχρεωθούν οι Σ. Α. Σ. Γ. Σ., Π. Σ., Κ. Σ. και Α. Π., ως κληρονόμοι του Α. Σ. να προβούν σε δήλωση βούλησης ενώπιον συμβολαιογράφου περί αναμεταβίβασης στην ενάγουσα της κυριότητας των πιο πάνω περιγραφομένων δωρηθέντων ακινήτων καθώς επίσης να υποχρεωθούν αυτοί, υπό την ίδια ως άνω ιδιότητά τους, να αποδώσουν στην ενάγουσα τη νομή και κατοχή των εν λόγω ακινήτων.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε τα ίδια ως προς την ανάκληση των δωρεών και την ακυρότητα ως εικονικών των μεταγενέστερων δικαιοπραξιών, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, έστω και με διαφορετική εν μέρει αιτιολογία. Ωστόσο, υποχρεώνοντας το πρωτοβάθμιο δικαστήριο τους 2η, 3η και 4° των αρχικών εναγομένων να αποδώσουν τη νομή και κατοχή και να αναμεταβιβάσουν την κυριότητα των ακινήτων στην ενάγουσα, εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και περιέλαβε στην απόφαση του αντιφατικές διατάξεις, καθόσον μετά την αναγνώριση της εικονικότητας των ως άνω δικαιοπραξιών, αυτές θεωρούνται ότι δεν έγιναν (ΑΚ 180) και συνακόλουθα η κυριότητα, νομή και κατοχή των ακινήτων δεν μεταβιβάστηκε από τον αρχικό πρώτο εναγόμενο ούτε αποκτήθηκε από τους λοιπούς εναγομένους, ώστε να δύνανται αυτοί να υποχρεωθούν σε αναμεταβίβαση της κυριότητας και απόδοση της νομής και κατοχής των ακινήτων, γενομένων δεκτών των όσων ισχυρίζονται οι εναγόμενοι με τον τρίτο λόγο της έφεσης τους.

Ακολούθως, η εκκαλουμένη απόφαση, κατά το μέρος της που αφορά την από 10.5.2007 (ΤΠ/678/11.5.2007) αγωγή, πρέπει να εξαφανιστεί, ως προς όλες τις διατάξεις της τόσο κατά το μέρος που έσφαλε, όσο και κατά το ορθό μέρος (που δεν έσφαλε), για την ενότητα της αναγκαστικής εκτέλεσης....Στη συνέχεια αφού κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο και ερευνηθεί κατ' ουσία (αρθρ. 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να γίνει κατά ένα μέρος δεκτή η ένδικη αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσία και να αναγνωριστεί ότι έχουν νομίμως ανακληθεί οι δωρεές των ακινήτων, που έγιναν από την ενάγουσα Β.

Β. προς τον Α. Σ. (αρχικό πρώτο εναγόμενο), δυνάμει των .../22.10.2004 και .../22.12.2004 συμβολαίων της Συμβολαιογράφου Άργους Θ. Καλή, που έχουν νόμιμα μεταγραφεί, β) να αναγνωριστεί ότι είναι άκυρες οι από τον Α. Σ. προς την Π. Σ. και Κ. Σ. δικαιοπραξίες γονικής μέριμνας και προς τον Α. Π. δικαιοπραξία δωρεάς, που περιέχονται στα ...21.12.2006 και .../21.12.2006 συμβόλαια της συμβολαιογράφου Αργούς Κ.

Κουτρουφίνη, που έχουν νόμιμα μεταγραφεί, γ) να υποχρεωθούν οι Σ. Α. Σ., Γ. Σ., Π. Σ., Κ. Σ. και Α. Π., ως κληρονόμοι του Α. Σ., να προβούν σε δήλωση βούλησης ενώπιον συμβολαιογράφου περί αναμεταβίβασης στην ενάγουσα της κυριότητας των δωρηθέντων ακινήτων που λεπτομερώς περιγράφονται πιο πάνω και στα .../22.10.2004 και .../22.12.2004 συμβόλαια του συμβολαιογράφου Αργούς Θ.

Καλή, που έχουν νόμιμα μεταγραφεί, δ) να υποχρεωθούν οι ως άνω, υπό την ίδια ιδιότητα τους, να αποδώσουν στην ενάγουσα τη νομή και κατοχή των εν λόγω ακινήτων... Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο υπέπεσε στις πλημμέλειες του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Τούτο διότι, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω (βλ. υπό στοιχείο 3 σκέψη της παρούσης), το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, όσον αφορά την αξίωση της απόδοσης των δωρηθέντων εκ μέρους του αρχικώς πρώτου των εναγομένων (και συνακόλουθα των κληρονόμων του), με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, καθόσον σύμφωνα με τις παραδοχές του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ο εναγόμενος αυτός δεν ήταν κύριος των ακινήτων και συνεπώς αδικαιολογήτως πλουτίσας.

Έτσι, όμως, που έκρινε το Εφετείο, ερεύνησε κεφάλαιο της εκκαλουμένης που δεν είχε μεταβιβαστεί με την έφεση των αναιρεσειόντων, με αποτέλεσμα ο όγδοος λόγος αναιρέσεως να είναι βάσιμος.

10. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ. α', 287 παρ. 1, 290, 291, 292 του ΚΠολΔ., 1710, 1711 επ., 1813 και επ. και 1846 ΑΚ προκύπτει, ότι τη δίκη που διακόπηκε βίαια, από το θάνατο κάποιου διαδίκου, επαναλαμβάνει εκούσια ο κληρονόμος του, η συμμετοχή του οποίου στη δίκη συνιστά σιωπηρή αποδοχή της κληρονομιάς και δεν απαιτείται για το έγκυρο της δήλωσης επανάληψης, προηγούμενη μεταγραφή της δηλώσεως αποδοχής της κληρονομιάς του αποβιώσαντος, ούτε υποβολή δηλώσεως φόρου κληρονομιάς, αφού με τη δίκη που επαναλαμβάνεται το δικαίωμα του αποβιώσαντος ήλθε σε κρίση ενώπιον του δικαστηρίου, ο δε κληρονόμος του απλώς συνεχίζει τη δίκη για το ίδιο αντικείμενο υπεισερχόμενος στα δικαιώματα τούτου.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1813, 1820 και 1885 ΑΚ, προκύπτει ότι ως κληρονόμοι εξ αδιαθέτου στην πρώτη τάξη καλούνται οι κατιόντες του κληρονόμου. Ο πλησιέστερος από αυτούς αποκλείει τον απώτερο της ίδιας ρίζας, ενώ κληρονομούν κατ' ισομοιρία. Ο σύζυγος που επιζεί καλείται, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος, με τους συγγενείς της πρώτης τάξης.

Τέλος οι απαιτήσεις και τα χρέη της κληρονομιάς διαιρούνται αυτοδικαίως μεταξύ των κληρονόμων, ανάλογα με τη μερίδα καθενός. Με την τελευταία ρύθμιση, υπόκειται διαιρετή παροχή εκ του νόμου και κάθε κληρονόμος βαρύνεται ανάλογα με τη μερίδα του και όχι εις ολόκληρο με τους λοιπούς. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των προτάσεων των αναιρεσειόντων στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο προκύπτει ότι, οι απ' αυτούς Σ.

Σ. και Γ. Σ. (που δεν ήταν διάδικοι στην μέχρι τότε δικαστική διαδρομή της υπόθεσης), καθώς και οι εναγόμενες με την αγωγή της αναιρεσίβλητης, Π. Σ., και Κ. Σ., προέβησαν, στην ακόλουθη δήλωση, η οποία καταχωρίστηκε και στα πρακτικά συζήτησης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου "Την 10 Απριλίου 2010 κατέληξε στην οικία του στα ...

ο Α. Σ. του Κ., κάτοικος εν ζωή ... (βλ. προσαγόμενη μετ' επικλήσεως υπ' αρίθ…/2010 Τόμος …ληξιαρχική πράξη θανάτου συνταχθείσα από τον Ληξίαρχο του Δήμου … Ο ανωτέρω απεβίωσε αδιάθετος, με αποτέλεσμα να κληρονομηθεί εξ αδιαθέτου από την α' εξ ημών σύζυγο του με την οποία ευρίσκετο σε νόμιμο γάμο κατά τον χρόνο θανάτου του ως επίσης και από τα μοναδικά τέκνα αυτού β', γ' και δ' εξ ημών, νόμιμα τέκνα αυτού από τον γάμο του ανωτέρω αποβιώσαντος με την α' εξ ημών. (ως προκύπτει από το προσαγόμενο μετ' επικλήσεως υπ' αριθ.

πρωτ…/13-52010 πιστοποιητικό πλησιέστερων συγγενών του Δήμου …, σε συνδυασμό με τα με αριθμό πρωτ. …/2010 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Ναυπλίου περί μη δημοσιεύσεως διαθήκης του ανωτέρω αποβιώσαντος, σε συνδυασμό και με το με αριθμό …/2010 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Ναυπλίου περί μη αποποίησης από τους α', β', ν' και δ' εξ ημών της κληρονομιάς του ανωτέρω αποβιώσαντος συζύγου της α' εξ ημών και πατέρα των λοιπών εξ ημών. (σχετ. 16β, 16γ και 16 δ).

Άπαντες, οι τέσσερεις πρώτοι εξ ημών, ως νόμιμοι κληρονόμοι αυτού, μη αποποιηθέντες μέχρι σήμερον την κληρονομιά αυτού, έχουμε καταστεί νόμιμοι κληρονόμοι εξ αδιαθέτου της έννομης σχέσης της δίκης, κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου για την οποία θα γίνει λόγος κατωτέρω και της οποίας επήλθε βιαία διακοπή λόγω θανάτου του ανωτέρω αρχικού διαδίκου εναγομένου - ενάγοντος εκκαλούντος του γεγονότος του θανάτου του αρχικού διαδίκου ενάγοντος -εναγομένου εκκαλούντος και αντεφεσιβλήτου, γνωστοποιουμένου και διά της παρούσης μας του ανωτέρω θανάτου ως λόγου βιαίας διακοπής της υπέρ ημών προς την αντίδικο μας δίκης, η οποία εκκρεμεί ενώπιον του Εφετείου Ναυπλίου, επί της οποίας ο ανωτέρω αποβιώσας ετύγχανε διάδικος και ειδικότερα της από 14-11-2009 και με αριθμό κατάθεσης Πρωτοδικείου Ναυπλίου 146/2009 έφεσης αυτού και των γ' δ' και ε' εξ ημών ως αρχικών διαδίκων - εκκαλούντων -εναγόντων - εναγομένων κατά της αντιδίκου μας εφεσίβλητης Β.

χήρας Β. Β. και της οποίας δικάσιμος προς συζήτηση είχε ορισθεί η 1-12-2010, δηλώνοντες ως νόμιμοι κληρονόμοι αυτού και διά της παρούσης μας ρητώς ότι επαναλαμβάνουμε κατά τα ανωτέρω την βιαίως διακοπείσα έννομη σχέση της δίκης. Η ανωτέρω δήλωση έχει μάλιστα ήδη λάβει χώρα διά της κοινοποιήσεως στην αντίδικο μας του από 26-11-2010 και με αριθμό κατάθεσης …/2010 γνωστοποίησης λόγου , της βιαίας διακοπής δίκης και κλήσης της αντιδίκου μας για επανάληψη αυτής, το οποίο σωρεύεται με δικόγραφο προσθέτων λόγων εφέσεως και για το οποίο έχει προσδιορισθεί δικάσιμος προς συζήτηση η 15-12-2010, γνωστοποίηση η οποία έχει κοινοποιηθεί στην αντίδικο μας στις 30-11-2010 ως αποδεικνύεται από την προσαγόμενη μετ' επικλήσεως υπ' αριθ…/30-11-2010 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή ...

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε ότι μετά το θάνατο του Α. Σ. (αρχικά α' εναγομένου) τη δίκη συνεχίζουν οι καθολικοί διάδοχοι- κληρονόμοι του, ήδη εκκαλούντες, αντεφεσίβλητοι. Με τις κρίσεις του όμως αυτές, συμπεριέλαβε στους κληρονόμους και τον πέμπτο αναιρεσείοντα, Α.

Π., εγγονό του αποβιώσαντα και υιό της δεύτερης των δηλούντων, αν και ο τελευταίος δεν είχε προβεί σε δήλωση ότι συνεχίζει τη δίκη ως κληρονόμος, ούτε άλλωστε κάτι τέτοιο ισχυρίστηκε η αναιρεσίβλητη. Έτσι όμως, υπέπεσε στις προβλεπόμενη πλημμέλεια, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με επιζήμιο αποτέλεσμα για τον πέμπτο των αναιρεσειόντων, ο οποίος υπό την ιδιότητα του κληρονόμου, υποχρεώθηκε μετά των λοιπών, να αποδώσει τα ακίνητα στην αναιρεσίβλητη και να καταβάλει σ' αυτήν το επιδικασθέν ποσό των 3000 ευρώ, από την αδικοπραξία που διέπραξε ο κληρονομούμενος σε βάρος της αναιρεσίβλητης.

Επομένως, οι έβδομος πρόσθετος λόγος του από 3-10-2012 δικογράφου κατά το δεύτερο σκέλος του και δέκατος πρόσθετος λόγος κατά το αντίστοιχο σκέλος του, αληθώς μόνο από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι, όσον αφορά τον αναιρεσείοντα αυτόν. Ο ίδιοι λόγοι αναιρέσεως, κατά τα άλλα σκέλη τους, με τους οποίους παραπονούνται οι λοιπές αναιρεσείουσες ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται αιτιολογίας όσον αφορά την καταδίκη τους για την καταβολή στην αναιρεσίβλητη του ποσού των 3000 υπό την ιδιότητά τους ως κληρονόμους του υπόχρεου εναγομένου, καθόσον δεν καθορίζει τη μερίδα καθεμιάς είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Τούτο διότι, εφόσον πρόκειται για σύζυγο και τέκνα του κληρονομουμένου, η μερίδα καθεμιάς και συνακόλουθα η ευθύνης τους για τα χρέη της κληρονομιάς, ρυθμίζεται ευθέως από το νόμο, με τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν και δεν είναι αναγκαίο, να καταστούν τα επί μέρους ποσοστά των συγκληρονόμων περιεχόμενο της απόφασης, για την πληρότητα αυτής.

Άλλωστε η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει διάταξη για την εις ολόκληρο υποχρέωση των αναιρεσειουσών αυτών στην καταβολή του εν λόγω ποσού. 11. Συνοψίζοντας, σημειώνονται τα εξής: Η προσβαλλόμενη απόφαση, από το περιεχόμενό της προκύπτει ότι : 1) χωρίς να έχει μεταβιβασθεί, με λόγο έφεσης των εναγομένων-εκκαλούντων, ή αντέφεσης εκ μέρους της ενάγουσας, το πρωτοδίκως απορριφθέν κεφάλαιο της αγωγής, για την απόδοση των ακινήτων εκ μέρους του Α.

Σ., λόγω του ότι αυτός, μετά την ανάκληση της δωρεάς κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερος, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εξέτασε εκ νέου το κεφάλαιο (αίτημα) τούτο, και υποχρέωσε τους αναιρεσείοντες, ως κληρονόμους του δωρεοδόχου να αποδώσουν τα δωρηθέντα ακίνητα, καθόσον ο πλουτισμός του δωρεοδόχου σωζόταν στα χέρια τους και 2) χωρίς σχετική δήλωση του πέμπτου των αναιρεσειόντων, το δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε ότι και αυτός είναι κληρονόμος του ως άνω αποβιώσαντος και υποχρέωσε και αυτόν, για τον ίδιο πιο πάνω λόγο να αποδώσει τα ακίνητα, καθώς να καταβάλει μετά των λοιπών κληρονόμων το ποσό των 3.000 ευρώ, που επιδίκασε προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης της αναιρεσίβλητης.

Με τις κρίσεις του, όμως αυτές, όπως πιο πάνω (στις σκέψεις με αριθ. 9 και 10 της παρούσης) αναφέρθηκε υπέπεσε στις από το αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβλεπόμενες πλημμέλειες και συνακόλουθα, πρέπει να αναιρεθεί, εν μέρει για τα κεφάλαια αυτά η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παραδοχή των σχετικών λόγων αναιρέσεως, που προεκτέθηκαν.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ "αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα), παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές".

Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι "οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν " συνάγεται, ότι οσάκις μετά την αναίρεση της αποφάσεως δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υποθέσεως υπό των δικαστηρίων της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση διατακτικού της αποφάσεως με βάση την έκταση της αναιρέσεως, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης αλλά μπορεί η επί της υποθέσεως οριστική απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (Ολ.

ΑΠ.25/2001). Τέτοιο δικονομικό έδαφος για την μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως επανεκδίκαση της υποθέσεως από το Εφετείο στην ουσία δεν υπάρχει, αφού δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνηση και υπολείπεται να γίνει μόνο η αναδιατύπωση του διατακτικού της αποφάσεως, με βάση το περιεχόμενο αυτής ( προσβαλλόμενης αποφάσεως) και την έκταση της αναιρέσεως αυτής.

Τα δικαστικά έξοδα πρέπει, λαμβανομένης υπόψη της εν μέρει νίκης και ήττας ων διαδίκων, να επιβληθούν κατά ένα μέρος σε βάρος των αναιρεσειόντων (178 και 183 ΚΠολΔ)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει, την 103/2011 οριστική απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου.

Συνεκδικάζει αντιμωλία τις αναφερόμενες στο σκεπτικό από 18.11.2009 έφεση και από 16.2.2010 αντέφεση. Δέχεται αυτές τυπικά.

Απορρίπτει την έφεση, κατά το μέρος της που στρέφεται κατά της από 26.3.2008 (αρ. έκθ. κατ. ΤΠ/409/31.3.2008) αγωγής.

Απορρίπτει κατ' ουσία την αντέφεση.

Επιβάλλει σε βάρος της αντεκκαλούσας τα δικαστικά έξοδα των αντεφεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

Δέχεται κατ' ουσία την έφεση κατά της 735/2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου και κατά το μέρος που αυτή αφορά την από 10.5.2007 (ΤΠ/678/11.5.2007) αγωγή.

Εξαφανίζει την εκκαλουμένη 735/2009 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, κατά το μέρος που αυτή αφορά την από 10.5.2007 (ΤΠ/678/11.5.2007) αγωγή.

Κρατεί την υπόθεση και δικάζει κατ' ουσία επί της από 10.5.2007 (ΤΠ/678/11.5.2007) αγωγής.

Απορρίπτει ό,τι κρίθηκε απορριπτέο σε σχέση με την από 10.5.2007 αγωγή.

Δέχεται κατά ένα μέρος την από 10.5.2007 αγωγή.

Αναγνωρίζει ότι νομίμως έχουν ανακληθεί οι δωρεές, που έγιναν από τη Β. χήρα Β. Β. προς τον Α. Σ., με τα .../22.10.2004 και .../22.12.2004 συμβόλαια, που συνέταξε ο συμβολαιογράφος Άργους Θ. Καλής και έχουν νόμιμα μεταγραφεί.

Αναγνωρίζει ότι είναι άκυρες οι από τον Α. Σ. αφενός προς την Π. Σ. και την Κ. Σ. δικαιοπραξίες γονικής μέριμνας, και αφετέρου προς τον Α. Π. δικαιοπραξία δωρεάς, που περιέχονται, αντίστοιχα, στα ...21.12.2006 και .../21.12.2006 συμβόλαια της συμβολαιογράφου Άργους Κ. Κουτρουφίνη, που έχουν νόμιμα μεταγραφεί. .

Υποχρεώνει τις Σ. Α. Σ., τη Γ. Σ., την Π. Σ., και την Κ. Σ., ως κληρονόμων του Α. Σ. να καταβάλουν στην ενάγουσα κατά το 1/4 καθεμιά το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Επιβάλλει σε βάρος των εναγομένων-αναιρεσειόντων, μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων πεντακοσίων (3.500).

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Δεκεμβρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Μαρτίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ