Legislator Case Law & Legislation
544/2025 AI generated

Supreme Court dismisses State's appeal on land ownership, ruling disputed property is private 'mulk' not public land.

Case Number 544/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the State's appeal against a final judgment confirming private ownership of land in Karpathos. The State argued the property was public land subject to specific protection laws, but the Court found it was privately cultivated 'mulk' land acquired before the 1947 Civil Code. Consequently, the Court ruled the State's claims regarding public property protections were inapplicable and the appeal was inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Art. 1, 2, 3, 4, 5, 78, 91-102, 103-105 of the Ottoman Law on Land Discrimination of 1856; Art. 1539/1938; Art. 9 of Law 2100/1952: Land privately cultivated and owned prior to legal changes acquires the nature of private 'mulk' property, excluding the application of public land protection statutes and rendering claims based on public ownership inadmissible.

Keywords

AI generated
Ottoman land law mulk property status public land protection private ownership Supreme Court appeal Karpathos islands civil code application

Cited Legislation

AI generated
Art. 1, 2, 3, 4, 5, 78, 91-102, 103-105 of the Ottoman Law on Land Discrimination of 1856
Art. 1539/1938
Art. 9 of Law 2100/1952
Art. 552, 553, 556, 558, 564 para. 3, 566 para. 1 and 144 of the Code of Civil Procedure
Art. 577 para. 1 and 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 22 para. 1 of Law 3693/1957
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 544 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 544/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αναστασία Καραμανίδου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 8 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σωτηρία Κοσμά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Η. Λ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Κουτλή, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-11-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου (Μεταβατική έδρα Καρπάθου). Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14/2017 μη οριστική, 7/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 115/2020 του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 13-10-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Με την με αρ. καταθ. 42/22-10-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αρ. 115/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία και η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ ουσίαν την από 8-5-2018 έφεση, που άσκησε το εκκαλούν- εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον κατά της με αρ. 7/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου (μεταβατική έδρα Καρπάθου), με την οποία είχε γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη, η από 11-11-2014 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ) στις 22-10-2020, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ καθόσον δεν προκύπτει, η, με επιμέλεια οιουδήποτε των διαδίκων, επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης ούτε άλλωστε επικαλείται κάποιος από τους διαδίκους επίδοση αυτής, η οποία δημοσιεύθηκε στις 29-4-2020. Επομένως είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων κατ' ιδίαν λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

2.- Με το άρθρ. 2 §1 στοιχείο α` του ν. 510/1947 που ίσχυσε από τη δημοσίευση του στην Ε.τ.Κ. (30.12.1947), σύμφωνα με το άρθρο 14 αυτού, εισήχθησαν στη Δωδεκάνησο ο ΑΚ, ο ΕισΝΑΚ και το ν.δ. 7/10.5.1945. Με το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ ορίζεται ότι η κτήση της κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος που επήλθε πριν την εισαγωγή αυτού, κρίνεται κατά το δίκαιο, το οποίο ίσχυε, καθ` ον χρόνον έλαβαν χώρα τα προς κτήση αυτού πραγματικά γεγονότα.

Με το άρθρο 64 δε του ΕισΝΑΚ ορίζεται ότι οι διατάξεις του αστικού κώδικα για τη χρησικτησία της κυριότητας ή των δουλειών εφαρμόζονται από την εισαγωγή του και στην χρησικτησία που είχε αρχίσει προηγουμένως, εφόσον δεν είχε συμπληρωθεί όταν άρχισε η εφαρμογή του. Η έναρξη όμως, η αναστολή και η διακοπή της χρησικτησίας κρίνεται, ως προς τον χρόνο πριν από την εισαγωγή του Κώδικα, σύμφωνα με το έως τώρα δίκαιο.

Περαιτέρω η ακίνητη περιουσία στη Δωδεκάνησο ρυθμιζόταν από το Οθωμανικό δίκαιο, πριν την εισαγωγή του Ιταλικού ΑΚ/1865 στη Δωδεκάνησο, η οποία έλαβε χώρα από 1.1.1932 με το υπ` αριθμ. 200/31.10.1931 διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη. Με το άρθρο 1 του Οθωμανικού νόμου περί γαιών της 17ης Ραμαζάν 1274 (1856) σε συνδυασμό προς τα άρθρα 2-5, 91-102 και 103-105 του ιδίου νόμου, η ακίνητη ιδιοκτησία διακρίνεται σε:

α) ιδιόκτητες γαίες (μούλκ), στις οποίες έχουν πλήρες και απόλυτο δικαίωμα κυριότητας αυτοί που τις εξουσιάζουν, β) δημόσιες γαίες (εραζί-εμιριέ ή αρζί-μιρϊ), γ) γαίες αφιερωμένες σ` ευαγή σκοπό (μεβκουφέ), δ) γαίες προοριζόμενες για την κοινή και δημόσια χρήση (μετρουκέ) οι οποίες είναι δημόσιες και ε) νεκρές γαίες (μεβάτ).

Στην κατηγορία των δημοσίων-γαιών-(εραζί-εμιριέ ή αρζί-μιρί) ανήκουν οι αγροτικές εκτάσεις και συγκεκριμένα οι καλλιεργήσιμοι αγροί, οι χειμερινές και θερινές βοσκές, οι λειμώνες (τσαϊρια), τα δάση, οι εκτάσεις που έχουν φυτευθεί με δένδρα, που δεν καλλιεργεί κανένας (ΑΠ 120/2018, ΑΠ 477/2016, ΑΠ 227/2017), όχι όμως τα οικόπεδα, έστω κι αν καλλιεργούνται με κηπευτικά και οπωροφόρα δένδρα, τα οποία εξ αντιδιαστολής έχουν τον χαρακτήρα "μουλκ"(ΑΠ 477/2016).

Οι δημόσιες εκτάσεις παραχωρούνταν από τον Οθωμανικό Δημόσιο σε ιδιώτες μόνο κατά το δικαίωμα της διηνεκούς εξουσίασης με την έκδοση σχετικού τίτλου (ταπίου) ενώ την ψιλή κυριότητα διατηρούσε το Οθωμανικό Δημόσιο. Ειδικά επί καλλιεργήσιμων αγρών, δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) μπορούσε να αποκτήσει και ο σφετεριστής, ο οποίος καταλάμβανε, εξουσίαζε και καλλιεργούσε δημόσιες γαίες επί δεκαετία, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση, και χωρίς να απαιτείται και η έκδοση "ταπίου" στο όνομα του, το οποίο άλλωστε ήταν αποδεικτικό και όχι συστατικό του δικαιώματος "τεσσαρούφ".

Επομένως, δεν είναι δυνατή από τον σφετεριστή, κατά τον ανωτέρω τρόπο, απόκτηση δικαιώματος διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) επί δασών, αφού μάλιστα από τις διατάξεις των άρθρων 3,9,19,30,68 και 71 του ως άνω νόμου περί γαιών, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 2 και 3 των οδηγιών της 13 Μωχαρέμ 1927 "περί εξελέγξεως τίτλων δασών", προκύπτει ότι δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) επί δασών μπορούσε ν` αποκτηθεί μόνο δια ταπίου (ΑΠ 120/2018, ΑΠ 477/2016).

Περαιτέρω από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 1248 Οθωμανικού ΑΚ, προκύπτει ότι δεν είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με χρησικτησία υπό το κράτος του Οθωμανικού δικαίου και, μάλιστα τόσο επί των ακινήτων ελευθέρας κυριότητας (μούλκ), όσο και επί των δημοσίων γαιών (εραζί-εμιριέ ή αρζί-μιρί), με την επιφύλαξη των προαναφερθέντων για την κτήση δικαιώματος διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) από τον σφετεριστή που καλλιέργησε δημόσια γη επί δεκαετία, κατά το άρθρο 78 του Οθωμανικού νόμου περί γαιών.

Οι ως άνω διακρίσεις των ακινήτων, σύμφωνα με την Οθωμανική νομοθεσία, διατηρήθηκαν σε ισχύ ως τοπικό δίκαιο, με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 4 του Κτηματολογικού Κανονισμού που κυρώθηκε με το 132/1929 διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη στη Δωδεκάνησο, ο οποίος διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου στην Ελλάδα με το άρθρο 8 παρ. 2 του ν. 510/1947 (30.12.1947).

Μάλιστα οι διατάξεις 1-8 του Κτηματολογικού Κανονισμού, επειδή αφορούν σε όλες τις διακρίσεις των ακινήτων και το περιεχόμενο των δικαιωμάτων σ' αυτά, έχουν εφαρμογή σε όλα τα νησιά της Δωδεκανήσου και επομένως και στην Κάρπαθο, αφού η εφαρμογή τους δεν έχει ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη και την λειτουργία των Κτηματολογικών γραφείων, τα οποία δεν έχουν ιδρυθεί στο νησί αυτό (ΑΠ 477/2016, ΑΠ 2194/2013, ΑΠ 1814/2012).

Ο θεσμός της χρησικτησίας εισήχθη το πρώτον στην Δωδεκάνησο, μετά την εισαγωγή σ` αυτήν του ΙταλΑΚ/1865 με το με αριθ. 200/31 Οκτωβρίου 1931 Διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη, από 1.1.1932. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 685, 686, 2105,2106 και 2135 του ΙταλΑΚ/1865, προκύπτει ότι ο έχων στη συνεχή, όχι διακεκομμένη δημόσια, ειρηνική, αναμφίβολη νομή αυτού ακίνητο με διάνοια κυρίου, αποκτά επ` αυτού εμπράγματο δικαίωμα κυριότητας μετά την πάροδο τριάντα ετών (κτητική παραγραφή).

Η κτητική αυτή παραγραφή εφαρμόζεται και στα ακίνητα που ανήκουν στην ιδιωτική περιουσία του κράτους κατά το αρθρ. 2114 Ιταλ.ΑΚ/1865. Η παραπάνω διάταξη του Κτηματολογικού Κανονισμού όμως, ως εκ της θέσης της στο άρθρο 63 αυτού, που προβλέπει την δεκαπενταετή κτητική παραγραφή "από της γενομένης καταγραφής" δεν εφαρμόζεται στη νήσο Κάρπαθο (όπως και οι λοιπές του Κτηματολογικού Κανονισμού, πλην των άρθρων 1-8 αυτού), αφού ουδέποτε καταρτίσθηκε εκεί κτηματολόγιο.

Περαιτέρω, ως προς το ζήτημα της χρησικτησίας, μετά την εφαρμογή του ΙταλΑΚ/1942 από 21.4.1942 με το υπ` αριθ. 170/1942 Διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 1140 και 1158 ΙταλΑΚ/1942, από τις οποίες προκύπτει ότι είναι δυνατή η κτήση κυριότητας επί πράγματος, μετά την πάροδο εικοσαετίας στην φυσική εξουσία του από τον νομέα αυτού, ο οποίος ασκεί σ` αυτό διανοία κυρίου δραστηριότητες που ανταποκρίνονται προς την ενάσκηση της επ` αυτού κυριότητας.

Εξάλλου, μετά την έναρξη της ισχύος του Ελληνικού ΑΚ στη Δωδεκάνησο από 30-12-1947 (άρθρο 2 παρ.1 στοιχ. α` ν. 510/1947) εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 1045, 1051 και 974 ΑΚ, από τις οποίες προκύπτει ότι αυτός που έχει την φυσική εξουσία επί του πράγματος διάνοια κυρίου (νομή) και έχει ασκήσει αυτήν για χρονικό διάστημα είκοσι ετών καθίσταται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο της νομής του δικαιοπαρόχου του.

Ενόψει όμως του ότι το Οθωμανικό δίκαιο, όπως ήδη αναφέρθηκε δεν αναγνωρίζει τον θεσμό της χρησικτησίας, χρόνος νομής που διανύθηκε, όταν ίσχυε το Οθωμανικό δίκαιο, ήτοι πριν την 1.1.1932, δεν υπολογίζεται για την συμπλήρωση του χρόνου χρησικτησίας στην Δωδεκάνησο. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, εάν κάποιος καταλάβει και καλλιεργήσει δημόσια γη οποτεδήποτε πριν την ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου στην Ελλάδα, δεν είναι δυνατή απ` αυτόν η κτήση κυριότητας του ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, με βάση τις προαναφερθείσες διατάξεις του ΙταλΑΚ 1865, ΙταλΑΚ, 1942 και Ελληνικού ΑΚ διότι από 1.1.1932, οπότε αρχίζει να τρέχει ο χρόνος χρησικτησίας μέχρι 10.1.1949, οπότε εισάγεται το πρώτον στην Δωδεκάνησο, με το από 31 Δεκεμβρίου 1948/10 Ιανουαρίου 1949 β.δ/γμα, ο α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", ο οποίος απαγορεύει την παραγραφή κάθε δικαιώματος του Δημοσίου επί ακινήτων, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ.1 και 2 αυτού, δεν συμπληρώνονται, σύμφωνα και με τις περί τούτου διατάξεις των άρθρων 64 και 65 ΕισΝΑΚ, ο αναγκαίος χρόνος στην νομή του πράγματος.

Είναι όμως δυνατή η απ` αυτόν κτήση δικαιώματος διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ), εφ` όσον αυτός συμπλήρωσε δεκαετία στην καλλιέργεια της δημόσιας γης μέχρι τις 10.1.1949, αφού μετά την ως άνω ημερομηνία τυγχάνει ωσαύτως εφαρμογής το άρθρ. 4 παρ 2 αν. 1539/1938 και αποκλείεται η συμπλήρωση της τυχόν μη εισέτι συμπληρωθείσας δεκαετίας στην καλλιέργεια του ακινήτου, για την κτήση δικαιώματος διηνεκούς εξουσίασης (ΑΠ 120/2018, ΑΠ 477/2016).

Περαιτέρω, με το αρθρ. 9 παρ. 1 εδ. α` ν. 2100/1952 που ισχύει από 26.4.1952, ορίσθηκε ότι το δικαίωμα κυριότητας του Δημοσίου επί κτημάτων στην Δωδεκάνησο, που υπάγονται στην κατηγορία των δημοσίων γαιών (εραζί-εμιριέ) αποσβένυται οι δε έχοντες δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ) επί των ανωτέρων κτημάτων αποκτούν την πλήρη κυριότητα επ` αυτών αυτοδικαίως, δυνάμει της ως άνω διάταξης και χωρίς καμία άλλη διατύπωση.

Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, οι καλλιεργούντες δημόσιες γαίες στη νήσο Κάρπαθο για μια δεκαετία πριν την έναρξη εφαρμογής του α.ν. 1539/1938, ήτοι πριν την 10-1-1949, έχουν καταστεί κύριοι των ακινήτων αυτών, διότι το κτηθέν απ` αυτούς με βάση το άρθρο 78 του Οθωμανικού νόμου περί γαιών δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) έχει τραπεί σε δικαίωμα πλήρους κυριότητας αυτών με το άρθρο 9 παρ.1 εδάφ.

α` του ν. 2100/1952, μετά την απόσβεση του δικαιώματος ψιλής κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο απέκτησε σε όλη την ακίνητη περιουσία του Ιταλικού Κράτους στη Δωδεκάνησο με το άρθρο 1 του παραρτήματος XIV της από 20-2-1947 συνθήκης Ειρήνης των Παρισίων μεταξύ των συνασπισμένων συμμαχικών δυνάμεων και της Ιταλίας που κυρώθηκε με το ν.δ. 423/1947 (ΑΠ 1291/2021, ΑΠ 192/2019, ΑΠ 477/2016, ΑΠ 822/2013, ΑΠ 1814/2012).

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 1/2022, ΑΠ 453/2023, ΑΠ 124/2022, ΑΠ 319/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον με τον μοναδικό λόγο της αναίρεσής του, πλήττει την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση για την εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια της ευθείας παράβασης των διατάξεων των άρθρων 1, 2, 3, 4, 5, 78, 91-91 και 103-105 του Οθωμανικού νόμου της 7ης Ραναζάν 1274 (1856), των διατάξεων 1, 2 και 4α, β,δ, ε, στ και 65 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου και των άρθρων 4 παρ. 1 και 2 του α.ν. 1539/1938, του άρθρου 51 του ΕισΝΑΚ και των άρθρων 4 παρ. 1 και 2 του ν. 2100/1952, υπό τις αιτιάσεις ότι εσφαλμένα δέχθηκε το Εφετείο ότι στην Κάρπαθο δεν υπάρχουν δημόσιες γαίες "αρζι-μιρί", στις οποίες ανήκε και το επίδικο ακίνητο ως δάσος, που περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο κατά διαδοχή από το Ιταλικό Δημόσιο, στο οποίο είχε περιέλθει, ως δάσος-δημόσια γαία από το Οθωμανικό Δημόσιο.

3.- Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (561 παρ. 2 ΚΠολΔ), το Εφετείο δέχθηκε, ανελέγκτως, μετ' εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το ένδικο ακίνητο βρίσκεται στην τοποθεσία "..." της περιοχής ... στη νήσο της Καρπάθου, έχει συνολική επιφάνεια 19.643,47τ.μ., διαχωρίζεται σε δύο τμήματα από μία αγροτική οδό, από τα οποία το μεγαλύτερο, δυτικό τμήμα (Ε1) είναι έκτασης 14.969,37 τ.μ., συνορεύει βόρειό με ιδιοκτησίες Ε.

Γ. και Π., νότια με αγροτική οδό ...-..., ανατολικά με αγροτική οδό και δυτικά με αγροτική οδό, το δε μικρότερο, ανατολικό τμήμα (Ε2) είναι έκτασης 4.674,47 τ.μ., συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία Ε. Γ., νότια με αγροτική οδό, ανατολικά με ιδιοκτησία Δ. Μ. και δυτικά με αγροτική οδό, όπως αυτό εμφαίνεται στο από Μαρτίου 2007 επισυναπτόμενο στην αγωγή τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού ....

Το εν λόγω ακίνητο στις αρχές του 1972 απέκτησε ο ενάγων από τον αποβιώσαντα στις 27.01.1972 αδελφό του Φ. Λ. με άτυπη δωρεά, στον οποίο είχε περιέλθει μετά τον θάνατο του θετού του πατέρα, Φ. Ζ. του Λ. την 21-4-1965, ως μόνου εξ αδιαθέτου κληρονόμου αυτού. Στον αποβιώσαντα Φ. Ζ. το ως άνω ακίνητο είχε περιέλθει ομοίως με άτυπη δωρεά κατά το έτος 1930 από τη θεία του Σ., σύζυγο Μ.

Μ., η οποία το είχε αποκτήσει από τους γονείς της δυνάμει του από 2-11-1897 προικοσύμφωνου, το οποίο νομίμως επικαλείται και προσκομίζει ο ενάγων και στο οποίο αναφέρεται ότι λόγω του γάμου των Β. Μ. και της Σ. το γένος Φ. Ζ., στην τελευταία παρέχεται ως προίκα, μεταξύ άλλων, και ένα χωράφι στη θέση "...". Τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται από την ένορκη κατάθεση του Μ.

Λ., αδελφού του ενάγοντας, ο οποίος στη συνταχθείσα την 5-8-2015 ένορκη βεβαίωση, αναφέρει ότι το ένδικο ακίνητο μαζί με τη λοιπή περιουσία της, η Σ. Μ., άτεκνη ούσα, δώρισε ατύπως στον μοναδικό επιζήσαντα από τη Μικρασιατική καταστροφή ανιψιό της, Φ. Ζ., παραδίδοντάς του για τον λόγο αυτό και το προμνησθέν προικοσύμφωνο, καθώς και ότι εν συνεχεία ο τελευταίος έχοντας υιοθετήσει τον έτερο αδελφό του ενάγοντας, Φ.

Λ., κατέλιπε με τον θάνατό του την 21-4-1965 σ' αυτόν, μοναδικό εξ αδιαθέτου κληρονόμο του, τη νομή του ένδικου ακινήτου, η οποία εν τέλει παραδόθηκε λίγο πριν τον θάνατο του τελευταίου το έτος 1972 στον ενάγοντα. Οι δικαιοπάροχοι του ενάγοντας, ήτοι ο αποβιώσας αδελφός του, αλλά και ο προκάτοχος αυτού, θείος του, νεμήθηκαν το επίδικο ακίνητο με διάνοια κυρίου, συνεχώς και αδιαλείπτως, ασκώντας επ' αυτού τις, στη φύση του και τον προορισμό του ως καλλιεργήσιμου αγρού, διακατοχικές πράξεις νομής.

Συγκεκριμένα, ο μεν Φ. Ζ. ήδη από το έτος 1930, οπότε και το ένδικο ακίνητο δωρήθηκε σε αυτόν από την Σ. Μ., φύτεψε σε αυτό ελαιόδενδρα, καλλιεργώντας το σε όλη του την έκταση μέχρι το έτος 1960, ενώ και μετά το έτος αυτό καθάριζε το ακίνητο από την άγρια βλάστηση, συνέλεγε τις ελιές και το επέβλεπε, ο δε Φ. Ζ. από τον Απρίλιο του 1965 άσκησε τις αυτές ως άνω πράξεις νομής, επιβλέποντας και φροντίζοντας το ακίνητο, αλλά και συλλέγοντας τους καρπούς της ελιάς από τα ελαιόδενδρα μέχρι το έτος θανάτου του.

Ήδη δε προ των ανωτέρω ημεροχρονολογιών το ακίνητο κατείχε η Σ. Μ., η οποία είχε κατασκευάσει τοίχους από ξερολιθιά, τμήματα των οποίων εξακολουθούν να υφίστανται στο ακίνητο, όπως εμφαίνεται στις προσκομιζόμενες από τον ενάγοντα φωτογραφίες. Από την ένορκη βεβαίωση του πολιτικού μηχανικού ..., ο οποίος τοπογράφησε το επίδικο ακίνητο κατά το έτος 2007 προκύπτει πως κατά το χρόνο αυτό εξακολουθούσαν να υφίστανται εντός του επιδίκου ερειπωμένο λιθόκτιστο κτίσμα χωρίς στέγη στην ανατολική πλευρά του τμήματος Ε1, λώροι-πεζούλια (δηλαδή βαθμίδες εδάφους) με τοίχους αντιστήριξης από ξερολιθιές, προκειμένου να συγκρατούν το έδαφος, λόγω της μικρής κλίσης που παρουσιάζει όλο το ακίνητο και διάσπαρτα μεγάλης ηλικίας ελαιόδεντρα.

Εξάλλου και ο εξετασθείς ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου μάρτυρας απόδειξης Ε. Γ.ς, ιδιοκτήτης όμορου ακινήτου, κατέθεσε πως το ένδικο ακίνητο καλλιεργούσε ο Ζ. Φ. μέχρι το έτος 1960, ο οποίος είχε παράσχει στον πατέρα του άδεια να προβεί στην διάνοιξη της εντός του επιδίκου αγροτικής οδού προκειμένου να μεταβαίνει στην όμορη ιδιοκτησία του, μετά δε το έτος αυτό οι δικαιοπάροχοι του ενάγοντας διέκοψαν μεν την καλλιέργειά του λόγω μετανάστευσης, πλην όμως συνέχισαν να συλλέγουν τους καρπούς και να αφαιρούν την άγρια βλάστηση, ενώ μέσα στο ακίνητο εξακολουθεί να υφίσταται ερημωμένος στάβλος.

Στην υπ' αριθμ. πρωτ. 4500/08 πράξη χαρακτηρισμού έκτασης της Διεύθυνσης Δασών Δωδεκανήσου και την από 6-6-2008 έκθεση αυτοψίας αναφέρεται ότι τμήμα της ανωτέρω με στοιχεία Ε1 έκτασης παρουσιάζει παλιά τεκμήρια καλλιέργειας, ήτοι λιθόκτιστους τοίχους, οι οποίοι το χωρίζουν σε βαθμίδες, καθώς και έξι ελαιόδενδρα μεγάλης ηλικίας που φυτεύθησαν τεχνητά και μία χαρουπιά, ενώ ομοίως στο λοιπό τμήμα έκτασης 10.324,30 τ.μ.

της αυτής με στοιχεία Ε1 έκτασης υφίσταται ερειπωμένο κτίσμα. Από το συνημμένο στην υπ' αριθμ. πρωτ. 4500/08 πράξη χαρακτηρισμού της Διεύθυνσης Δασών Δωδεκανήσου τοπογραφικό διάγραμμα του Πολιτικού Μηχανικού ... προκύπτει ότι το ως άνω ακίνητο συνορεύει με αγροτικές ιδιωτικές ιδιοκτησίες και αγροτικές οδούς.

Στην από 27-3-2008 φωτοερμηνεία της δασολόγου Χ. Δ. αναφέρεται ότι κατά το έτος 1960, το σύνολο της έκτασης αποτελούσε αγρό, με διακρινόμενες βαθμίδες καλλιέργειας με διάσπαρτα και μεμονωμένα δασικά δένδρα που δεν ξεπερνούσαν το ποσοστό 3-5% και δεν επηρέαζαν τον χαρακτηρισμό της έκτασης ως γεωργικής. Στην ίδια έκθεση αναφέρεται ότι από τη φωτοερμηνεία έτους λήψης 1990 προκύπτει ότι κατά το ίδιο έτος το μεγαλύτερο τμήμα της ως άνω έκτασης καλυπτόταν με δασικά δένδρα και θάμνους σε ποσοστό εδαφοκάλυψης μεγαλύτερο του 50%, αποκτώντας τη μορφή δάσους τραχείας πεύκης.

Ο ενάγων ήδη από το έτος 1972, οπότε περιήλθε σε αυτόν η νομή του ακινήτου, ασκούσε διακατοχικές πράξεις νομής τουλάχιστον μέχρι το έτος 1985, μεριμνώντας, παρά τη μόνιμη κατοικία του στο εξωτερικό, για τη φροντίδα και επίβλεψη του ακινήτου, καθώς και για τη συλλογή των καρπών από τα ελαιόδενδρα, αναθέτοντας τις εργασίες αυτές σε εργάτριες από την Ό.

Κ., ο ίδιος δε επισκεπτόταν το ακίνητο κάθε φορά που μετέβαινε στην Κάρπαθο, όπως προκύπτει από την ως άνω ένορκη κατάθεση μάρτυρα Ε. Γ. και την ένορκη βεβαίωση του Μ. Λ.. Από τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι όλο το ακίνητο που απέκτησε ο ενάγων κατά το έτος 1972 ήταν αγροτικό, ότι τόσο ο ίδιος από το έτος 1972 όσο και οι δικαιοπάροχοί του τουλάχιστον από την 1.1.1932 και σε κάθε περίπτωση από την έναρξη της ισχύος του Ελληνικού Α.Κ.

στη Δωδεκάνησο την 30.12.1947, ασκούσαν πράξεις νομής στο επίδικο ακίνητο με διάνοια κυρίου και επομένως, προσμετρώντας και τον χρόνο νομής των δικαιόπαρόχων του, ο ενάγων έχει καταστεί κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, καθόσον, όπως εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη της απόφασης, στα νησιά της Δωδεκανήσου, πλην της Ρόδου και της Κω, τα οποία δεν ήταν "δορυάλωτα" δηλαδή δεν είχαν κατακτηθεί με τα όπλα, το Οθωμανικό Κράτος όχι μόνο δεν δήμευσε τη γη, αλλά παραχώρησε δικαιώματα, με αποτέλεσμα όλα ανεξαιρέτως τα κτήματα που κατείχαν, νέμονταν και εξουσίαζαν από τότε οι κάτοικοι των νησιών αυτών να ανήκουν στην ιδιοκτησία τους ως "γαίες μουλκ".

Οι ισχυρισμοί του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου περί ιδίας κυριότητας επί των επίδικων τμημάτων, λόγω της φύσης αυτών ως δημόσιας γαίας "εραζί εμιριέ ή αρζί-μιρί" κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Ειδικότερα οι ισχυρισμοί του εναγομένου ότι τα επίδικα τμήματα του ακινήτου του ενάγοντας περιήλθαν στον ίδιο ως δασικά, κατά διαδοχή από το Ιταλικό Δημόσιο, ουδόλως αποδείχθηκαν.

Αντίθετα, όπως ήδη εκτέθηκε, από την φωτοερμηνεία των αεροφωτογραφιών του έτους 1960 από την δασολόγο της Διεύθυνσης Δασών Χ. Δ. αποδεικνύεται πως όλη η έκταση κατά το έτος 1960 χαρακτηριζόταν ως γεωργική, αποτελούσε αγρό και συνόρευε προς όλες τις κατευθύνσεις με γεωργικές εκτάσεις.". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση ως αβάσιμη, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο και ειδικότερα δεχόμενο α) ότι το επίδικο ακίνητο που βρίσκεται στην νήσο Κάρπαθο, δεν ήταν δάσος δηλαδή δημόσια έκταση αλλά από το 1897 ήταν καλλιεργήσιμη γη (αγροτικό ακίνητο), νομικής φύσης ελεύθερης ιδιοκτησίας (μούλκ) λόγω του ότι η Κάρπαθος δεν κατακτήθηκε με όπλα (δεν είναι "δορυάλωτο" νησί) από τους Οθωμανούς, οι οποίοι παραχώρησαν στους ιδιοκτήτες καλλιεργήσιμων γαιών το προνόμιο της ελεύθερης γαίας "μούλκ" και β) ότι αυτό τουλάχιστον από το 1932 και μετά, εξουσιάζονταν και καλλιεργούνταν συνεχώς με διάνοια κυρίου από τους απώτατους και απώτερους δικαιοπαρόχους του ενάγοντα, ο δε τελευταίος συνέχισε μετά το 1972 που το απέκτησε ατύπως, να ασκεί διακατοχικές πράξεις νομής διανοία κυρίου έως την άσκηση της αγωγής και απέκτησε την κυριότητα με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, (προσμετρουμένου και του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων του) υπό την ισχύ του Ελληνικού Αστικού Κώδικα, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη της παρούσας, ορθά δεν εφάρμοσε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που επικαλείται το αναιρεσείον.

Ειδικότερα το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 1,2,3,4,5,78, 91-102 και 103-105 του Οθωμανικού νόμου περί διακρίσεως γαιών της 7ης Ραμαζάν 1274 (1856) διότι το επίδικο ακίνητο ως καλλιεργήσιμη γη, εξουσιάζονταν και καλλιεργούνταν από ιδιώτες κατά το χρόνο που η Δωδεκάνησος περιήλθε στους Οθωμανούς, βρισκόταν στη μη "δορυάλωτη" περιοχή της νήσου Καρπάθου και με την παραχώρηση από το Οθωμανικό Κράτος των καλλιεργήσιμων ακινήτων στους ιδιώτες που ήδη τα κατείχαν και τα καλλιεργούσαν, είχε αποκτήσει τη νομική φύση "μουλκ" δηλαδή ελεύθερης γαίας, επιδεκτικής χρησικτησίας μετά την εισαγωγή του Ιταλικού ΑΚ ήτοι μετά το 1932 αλλά και μετά την ισχύ του Ελληνικού Αστικού Κώδικα το 1947, σύμφωνα τα εκτεθέντα στην παραπάνω νομική σκέψη.

Περαιτέρω δεν συνέτρεχε λόγος εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 1 και 2 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας δημοσίων κτημάτων" καθώς και των άρθρων 1, 2 και 4α, β,δ, ε, στ και 65 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου, αφού κατά τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά με την προσβαλλομένη απόφαση, το επίδικο ήταν ελεύθερη γαία, νομικής φύσης "μουλκ" και όχι δημόσια γη ούτε ανήκει στην ιδιωτική περιουσία του Δημοσίου ώστε να υπάρξει λόγος εφαρμογής των διατάξεων αυτών που αναφέρονται στα δημόσια κτήματα και στη μη παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου επ' αυτών.

Τέλος σε εσφαλμένη προϋπόθεση στηρίζεται και είναι απαράδεκτη η αποδιδόμενη με τον ίδιο λόγο πλημμέλεια της ευθείας παράβασης των διατάξεων του άρθρου 9 του ν. 2100/1952 "περί οργανισμού Ακινήτου Περιουσίας Δημοσίου στα Δωδεκάνησα" αφού το Εφετείο δεν ασχολήθηκε με την εφαρμογή τους ούτε ήταν εφαρμοστέες, με βάση τις παραδοχές του ότι το επίδικο ήταν ελεύθερη ιδιοκτησία, νομικής φύσης "μουλκ" και όχι δημόσια γη ενώ η προσβαλλομένη απόφαση δεν περιέχει παραδοχή περί παντελούς ανυπαρξίας δημοσίων γαιών στην Κάρπαθο.

Επομένως ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της ευθείας παράβασης των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων του νόμου, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθία τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη το αναιρεσιβλήτου, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού, (αρθ 176, 183, 191 παράγραφος 2 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως κατ' άρθρο 22 παράγραφος 1 του νόμου 3693/1957, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την 134423/1992 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13-10-2020 και με αρ. καταθ. 42/22-10-2020 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της με αρ. 115/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Μαρτίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Μαρτίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ