Legislator Case Law & Legislation
545/2010 AI generated

545/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 545/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

545/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): α) Ο τεχνικός ασφαλείας ελέγχει την ασφάλεια των εγκαταστάσεων και των τεχνικών μέσων, πριν από τη λειτουργία τους, καθώς και την παραγωγική διαδικασία και μεθόδων εργασίας πριν από την εφαρμογή τους και επιβλέπει την εφαρμογή υγιεινής και ασφάλειας της εργασίας και πρόληψης των ατυχημάτων (άρθρ. 6 §2β), β) για την επίβλεψη των συνθηκών εργασίας ο τεχνικός ασφαλείας έχει υποχρέωση...

Keywords

AI generated
safety regulations violation protective equipment lifting and mechanical handling appliances occupational accident prevention bank guarantee claim event freight carrier liability
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 545 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 545/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Σαράντη Δρινέα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΥΦΑΝΤΟΥΡΓΙΑ Α.Ε" η οποία εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Γεωργιάδη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, 2) Ψ2 και 3) Ψ3, οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Παπαδημητρίου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-11-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17688/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 269/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 20-2-2009 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 12-11-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή από τη διάταξη του άρθρ. 559 αρ. 10 του ΚΠολΔ με την οποία ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομιθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκτίθεται από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη αυτή.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ως πλημμέλεια η παραδοχή ως αληθινών χωρίς απόδειξη θεμελιωτικών της αγωγής περιστατικών σχετικά με το ουσιώδες ζήτημα της επίβλεψης και τήρησης των μέτρων ασφαλείας και της ύπαρξης αιτιώδους συνάφειας με την τυχόν παράλειψή τους και το επελθόν αποτέλεσμα.

Ειδικότερα, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε α) ότι τεχνικός ασφαλείας που προσδιόριζε τα μέτρα ασφαλείας ήταν ο Φ, αντικαθιστάμενος σε περίπτωση απουσίας του από τον Θ, ο οποίος τα υλοποιούσε, αμφότεροι πανεπιστημιακού επιπέδου, ενώ καμία αναφορά περί τέτοιων ιδιοτήτων των προσώπων αυτών έγινε από τα διάδικα μέρη ούτε προσκομίσθηκε με επίκληση κάποιο συναφές αποδεικτικό στοιχείο, η δε αναιρεσείουσα στις προτάσεις της ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας είχε ισχυρισθεί ότι ως τεχνικός ασφαλείας είχε ορισθεί από τη Διεύθυνση του εργοστασίου Φ ο εξωτερικός συνεργάτης ...

και η επιτήρηση για τον έλεγχο των μέτρων ασφαλείας είχε ανατεθεί στον αρχαιότερο συντηρητή του εκκοκκιστηρίου Θ και β) ότι ο θανών Ζ είχε δύο επιλογές για να προβεί στην επιδιόρθωση της βλάβης, δηλαδή είτε να χρησιμοποιήσει ανυψωτικό μηχάνημα με ενσωματωμένο κλωβό είτε να κατασκευάσει ικρίωμα, περί της καταστήσεως της οποίας, ως ενδεχομένως αναγκαίας, γνώριζε ο υπεύθυνος τήρησης των μέτρων ασφαλείας Θ, ενώ κανένα διάδικο μέρος ισχυρίσθηκε και απέδειξε ότι ο θανών είχε τις δύο ως άνω επιλογές, η δε αναιρεσείουσα επικαλέσθηκε και απέδειξε ότι η αποκατάσταση της βλάβης σε υψηλά μέρη του εκκοκκιστηρίου γινόταν μόνο με το ειδικό ανυψωτικό μηχάνημα (clark).

Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο κατέληξε στις παραπάνω παραδοχές μετά από εκτίμηση, όπως βεβαιώνεται στην απόφασή του, των καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάσθηκαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, της ένορκης βεβαίωσης, καθώς και των εγγράφων που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.

Επομένως, δεν δέχθηκε πράγματα χωρίς απόδειξη και ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, ως προς τις αποδιδόμενες κατά τα λοιπά επί μέρους αναιρετικές αιτιάσεις είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι αιτιάσεις αυτές πλήττουν την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Επειδή επί θανατώσεως εργάτη ή υπαλλήλου εξ αιτίας εργατικού ατυχήματος, δηλαδή συνεπεία βίαιου συμβάντος που έλαβε χώρα κατά την εκτέλεση ή εξ αφορμής της παρεχόμενης εργασίας, σε επιχειρήσεις του άρθρου 2 ν. 551/1915, η αξίωση των μελών της οικογένειας του θύματος, λόγω ψυχικής οδύνης, κρίνεται πάντοτε κατά το κοινό δίκαιο (άρθρα 914, 922 και 932 ΑΚ) εις τρόπον ώστε, για τη θεμελίωσή της, απαιτείται πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν, το οποίο πταίσμα μπορεί να συνίσταται και σε αμέλεια του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων, δηλαδή όταν ο εργοδότης ή οι υπ' αυτού προστηθέντες παρέλειψαν την επιμέλεια που αν κατέβαλαν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου της δραστηριότητάς του, θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος.

Πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν μπορεί να θεμελιωθεί, στην περίπτωση αυτή, και στο ότι δεν τηρήθηκαν από αυτούς, οι διατάξεις ισχυόντων νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών, που επιβάλλουν όρους υγιεινής και ασφαλείας, για τη διαφύλαξη της υγείας, της σωματικής ακεραιότητας και της ζωής των εργαζομένων, σύμφωνα με τη γενική διάταξη του άρθρου 662 ΑΚ είτε η τήρηση των μέτρων αυτών από τον εργοδότη, επιβάλλεται από τους παραπάνω νόμους, διατάγματα ή κανονισμούς που προβλέπουν τα μέτρα αυτά.

Τέτοια γενικά μέτρα ασφαλείας, που πρέπει να τηρούν όλοι οι εργοδότες καθορίζονται με τον Ν. 1568/1985 "Υγιεινή-Ασφάλεια εργαζομένων" οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται, σε όλες τις επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις και εργασίες του ιδιωτικού και δημόσιου τομέα, κατά τα οριζόμενα στο άρθρ. 1 αυτού. Ειδικότερα, με τον νόμο αυτό ορίζονται και τα εξής:

α) Ο τεχνικός ασφαλείας ελέγχει την ασφάλεια των εγκαταστάσεων και των τεχνικών μέσων, πριν από τη λειτουργία τους, καθώς και την παραγωγική διαδικασία και μεθόδων εργασίας πριν από την εφαρμογή τους και επιβλέπει την εφαρμογή υγιεινής και ασφάλειας της εργασίας και πρόληψης των ατυχημάτων (άρθρ. 6 §2β), β) για την επίβλεψη των συνθηκών εργασίας ο τεχνικός ασφαλείας έχει υποχρέωση...

να επιβλέπει την ορθή χρήση των ατομικών μέσων ασφαλείας (άρθρ. 7 §1β). Ακόμη, Α) με το ΠΔ 17/1996 για την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας περί της ασφαλείας και υγιεινής των εργαζομένων προς τις διατάξεις των Οδηγιών 89/391/ΕΟΚ και 91/383/ΕΟΚ και το οποίο εφαρμόζεται σε όλες τις επιχειρήσεις, εγκαταστάσεις, εκμεταλλεύσεις και εργασίες του ιδιωτικού και δημόσιου τομέα (βιομηχανικές, γεωργικές, εμπορικές κλπ), ορίζονται στο άρθρ. 7 και τα ακόλουθα:

Ο εργοδότης υποχρεούται να εξασφαλίζει την ασφάλεια και την υγιεινή των εργαζομένων ως προς όλες τις πτυχές της εργασίας και να λαμβάνει μέτρα που να εξασφαλίζουν την υγεία και την ασφάλεια τρίτων. 2. Εάν ο εργοδότης προσφύγει σε άτομα εκτός της επιχείρησης ή σε ΕΞΥΠΠ για την ανάθεση των καθηκόντων τεχνικού ασφαλείας ή και γιατρού εργασίας, αυτό δεν τον απαλλάσσει από τις υποχρεώσεις του στον τομέα αυτό. 3.

Οι υποχρεώσεις του τεχνικού ασφαλείας, του γιατρού ασφαλείας και του εκπροσώπου των εργαζομένων δεν θίγουν την αρχή της ευθύνης του εργοδότη... 6. Ο εργοδότης υποχρεούται.... γ. να επιβλέπει την ορθή εφαρμογή των μέτρων υγιεινής και ασφαλείας της εργασίας και Β) με το ΠΔ 305/1996 για την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας περί υγιεινής και ασφάλειας των εργαζομένων προς τις διατάξεις της Οδηγίας 92/57/ΕΟΚ, σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές ασφαλείας και υγιεινής που πρέπει να εφαρμόζονται στα προσωρινά και κινητά εργοτάξια, ορίζεται στο άρθρ. 12 Παράρτημα IV Μέρος Β' Τμήμα

ΙΙ, α) στην παρ. 5 "πτώσης από ύψος: 1. Οι πτώσεις από ύψος πρέπει να προλαμβάνονται ιδίως μέσω στερεών κιγκλιδωμάτων με επαρκές ύψος που θα διαθέτουν τουλάχιστον ένα εμπόδιο στη στάθμη του δαπέδου, ένα χειρολισθήρα και ενδιάμεσο οριζόντιο στοιχείο ή άλλο ισοδύναμο μέσο, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία. 2.

Οι εργασίες σε ύψος μπορούν να πραγματοποιούνται μόνο με τη βοήθεια του κατάλληλου εξοπλισμού ή με μηχανισμό συλλογικής προστασίας, όπως κιγκλιδώματα, εξέδρες ή δίχτυα προστασίας. Σε περίπτωση που η χρήση των μέσων αυτών δεν είναι δυνατή λόγω της φύσεως των εργασιών, πρέπει να προβλέπονται τα κατάλληλα μέσα πρόσβασης και να χρησιμοποιούνται ζώνες ασφαλείας ή άλλες μέθοδοι ασφαλείας με αγκύρωση, με τις προϋποθέσεις της κείμενης νομοθεσίας" και β) στην παρ. 6 "ικριώματα και κλίμακες":...6.2.

Τα δάπεδα εργασίας και τα στοιχεία πρόσβασης των ικριωμάτων πρέπει να έχουν τέτοια κατασκευή, διαστάσεις και προστατευτικά μέτρα και να χρησιμοποιούνται με τέτοιο τρόπο, ώστε να αποφεύγεται η πτώση προσώπων ή η έκθεσή τους σε κίνδυνο. 6.3. Τα ικριώματα πρέπει να επιθεωρούνται από τον επιβλέποντα μηχανικό...

α. πριν από την έναρξη της χρήσης τους". Ειδικότερα μέτρα ασφαλείας καθορίζει το ΠΔ 778/1980, τα οποία πρέπει να λαμβάνονται επί εργασιών ανέγερσης, επισκευής, διακόσμησης, χρωματισμού οικοδομών, καθώς και των εκτελουμένων σε αυτές πάσης φύσεως μεταλλικών, μηχανουργικών, μηχανολογικών και ηλεκτρολογικών εργασιών.

Με αυτό το ΠΔ ορίζονται και τα εξής: α) κατά την εκτέλεση των παραπάνω εργασιών σε εξωτερικές εργασίες ύψους άνω των 4,00μ. από του εδάφους πρέπει να χρησιμοποιούνται σταθερά ικριώματα (άρθρ. 3 παρ. 1α, β) Τα δάπεδα των ικριωμάτων πρέπει να αποτελούνται από τρία (3) μαδέρια τουλάχιστον πάχους 0,05μ το καθένα συνολικού πλάτους τουλάχιστον 0,60μ (άρθρ. 9 παρ. 1α) , γ) Το ικρίωμα πρέπει να φέρει προστατευτικό χειρολισθήρα σε ύψος 1,00μ από το δάπεδο εργασίας και ράβδο μεσοδιαστήματος (άρθρ. 13 παρ. 6).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 914, 297 και 298 ΑΚ προκύπτει, ότι προϋπόθεση της ευθύνης προς αποζημίωση για τη ζημία που προήλθε από παράνομη και υπαίτια πράξη ή παράλειψη του υπόχρεου προς αποζημίωση, είναι η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και του επιζήμιου αποτελέσματος.

Υπάρχει δε η αιτιώδης αυτή συνάφεια, όταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (αρθρ. 336 παρ.4 ΚΠολΔ) η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως (αρθρ. 298 ΑΚ) ήταν επαρκώς ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, επέφερε δε πράγματι τούτο στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Και η μεν κρίση (α) περί του εάν τα ανελέγκτως και κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά, γενικά και αφηρημένα λαμβανόμενα, επιτρέπουν το συμπέρασμα, ότι η πράξη ή παράλειψη εκείνη μπορεί να θεωρηθεί αντικειμενικά ως πρόσφορη αιτία του παραχθέντος αποτελέσματος, αφού σχηματίζεται με τη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των διαπιστωθέντων πραγματικών περιστατικών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔ για ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας.

Ενώ, αντιθέτως, η περαιτέρω κρίση (β) του δικαστηρίου της ουσίας περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 559 αριθ. 19 του ίδιου κώδικα, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση και στάθμιση αυτών και την αιτιολόγηση της εξαγωγής από αυτές του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις.

Ως "ζητήματα", των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία προς θεμελίωση κατά νόμο της αγωγής ή ενστάσεως περιστατικά, όχι όμως και τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια της αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Η εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία έχει την έδρα της στη ... και εκμεταλλεύεται εκκοκκιστήριο στη .... Για τις ανάγκες της επιχείρησης της αυτής, ενεργώντας διά του αρμοδίου οργάνου της, την 1-9-1978, προσέλαβε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου τον Ζ, σύζυγο της πρώτης και πατέρα της δεύτερης και του τρίτου των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, προκειμένου να τον απασχολήσει ως βοηθό συντηρητή απλών μηχανολογικών εγκαταστάσεων.

Σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής ο ως άνω εργαζόμενος, ο οποίος στη συνέχεια έγινε κάτοχος της Θ ... άδειας πρακτικού μηχανικού απλών μηχανολογικών εγκαταστάσεων της Διεύθυνσης Βιομηχανίας της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης εργάσθηκε στο εκκοκκιστήριο της εναγομένης, αρχικά ως βοηθός και στη συνέχεια ως συντηρητής απλών μηχανολογικών εγκαταστάσεων, επί είκοσι οκτώ (28) και πλέον έτη, απασχολούμενος με τη συντήρηση των μηχανολογικών εγκαταστάσεων του εκκοκκιστηρίου υπό την εποπτεία και επίβλεψη του υπεύθυνου συντηρητή όλων των εγκαταστάσεων της επιχείρησης.

Κατά το χρόνο επέλευσης του εργατικού ατυχήματος που είχε ως αποτέλεσμα το θανατηφόρο τραυματισμό του Ζ, υπεύθυνος μέτρων ασφαλείας του εκκοκκιστηρίου ήταν ο Φ, εξωτερικός συνεργάτης της επιχείρησης, και υπεύθυνος συντηρητής των εγκαταστάσεών του ο Θ, υπάλληλος της εναγομένης, πτυχιούχοι μηχανικοί πανεπιστημιακού επιπέδου.

Κάθε φορά δε που ήταν αναγκαίο να ληφθούν μέτρα ασφαλείας, τα οποία προσδιόριζε ο Φ, τα υλοποιούσε ο Θ, ο οποίος και τον αντικαθιστούσε ως μηχανικό ασφαλείας στο εκκοκκιστήριο, όταν αυτός έλειπε. Την 29-10-2005 ο Ζ ήταν προγραμματισμένο να εργασθεί στην απογευματινή βάρδια, ήτοι από 14.00' μέχρι 22.00'. Περί ώρα 07.47' της ίδιας ημέρας ο σωλήνας που απομακρύνει τον περισσευούμενο σπόρο με τη βοήθεια του αέρα (αεραγωγός) από το κτίριο του σπορελαιουργείου σε αποθηκευτικό χώρο του εκκοκκιστηρίου παρουσίασε πρόβλημα (μπούκομα).

Για τον λόγο αυτό την 08.00 ώρα ειδοποιήθηκε ο Ζ από τον υπεύθυνο συντηρητή των εγκαταστάσεων της αναιρεσείουσας Θ, να προσέλθει στον χώρο της εργασίας του, προκειμένου ως συντηρητής να επιληφθεί της βλάβης που είχε παρουσιασθεί στον σωλήνα μεταφοράς σπόρων. Η διαδρομή του σωλήνα από το κτίριο του σποραιοργείου μέχρι να φτάσει στον τελικό προορισμό του, ήτοι στον αποθηκευτικό χώρο, διέρχεται μέσω του κτιρίου του εκκοκκιστηρίου Β' διανύοντας ικανή απόσταση και σε κάποιο ύψος από το δάπεδο.

Σε εκτέλεση της εντολής του προϊσταμένου του ο Ζ προσήλθε στο χώρο της εργασίας του την 09.58 ώρα και αμέσως επιλήφθηκε του συγκεκριμένου προβλήματος. Ειδικότερα, με τη βοήθεια του εποχικού εργαζόμενου στο εκκοκκιστήριο Ξ, προέβη σε έλεγχο του σωλήνα προκειμένου να εντοπίσει το σημείο στο οποίο είχε φράξει και να ελευθερώσει τη μεταφορά των σπόρων.

Αρχικά έλεγξε τα εξωτερικά σημεία συνδέσεων του σωλήνα μέχρι το κτίριο του εκκοκκιστηρίου Β' που συνήθως παρουσίαζαν πρόβλημα και στα οποία η πρόσβαση γινόταν με τη χρήση μόνιμου σταθερού μεταλλικού, εξώστη (πασαρέλα), όπου δεν διαπιστώθηκε πρόβλημα. Κατά τον έλεγχο του σημείου εξωτερικής σύνδεσης του σωλήνα με το παραπάνω κτίριο, διαπίστωσε ότι δεν εισερχόταν αέρας στον σωλήνα και έτσι κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το πρόβλημα υπήρχε σε κάποια από τις συνδέσεις του, και στο τμήμα που διερχόταν από το εσωτερικό του κτιρίου του εκκοκκιστηρίου Β'.

Για τον λόγο αυτό με τη βοήθεια κινητής σκάλας αλουμινίου, την οποία στήριζε ο Ζ και επί της οποίας ανήλθαν, με εντολή του τελευταίου, ο ως άνω Ξ και ο Δ, επίσης εποχικά εργαζόμενος στην επιχείρηση της αναιρεσείουσας ελέγχθηκε το σημείο ένωσης που βρισκόταν ακριβώς δίπλα στον εσωτερικό τοίχο του κτιρίου του εκκοκκιστηρίου Β'.

Αφού δεν διαπιστώθηκε κάποιο πρόβλημα, ο Ζ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι έπρεπε να ελεγχθεί το επόμενο σημείο του σωλήνα που πιθανόν να είχε φράξει και το οποίο βρισκόταν στο μέσον του τμήματος του σωλήνα που διέρχεται το εσωτερικό του κτιρίου του εκκοκκιστηρίου Β. Στο σημείο όμως εκείνο ο σωλήνας ήταν σε ύψος οκτώ (8) περί που μέτρων από το δάπεδο.

Για να κατορθώσει να φτάσει και να ελέγξει το σημείο εκείνο του σωλήνα ο Ζ και ακολούθως να ελευθερώσει τη διέλευση των σπόρων είχε δύο δυνατότητες. Είτε να χρησιμοποιήσει το ανυψωτικό μηχάνημα - κλαρκ με τον ειδικό κλωβό - πύργο, που χρησιμοποιείτο στην παραγωγή, είτε να κατασκευάσει ικρίωμα - σκαλωσιά.

Προκειμένου δε να μη σταματήσει η λειτουργία παραγωγής του μοναδικού από τα δύο εκκοκκιστήρια της επιχείρησης που λειτουργούσε, αφού το δεύτερο δεν λειτουργούσε λόγω της προαναφερθείσας βλάβης του αεροσωλήνα μεταφοράς σπόρων, και μάλιστα κατά το χρονικό διάστημα που ήταν απαραίτητη η λειτουργία και των δύο εκκοκκιστηρίων του εργοστασίου λόγω εποχής (Οκτώβριος) κατά την οποία οι παραγωγοί συνέλεγαν, μετέφεραν και παρέδιδαν το βαμβάκι στο εργοστάσιο της αναιρεσείουσας προς εκκόκκισή του, ο Ζ αποφάσισε να κατασκευάσει ικρίωμα.

Για τον λόγο αυτό ζήτησε από τον υπεύθυνο βάρδιας Ν να του διαθέσει ένα εργάτη, ο οποίος μαζί με τον Ξ και τον Δ θα κατασκεύαζαν ικρίωμα (σκαλωσιά). Ο Ν διαφώνησε με την απόφαση του Ζ να προβεί στην κατασκευή ικριώματος, κυρίως λόγω του μεγάλου ύψους εργασιών, αλλά και λόγω καθυστέρησης αποκατάστασης της βλάβης, αφού η κατασκευή του ικριώματος θα απαιτούσε χρόνο και του πρότεινε να χρησιμοποιήσει το ανυψωτικό κλάρκ με τον ειδικό κλωβό (πύργο), που διατηρούσε η αναιρεσείουσα στο χώρο της επιχείρησης, πρόταση που δεν έγινε αποδεκτή από τον Ζ.

Αρχικά δε, λόγω της διαφωνίας του ο Ν αρνήθηκε να του διαθέσει εργαζόμενο αλλά εξαιτίας της επιμονής του Ζ, τελικά αποδέσμευσε το εποχικό εργάτη Μ από την εργασία παραγωγής ώστε να βοηθήσει στην κατασκευή του ικριώματος. Έτσι οι παραπάνω εποχικοί εργαζόμενοι Ξ, Δ και Μ, υπό τις εντολές και οδηγίες του Ζ συναρμολόγησαν ικρίωμα (σκαλωσιά) με μεταλλικά πλαίσια, ύψους 7,50 μ.

και δάπεδο το οποίο αποτελούνταν από δύο μαδέρια, πλάτους 15 εκ., χωρίς τοποθέτηση πλευρικής προστασίας έναντι πτώσης των εργαζομένων. Τα μεταλλικά στοιχεία του ικριώματος, καθώς και τα μαδέρια μετέφεραν ο Ζ με τον Ξ από άλλο κτίριο της επιχείρησης, το οποίο εχρησιμοποείτο ως αποθήκη, με τη χρήση αγροτικού οχήματος.

Κατά την μεταφορά των στοιχείων του ικριώματος από την καρότσα του αγροτικού οχήματος στο εσωτερικό του εκκοκκιστηρίου Β', βοήθησαν και άλλοι εργαζόμενοι που παρευρίσκονταν στον χώρο και έγινε γνωστό στο προσωπικό του εκκοκκιστηρίου και στον προϊστάμενο του θανόντος Θ, η πρόθεσή του για κατασκευή του ικριώματος.

Ο Δ και ο Μ, όταν τέλειωσε η συναρμολόγηση του ικριώματος, επέστρεψαν στην εργασία τους, επάνω δε στο ικρίωμα έμεινε μόνος του ο Ξ, προκειμένου να διαπιστώσει τη βλάβη και να την αποκαταστήσει, υπό την επίβλεψη πάντοτε του Ζ. Κάποια στιγμή ο τελευταίος αποφάσισε να ανέλθει στο ικρίωμα προς βοήθεια του Ξ, παρότι αυτός τον διαβεβαίωνε ότι "τα καταφέρνει μόνος του και δεν τον χρειαζόταν".

Η ανάβαση δε και η εργασία στο δάπεδο της σκαλωσιάς ήταν επικίνδυνη για τον Ζ, ο οποίος ήταν πενήντα (50) ετών, σε συνδυασμό με το ότι ήταν υπέρβαρος αφού το βάρος του υπερέβαινε τα 110 κιλά και με πρόβλημα υπέρτασης, ώστε εκ των λόγων αυτών ήταν δυσκίνητος. Μάλιστα, όταν αντιλήφθηκαν οι συνάδελφοί του Ν και Ξ την πρόθεσή του να ανέβει στη σκαλωσιά, προσπάθησαν να τον αποτρέψουν, πλην όμως δεν το κατόρθωσαν.

Ακολούθως, ο Ζ, χωρίς να λογαριάσει τον κίνδυνο που είχε το εγχείρημά του αυτό, ζήτησε και έλαβε από τον Ν σχοινί, το οποίο έδεσε στην μέση του και άρχισε να ανεβαίνει στο ικρίωμα. Στην άλλη άκρη του σχοινιού είχε δέσει τα εργαλεία που χρειαζόταν, ήτοι δύο κλειδιά (δίχαλα). Φτάνοντας δε στο δάπεδο εργασίας ανέσυρε τα δύο κλειδιά τραβώντας το σχοινί και στη συνέχεία το άφησε να πέσει στο δάπεδο, αφού το έλυσε από τη μέση του.

Ενώ βρισκόταν από την έξω πλευρά του σωλήνα, τοποθέτησε το ένα από τα κλειδιά σε ένα από τα παξιμάδια της βίδας που συγκρατούσε τον σωλήνα, με σκοπό μαζί με τον Ξ να τον ανασηκώσουν και με τον τρόπο αυτό να ελέγξουν εάν διέρχεται από αυτόν ο αέρας. Κατά την προσπάθειά τους αυτή όμως ξέφυγε το κλειδί που κρατούσε ο Ζ από τη θέση που το είχε τοποθετήσει στο σωλήνα και έπεσε στο δάπεδο, με αποτέλεσμα, λόγω του ότι βάζοντας δύναμη να σηκώσει το σωλήνα στηριζόταν σε αυτό, να χάσει την ισορροπία του.

Ο Ξ βλέποντας τον τελευταίο να χάνει την ισορροπία του προσπάθησε να τον συγκρατήσει αρπάζοντας τον από τα ρούχα, χωρίς όμως να το κατορθώσει, με αποτέλεσμα ο Ζ να πέσει με το κεφάλι από το δάπεδο εργασίας του ικριώματος, δηλαδή από ύψος 7,50 μέτρων στο δάπεδο του κτιρίου. Αμέσως ειδοποιήθηκε το ΕΚΑΒ και μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης "Παπαγεωργίου", όπου διαπιστώθηκαν πολλαπλές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις και κατάγματα στα χέρια.

Νοσηλεύθηκε στο παραπάνω νοσοκομείο μέχρι 3 Νοεμβρίου 2005, όπου εξ αιτίας του θανατηφόρου τραυματισμού του, ως μόνης ενεργού αιτίας, απεβίωσε. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι, το εργατικό αυτό ατύχημα και οι από αυτό προκληθείσες συνέπειες, οφείλονται και σε υπαιτιότητα του αρμοδίου οργάνου της αναιρεσείουσας εργοδότριας του θανόντος και συγκεκριμένα του αντικαταστάτη του τεχνικού ασφαλείας της Φ, ο οποίος στη συγκεκριμένη περίπτωση απουσίαζε και αντικαθίστατο, κατ' εντολή του νόμιμου εκπροσώπου της σε συνδυασμό με το οργανόγραμμα της επιχείρησης, από τον υπεύθυνο συντηρητή των εγκαταστάσεων του εργοστασίου της αλλά και προϊστάμενο του εργατοτεχνικού προσωπικού της Θ, ο οποίος ενήργησε κατά παράβαση των γενικών διατάξεων των άρθρων 6 και 7 του Ν. 1568/1985, σύμφωνα με τις οποίες ήταν υποχρεωμένος εκ της θέσεώς του ως τεχνικός ασφαλείας να υποδεικνύει στους εργαζομένους που το κατασκεύασαν και να ελέγχει τον τρόπο κατασκευής του ικριώματος, καθώς και τον τρόπο εργασίας των εργαζομένων επ' αυτού, μέχρι την πλήρη επιδιόρθωση της βλάβης του αεραγωγού και την ασφαλή κάθοδο των εργαζομένων από το ικρίωμα.

Ειδικότερα, όφειλε να υποδείξει στους εργαζομένους της επιχείρησης που κατασκεύασαν το ικρίωμα με επικεφαλής τον θανόντα να το κατασκευάσουν σύμφωνα με τις προδιαγραφές που καθορίζουν οι διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 1 (α) του Π.Δ. 778/1980 σε συνδυασμό με αυτές του άρθρου 12, παράρτημα IV, μέρος Β, τμήμα II, παράγραφος (6.2) του Π.Δ.305/1996, κατά τις οποίες τα δάπεδα των ικριωμάτων θα πρέπει να αποτελούνται από τρία μαδέρια συνολικού πλάτους τουλάχιστον εξήντα εκατοστών (0,60) του μέτρου και μαζί με τα στοιχεία πρόσβασης των ικριωμάτων πρέπει να έχουν τέτοια κατασκευή, διαστάσεις και προστατευτικά μέτρα και να χρησιμοποιούντα, με τέτοιο τρόπο ώστε να αποφεύγεται η πτώση προσώπων ή η έκθεσή τους σε πτώσεις αντικειμένων.

Ακόμη, σύμφωνα με το άρθρο 12, παράρτημα IV, μέρος Β, τμήμα II, παράγραφος (5.2) του Π.Δ.305/1996, όφειλε να φροντίσει ώστε οι εργασίες στο δάπεδο του ικριώματος, ως εργασίες σε ύψος να πραγματοποιηθούν με τη βοήθεια του κατάλληλου εξοπλισμού ή με μηχανισμούς προστασίας όπως κιγκλιδώματα, εξέδρες ή δίχτυα προστασίας.

Μάλιστα, στην περίπτωση που η χρήση αυτών των μέσων δεν ήταν δυνατή λόγω της φύσεως των εργασιών, όφειλε να προβλέψει και να λάβει τα κατάλληλα μέσα πρόσβασης ώστε οι εργαζόμενοι, μεταξύ των οποίων και ο θανών, να χρησιμοποιήσουν τις ζώνες ασφαλείας με τις οποίες τους είχε προμηθεύσει η επιχείρηση ή άλλες μεθόδους ασφαλείας με αγκύρωση, όπως προβλέπεται από τον νόμο, να τους υποχρεώσει να τα χρησιμοποιήσουν και να παραμείνει στον χώρο εργασίας τους μέχρι το πέρας των εργασιών.

Αντ' αυτών όμως ο Θ, όπως ο ίδιος βεβαιώνει ενόρκως στην προαναφερθείσα βεβαίωσή του, ανέθεσε την αποκατάσταση της βλάβης στον θανόντα και αποχώρησε από το χώρο που διερχόταν ο αεροσωλήνας, χωρίς να φροντίσει για τα ανωτέρω. Κατά συνέπεια, το ατύχημα θα μπορούσε να αποφευχθεί εάν ο Θ, που στην προκειμένη περίπτωση ασκούσε καθήκοντα τεχνικού ασφαλείας και γνώριζε ότι, σε περίπτωση βλάβης του αεραγωγού σε τμήμα του που απείχε ικανή απόσταση από το δάπεδο, ενδεχομένως να ήταν αναγκαίο για την αποκατάστασή της να κατασκευασθεί ικρίωμα, όπως και έγινε, γεγονός που του έγινε γνωστό από τους υφισταμένους του, είχε φροντίσει να εξασφαλίσει τόσο το θανόντα όσο και του λοιπούς εργαζομένους έναντι πτώσης από το ικρίωμα, με τοποθέτηση προστασίας περιμετρικά του δαπέδου εργασίας, αποτελούμενη από προσωρινό ανθεκτικό κιγκλίδωμα με χειρολισθείρα στο ένα μέτρο και μεσοδιάστημα είτε με ασφαλή χρήση ζώνης ασφαλείας εξαρτημένης από σταθερό σημείο σε συνδυασμό με πλήρως μαδερωμένο δάπεδο εργασίας.

Αντίθετα, η κατασκευή του ικριώματος που κατασκευάσθηκε μόνον υπό τις εντολές και οδηγίες του θανόντος, δεν είχε πλήρως μαδερωμένο δάπεδο εργασίας, ούτε προσωρινό ανθεκτικό κιγκλίδωμα με χειρολισθείρα. Ακόμη, δεν μερίμνησε να χρησιμοποιήσουν οι εργαζόμενοι μεταξύ των οποίων και ο θανών για προστασία έναντι πτώσης στο ικρίωμα τις ζώνες ασφαλείας με τις οποίες τους είχε προμηθεύσει η εργοδότιδά τους.

Οι πιο πάνω παραλείψεις του αρμοδίου οργάνου της αναιρεσείουσας, κατέληξε το Εφετείο, τελούν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας σε αιτιώδη συνάφεια με το ατύχημα, κατά το οποίο επήλθε ο θανάσιμος τραυματισμός του Ζ, διότι κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων και τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης ήταν επαρκώς ικανές (πρόσφορες) να επιφέρουν το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και επήλθε στην ένδικη περίπτωση.

Ακολούθως δε προσδιόρισε τη συνυπαιτιότητα του προστηθέντος από την αναιρεσείουσα αρμοδίου οργάνου της Θ σε ποσοστό 50%, ενώ κατά το υπόλοιπο 50% ευθύνεται ο ίδιος ο θανών. Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με τα ουσιώδη ζητήματα της υπαιτιότητας του υπευθύνου για την τήρηση των μέτρων ασφαλείας της επιχείρησης και προστηθέντος από την αναιρεσείουσα αρμοδίου οργάνου, που ήταν υποχρεωμένο να εξασφαλίζει την ασφάλεια των εργαζομένων σε όλες τις πτυχές της εργασίας τους, δηλαδή να επιβλέπει την εφαρμογή των μέτρων ασφαλείας και να μεριμνά ώστε οι εργαζόμενοι να τηρούν τους κανόνες ασφαλείας, ιδίως δε στη συγκεκριμένη υπόθεση τη σύμφωνα με τις από τις οικείες διατάξεις επιβαλλόμενες προδιαγραφές κατασκευή του ικριώματος που θα χρησιμοποείτο από τον παθόντα για την επιδιόρθωση της βλάβης, όσο και ως προς τον αιτιώδη σύνδεσμο της πιο πάνω συμπεριφοράς με τον επελθόντα θάνατο του συζύγου και πατέρα τ6ων αναιρεσιβλήτων, ανεξαρτήτως της συγκλίνουσας συνυπαιτιότητας του τελευταίου, ανερχομένης σε ποσοστό 50% και συνισταμένης στο ότι, αν και γνώριζε ότι το ικρίωμα δεν είχε κατασκευασθεί σύμφωνα με τις προδιαγραφές ασφαλείας και ήταν ως εκ τούτου επικίνδυνο, λόγω και της κακής φυσικής του κατάστασης, να ανέλθει σε αυτό για την επισκευή της βλάβης, προέβη στην εν λόγω ενέργεια αντί να χρησιμοποιήσει ανυψωτικό μηχάνημα και πάντως χωρίς να κάμει χρήση ζωνών ασφαλείας.

Οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων που προαναφέρθηκαν περί μέτρων ασφαλείας και ιδίως εκείνων περί των υποχρεώσεων του υπευθύνου τήρησης των μέτρων αυτών, καθώς και των άρθρ. 914 και 330 του ΑΚ τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα, οι αιτιάσεις ότι δεν προβλεπόταν ως διαδικασία αποκατάστασης της βλάβης, η κατασκευή ικριώματος αλλά μόνο η χρήση ανυψωτικού μηχανήματος, ώστε να μην ανακύπτει υποχρέωση του υπεύθυνου για την τήρηση των μέτρων ασφαλείας Θ να παρίσταται κατά τη συναρμολόγηση του ικριώματος, πλήττουν την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Επίσης, ανέλεγκτος αναιρετικώς είναι ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος, δηλαδή η έκταση και ο βαθμός αυτού, καθώς και το ποσοστό στο οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση. Δεν υπάρχει δε αντίφαση μεταξύ της παραδοχής περί της υπαίτιας κατά τα άνω συμπεριφοράς του υπεύθυνου για την τήρηση των μέτρων ασφαλείας προστηθέντος από την αναιρεσείουσα Θ και της παραδοχής ότι υφίσταται συνυπαιτιότητα και του παθόντος ανερχομένη σε ποσοστό 50% και συνισταμένη στα προ μικρού εκτεθέντα περιστατικά, ενώ οι αποδιδόμενες κατά τα λοιπά πλημμέλειες, που ανάγονται σε ελλείψεις ή ανεπάρκειες των αιτιολογιών ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα ως προς την ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από τις αποδείξεις πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, διότι πλήττουν την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και δεν καθιστά την αιτιολογία ανεπαρκή η έλλειψη αναφοράς σε καθένα αποδεικτικό μέσο και στα επιχειρήματα των διαδίκων.

Επομένως, οι περί του αντιθέτου δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγος αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμοι.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-2-2009 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΥΦΑΝΤΟΥΡΓΙΑ ΑΕ" για αναίρεση της 269/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 23 Μαρτίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ