Legislator Case Law & Legislation
545/2007 AI generated

545/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 545/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 545 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 545/2007

Legislator headnote

AI generated

545/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 545 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 545/2007

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 545 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 545/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1΄ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσικρικά.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Μπεσκένη. 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ - ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΠΑΘΗΤΙΚΟΥ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. 3) Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΦΕΤΕΙΩΝ ΑΘΗΝΩΝ - ΠΕΙΡΑΙΩΣ - ΑΙΓΑΙΟΥ ΚΑΙ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πολυχρόνη Μπίρη. 4) Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΩΝ (Τ.Α.Σ.)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Κουτσόλαμπρο, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. 5) Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΝΟΜΙΚΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον Ευστράτιο Συνοίκη, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 1-4-1996 αγωγή και ανακοίνωση δίκης μετά προσεπικλήσεως σε πρόσθετη παρέμβαση της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, καθώς επίσης με την από 1-5-1996 παρέμβαση του τρίτου αναιρεσιβλήτου και την από 13-6-1996 πρόσθετη παρέμβαση του πέμπτου αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 326/1997 του ίδιου Δικαστηρίου και 2822/1999 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η πρώτη αναιρεσίβλητη με την από 10-7-2000 αίτησή της.

Εκδόθηκε η 1337/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου, που παρέπεμψε την υπόθεση στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου για να κρίνει σχετικώς.

Εκδόθηκε η 10/2003 απόφαση της Τακτικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την 2822/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 7488/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11-4-2005 αίτησή της και τους από 4-12-2006 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Καλούδης, διάβασε την από 10-12-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Eπειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 69, 574, και 576 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται κατά του αντιδίκου του αναιρεσείοντος που νίκησε, όχι δε και κατά του ομοδίκου του αναιρεσείοντος, ως προς τον οποίο είναι απαράδεκτη για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, εφόσον η απόφαση δεν περιέλαβε διάταξη υπέρ αυτού που βλάπτει τον αναιρεσείοντα. Στην προκείμενη περίπτωση, η πρώτη αναιρεσίβλητη άσκησε εναντίον της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", και της δεύτερης αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Εθνική Κεφαλαίου Α.Ε. Ανώνυμη Εταιρεία Διαχειρίσεως Ενεργητικού και Παθητικού" την από 1-4-1996 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ζήτησε να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενες υποχρεούνται, εις ολόκληρον η κάθε μία, να της καταβάλουν τα αναφερόμενα στην αγωγή αναλογικά δικαιώματα για τη σύνταξη του υπ' αριθ. 12828/30-12-1994 συμβολαίου της. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 326/1997 απόφαση του πιο πάνω Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή και οι πρόσθετες παρεμβάσεις που είχαν ασκήσει υπέρ της ενάγουσας α) το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Συμβολαιογραφικός Σύλλογος Εφετείων Αθηνών-Πειραιώς-Αιγαίου και Δωδεκανήσου", β)το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ταμείο Νομικών", και γ) το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ταμείο Ασφαλίσεως Συμβολαιογράφων (ΤΑΣ)". Στη συνέχεια, ύστερα από εφέσεις της ενάγουσας και του Ν.Π.Δ.Δ. "Ταμείο Νομικών", εκδόθηκε η 2822/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε τις εφέσεις και τις πρόσθετες παρεμβάσεις. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε η ενάγουσα την από 10-7-2000 αίτηση αναιρέσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1337/2002 απόφαση του Β1΄Τμήματος του Αρείου Πάγου που παρέπεμψε την υπόθεση στον Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, προκειμένου να κριθεί το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας ή μη της διατάξεως του άρθρου 84 του Ν.1961/1991, και στη συνέχεια η υπ' αριθ. 10/2003 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η υπ' αριθ. 2822/1999 απόφαση του Εφετείου και παραπέμφθηκε η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο. Κατόπιν αυτού εκδόθηκε η 7488/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγιναν δεκτές οι εφέσεις της ενάγουσας και του Ν.Π.Δ.Δ. "Ταμείο Νομικών" και αφού εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση και έγιναν εν μέρει δεκτές η αγωγή και οι πρόσθετες υπέρ της ενάγουσας παρεμβάσεις, αναγνωρίστηκε, ότι οι εναγόμενες οφείλουν να καταβάλουν στην ενάγουσα το ποσό των 116.700 ευρώ, κατ' ίσα μέρη. Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως, η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." άσκησε την από 11-4-2005 αίτηση αναιρέσεως, την οποία στρέφει και κατά της συνεναγομένης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Εθνική Κεφαλαίου Α.Ε. Ανώνυμη Εταιρεία Διαχειρίσεως Ενεργητικού και Παθητικού". Με τους λόγους του κυρίου δικογράφου και των προσθέτων λόγων της αναιρέσεως αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 και 25 παρ. 1 εδ. β΄ του Συντάγματος, 200,288, και 371 του ΑΚ, 25 του Ν. 670/1977 και της υπ' αριθ. 98246/1994 Κ.Υ.Α., Η αναίρεση αυτή, καθόσον στρέφεται κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης, ομόδικης της αναιρεσείουσας, που δε νίκησε, ούτε η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε διάταξη υπέρ αυτής έναντι της ομόδικής της αναιρεσείουσας, πρέπει, σύμφωνα με τα παραπάνω, να απορριφθεί ως απαράδεκτη.

Επειδή, από το άρθρο 371 του ΑΚ, που ορίζει ότι αν ο προσδιορισμός της παροχής ανατέθηκε σε ένα από τους συμβαλλόμενους ή σε τρίτον, σε περίπτωση αμφιβολίας θεωρείται ότι ο προσδιορισμός πρέπει να γίνει κατά δίκαιη κρίση και ότι αν δεν έγινε με δίκαιη κρίση ή βραδύνει, γίνεται από το δικαστήριο, προκύπτει ότι οι διατάξεις του άρθρου αυτού έχουν εφαρμογή μόνο στις περιπτώσεις συμβατικών ενοχών και εφόσον οι συμβαλλόμενοι δεν προσδιόρισαν επαρκώς την παροχή κατά την κατάρτιση της συμβάσεως, αλλά ανέθεσαν σε ένα από αυτούς ή σε τρίτο να την προσδιορίσει μεταγενέστερα. Αντίθετα δεν υπάρχει έδαφος εφαρμογής των παραπάνω διατάξεων όταν η παροχή δεν είναι αόριστη ή είναι φαινομενικά αόριστη, όπως συμβαίνει και όταν προσδιορίζεται με βάση υφιστάμενα κατά την κατάρτιση της συμβάσεως αντικειμενικά στοιχεία και δεν έχει συμφωνηθεί ο προσδιορισμός της από τον ένα συμβαλλόμενο ή από τρίτο. Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του Συντάγματος, με την οποία ορίζεται ότι "καθένας έχει το δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα και τα χρηστά ήθη", σκοπείται η κατοχύρωση της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας του ανθρώπου, που αποτελεί το κύριο περιεχόμενο της αξιοπρέπειάς του και πραγματώνεται με την ελευθερία του ατόμου για την αδέσμευτη, μέσα στα όρια που ορίζονται με τη διάταξη αυτή, επιχείρηση ενεργειών που αναφέρονται στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική δραστηριότητά του (Ολ.ΑΠ 2/1997). Η με τη διάταξη αυτή καθιερούμενη προστασία της οικονομικής και επαγγελματικής ελευθερίας δεν είναι απόλυτη και είναι δυνατόν να επιβάλλονται νομοθετικοί περιορισμοί, εφόσον αυτοί είναι αντικειμενικοί και δικαιολογούνται από λόγους γενικότερου δημόσιου ή κοινωνικού συμφέροντος. ΄Ορο παραδοχής των περιορισμών αυτών αποτελεί και ο υπό τούτων σεβασμός της αρχής της αναλογικότητας. Η αρχή αυτή, αναγνωριζόμενη παγίως, ως ισχύουσα, από τη νομολογία των δικαστηρίων και πριν από την αναγωγή της σε ρητή συνταγματική έννοια με την αναθεώρηση του Συντάγματος από τη Ζ΄ Αναθεωρητική Βουλή στις 18.4.2001 (άρθρο 25 παρ. 1 εδ. β΄ ), απαιτεί όπως οι από το νομοθέτη ή τη διοίκηση επιβαλλόμενοι περιορισμοί στην άσκηση των ατομικών δικαιωμάτων οριοθετούνται με βάση τα εννοιολογικά στοιχεία της προσφορότητας και της αναγκαιότητας του λαμβανόμενου μέτρου και της αναλογίας του προς τον επιδιωκόμενο με αυτό σκοπό. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 95 παρ. 1, 101 παρ.1, 102 παρ.2, και 104 παρ.2 του Ν. 670/1977 "Κώδικας Συμβολαιογράφων",ο συμβολαιογράφος, για πράξεις των οποίων το αντικείμενο αποτιμάται σε χρήμα, δικαιούται, επιπλέον της πάγιας αμοιβής, και πρόσθετη αμοιβή υπολογιζόμενη με βάση το σύνολο της δηλούμενης στην πράξη αξίας ή της μεγαλύτερης αξίας, που καθορίζεται από την αρμόδια αρχή. Με το άρθρο 84 του Ν. 1969/1991 "Εταιρίες επενδύσεων χαρτοφυλακίου, αμοιβαία κεφάλαια, διατάξεις εκσυγχρονισμού και εξυγιάνσεως της κεφαλαιαγοράς και άλλες διατάξεις" ορίζεται, ότι οι τράπεζες μπορούν να ιδρύουν εντός έτους από τη δημοσίευση του νόμου αυτού ανώνυμες εταιρίες διαχειρίσεως και ρευστοποιήσεως στοιχείων του ενεργητικού ή του παθητικού τους ... (παρ. 1). Οι εισφορές σε είδος κατά την ίδρυση της εταιρίας, που συνίστανται σε απαιτήσεις, ολόκληρες συμβάσεις, χρεόγραφα, ακίνητα κλπ. είναι απαλλαγμένες από φόρο - με εξαίρεση το φόρο συγκεντρώσεως κεφαλαίου και το φόρο προστιθέμενης αξίας - τέλος χαρτοσήμου, εισφορές, παρακρατήσεις και οποιοδήποτε γενικό δημοσιονομικό βάρος ή υποχρέωση είτε προς το Δημόσιο είτε προς τρίτους (παρ. 2α). Οι ανωτέρω αντικειμενικές φορολογικές απαλλαγές ισχύουν και για κάθε μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων από τις ιδρύτριες τράπεζες προς τις θυγατρικές τους εταιρίες του παρόντος άρθρου, η οποία δεν γίνεται με μορφή εισφοράς ή και αντιστρόφως για κάθε μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων από τις εταιρίες του παρόντος άρθρου προς τις ιδρύτριες τράπεζες (παρ. 2β). Για τις μεταβιβάσεις περιουσιακών στοιχείων των προηγούμενων παραγράφων του παρόντος άρθρου τα τυχόν συμβολαιογραφικά έξοδα, τα έξοδα εγγραφής στα δημόσια βιβλία κλπ. υπολογίζονται με βάση τις σχετικές διατάξεις του Ν. 4171/1961 (ΦΕΚ 93Α), όπως ισχύει σήμερα (παρ. 2γ Ι). Τέλος, κατά το άρθρο 2 παρ. 6 του Ν. 4171/1961 "περί λήψεως γενικών μέτρων για την υποβοήθηση της οικονομίας της χώρας", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του ΝΔ 916/1971, επί μεταβιβάσεων ακινήτων από τις ιδρύτριες τράπεζες προς τις κατά τα ανωτέρω συνιστώμενες θυγατρικές τους εταιρίες, τα δικαιώματα των συμβολαιογράφων, που ενδιαφέρουν στην ένδικη υπόθεση, δεν μπορούν να υπερβούν τις 10.000 δραχμές. Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει, ότι ο περιορισμός της αμοιβής του συμβολαιογράφου σε πάγιο ποσό μέχρι 10.000 δραχμών για τη σύνταξη συμβολαίων για μεταβιβάσεις οποιασδήποτε αξίας δεν δικαιολογείται από λόγους γενικότερου δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος. (Ολ.ΑΠ 10/2003). Εξάλλου, ο καθορισμός της αμοιβής του συμβολαιογράφου, ακόμη και στις περιπτώσεις μεταβιβάσεως ακινήτων που προβλέπονται από το άρθρο 84 του Ν. 1969/1991 με βάση αντικειμενικά κριτήρια, σε αναλογικό ποσοστό επί του αντικειμένου κάθε πράξεως, δεν αντίκειται στη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας, ενόψει του ότι ο δημοσιογράφος, ως δημόσιος λειτουργός, συμμετέχει στην οικονομική ζωή της χώρας, και αποβλέπει στη διευκόλυνση επιχειρηματικών δραστηριοτήτων. Πλέον τούτου, ενόψει των στρατηγικής σημασίας των παρεχομένων με τη ρύθμιση του Ν. 1969/1991, δυνατοτήτων στις τράπεζες, το ισχύον κατά το χρόνο δημοσιεύσεώς του νόμου αυτού αναλογικό ποσοστό 1,15% της αμοιβής του συμβολαιογράφου για τη σύνταξη των μεταβιβαστικών πράξεων, που κρίνονται σκόπιμες από την τραπεζική επιχείρηση, αποτελεί ασήμαντο παράγοντα στις τραπεζικές επιλογές και δεν συντρέχει περίπτωση - εν όψει και του ότι οι παραπάνω επιλογές συνδέονται με ιδιαίτερα μεγάλης αξίας μεταβιβάσεις - περιορισμού της αμοιβής του συμβολαιογράφου. Κατά συνέπεια, ο προσδιορισμός της αμοιβής του συμβολαιογράφου και στις παραπάνω περιπτώσεις γίνεται κατά τον οριζόμενο με τον Κώδικα Συμβολαιογράφων, σε συνδυασμό με τις ισχύουσες εκάστοτε Υπουργικές Αποφάσεις, τρόπο και δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής του άρθρου 371 του ΑΚ. Στην προκείμενη περίπτωση, με την υπ' αριθ. 10/2003 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου κρίθηκε ότι, ενόψει του ότι η αμοιβή του συμβολαιογράφου προσδιορίζεται με βάση αντικειμενικά κριτήρια κατά τον προβλεπόμενο στον Κώδικα Συμβολαιογράφων τρόπο, οι διατάξεις που την περιορίζουν ( άρθρο 2 παρ. 6 του Ν. 4171/1961, σε συνδυασμό με το άρθρο 84 παρ.2γ του Ν. 1969/1991), σε πάγιο ποσό μέχρι του ποσού των 10.000 δραχμών για τη σύνταξη συμβολαίων για μεταβιβάσεις οποιασδήποτε αξίας είναι ανίσχυρες, αφού είναι αντίθετες με τη συνταγματικώς κατοχυρωμένη αρχή της αναλογικότητας, και ακολούθως αναιρέθηκε η υπ' αριθ. 2822/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία είχε απορρίψει την αγωγή της πρώτης αναιρεσίβλητης συμβολαιογράφου περί καταβολής αναλογικών δικαιωμάτων για τη σύνταξη του υπ' αριθ. 12828/30-12-1994 συμβολαίου, που αφορούσε τη μεταβίβαση ακινήτων της αναιρεσείουσας Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. προς τη θυγατρική της εταιρία "Εθνική Κεφαλαίου- Ανώνυμη Εταιρία Διαχειρίσεως Ενεργητικού και Παθητικού", παραπέμφθηκε δε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο. Με την ως απόφαση κρίθηκε δηλ. ότι είναι ανίσχυρες μόνο οι διατάξεις που περιορίζουν την αμοιβή του συμβολαιογράφου σε πάγιο ποσό και όχι και εκείνες που ορίζουν, ότι ο συμβολαιογράφος δικαιούται αναλογικά δικαιώματα. Μετά από αυτά το Εφετείο Αθηνών, στο οποίο εισήχθη εκ νέου η υπόθεση, συμμορφούμενο προς την αναιρετική απόφαση, έκρινε ότι ο κατά τα ανωτέρω περιορισμός της αμοιβής σε πάγιο ποσό είναι ανίσχυρος και ότι δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 371 του ΑΚ, ακολούθως δε, αφού εξαφάνισε την απόφαση του Πρωτοδικείου, αναγνώρισε, ότι η αναιρεσείουσα τράπεζα, από κοινού με την αγοράστρια θυγατρική της εταιρία, οφείλουν να καταβάλουν στην πρώτη αναιρεσίβλητη συμβολαιογράφο τα κατά τον Κώδικα Συμβολαιογράφων σε συνδυασμό με την σε εκτέλεση αυτού εκδοθείσα και ισχύουσα κατά το χρόνο καταρτίσεως του ως άνω συμβολαίου υπ' αριθ. 98246/1994 κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης, Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, προσδιοριζόμενα αναλογικά δικαιώματα, που ανέρχονται στο ποσό των 116.700 ευρώ. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ούτε εκείνες των άρθρων 200 και 288 του ΑΚ, αμφότεροι δε οι περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου και του δικογράφου των προσθέτων πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11-4-2005 αίτηση περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 7488/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των πρώτης, τρίτου, τέταρτου και πέμπτου αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Φεβρουαρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 13 Μαρτίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ