Legislator Case Law & Legislation
545/2009 AI generated

545/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 545/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ: Του προσθέτως παρεμβαίνοντος Δικηγορικού Συλλόγου Αθήνας (ΝΠΔΔ), που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος δεν παραστάθηκε.

Legislator headnote

AI generated

545/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΙΙ. Επειδή, από τα άρθρα 68 και 556 §2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το έννομο συμφέρον, αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της ασκήσεως της αναιρέσεως και κατ' ιδίαν αυτής λόγων. Θεμελιώνεται δε στη βλάβη που υφίσταται ο αναιρεσείων από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως και με την άσκηση της αναιρέσεως επιδιώκεται η ανατροπή της επιβλαβούς αυτής για τον αναιρεσείοντα συνέπειας. (ΑΠ 976/1998).

Keywords

AI generated
disciplinary action psychological workplace harassment repentance criminal penalty psychiatric work incapacity offences against official duty
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 545 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 545/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως, με την ιδιότητά ως δικηγόρος.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, Αντεισαγγελέα Εφετών, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Παπασπύρου, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του προσθέτως παρεμβαίνοντος Δικηγορικού Συλλόγου Αθήνας (ΝΠΔΔ), που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17 Δεκεμβρίου 1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9513/1999 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, 7872/2001 εν μέρει οριστική και 1452/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22 Δεκεμβρίου 2006 αίτησή του. Ο προσθέτως παρεμβαίνων Δικηγορικός Σύλλογος Αθήνας με την από 19.5.2008 αίτηση - παρέμβαση προς το Δικαστήριο τούτο, ζήτησε όσα αναφέρονται σ' αυτή. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός ανέγνωσε την από 10 Ιανουαρίου 2008 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Δημάδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 80, 81 παρ. 1 εδ. α και 215 παρ. 1 εδ. α του Κ.πολ.Δ προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση, μπορεί να ασκηθεί μέχρι περάτωσης της δίκης με αμετάκλητη απόφαση ασκείται δε κατά τις περί αγωγής διατάξεις και επιδίδεται σε όλους τους διαδίκους, δηλαδή με κατάθεση του δικογράφου στη Γραμματεία του Δικαστηρίου και της κοινοποίησής του σε όλους τους μέχρι της άσκησής της διαδίκους. Εάν όμως αυτή δεν επιδοθεί σε κανέναν από τους διαδίκους θεωρείται ως μη ασκηθείσα. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι στην προκειμένη μεταξύ των κυρίων διαδίκων δίκη, κατατέθηκε το από 19-5-2008 δικόγραφο πρόσθετης παρέμβασης υπέρ του αναιρεσείοντος Δικηγόρου του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, ... όμως από τα ίδια έγγραφα στοιχεία δεν προκύπτει ότι το δικόγραφο τούτο επιδόθηκε τόσο στον αναιρεσείοντα υπέρ ου η παρέμβαση αυτή όσον και στον αναιρεσίβλητο και καθ' ου η ίδια παρέμβαση. Επομένως η παρέμβαση αυτή θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε λόγω έλλειψης αυτής.

ΙΙ. Επειδή, από τα άρθρα 68 και 556 §2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το έννομο συμφέρον, αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της ασκήσεως της αναιρέσεως και κατ' ιδίαν αυτής λόγων. Θεμελιώνεται δε στη βλάβη που υφίσταται ο αναιρεσείων από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως και με την άσκηση της αναιρέσεως επιδιώκεται η ανατροπή της επιβλαβούς αυτής για τον αναιρεσείοντα συνέπειας. (ΑΠ 976/1998).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων κατά της πρωτοδίκου υπ' αριθμ. 9513/1999 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσης ερήμην αυτού, με την οποία έγινε δεκτή η εναντίον του αγωγή του αναιρεσιβλήτου, κατ' εφαρμογή του εκ της ερημοδικία συναγομένου τεκμηρίου ομολογίας, άσκησε έφεση. Επ' αυτής εξεδόθη η συμπροσβαλλομένη με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως υπ' αριθμ. 787/2001 εν μέρει οριστική απόφαση του Εφετείου, με την οποία κατ' εφαρμογή του άρθρου 528 ΚΠολΔ, έγινε δεκτή, εξαφανίσθηκε η εκκληθείσα απόφαση στο σύνολο της και ετάχθησαν αποδείξεις εις βάρος του αναιρεσιβλήτου.

Ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως κατά το πρώτο μέρος, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, αιτιάται την προσβαλλομένη μη οριστική απόφαση του Εφετείου ότι δεν έλαβε υπόψη λόγους εφέσεως του αναγόμενους σε πλημμέλειες της εκκληθείσης πρωτοδίκου αποφάσεως συνισταμένες στην παραβίαση των αρχών της δίκαιης δίκης (αρθρ.6 §1 της ΕΣΔΑ), του δικαιώματος παροχής εννόμου προστασίας (αρθρ.20 του Συντάγματος) και της αρχής της ισότητος των διαδίκων (αρθρ. 4§1 του Συντάγματος και 110§1 ΚΠολΔ).

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ελλείψει εννόμου συμφέροντος, αφού το Εφετείο εξηφάνισε εξ' ολοκλήρου την εκκληθείσα ερήμην απόφαση και ο αναιρεσείων, μετά την εν λόγω εξαφάνιση μπορούσε να προβάλλει, στα πλαίσια της νέας κατ' ουσίαν έρευνας της υποθέσεως όλους τους ισχυρισμούς του, και να προσκομίσει όλα τα αποδεικτικά μέσα.

ΙΙΙ. Επειδή, κατά το άρθρο 57§1 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητα του, έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, κατά δε την §3 του ίδιου άρθρου, αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται. Εξάλλου, προσβολή της προσωπικότητας, κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, υπάρχει σε κάθε περίπτωση μειωτικής επεμβάσεως στη σφαίρα αυτής, από τρίτο, δηλαδή σε οποιοδήποτε από τα αγαθά που συνθέτουν την προσωπικότητα του άλλου, που συνιστούν συντελεστές, προσδιοριστικά στοιχεία της ταυτότητος του ανθρώπου, με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση σε μια ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής ή ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής προσωπικότητας του βλαπτομένου κατά το χρονικό σημείο της προσβολής (ΑΠ 508/1988).

Η προσβολή είναι παράνομη όταν η επέμβαση στην προσωπικότητα του άλλου δεν είναι επιτρεπτή από το δίκαιο η γίνεται σε ενάσκηση δικαιώματος, το οποίο όμως είναι από άποψη έννομης τάξης, μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται καταχρηστικά. Ενόψει της συγκρούσεως των προστατευομένων αγαθών προς τα προστατευόμενα αγαθά της προσωπικότητας των άλλων ή προς το συμφέρον της ολότητας, θα πρέπει να αξιολογούνται και να σταθμίζονται στη συγκεκριμένη περίπτωση τα συγκρινόμενα έννομα αγαθά και συμφέροντα για την διακρίβωση της ύπαρξης προσβολής του δικαιώματος επί της προσωπικότητας και ο παράνομος χαρακτήρας της.

Για την προστασία της προσωπικότητας δεν απαιτείται η ύπαρξη πταίσματος (δόλου ή αμέλειας) αυτού που προσβάλλει. Απαιτείται όμως για την αξίωση αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, αφού το άρθρο 57 §2 Α.Κ. παραπέμπει στις διατάξεις περί αδικοπραξίας (άρθρο 914 ΑΚ). Περαιτέρω κατά το άρθρο 362 §1 Π.Κ., όποιος με οποιοδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του τιμωρείται κ.λ.π., ενώ κατά το άρθρο 363§1 ΠΚ αν στην περίπτωση του άρθρου 362 το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται κ.λ.π..

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως προϋποθέτει είτε ισχυρισμό ενώπιον τρίτου ψευδούς γεγονότος, που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου είτε διάδοση σε τρίτον τέτοιου γεγονότος το οποίο ανακοινώθηκε προηγουμένως στον υπαίτιο από άλλον. Ως γεγονός κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, θεωρείται κάθε πράξη και παράλειψη και γενικότερα κάθε συγκεκριμένο συμβάν του εξωτερικού κόσμου, παρελθόν ή παρόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως, αλλά και κάθε συμπεριφορά ή συγκεκριμένη σχέση, αναφερόμενη στο παρελθόν ή το παρόν και υποπίπτον στις αισθήσεις, αντικείμενη στην ηθική και την ευπρέπεια, η οποία ανακοινούμενη σε τρίτον μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου.

Ως γεγονός νοείται και η έκφραση γνώμης, η αξιολογική κρίση, καθώς και ο χαρακτηρισμός όταν με την έκφραση συνδέεται και σχετίζεται με το γεγονός, ώστε με την σύνδεση και τη σχέση τους μ' αυτό ουσιαστικά να προσδιορίζουν την έκταση της ποσοτικής και ποιοτικής βαρύτητας του. Το τελευταίο αυτό δεν Βαίνει όταν οι χαρακτηρισμοί εκφράζονται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως με τέτοιο "γεγονός".

Το γεγονός, σύμφωνα με την έννοια των παραπάνω διατάξεων πρέπει να είναι πρόσφορο, για να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου (ΑΠ 1252/2003). Για την υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος, απαιτείται άμεσος δόλος συνιστάμενος στην ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διαδόσεως ενώπιον τρίτου του ψευδούς γεγονότος, εν γνώσει του δράστου ότι είναι ψευδές και δύναται να βλάψει την τιμή και την υπόληψη των άλλων (ΑΠ 1672/2003) Εξάλλου, το άρθρο 367 του ΠΚ, ορίζει στην παρ. 1 ότι "δεν αποτελούν άδικη πράξη:

α) οι δυσμενείς κρίσεις καθώς και γ) οι εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ..." και στην παρ. 2 ότι "η προηγούμενη διάταξη δεν εφαρμόζεται α) όταν οι παραπάνω κρίσεις και εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξης του άρθρου 363 καθώς και β) όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξύβρισης.

Από τις διατάξεις αυτές που εφαρμόζονται και επί αξιώσεως από αδικοπραξία τις διατάξεις των άρθρων 57, 59 και 914 του ΑΚ, συνδυαζόμενες δε και προς εκείνες των άρθρων 14 §1 του Συντάγματος και 10§1 εδ. α και β της Διεθνούς Συμβάσεως της Ρώμης για την (προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (κύρ.

ν.53/1974) που προστατεύουν το δικαίωμα του προσώπου να εκφράζει ελεύθερα προφορικά, γραπτά και δια του τύπου τους στοχασμούς του και το δικαίωμα ελευθέρας λήψεως ή μεταδόσεως πληροφοριών ή ιδεών, συνάγεται ότι μόνο επί των πράξεων της εξυβρίσεως και της απλής δυσφημήσεως αίρεται ο άδικος χαρακτήρας αυτών και στην περίπτωση που οι σχετικές εκδηλώσεις γίνονται για διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον, όχι όμως και όταν η προσβολή έγινε με συκοφαντική δυσφήμιση.

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚπολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου έγκειται στην ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή αυτού, η οποία (τελευταία) υπάρχει όταν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ενώ δεν υφίστανται οι πραγματικές προϋποθέσεις του, ή αντιστρόφως, όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ενώ υφίστανται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του.

Και κατά την έννοια του εδαφίου 19 του ίδιου άρθρου αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 12-13/95).

Στην κρινομένη υπόθεση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, δέχθηκε ανελέγκτως, μετ' εκτίμηση των αποδείξεων τα εξής πραγματικά περιστατικά: ""Με επίσπευση του δανειστή ΑΑ, πελάτη και εντολέα του εναγομένου Χ, Δικηγόρου ..., και με την επιμέλεια του τελευταίου, είχε ορισθεί για τις 15 Ιανουαρίου 1997 ο ενδέκατος κατά σειράν πλειστηριασμός δύο διαμερισμάτων της επί της οδού ...

αρ. ... πολυκατοικίας στο ..., ιδιοκτησίας της οφειλέτριας ΒΒ, συζύγου του ΓΓ, προς ικανοποίηση απαιτήσεως του ως άνω δανειστή από τον έκδοση δύο διαταγών πληρωμής του Ειρηνοδίκη Αθηνών, ποσού 1.876.498 δραχμών, πλέον τόκων και εξόδων εκτελέσεως, που αφορούσε οφειλή της οφειλέτριας από την αγορά κρεάτων, για τις ανάγκες λειτουργίας ταβέρνας που αυτή διατηρούσε στο ..., και για την οποία αυτή είχε αποδεχθεί ισόποσες συναλλαγματικές.

Την προηγουμένη ημέρα 14-1-1997, είχε απορριφθεί αίτηση αναστολής του πλειστηριασμού. Ο πλειστηριασμός θα ελάμβανε χώρο στο δημοτικό κατάστημα του Δήμου ..., ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών ..., ως υπαλλήλου του πλειστηριασμού. Όμως, μία ώρα πριν την προγραμματισμένη έναρξη του πλειστηριασμού και συγκεκριμένα στις 11 π.μ.

της ιδίας ημέρας, ο σύζυγος της οφειλέτριας ΓΓ, τον οποίο γνώριζε ο εναγόμενος από την διαφορά αυτή, εισήλθε στο επί της οδού ... αρ. ... στην ... δικηγορικό γραφείο του εναγομένου, που βρίσκεται στον τέταρτο όροφο της κειμένης στην ανωτέρω διεύθυνση πολυκατοικίας, συνοδευόμενος από τον πρώτο του εξάδελφο ΔΔ και, παρά την πρόσκληση του εναγομένου να εξέλθουν του γραφείου, εξανάγκασαν τον εναγόμενο και την συνεργάτιδα του ΕΕ, δικηγόρο, με σωματική βία και με την απειλή πυροβόλου όπλου (πιστολιού) που κρατούσε ο ΔΔ, να οπισθοχωρήσουν από τον χώρο υποδοχής, όπου βρίσκονταν, στο εσωτερικό του γραφείου.

Εκεί, αφού ανάγκασαν την συνεργάτιδα του εναγομένου να καθίσει κάτω και να μη κάνει καμία κίνηση επιτέθηκαν και οι δύο στον εναγόμενο, ο οποίος προσπάθησε προς στιγμήν ανεπιτυχώς να αμυνθεί, και άρχισαν να τον κτυπούν με κλωτσιές και γροθιές σε διάφορα σημεία του σώματος του, αφού δε έκαμψαν την αντίσταση του, τον έριξαν βίαια ανάσκελα στο έδαφος.

Κατά την διάρκεια της συμπλοκής, ο ΔΔ πυροβόλησε τον εναγόμενο σχεδόν εξ επαφής στο άκρο του αριστερού του ποδιού, με αποτέλεσμα να προκληθεί από τη σφαίρα διαμπερές τραύμα με πύλη εισόδου το οπισθιαίτερο τμήμα του πέλματος και εξόδου την σύστοιχο πτέρνα, τραυματισμός που αφορούσε μόνον τα μαλακά μόρια, προκαλώντας του έτσι βαρεία σωματική κάκωση τελεσθείσα κατ' επικίνδυνο τρόπο (βλ.

με αρ. ... ιατροδικαστική έκθεση). Σε αυτή την θέση, αιμόφυρτο αυτοί συνέχισαν να τον κτυπούν με λακτίσματα και γροθιές σε διάφορα σημεία του σώματος του. Στις παρακλήσεις δε της συνεργάτιδας του να σταματήσουν απαντούσαν με απειλές και ύβρεις. Έτσι με την άσκηση της πιο πάνω σωματικής βίας και τις απειλές έκαμψαν την αντίσταση του εναγομένου και τον εξανάγκασαν να συμμορφωθεί προς τις υποδείξεις των και συγκεκριμένα α) να αποδεχθεί για λογαριασμό του εντολέως του την σωρευτική αναδοχή του παραπάνω χρέους της οφειλέτριας από τον ΔΔ, ο οποίος μάλιστα, όντας άγνωστος στον εναγόμενο, υπέγραψε το σχετικό έγγραφο, ως ΣΤ, επιδεικνύοντας πλαστό προσωρινό δελτίο αστυνομικής ταυτότητας με τα στοιχεία αυτά και β) να τηλεφωνήσει, δια της συνεργάτιδας του ως πληρεξούσιος δικηγόρος του επισπεύδοντος δανειστή στον αρμόδιο Δικαστικό Επιμελητή ...

και στην ως άνω επί του πλειστηριασμού υπάλληλο για την ματαίωση τη διενέργειας του πλειστηριασμού, όπως και έγινε. Για τις ανωτέρω πράξεις διενεργήθηκε αστυνομική προανάκριση και υποβλήθηκε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών η σχηματισθείσα δικογραφία από το Α.Τ. Εξαρχείων, χωρίς να έχουν συλληφθεί οι πιο πάνω δράστες στα χρονικά όρια του αυτοφώρου.

Στην συνέχεια ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Αθηνών άσκησε ποινική δίωξη για εκβίαση κατά συναυτουργία, βαρεία σκοπούμενη σωματική βλάβη και οπλοφορία και οπλοχρησία, η δε υπόθεση ανατέθηκε στην Ανακρίτρια του 14ου τακτικού τμήματος Αθηνών Ζωή Δημοπούλου στις 21 Ιανουαρίου 1997 με την με αρ. Β97/227α παραγγελία προς διενέργεια κυρίας ανακρίσεως.

Με τη σύμφωνη γνώμη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών εκδόθηκε αυθημερόν από την ανωτέρα ανακρίτρια το με αρ. 1/1997 ένταλμα συλλήψεως του ΓΓ τα στοιχεία του οποίου ήσαν ήδη γνωστά στον εναγόμενο. Πράγματι, στις 6 Φεβρουαρίου 1997 συνελήφθη από την αστυνομία ο ΓΓ, δυνάμει του ανωτέρω εντάλματος. Συγχρόνως κατά του ανωτέρω κατηγορουμένου εκκρεμούσαν οκτώ συνολικά καταδικαστικές αποφάσεις σε ποινές φυλακίσεως από 15 ημερών έως 10 μηνών, για τυπικά αδικήματα (παραβίαση διατάξεων αγορανομικού κώδικα και υγειονομικών διατάξεων, έκδοση ακαλύπτων επιταγών και μη καταβολή αποδοχών σε μισθωτό), όπως προκύπτει από το με αρ. ...

έγγραφο της υποδ/νσεως διώξεως εγκλημάτων. Ο συλληφθείς προσήχθη στην Ανακρίτρια και, αφού έλαβε προθεσμία προς απολογία, απολογήθηκε για τις κατηγορίες της βαρείας σκοπούμενης σωματικής βλάβης και της εκβιάσεως (αρθ. 385 παρ. 1α, 310 παρ. 1,3 Π.Κ.) στις 10 Φεβρουαρίου 1997. Κατά την απολογία του (βλ. αυτήν) ο κατηγορούμενος αρνήθηκε τις σε βάρος του κατηγορίες και ισχυρίσθηκε ότι μετέβη στο δικηγορικό γραφείο του εναγομένου, προκειμένου να ζητήσει να μην γίνει ο πλειστηριασμός, αφού κατά τις απόψεις του το χρέος είχε εξοφληθεί με τμηματικές καταβολές, που γίνονταν προηγουμένως εν όψει επισπευδομένων πλειστηριασμών, ότι εκεί τον εξύβρισε ο εναγόμενος με τον οποίο ήλθαν στα χέρια, ότι ο παρευρισκόμενος εξάδελφος του, ΔΔ, αιφνιδιαστικά και εν αγνοία του πυροβόλησε τον εναγόμενο, ενώ ο ίδιος στην συνέχεια προσπάθησε να βοηθήσει τον παθόντα και μάλιστα προθυμοποιήθηκε να τον μεταφέρει στο νοσοκομείο.

Μετά την απολογία του αυτή, η ανωτέρω Ανακρίτρια με την σύμφωνη γνώμη του ενάγοντος Ψ, Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών, επέβαλαν στον πιο πάνω κατηγορούμενο τον περιοριστικό όρο της καταβολής εγγυοδοσίας, ύψους 200.000 δραχμών για την πράξη της βαρείας σκοπούμενης σωματικής βλάβης και εκδόθηκε η με αρ. 1/1997 διάταξη της 14ης τακτικής Ανακρίτριας, για την επιβολή του εν λόγω περιοριστικού όρου.

Ακολούθως, ο κατηγορούμενος αφέθηκε ελεύθερος. Ο λόγος για τον οποίο δεν διατάχθηκε η προσωρινή κράτηση του κατηγορουμένου ΓΓ, όπως προκύπτει από τις από 14-4-1998 κοινές προτάσεις της ως άνω Ανακρίτριας και του ενάγοντος ενώπιον του Ειδικού Δικαστηρίου αγωγών κακοδικίας με αφορμή την άσκηση αγωγής από τον εναγόμενο, οφείλεται στο ότι με βάση τα στοιχεία της δικογραφίας που είχαν τεθεί υπόψη τους μετά την απολογία αυτού, δεν συνέτρεχαν, κατά την κρίση τους, οι αυστηρές προϋποθέσεις της παρ. 3 του άρθρου 282 Κ.Π.Δ όπως ισχύει μετά τον Ν. 2408/1996, αφού ο κατηγορούμενος είχε μόνιμη κατοικία στην χώρα σε γνωστή διεύθυνση, δεν κρίθηκε πιθανόν ότι, εάν αφήνετο ελεύθερος, θα τελούσε άλλα αδικήματα, με βάση πραγματικά περιστατικά της προηγούμενης ζωής του, ούτε άλλωστε είχε πυροβολήσει ο ίδιος τον εναγόμενο, αλλά ο εξάδελφος του, οι δε ως άνω σε βάρος του οκτώ καταδικαστικές αποφάσεις δεν ήταν δυνατόν να αποτελέσουν κριτήριο για την επιβολή του εξαιρετικού μέτρου της προσωρινής κρατήσεως, αλλά αφορούσαν θέμα εκτελέσεως ποινών, τις οποίες μάλιστα εξόφλησε ο κατηγορούμενος μετά από συγχώνευση των με την με αρ. 12146/1997 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών (από προφανή παραδρομή του συντάξαντος τις πιο πάνω προτάσεις δικηγόρου αναγράφεται σε αυτές ότι ο περιοριστικός όρος της καταβολής εγγυοδοσίας τέθηκε για την πράξη της εκβιάσεως, ενώ όπως προκύπτει τόσο από την σχετική επίσης μείωση του ενάγοντος στο έγγραφο της απολογίας του κατηγορουμένου, όσο και από την με αρ. 1/1997 διάταξη, αυτή τέθηκε μόνον για την βαρεία σκοπούμενη σωματική βλάβη).

Στην συνέχεια, σε βάρος του εν λόγω κατηγορουμένου ασκήθηκε και συμπληρωματική ποινική δίωξη για τα πλημμελήματα της συστάσεως και συμμορίας, διαταράξεως οικιακής ειρήνης, παρακωλύσεως συναγωνισμού σε δημόσιο πλειστηριασμό και απάτης (αρθρ. 187 παρ. 1, 334 παρ. 1, 396 και 386 παρ. 1 Π.Κ.), και επιβλήθηκαν σε αυτόν για την πρώτη και τελευταία πράξη, με σύμφωνη γνώμη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών (άλλου), οι περιοριστικοί όροι της καταβολής εγγυοδοσίας ύψους 200.000 δραχμών και απαγορεύσεως εξόδου από την χώρα από την Ανακρίτρια του 6ου τακτικού τμήματος, η οποία ανέλαβε την υπόθεση, μετά την υποβληθείσα δήλωση αποχής της ανωτέρω ανακρίτριας του 14ου τακτικού τμήματος, δυνάμει της με αρ. 24/1997 διατάξεως επιβολής περιοριστικών όρων αυτής.

Επειδή ο κατηγορούμενος δεν εκπλήρωσε τον περιοριστικό όρο της εγγυοδοσίας, αντικαταστάθηκε, κατά το άρθρο 286 παρ. 3 ΚΠΔ, ο όρος αυτός με προσωρινή κράτηση, με την με αρ. 404/1997 διάταξη της πιο πάνω ανακρίτριας και εκδόθηκε το με αρ. 36/2-10-1997 ένταλμα συλλήψεως αυτού, το οποίο δεν κατέστη δυνατόν να εκτελεσθεί αρχικά, διότι ο ανωτέρω κατηγορούμενος είχε εξαφανισθεί.

Τελικώς ο εν λόγω κατηγορούμενος, για τον οποίο (μαζί με τον μετέπειτα τον Ιούλιο του 1997 συλληφθέντα εξάδελφο του Ζ και κρατηθέντα προσωρινώς, τον οποίο κατά την διάρκεια της κυρίας ανακρίσεως είχε αναγνωρίσει ο εναγόμενος, ως τον δράστη του σε βάρος του τραυματισμού με πυροβόλο όπλο, καθώς και η συνεργάτιδα του δικηγόρος ΕΕ), Αθηνών, συνελήφθη στις 15 Οκτωβρίου 1998.

Με την με αρ. 2648-2649/1998 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, αυτός καταδικάστηκε σε ποινές φυλακίσεως πέντε ετών για το κακούργημα της εκβιάσεως, τριών μηνών για το πλημμέλημα της διαταράξεως οικιακής ειρήνης, ενός έτους για το πλημμέλημα της απάτης και δέκα μηνών για το πλημμέλημα της συστάσεως και συμμορίας, αφού το Δικαστήριο δέχθηκε το ελαφρυντικό της ειλικρινούς μεταμέλειας, και συνολικά σε ποινή φυλακίσεως 6 ετών, ενώ με την ίδια απόφαση επιδικάσθηκε στον εναγόμενο που παρέστη ως πολιτικώς ενάγων, ως χρηματική ικανοποίηση, το ποσό των 2.000.000 δραχμών.

Με την απόφαση αυτή αθωώθηκε ο έτερος κατηγορούμενος ΣΤ κατά πλειοψηφία, αφού το Δικαστήριο δέχθηκε τους ισχυρισμούς του, στους οποίους επέμενε από της συλλήψεως του ότι δεν ήταν αυτός που είχε πυροβολήσει τον εναγόμενο, ότι κατά τον χρόνο του επεισοδίου ήταν στον ..., και ότι δράστης του σε βάρος του εναγομένου τραυματισμού ήταν ο Ζ, γεγονός που επιβεβαίωσε και ο καταδικασθείς κατηγορούμενος ήδη κατά την συμπληρωματική του απολογία στην ανακρίτρια του 6ου τακτικού τμήματος, με την οποία ανακάλεσε στο σημείο αυτό την αρχική.

Με την με αρ. 628/2000 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που επιλήφθηκε εφέσεως του ως άνω κατηγορουμένου ΓΓ κατά την πιο πάνω σε βάρος του καταδικαστικής αποφάσεως, ο τελευταίος καταδικάσθηκε για τα ίδια εγκλήματα στις ίδιες ποινές, ως και πρωτόδικος. Εν τω μεταξύ, ο δανειστής ΑΑ, ο οποίος είχε κουραστεί από την όλη διαδικασία των πλειστηριασμών, τελικά εγκατέλειψε την διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως, χωρίς, όπως ο ίδιος καταθέτει, κατά την διάρκεια των πιο πάνω δικών, να έχει εισπράξει το σύνολο της απαιτήσεως του.

Τα ανωτέρω σαφώς αποδεικνύονται από τα προσκομιζόμενα με επίκληση έγγραφα της διεξαχθείσης ποινικής δίκης. Περαιτέρω αποδείχθηκε από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα, ότι λίγο μετά την αποχώρηση του κατηγορουμένου ΓΓ από το ανακριτικό γραφείο της ανακρίτριας του 14ου τμήματος, μετά την επιβολή σε αυτόν του περιοριστικού όρου της εγγυοδοσίας ύψους 200.000 δραχμών, με την σύμφωνη γνώμη του ενάγοντος Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών, δυνάμει της με αρ. 1/10-2-1997 διατάξεως επιβολής περιοριστικών όρων, ο εναγόμενος μετέβη, στο ανακριτικό γραφείο, χωλαίνοντας εξ αιτίας του τραυματισμού του προκειμένου να ρωτήσει εάν είχε ολοκληρωθεί η απολογία του ως άνω κατηγορουμένου.

Μόλις όμως πληροφορήθηκε ότι ο κατηγορούμενος είχε αφεθεί ελεύθερος, ο εναγόμενος αντέδρασε οργισμένα με την φράση "είναι δυνατόν, σοβαρολογείτε", με συνέπεια να προκαλέσει την έντονη αντίδραση της ανακρίτριας, η οποία του ζήτησε να εξέλθει αμέσως του ανακριτικού γραφείου, πράγμα το οποίο ο τελευταίος αρνήθηκε να πράξει.

Ακολούθως επενέβη ο ενάγων Εισαγγελέας, ο "οποίος κλήθηκε τηλεφωνικώς από την ανακρίτρια και μετέβη στο ανακριτικό γραφείο. Ο εναγόμενος συνέχισε να διαμαρτύρεται σε έντονο και οργισμένο ύφος, ζητώντας εξηγήσεις για ποιο λόγο αφέθηκε ελεύθερος ο ΓΓ, οπότε ο ενάγων του απήντησε "αυτή ήταν η κρίση μας κύριε".

Αποτέλεσμα ήταν να δημιουργηθούν εκατέρωθεν αντεγκλήσεις και διαπληκτισμοί σε έντονο ύφος κατά την διάρκεια των οποίων ο εναγόμενος δήλωσε "αυτό δεν είναι δικαιοσύνη, είναι παραμάγαζο των "μπράβων" του ΓΓ". Στην συνέχεια, στις 12 Φεβρουαρίου 1997 ο εναγόμενος υπέβαλε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την υπό την αυτή ημεροχρονολογία "αναφορά-έγκληση", που κοινοποίησε επίσης στον Υπουργό της Δικαιοσύνης, στον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου Στέφανο Ματθία και στον Πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών ..., στην οποία, αφού εξέθεσε τα πραγματικά περιστατικά του τραυματισμού του από τον πιο πάνω κατηγορούμενο και τις, κατά τις απόψεις του, συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ανωτέρω επεισόδιο στο ανακριτικό γραφείο της πιο πάνω ανακρίτριας με την συμμετοχή του ενάγοντος, περιέλαβε σε αυτήν τις παρακάτω περικοπές, διαμαρτυρόμενος ειδικά για το γεγονός ότι ο πιο πάνω κατηγορούμενος αφέθηκε ελεύθερος με μόνη την επιβολή περιοριστικού όρου "...

Δεν μπορώ να πιστέψω, όμως ότι ο αυστηρός Εισαγγελέας κ. Ψ (την κ. Δημοπούλου δεν τη γνωρίζω), θυμήθηκε την επιείκεια σ' αυτή την περίπτωση. Άλλοι λόγοι κι άλλα αίτια τον οδήγησαν στη κρίση ν' αφεθεί ελεύθερος ο ΓΓ με μοναδικό όρο την καταβολή χρηματικής εγγύησης 200.000 δραχμών ..." και αναφερόμενος στα όρια της ανεξαρτήτου κρίσεως των Δικαστών, ανέγραψε "...

Έξω απ' αυτά υπάρχει η διαβλητή, η αργυρώνητη και η νοσηρά εμπαθής κρίση, που δεν της οφείλεται κανένας σεβασμός, γιατί δεν είναι κρίση Δικαιοσύνης αλλά ανθρώπινης ευτέλειας και χυδαιότητας. Και επιπλέον αποτελεί παράβαση καθήκοντος και με την ποινική έννοια του όρου". Επί της παραπάνω αναφοράς διεξήχθη από Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών διοικητική προκαταρκτική εξέταση κατά του ενάγοντος και της ως άνω ανακρίτριας για ανάρμοστη συμπεριφορά αυτών σε βάρος του αναφέροντος-εναγομενού, επί της οποίας εκδόθηκε η με αρ.

ΕΠ 48/1297 έκθεση διενέργειας προκαταρκτικής διοικητικής εξετάσεως του Εισαγγελέα Εφετών, ο οποίος έκρινε ότι η αντίδραση των εν λόγω δικαστικών λειτουργών υπήρξε απολύτως δικαιολογημένη και επιβεβλημένη από την περιυβριστική συμπεριφορά του εναγομένου, προς την οποία συνεφώνησε και ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, εκδοθείσας της με αρ.

ΕΠ 102/13-3-1998 πράξεως αρχειοθετήσεως της αναφοράς αυτής. Στις 9 Μαΐου 1997 ο εναγόμενος υπέβαλε προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μηνυτήρια αναφορά-έγκληση εις βάρος της πιο πάνω Ανακρίτριας και του ενάγοντος, την οποία κοινοποίησε και σε τρίτα πρόσωπα (πρώην Εισαγγελείς του Αρείου κλπ) στην οποία ζητούσε την άσκηση κατ' αυτών ποινικής διώξεως για τα πλημμελήματα της εξυβρίσεως και της παραβάσεως καθήκοντος και το κακούργημα της καταχρήσεως εξουσίας (αρθρ. 361259 και 239 εδ β'Π.Κ), στην οποία ουσιαστικά επανέλαβε τα όσα υποστήριξε στην πιο πάνω από 9-2-1997 αναφορά του, με περισσότερες λεπτομέρειες.

Στην μηνυτήρια αναφορά αυτή, αναφερόμενος στην κρίση των μηνυομένων για την επιβολή μόνον του πιο πάνω περιοριστικού όρου της καταβολής εγγυοδοσίας σε βάρος του κατηγορουμένου ΓΓ περιέλαβε σε αυτήν τις παρακάτω περικοπές: α) "... Κύριε Εισαγγελέα είναι ολοφάνερο ότι η προαναφερθείσα "κρίση" των μηνυομένων, δεν είναι φυσιολογική.

Ούτε απλώς εσφαλμένη από υπερβολική επιείκεια, πλημμελή εκτίμηση των στοιχείων ή ανεπαρκή μελέτη της δικογραφίας. Άλλοι λόγοι κι άλλα αίτια οδήγησαν τον αυστηρό Εισαγγελέα και την Ανακρίτρια στην "κρίση" ν' αφεθεί ελεύθερος ο αλλογενής, κακοποιός και φυγόποινος ΓΓ, με μοναδικό όρο την καταβολή χρηματικής εγγύησης 200.000 δραχμών.

Ούτε καν απαγόρευση εξόδου και εμφάνιση στο Αστυνομικό Τμήμα! Ακόμη και το ύψος του ποσού, δίνει την αίσθηση σκληρής ειρωνείας και καγχασμού ..." β) εκφράζοντας τις απόψεις του για τον λόγο, που οι ανωτέρω δικαστικοί λειτουργοί οδηγήθηκαν στην πιο πάνω απόφαση ανέγραψε "... Απομένουν οι πολύ βαρύτερες εκδοχές της αργυρώνητης κρίσης και των διασυνδέσεων με την πράγματι πολυπλόκαμη και με ισχυρές προσβάσεις συμμορία του ΓΓ.

Παρ' ότι αποδεδειγμένα ο ΓΓ κινείται άνετα κατ' διαφεντεύει νευραλγικούς κρατικούς μηχανισμούς, δεν θέλω και δεν θα μπορούσα να πιστέψω καμία από τις δύο αυτές εκδοχές, ακόμα και αν είχα ενδείξεις. Υπάρχει, βεβαίως η θεμελιώδης αρχή της ανεξαρτησίας των δικαστικών λειτουργών, που αποτελεί το θεμέλιο της δικαιοσύνης, την οποία ενδεχομένως να επικαλεστούν οι μηνυόμενοι.

Αλλά η αρχή αυτή υπάρχει για να προστατεύει τους δικαστικούς λειτουργούς από εξωγενείς παρεμβάσεις και όχι για να συγκαλύπτει τέτοιες παρεμβάσεις και να χρησιμοποιείται ως άλλοθι για αργυρώνητες, διαβλητές, υπαγορευμένες από συμμορίες του υποκόσμου ή έστω νοσηρά εμπαθείς κρίσεις" αναξίων και επίορκων δικαστικών λειτουργών (Δυστυχώς ανάξιοι και επίορκοι εμφανίζονται ακόμη και στους πιο ιερούς χώρους)." και γ) πιο κάτω, αξιώνοντας να προσκομίσουν οι μηνυόμενοι άλλες ανάλογες περιπτώσεις φυγόποινων κατηγορουμένων, βαρυνομένων με αντίστοιχες κατηγορίες, τους οποίους άφησαν ελεύθερους με μοναδικό περιοριστικό όρο την καταβολή εγγυοδοσίας αντιστοίχου ποσού ανέγραψε: "Αν δεν το πράξουν, οφείλουν να εξηγήσουν ποιοι ήταν οι πραγματικοί λόγοι, που τους οδήγησαν στην κρίση τους αυτή, οι οποίοι βεβαίως δεν μπορεί να συνίστανται στις εσκεμμένες διαστροφές, και παραποιήσεις, που διαλαμβάνονται στο εκ των υστερών συνταγέν κείμενο της σχετικής διάταξης τους".

Με βάση την ανωτέρω μηνυτήρια αναφορά - έγκληση, διεξήχθη προκαταρκτική ποινική εξεταστή από τις δικαστικές αρχές της Χαλκίδας όπου παραπέμφθηκε η υπόθεση, και επ' αυτής εκδόθηκε η από 4-1-1999 και με αρ.1/1999 απορριπτική διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Χαλκίδας. Στην συνέχεια ο εναγόμενος άσκησε κατά της ως άνω ανακρίτριας και του ενάγοντος την από 30-7-1997 αγωγή κακοδικίας, ενώπιον του Ειδικού Δικαστηρίου Αγωγών Κακοδικίας του άρθρου 99 του Συντάγματος, στην οποία ουσιαστικά επανέλαβε τα όσα είχε υποστηρίξει με τις πιο πάνω από 9-2-1997 και 9-5-1997 αναφορές του, όπου περιέλαβε τις ακόλουθες περικοπές στις σελίδες 5, 7, και 8 αντιστοίχως: "...

Η "απόφαση" των δύο εναγομένων, με την οποία άφησαν ελεύθερο τον ΓΓ, με μοναδικό όρο την καταβολή χρηματικής εγγύησης διακοσίων χιλιάδων (200.000)δραχμών, κατά λογική εκτίμηση των δεδομένων της υπόθεσης, δεν μπορεί ν' αποτελεί προϊόν φυσιολογικής δικανικής κρίσης και συνείδησης αλλά 'είναι προφανώς αποτέλεσμα εξωγενών αιτίων και κινήτρων ..." (σελ. 5) "...

Η τόση και τέτοια στοργική μεταχείριση του συγκεκριμένου κακοποιού, μόνο με αλλότριες προς την δικαστική συνείδηση σκέψεις και σκοπιμότητες μπορεί να ερμηνευθεί ..." (σελ. 7). "... Αυτή η εμφανής αντίφαση, σε κάποιο αθέατο λόγο πρέπει να οφείλεται ..."(σελ. 8). Η αγωγή αυτή, μετά τον περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, με δήλωση του εναγομένου και τότε ενάγοντος καταχωρηθείσα στα πρακτικά, συζητήθηκε στις 5-5-1998 και απορρίφθηκε για τυπικούς λόγους, ως απαράδεκτη με την με αρ. 11/1998 απόφαση του εν λόγω Δικαστηρίου.

Το γεγονός της συζητήσεως της ανωτέρω αγωγής του εναγομένου κατά των πιο πάνω δικαστικών λειτουργών, αναφέρθηκε σε σχετικά δημοσιεύματα ημερησίων εφημερίδων των Αθηνών, και ειδικότερα στις ημερήσιες εφημερίδες "..." της 6-5-1998 και "..." της 28-6-1998. Στο πρώτο από αυτά φύλλα της 6-5-1998 της ημερήσιας εφημερίδας "...", στα πλαίσια του πιο πάνω δημοσιεύματος που αναφέρεται εν περιλήψει στο περιεχόμενο της εν λόγω αγωγής, καταχωρήθηκε δήλωση του εναγομένου "ότι η απόφαση αυτή υπαγορεύτηκε από άλλους λόγους", γεγονός το οποίο δεν αρνείται ειδικώς ο εναγόμενος, συναγόμενης συνεπώς ομολογίας (αρθρ. 261 Κ.Πολ.Δ).

Τέλος με αφορμή την διεξαγωγή έρευνας με βάση καταγγελίες του συγκατηγορουμενού ΣΤ, τότε προσωρινά κρατουμένου στις φυλακές για την πιο πάνω υπόθεση, ότι αν και κατέβαλε το ποσό των 13-200.000 δραχμών προκειμένου, να επιτύχει με παράπλευρα μέσα την αποφυλάκιση του, παρά ταύτα δεν επέτυχε τούτο, καταγγελίες που έτυχαν δημοσιότητας στον ημερήσιο τύπο ο εναγόμενος απέστειλε στην ημερήσια εφημερίδα "..." επιστολή, που δημοσιεύθηκε στο φύλλο της 25 Οκτωβρίου 1998 υπό τον τίτλο "Τα κυκλώματα των φυλακών, η "τιμή", των δικηγόρων και η κρίση" των δικαστικών λειτουργών" με το ακόλουθο περιεχόμενο: "Από τις εμπειρίες και παραστάσεις μιας εικοσάχρονης ενεργού παρουσίας στον:

χώρο της δικαιοσύνης έχω την αίσθηση ότι μία στις δέκα περιπτώσεις (ούτως ή άλλως άτιμων) υποσχέσεων από δικηγόρους προς πελάτες είναι δυστυχώς ειλικρινής και βρίσκει την συνέχεια της στο "ιερό άβατο" της Δικαιοσύνης. Μόνο έτσι μπορούν να ερμηνευθούν ορισμένες λογικά και νομικά ανεξήγητες περιπτώσεις δικαστικών "κρίσεων" (...).

Η σε βάρος μου ληστρική εκβίαση και ο τραυματισμός μου με πιστόλι σχεδιάστηκε από το αφεντικό-θείο και εκτελέστηκε από κοινού με τον ανιψιό. Η παράδοξη και εκπληκτική συνέχεια: Ο θείος ΓΓ συνελήφθη για τις πράξεις αυτές και παρότι φυγόποινος και με οκτώ επί πλέον εντάλματα, αφέθηκε ελεύθερος μετά την απολογία του, με μοναδικό όρο την καταβολή χρηματικής εγγύησης 200.000 δραχμών (ούτε καν απαγόρευση εξόδου από την χώρα).

Φυσικά ο κακοποιός έσπευσε να εξαφανιστεί από την Ελλάδα. Αυτοί που τον άφησαν δεν ήταν δικηγόροι, αλλά η ανακρίτρια Ζωή Δημόπουλου και ο εισαγγελέας Ψ (σημ. ενάγων). Οι άνθρωποι αυτοί δεν έδωσαν ποτέ την ελάχιστη στοιχειωδώς λογικά απάντηση για την "κρίση" τους παρ' ότι το θέμα έφτασε και στο Δικαστήριο Αγωγών Κακοδικίας .

Ο κατηγορούμενος για τις ίδιες πράξεις ΣΤ, που εκτελούσε τις εντολές του θείου - αφεντικού, βρίσκεται στις φυλακές εδώ και 15 μήνες, γιατί κρίθηκε προσωρινά κρατούμενος και μάλιστα η προσωρινή του κράτηση παρατάθηκε αυτεπαγγέλτως και μετά το 12μηνο. Συνηθισμένος να "περνάει" παντού με τη γνωστή και δραστικότατη μέθοδο του χρηματισμού και βλέποντας πόσο εύκολα και ανώδυνα ξεπέρασε το πρόβλημα το αφεντικό-θείος, αναζητά απεγνωσμένα δίοδο δια της μεθόδου και αγαναχτεί γιατί δεν τη βρίσκει.

Παραβλέπει όμως, δύο σημαντικές λεπτομέρειες: ότι μετά από αίτηση εξαιρέσεως, ο ίδιος κρίθηκε από άλλους δικαστές (και όχι από αυτούς που έκριναν τον θειο-αφεντικό) και ότι στη Δικαιοσύνη δύσκολα ανοίγονται τέτοιες δίοδοι. Αν τα όσα ισχυρίζεται περί καταβολής 13.200.000 δρχ είναι αληθή, πρόκειται απλώς για αποτυχούσα προσπάθεια του να δημιουργήσει το "κύκλωμα", που χρειαζόταν.

Επειδή δεν υπάρχει ούτε δίδεται εξήγηση για τη στοργική μεταχείριση του θείου-αφεντικού, το λογικό συμπέρασμα είναι ότι αποτελεί τη "μία στις δέκα περιπτώσεις" που προανέφερα (...)".

Τέλος, στην από 10 Νοεμβρίου 1998 έκθεση ένορκης κατάθεσης του εναγομένου ενώπιον του Επιθεωρητή της Β' Δικαστικής Περιφέρειας Σταυρού Κουτελιδάκη, Αντιεισαγγελεα Αρείου Πάγου κατέθεσε ενόρκως μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: "Είμαι ο συντάκτης της επιστολής που αναφέρεται στην Εφημερίδα το "..." στις 25-9-1998 και αναφέρεται σε ληστρική εναντίον, μου επίθεση από τους εκεί κατονομαζόμενους δράστες και τα διαδικαστικά επακόλουθα της.

Είμαι πικραμένος και ενοχλημένος από την στάση των δικαστών που χειρίστηκαν ανακριτικώς την υπόθεση μου, όσον αφορά τον εκ των κατηγορουμένων ΓΓ. Την επιστολή αυτή απέστειλα προς την εφημερίδα εξ αφορμής ρεπορτάζ που είχε δημοσιευθεί σε προηγούμενο φύλλο της ίδιας εφημερίδας, σύμφωνα με το οποίο ο εκ των κατηγορουμένων ΣΤ, φερόταν διαμαρτυρόμενος σε πόρισμα του εισαγγελέως Πειραιώς κ.Μήτη, διότι είχε καταβάλει το ποσό των 13.200.000 δρχ προκειμένου να επιτύχει την αποφυλάκιση του, με παράπλευρα μέσα, χωρίς να το επιτύχει.

Έχοντας υπόψη μου την ευκολία την οποία αφέθη με μοναδικό όρο την καταβολή εγγύησης των 300.000 δρχ. ο θείος του ΓΓ, παρότι κατηγορείτο για τα ίδια αδικήματα και ήταν φυγόποινος για οκτώ ακόμη εντάλματα και λαμβάνοντας υπόψη μου ότι ο κ. Ψ και η κ. Δημοπούλου που είχαν αφήσει ελεύθερο, δεν έδωσαν ποτέ καμία λογική εξήγηση και παράλληλα φέρθηκαν προς εμένα που ήμουν θύμα με σκαιό και χλευαστικό τρόπο, κατέληξα στην πεποίθηση, την οποία και διατηρώ μέχρι σήμερα, ότι η απόφαση τους αυτή δεν ήταν φυσιολογική και προφανώς διαμορφώθηκε υπό την επίδραση εξωγενών παραγόντων ...".

Με τις παραπάνω γραπτές και προφορικές δηλώσεις του και ειδικότερα την από 12-αναφορά, την από 9-5-1997 μηνυτήρια αναφορά - έγκληση, την από 30-7-αγωγή κακοδικίας την δήλωση του που δημοσιεύθηκε στις 6-5-1998 στην μερίδα "...", την επιστολή του που δημοσιεύθηκε στην μερίδα "..." στις 25-10-1998 και την από 10-11-1998 ένορκη κατάθεση του ενώπιον του επιθεωρητή της Β 'Δικαστικής Περιφέρειας, ο εναγόμενος διέδωσε κατά τρόπο εξακολουθητικό, άλλοτε αμέσως, άλλοτε εμμέσως και υπαινικτικώς πλην αρκούντως σαφώς, όπως εκλαμβάνει το σχετικό περιεχόμενό των δηλώσεων ο μέσος αναγνώστης, για τον ενάγοντα γεγονότα τα οποία, ως εκ του περιεχομένου των μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος, την οποία και πράγματι έβλαψαν και συγκεκριμένα ότι η από 10-2-1997 γνωμοδότηση του ενάγοντος στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων του ως εισαγγελέως πλημμελειοδικών, να αφεθεί ελεύθερος ο κατηγορούμενος ΓΓ μετά την λήψη της αιτιολογίας του, με την επιβολή σε αυτόν του περιοριστικού όρου της καταβολής εγγυοδοσίας εκ 200.000 δραχμών για την πράξη της βαρείας σκοπούμενης σωματικής βλάβης, δεν ήταν αποτέλεσμα τυχόν εσφαλμένης κρίσεως του πιο πάνω εισαγγελέα συνέπεια ανεπαρκούς μελέτης του προανακριτικού και ανακριτικού υλικού ή επιδειχθείσας υπερβολικής προς τον κατηγορούμενο επιείκειας, αλλά η ανωτέρω εισαγγελική κρίση οφειλόταν " σε άλλους λόγους " και ειδικότερα σε χρηματισμό του ενάγοντος.

Συγχρόνως ο εναγόμενος διήνθησε τις πιο πάνω δηλώσεις του περί χρηματισμού του ενάγοντος με διάφορες καταφρονητικές της τιμής και υπολήψεως του προσώπου του ενάγοντος εκφράσεις, προκειμένου να προσδώσει μείζονα έμφαση στις δηλώσεις του αυτές για χρηματισμό όπως "διαβλητή, αργυρώνητη και νοσηρά εμπαθής κρίση ...

που δεν είναι κρίση Δικαιοσύνης, αλλά ανθρώπινης ευτέλειας και χυδαιότητας" (στην από 9-2-1997 αναφορά), "το ύψος του ποσού δίνει την αίσθηση σκληρής ειρωνείας και καγχασμού", "... εκδοχές της αργυρώνητης κρίσης και των διασυνδέσεων με την πράγματι πολυπλόκαμη και με ισχυρές προσβάσεις συμμορία του ΓΓ ... και όχι (η αρχή της ανεξαρτησίας των δικαστών) για να συγκαλύπτει τέτοιες παρεμβάσεις και να χρησιμοποιείται ως άλλοθι για αργυρώνητες, διαβλητές, υπαγορευμένες από συμμορίες του υποκόσμου ή έστω νοσηρά εμπαθείς "κρίσεις" ανάξιων και επίορκων δικαστικών λειτουργών", "...

εσκεμμένες διαστροφές και. παραποιήσεις ..." (στην από 9/5/1997 μηνυτήρια αναφορά), "Η τόση και τέτοια στοργική "μεταχείριση του συγκεκριμένου κακοποιού ..." (στην από 30/7/1997 αγωγή κακοδικίας) "οι άνθρωποι αυτοί δεν έδωσαν ποτέ την ελάχιστη στοιχειωδώς απάντηση για την "κρίση" τους ...", "... στοργική μεταχείριση του θείου-αφεντικού" (στην επιστολή του προς την εφημερίδα '..').

Οι προαναφερθείσες δηλώσεις του εναγομένου έλαβαν χώρα ενώπιον τρίτων και συγκεκριμένα, αφ' ενός μεν των προσώπων προς τα οποία κοινοποιήθηκαν τα ανωτέρω έγγραφα (εισαγγελικοί και δικαστικοί λειτουργοί. Υπουργός της Δικαιοσύνης , Πρόεδρος του ΔΣΑ), αφ' ετέρου δε των προσώπων που έλαβαν γνώση του περιεχομένου αυτών στα πλαίσια των καθηκόντων τους (εισαγγελικοί λειτουργοί που χειρίσθηκαν αυτές στα πλαίσια διενεργείας προκαταρκτικής πειθαρχικής έρευνας, προκαταρκτικής ποινικής εξετάσεως, γραμματείς σε αυτές, μέλη του Δικαστηρίου Αγωγών κακοδικίας που εξέτασαν την κατά του ενάγοντος αγωγή Επιθεωρητής Αρεοπαγίτης), αλλά επίσης και ενώπιον αόριστου αριθμού αναγνωστών των εφημερίδων ..." και το "...", στις οποίες καταχωρήθηκαν η πιο πάνω δήλωση του εναγομένου και στην συνέχεια η επιστολή αυτού αντιστοίχως.

Οι ανωτέρω δηλώσεις, που αναφέρονται σε γεγονότα, ήσαν ψευδείς και ο εναγόμενος τελούσε σε γνώση της αναληθείας αυτών. Ειδικότερα η πιο πάνω κρίση του ενάγοντος να αφεθεί ελεύθερος ο κατηγορούμενος ΓΓ μετά την απολογία του στην ανακρίτρια του 14ου Τακτικού Τμήματος Αθηνών, προς την οποία συνεφώνησε η τελευταία, οφείλεται στο ότι δεν συνέτρεχαν, κατά τον πιο πάνω Εισαγγελικό λειτουργό οι αυστηρές προϋποθέσεις του άρθρου 282 Κ.Π.Δ., όπως ισχύει για τους λόγους που ο ίδιος ανέφερε στις από 14-4-1998 έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του Δικαστηρίου Αγωγών Κακοδικίας και όχι σε χρηματισμό αυτού.

Αντίθετη κρίση δεν μπορεί να συναχθεί από το ότι ο ίδιος ο ανωτέρω εισαγγελέας είχε γνωμοδοτήσει υπέρ της προσωρινής κρατήσεως την ίδια περίπου χρονική περίοδο (8 και 9-4-1997) δύο ατόμων για την πράξη της ληστείας ποσού 17.800.000 δραχμών από υποκατάστημα τράπεζας με την χρήση κομμένων κυνηγετικών όπλων και τις πράξεις της κατ' εξακολούθηση κλοπής σε βαθμό κακουργήματος, που φέρονται ότι τελέσθηκαν προ δεκαετίας περίπου (1988), αμέσως μετά την ενηλικίωση των ανωτέρω δραστών, ως, αβασίμως ισχυρίζεται ο εναγόμενος, αφού κάθε περίπτωση εμφανίζει διαφοροποιήσεις και ιδιαιτερότητες σε σύγκριση προς άλλη.

Ο εναγόμενος, έμπειρος επί εικοσαετία σχεδόν δικηγόρος, ήταν σε γνώση της αναληθείας των ανωτέρω δηλώσεων ότι η ανωτέρω κρίση του ενάγοντος οφειλόταν σε άλλους λόγους και ειδικότερα σε χρηματισμό του τελευταίου. Στο σημείο αυτό είναι χαρακτηριστική η αναφορά στην από 10-11-1998 ένορκη κατάθεση του ίδιου του εναγομένου^ ενώπιον του Επιθεωρητή της Β' Δικαστικής Περιφέρειας σε σχετική ερώτηση, ότι βεβαίως κανένα συγκεκριμένο στοιχείο, ούτε για χρηματισμό, ούτε για άλλο παράγοντα επηρεασμού τους.".

Τέλος αποδείχθηκε ότι με την φράση που απεύθυνε στις 10-2-1997 προς τον ενάγοντα, διαμαρτυρόμενος για την ανωτέρω απόφαση να αφεθεί ελεύθερος ο ΓΓ "Αυτό δεν είναι δικαιοσύνη είναι παραμάγαζο των "μπράβων" του ΓΓ", εκδήλωσε με έντονο τρόπο την καταφρόνηση του προς το πρόσωπο του ενάγοντος, προκειμένου, ειδικά να πλήξει αυτόν, με αφορμή την ανωτέρω δικαιοδοτική κρίση.

Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι οι δηλώσεις και χαρακτηρισμοί διατυπώθηκαν, κατ' ενάσκηση του δικαιώματος του να προσφύγει στο Δικαστήριο, αφού αυτός θίχθηκε από την ανωτέρω υπηρεσιακή ενέργεια του ενάγοντος, πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής, διότι κατά την διάταξη του άρθρου 367 παρ. 2 Π.Κ. δεν αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της πράξεως και στην περίπτωση αυτή, όταν οι παραπάνω κρίσεις και εκδηλώσεις περιέχουν τα στοιχεία της συκοφαντικής δυσφημίσεως (ΑΠ. 1267/2003) όπως στην προκειμένη περίπτωση.

Σε κάθε περίπτωση, στο σημείο αυτό πρέπει να τονισθεί ότι ο εναγόμενος, με τις πιο πάνω δηλώσεις του δεν αρκέσθηκε μόνον να εκφράσει τις διαμαρτυρίες του για την ανωτέρω δικαιοδοτική κρίση του ενάγοντος ή να διατυπώσει ερωτήματα αναφορικά με τα στοιχεία στα οποία στηρίχθηκε ο ενάγων για να αχθεί στην κρίση του αυτή, η οποία πράγματι θα μπορούσε στην συγκεκριμένη περίπτωση να είναι διαφορετική, ή να ασκήσει κριτική ή σχόλια επί της πιο πάνω γνωμοδοτήσεως ή και να ζητήσει ακόμα την πειθαρχικού ή ποινικού ελέγχου σε βάρος του ενάγοντος, εφ' όσον κατά τις απόψεις του, ο τελευταίος είχε υποπέσει σε πειθαρχικό ή ποινικό αδίκημα, τόσο με την γνωμοδότηση του, όσο και με την συμπεριφορά του, κατά την διάρκεια του μεταξύ διαδίκων διαπληκτισμού, όπως άλλωστε κατά τα λοιπά ενήργησε ο εναγόμενος στα πλαίσια της ασκήσεως του κατά το άρθρο 10 παρ. 1 ισχύοντος συντάγματος ατομικού δικαιώματος του εναγομένου να αναφέρεται προς τις αρχές, αλλά επί πλέον στις πιο πάνω δηλώσεις του διέλαβε εν γνώσει της αναληθείας του περιεχομένου ψευδή γεγονότα, και συγκεκριμένα ότι η εν λόγω κρίση οφείλεται σε άλλους λόγους και ειδικά σε χρηματισμό του ενάγοντος γεγονός το οποίο είναι ψευδές και συκοφαντικούς και θίγει βαρύτατα την τιμή και την υπόληψη ενός δικαστικού λειτουργού.

Από τους παραπάνω συκοφαντικούς και συνάμα μειωτικούς χαρακτηρισμούς, αλλά και από την προαναφερθείσα εξυβριστική συμπεριφορά του εναγομένου, κατά την διάρκεια του μεταξύ των διαδίκων διαπληκτισμού, προσβλήθηκε η τιμή και υπόληψη του ενάγοντος και συνεπώς αυτός δικαιούται χρηματικής ικανοποιήσεως για την ηθική βλάβη, την οποία υπέστη.

Το ύψος αυτής, ενόψει των ως άνω περιστάσεων υπό τις οποίες έλαβε χώρα η προσβολή και μάλιστα κατά τρόπο εξακολουθητικό, της εντάσεως του δόλου στο πρόσωπο του ενάγοντος, αλλά και της ψυχικής ταραχής στην οποία αυτός βρισκόταν συνεπεία της προηγηθείσας σε βάρος του επιθέσεως από τον πιο πάνω κατηγορούμενο, της βαρύτητας της προσβολής της βλάβης και της ταλαιπωρίας που υπέστη ο ενάγων τόσο από τις σε βάρος του διενεργηθείσες πειθαρχική και προκαταρκτική ποινική διαδικασίες και την κατ αυτού άσκηση της αγωγής, όσο και από σχόλια και διατυπωθέντα ερωτήματα ατόμων του κοινωνικού του περιβάλλοντος και συναδέλφων του που έλαβαν γνώση των σχετικών δημοσιευμάτων, και της κοινωνικής και οικονομικής καταστάσεως των μερών, του ενάγοντος, όντος εισαγγελικού λειτουργού, και του εναγομένου, όντος δικηγόρου επί σειρά ετών, ανέρχεται κατά την περί τούτου εύλογη κρίση του Δικαστηρίου, στο ποσό των 15.000 ευρώ".

Ακολούθως το Εφετείο, κατά μερική παραδοχή της ένδικης αγωγής του αναιρεσιβλήτου αναγνώρισε την ύπαρξη της αξιώσεως του κατά του αναιρεσείοντος να τον καταβάλει για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για την προσβολή της προσωπικότητας του από την τέλεση εις βάρος του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως το ποσό των 15.000 ευρώ, απόρριψαν την επί του άρθρου 367 γ ερειδόμενη ένσταση περί άρσεως του αξιοποίνου.

Έτσι, όπως έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προδιαλαμβανόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και εκείνες των άρθρων 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 4 παρ.1 του Συντάγματος, ούτε στέρησε την απόφαση νομίμου βάσεως λόγω, δήθεν, "αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών, αφού εξέθεσε στην απόφαση του, χωρίς αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια το από τις αποδείξεις πόρισμα, στο οποίο οδηγήθηκε και τα πραγματικά γεγονότα που ήσαν αναγκαία για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου.

Ειδικότερα: Με τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των στις έγγραφες αναφορές του αναιρεσείοντος, προσβλητικών για την τιμή και την υπόληψη του αναιρεσιβλήτοϋ, διαλαμβανομένων ως συμβάντων της εμπειρικής πραγματικότητας και όχι ως αορίστων αξιολογικών κρίσεων και την κατάφαση της υπάρξεως του γνωστικού στοιχείου περί του ψευδούς αυτών χαρακτήρας στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος, ορθώς το Εφετείο υπήγαγε τα ανελέγκτως υπ' αυτού γενόμενα περιστατικά στο πραγματικό των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 362§1, 361 και 363 παρ. 1 του ΠΚ, που πληρούν και το πραγματικό του άρθρου 914 ΑΚ, ενώ, συναφώς με την κρίση αυτή, ορθώς δεν εφήρμοσε την διάταξη του άρθρου 367 ΠΚ περί άρσεως του αδίκου χαρακτήρος της ως άνω πράξεως που δεν ήταν εφαρμοστέα ενόψει της προαναφερομένης κρίσεως ότι δηλ.

υπόκειται περίπτωση συκοφαντικής και όχι απλής δυσφημήσεως αλλά και σαφής εκ μέρους του αναιρεσείοντος πρόθεση εξυβρίσεως. Περαιτέρω δεν εμπεριέχει η προσβαλλομένη αντιφατικότητα στις αιτιολογίες με το να διαλάβει σ' αυτές ότι ο αναιρεσείων "αναφερόμενος στα όρια της ανεξαρτήτου κρίσεως των Δικαστών ανέγραψε "...

Έξω απ' αυτά υπάρχει η διαβλητή, η αργυρώνητη και η νοσηρά εμπαθής κρίση, που δεν της οφείλεται κανένας σεβασμός, γιατί δεν είναι κρίση Δικαιοσύνης, αλλά ανθρώπινης ευτέλειας και χυδαιότητας". Με την στο σημείο αυτό του σκεπτικού διαλαμβανομένη φράση ότι "ο αναιρεσείων αναφερόμενος στα όρια της ανεξαρτήτου κρίσεως των Δικαστών ..." σε συνάρτηση με το σύνολο των αιτιολογιών, εκλαμβανομένων ως ενιαία λογική ενότητα και όχι αποσπασματικώς, δεν προκύπτει κατάφαση του Εφετείου ότι, δήθεν, τα όσα αναφέρθηκαν, δυσμενή για τον αναιρεσίβλητο, συνιστούν απλές (και μάλιστα θεμιτές) αξιολογικές κρίσεις, με αποτέλεσμα, όπως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, να ανακύπτει αντιφατικότητα στις αιτιολογίες.

Επομένως, ο πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 και 19, αντιστοίχως, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθμ.20 του ΚΠολΔ παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου που συνεπάγεται αναίρεση της αποφάσεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό από εκείνο που πραγματικά διαλαμβάνεται σ' αυτό και όχι όταν μετά από εκτίμηση του περιεχομένου της, όπως είναι πραγματικά, οδηγείται σε κρίση ανέλεγκτη κατά το άρθρο 561 §1 ΚΠολΔ, διαφορετική από κείνη την οποία ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθή.

Έτσι, ο ανωτέρω λόγος συντρέχει όταν έγινε λάθος στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ως περιεχομένου σ' αυτό κρίσιμων περιστατικών καταδήλως διαφορετικών από εκείνα που πραγματικά διαλαμβάνονται και όχι όταν υπάρχει σφάλμα στην εκτίμηση του περιεχομένου του, το οποίο αναγνώσθηκε ορθά για την περαιτέρω συναγωγή του αποδεικτικού συμπεράσματος (ΑΠ 4/2003 και 507/2003).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο τελευταίο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση για παραμόρφωση του περιεχομένου α) της από 12.2.97 αναφοράς, β) της από 9.5.97 μηνυτήριας αναφοράς - εγκλήσεως, γ) της από 30.7.97 αγωγής κακοδικίας και δ) της από 25.10.98 δηλώσεως που καταχωρήθηκε στην εφημερίδα το "...", ε' της από 6/5/1998 δηλώσεως στην Εφημερίδα ...

και στ) της από 10.11.98 ενόρκου καταθέσεως του αναιρεσείοντος ενώπιον του Επιθεωρητού της Β' Δικαστικής Περιφερείας. Όπως, όμως, προκύπτει από το σύνολο των αιτιολογιών της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο ορθώς ανέγνωσε το περιεχόμενο των .πιο πάνω εγγράφων, όπως ακριβώς αυτό αναφέρεται και στο αναιρετήριο, και στις προαναφερθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του, κρίναν ότι σε αυτά εμπεριέχεται εμμέσως αλλά σαφής και υπαινικτικώς, όπως εκλαμβάνει το σχετικό περιεχόμενο των δηλώσεων ο μέσος αναγνώστης" ισχυρισμός περί γεγονότος βλαπτικού της τιμής και της υπολήψεως του αναιρεσιβλήτου, ότι δηλ.

η υπ' αυτού στα πλαίσια της ασκήσεως των δικαστικών του καθηκόντων ως Εισαγγελέως εκφρασθείσα κρίση περί μη προσωρινής κρατήσεως του ανωτέρω προσώπου δεν ήταν απόρροια της ελευθέρας και ανεπηρέαστου, ηθικής και νομικής του συνειδήσεως, ούτε καν αβελτηρίας περί την εκτέλεση των δικαστικών καθηκόντων του, αλλά (με βάση το περιεχόμενο των ίδιων δηλώσεων) "παραμάγαζο των μπράβων, διαβλητή και αργυρώνητη δικανική κρίση, εκδοχή των αργυρών της κρίσης και των διασυνθέσεων με την πολυπλόκαμη συμμορία" συνάρτηση εμπλοκής του αναιρεσιβλήτου Εισαγγελέα σε αθέμιτη αργυρώνητη συναλλαγή.

Επομένως, ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως (τρίτος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Θεωρεί την υπέρ του αναιρεσείοντος από 19-5-2008 πρόσθετη του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών ως μη ασκηθείσα.

Απορρίπτει: 1) την από 22-12-2006 αίτηση του Χ για αναίρεση των υπ' αριθ. 7872/2001 και 1452/2006 αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών και 2) την από 19-5-2008 πρόσθετη παρέμβαση του Δ.Σ.Α υπέρ του αναιρεσείοντος

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου που δεν κατέθεσε έγγραφες προτάσεις την οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Φεβρουαρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαρτίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ