Supreme Court allows appeal against small claims judgment due to insufficient reasoning on set-off defense.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against a final judgment from the Thessaloniki Peace Court regarding a transport contract dispute. The appellant argued the lower court failed to properly reason its rejection of their set-off defense claim. The court found the reasoning insufficient regarding the status of the counterclaim and remanded the case for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560 no. 6 and 580 para. 3 of the Code of Civil Procedure; A judgment is subject to appeal if it lacks sufficient reasoning on a substantive defense like set-off, requiring remittal for further examination.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 544 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 544/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Μαρία Πετσάλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "....", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Σιάρκο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Γκιουλέκα και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/5/2017 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκε η 950/2019 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21/9/2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά τη διαδικασία των μικροδιαφορών υπ' αρ. 950/2019 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε δεκτή η από 17-5-2017 αγωγή της αναιρεσίβλητης εταιρείας και υποχρεώθηκε η αναιρεσείουσα να της καταβάλει το ποσό των 2.445,80 ευρώ πλέον των νομίμων τόκων για την εκτέλεση για λογαριασμό της των αναφερομένων στην αγωγή συμβάσεων μεταφορών. Η αίτηση αναιρέσεως, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564παρ.3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αρ. 3 ΚΠολΔ).
Η σύμβαση χερσαίας οδικής μεταφοράς πραγμάτων, με την οποία ο μεταφορέας αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταφέρει οδικώς ορισμένα πράγματα από έναν τόπο σε άλλον, αντί της συμφωνηθείσας αμοιβής (κομίστρου), διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 95-107 του ΕμπΝ και ιδίως από αυτήν του άρθρου 104 του ΕμπΝ. Η σύμβαση αυτή φέρει το χαρακτήρα της συμβάσεως έργου, ως αποβλέπουσα σε ορισμένο αποτέλεσμα, που συνίσταται στην εκτέλεση της μεταφοράς χωρίς βλάβη ή απώλεια και, συνεπώς, εφαρμόζονται σε αυτή συμπληρωματικά, για όσα θέματα δεν ρυθμίζονται από τις διατάξεις αυτές, εκείνες των άρθρων 681 επ.
Α.Κ. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 της από 19-5-1956 Διεθνούς Συμβάσεως της Γενεύης "επί του συμβολαίου δια τη διεθνή μεταφοράν εμπορευμάτων οδικώς (...)", η οποία κυρώθηκε με το ν. 559/1977 και αποτελεί εσωτερικό δίκαιο, υπερισχύουσα κάθε αντιθέτου διατάξεως νόμου (άρθρο 28 παρ. 1 Συν/τος), η σύμβαση αυτή έχει εφαρμογή σε κάθε συμβόλαιο για την οδική, με οχήματα, μεταφορά εμπορευμάτων επ' αμοιβή, όταν ο τόπος παραλαβής των εμπορευμάτων και ο οριζόμενος προς παράδοση τόπος, όπως καθορίζονται στο συμβόλαιο, βρίσκονται σε διαφορετικές χώρες, από τις οποίες η μία τουλάχιστον είναι συμβαλλόμενη χώρα, ασχέτως του τόπου διαμονής και εθνικότητας των συμβαλλομένων.
Από τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 της Συμβάσεως αυτής προκύπτει ότι σε περίπτωση μεταφοράς εμπορευμάτων οδικώς, που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της, ο μεταφορέας ευθύνεται για την ολική ή μερική απώλεια των εμπορευμάτων και για τη βλάβη αυτών, που λαμβάνει χώρα μεταξύ του χρόνου κατά τον οποίο παραλαμβάνει τα εμπορεύματα και του χρόνου της παραδόσεως αυτών, καθώς επίσης και για οποιαδήποτε καθυστέρηση παραδόσεως (ΑΠ 479/2006).
Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 5 της Συμβάσεως σε περίπτωση καθυστερήσεως παραδόσεως των πραγμάτων, όπως η έννοια της καθυστερήσεως ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 19 της ίδιας Συμβάσεως (ήτοι μη παράδοση στο συμφωνηθέντα χρόνο και μη υπάρχοντος τέτοιου, μετά την παρέλευση του ευλόγου χρόνου για τη μεταφορά), ο δικαιούχος δικαιούται να απαιτήσει κάθε ζημία που υπέστη και που βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια με την καθυστέρηση, με όριο όμως τη δαπάνη μεταφοράς.
Για όσα όμως θέματα δεν ρυθμίζονται από τη Διεθνή Σύμβαση στις διεθνείς χερσαίες μεταφορές εφαρμόζονται συμπληρωματικά οι διατάξεις των άρθρων 95-107 του ΕμπΝ και 681 επ. του ΑΚ. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών σαφώς προκύπτει ότι, εφόσον ο μεταφορέας εκπλήρωσε τη δια της συμβάσεως μεταφοράς αναληφθείσα απ' αυτόν υποχρέωση προς μεταφορά και παράδοση των πραγμάτων, ο αποστολέας (ή ο παραλήπτης) υποχρεούται στην καταβολή του συμφωνηθέντος κομίστρου.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του 686 εδ. β' ΑΚ, η οποία ορίζει ότι, όταν υπάρχει υπερημερία εργολάβου, διατηρούνται ακέραια τα δικαιώματα που έχει ο εργοδότης εξαιτίας της, προκύπτει ότι μετά την πάροδο του χρόνου παραδόσεως του έργου, δεν εφαρμόζεται η 686 εδ. α ΑΚ, αλλά η ανώμαλη εξέλιξη της ενοχής ή υπερημερία του εργολάβου και η εκπλήρωση των υποχρεώσεων του τελευταίου κρίνονται με τις γενικές διατάξεις (ΑΠ 1047/2023, ΑΠ 464/2022).
Συγκεκριμένα, ο εργοδότης, σε περίπτωση υπερημερίας του εργολάβου περί την εκτέλεση και παράδοση του έργου, έχει τα δικαιώματα των άρθρων 383 έως 385 ΑΚ, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η υπαναχώρηση, αποτέλεσμα της οποίας κατά το άρθρο 389ΑΚ που εφαρμόζεται και επί νόμιμης υπαναχωρήσεως, σε συνδυασμό με τα άρθρα 904 και 911 ΑΚ, είναι ότι η σύμβαση καταργείται αναδρομικά (ex tunk), αποσβήνεται η υποχρέωση προς παροχή και οι παροχές που δόθηκαν αναζητούνται κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΑΠ 464/2022, ΑΠ 1922/2009).
Τις προϋποθέσεις γεννήσεως του δικαιώματος υπαναχωρήσεως βάσει των παραπάνω διατάξεων φέρει το βάρος να επικαλεστεί και αποδείξει ο εργοδότης (338ΚΠολΔ). Εξάλλου, τα άρθρα 440 και 441 ΑΚ που ρυθμίζουν το συμψηφισμό ορίζουν το μεν πρώτο ότι:"Ο συμψηφισμός επιφέρει απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων απαιτήσεων, όσο καλύπτονται, αν είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες", το δε δεύτερο ότι "Ο Συμψηφισμός επέρχεται αν ο ένας τον επικαλεστεί με δήλωση προς τον άλλο.
Η πρόταση συμψηφισμού επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων από τότε που συνυπήρξαν". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι το διαπλαστικό δικαίωμα της προτάσεως του συμψηφισμού δημιουργείται από τη στιγμή που δύο αντίθετες απαιτήσεις που πληρούν τις προϋποθέσεις του συμψηφισμού θα συνυπάρξουν.
Ο δικαιούχος της κάθε απαιτήσεως έχει συνεπώς, από το χρονικό αυτό σημείο το δικαίωμα να αποσβέσει την απαίτηση του δανειστή του (κύρια ή ενεργητική απαίτηση), προτείνοντας την ανταπαίτησή του (παθητική απαίτηση) σε συμψηφισμό, επέρχεται δε με την πρότασή του απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων στο μέτρο κατά το οποίο καλύπτονται αναδρομικά, ανεξάρτητα από το αν θα γίνει ή όχι αποδεκτή από εκείνον στον οποίο απευθύνεται.
Απαίτηση και ανταπαίτηση πρέπει να είναι τέλειες, δηλαδή να είναι ληξιπρόθεσμες, να μην τελούν υπό αίρεση ή προθεσμία, να μην υπόκεινται σε ανατρεπτική ή αναβλητική ένσταση και να είναι αγώγιμες, δηλαδή να μην είναι απλώς φυσικές ενοχές. Ο νόμος δεν απαιτεί, ως όρο του συμψηφισμού, ταυτότητα του νομικού λόγου που στηρίζει τις αμοιβαίες απαιτήσεις ή συνάφεια της αιτίας τους αλλά ούτε και επιβάλλει η ανταπαίτηση που αντιτάσσεται προς συμψηφισμό να είναι εκκαθαρισμένη.
Η πρόταση του συμψηφισμού μπορεί να λάβει χώρα είτε εξώδικα είτε ενώπιον δικαστηρίου με τη μορφή ενστάσεως (ΑΠ 43/2022, ΑΠ 695/2020). Αν ο διάδικος επικαλεσθεί κατά τη διάρκεια της δίκης μονομερή συμψηφισμό, που έγινε πριν από τη δίκη, τότε πρόκειται για απλή ένσταση εξοφλήσεως με συμψηφισμό (ΑΠ 486/2016, ΑΠ 294/2014). Κατά τη διάταξη του άρθρ. 560 αρ. 5 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται επί αποφάσεων ειρηνοδικείων και αποφάσεων πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής "πράγματα", των οποίων η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον προβλεπόμενο ως άνω αναιρετικό λόγο, αποτελούν οι αυτοτελείς, νόμιμοι και παραδεκτά προταθέντες στο δικαστήριο της ουσίας πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (ΟλΑΠ 3/1997), και όχι και οι μη νόμιμοι, επουσιώδεις και αλυσιτελείς ισχυρισμοί που δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και επί των οποίων το δικαστήριο δεν υποχρεούται ν' απαντήσει, ούτε η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 394/2021, ΑΠ 1721/2012).
Με τους πρώτο και τρίτο λόγους της αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος τους, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Ειρηνοδικείο δεν έλαβε υπόψη τους περιεχόμενους στις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις της αυτοτελείς ισχυρισμούς της που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης:
α) της μερικής εξοφλήσεως του πρώτου αγωγικού κονδυλίου από το υπ' αρ. ... τιμολόγιο της αναιρεσίβλητης, συνολικού ποσού 2.700 ευρώ, που έλαβε χώρα με εξώδικο (πριν την άσκηση της αγωγής) συμψηφισμό ανταπαιτήσεώς της ποσού 1.460 ευρώ, από αποζημίωση λόγω πλημμελούς εκτελέσεως της μεταφοράς και β) της υπαναχωρήσεως αυτής από τη σύμβαση μεταφοράς, εξαιτίας της υπερημερίας της αναιρεσίβλητης, με συνέπεια να μην οφείλεται το δέκατο τιμολόγιο ποσού 930 ευρώ.
Από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου των προτάσεων, που νομίμως είχε καταθέσει η αναιρεσείουσα κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο του παραπάνω δικαστηρίου, προκύπτει ότι η τελευταία είχε προβάλει με αυτές τους κάτωθι ισχυρισμούς: 1) Ότι η πρώτη μεταφορά, για την οποία εκδόθηκε το υπ' αρ. ...
τιμολόγιο ποσού 2.700 ευρώ της αναιρεσίβλητης, αφορούσε έπιπλα (342 ξεχωριστά επιμέρους τμήματα επίπλων γραφείου, συσκευασμένα σε 158 πακέτα συνολικού βάρους 2,5 τόνων), που η τελευταία συμφώνησε να μεταφέρει και παραδώσει, το αργότερο έως την 24η Ιουνίου 2016, στην εδρεύουσα στο Παρίσι παραλήπτρια εταιρεία "...".
Ότι τελικά τα πράγματα έφθασαν στην έδρα της παραλήπτριας και εκφορτώθηκαν στις 27-6-2016 περί ώρα τοπική 17.30, οπότε και άρχισε η συναρμολόγηση των επίπλων, η οποία ολοκληρώθηκε περί ώρα 02.00 πρωινή της επόμενης ημέρας (28-6-2016). Ότι ένεκα της καθυστερήσεως στην παράδοση των παραπάνω επίπλων στην έδρα της παραλήπτριας, για την οποία υπεύθυνη είναι η αναιρεσίβλητη μεταφορέας, ζημιώθηκε το συνολικό ποσό των 1.460 ευρώ, με το οποίο την χρέωσε επιπλέον η εταιρεία …… για την υπερωριακή απασχόληση του συνεργείου των τεχνιτών που συναρμολόγησε και τοποθέτησε τα έπιπλα, καθώς και για τα έξοδα αυτών, που έγιναν λόγω της μη παραδόσεως των πραγμάτων στο συμφωνηθέντα χρόνο.
Ότι στις 14-11-2016 (πριν την άσκηση της αγωγής) προέβαλε με ηλεκτρονικό μήνυμα που απέστειλε στην αναιρεσίβλητη την παραπάνω ανταπαίτησή της, ύψους 1.460 ευρώ σε συμψηφισμό με αντίστοιχο μέρος της οφειλής της από το εκδοθέν ως άνω τιμολόγιο της αναιρεσίβλητης, ποσού 2.700 ευρώ. Ότι η οφειλή από το παραπάνω τιμολόγιο είχε, πριν την άσκηση της αγωγής, ολοσχερώς εξοφληθεί, αφού ποσό 1.460 ευρώ καταβλήθηκε ως άνω συμψηφιστικά και ποσό 1.240 ευρώ καταβλήθηκε με μετρητά και με την καταβολή του χρηματικού ποσού των 480 ευρώ εξοφλήθηκε και το δεύτερο τιμολόγιο της αναιρεσίβλητης (...). 2) Ότι στις 9-2-2017 η αναιρεσίβλητη ανέλαβε να μεταφέρει από την Ρουμανία και να της παραδώσει στην έδρα της 23,1 τόνους πέλετ, συσκευασμένους σε 21 μεγάλους σάκους, αξίας 3.150 ευρώ έναντι αμοιβής 930 ευρώ, εκδοθέντος για τη μεταφορά αυτή του δέκατου αναφερόμενου στην αγωγή τιμολογίου (υπ' αρ. 01 Β0 074258/22-2-2017).
Επειδή η αναιρεσίβλητη δεν της παρέδωσε τα παραπάνω πράγματα, με την από 19-2-2017 εξώδικη δήλωσή της, της έταξε προθεσμία έως τις 22-2-2017 προκειμένου να της παραδώσει το φορτίο, με την επισήμανση ότι μετά την παρέλευση της προθεσμίας αυτής δεν επρόκειτο να αποδεχθεί την παραλαβή του φορτίου, επιφυλασσόμενη του δικαιώματός της για υπαναχώρηση.
Ότι παρελθούσης άπρακτης της άνω προθεσμίας, με την από 23-2-2017 εξώδικη δήλωσή της προς την αναιρεσίβλητη υπαναχώρησε από την ανωτέρω σύμβαση. Ότι κατόπιν αυτού δεν οφείλει το ποσό των 930 ευρώ του ως άνω τιμολογίου, που εκδόθηκε για αυτή τη μεταφορά.
Περαιτέρω, το Ειρηνοδικείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα διατηρεί επιχείρηση διεθνών και εθνικών μεταφορών. Κατά το χρονικό διάστημα από 22-06-2016 έως 22-02-2017 και κατά τις αναφερόμενες, στα ενσωματωμένα στην αγωγή τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, ημεροχρονολογίες η ενάγουσα συμφώνησε με την εναγόμενη, στο υποκατάστημα της στη Θεσσαλονίκη, ανέλαβε και εκτέλεσε τις περιγραφόμενες στα άνω τιμολόγια, υπηρεσίες (δέκα μεταφορές), τις οποίες δεν αμφισβητεί η εναγόμενη αντί συνολικής αμοιβής 5.570,08 ευρώ.
Η εναγόμενη κατέβαλε έναντι της αμοιβής ποσό 1.720,00 ευρώ, το οποίο καταλογίστηκε στην αξία του πρώτου τιμολογίου και απέμεινε υπόλοιπο από το τιμολόγιο αυτό ποσό 980,00 ευρώ και συνολικό υπόλοιπο 3.850,08 ευρώ. Περαιτέρω εκδόθηκε η με αρ. 93/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Σερρών η οποία έκανε εν μέρει δεκτή αγωγή της εναγόμενης κατά της ενάγουσας και επιδίκασε σε αυτή ποσό 2.245,72 ευρώ, δέχεται δε μεταξύ των άλλων ότι η ενάγουσα τότε εναγόμενη έχει ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις ποσού 1.404,28 ευρώ από την εναγόμενη.
Κατά αυτό το ποσό που αφορά τα με αρ. 3, 4, 5, 6, 7, και 8 κονδύλια της κρινόμενης αγωγής υφίσταται δεδικασμένο και πρέπει να αφαιρεθεί από την οφειλή της εναγόμενης δηλαδή (3.850,08- 1.404,28=) 2.445,80 ευρώ, ποσό στο οποίο περιορίστηκε το αίτημα της αγωγής. Ως προς τα λοιπά κονδύλια κατά τα οποία η εναγόμενη πρόβαλε ένσταση συμψηφισμού η απαίτηση της δεν είναι βεβαία και εκκαθαρισμένη και γι' αυτό πρέπει να απορριφθεί η σχετική ένσταση.
Κατά συνέπεια, σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, η υπό κρίση αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 2.445,80 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής διότι δεν αποδείχθηκε ότι είχε συμφωνηθεί ως δήλη ημέρα για την πληρωμή κάθε τιμολογίου η 60η ημέρα από την έκδοση αυτού...".
Από τις παραπάνω παραδοχές προκύπτει ότι το Ειρηνοδικείο δεν έλαβε υπόψη τους ως άνω ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας της εξοφλήσεως και της υπαναχωρήσεως από τη σύμβαση, οι οποίοι συναρτώνται με το ουσιώδες ζήτημα της οφειλής ή μη των επίδικων τιμολογίων. Επομένως, οι πρώτος και τρίτος λόγοι της αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος τους, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι, ενώ παρέλκει η εξέτασή τους κατά το δεύτερο σκέλος αυτών, με το οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια από το άρθρο 560 αρ. 6 ΚΠολΔ.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ ή, αναλόγως, του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ή αναλόγως του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1050/2021, ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 845/2012, ΑΠ 1351/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την, από τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 του Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια, ισχυριζόμενη ότι το Ειρηνοδικείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 440, 441 ΑΚ, καθόσον με ανεπαρκή αιτιολογία απέρριψε την ένστασή της για συμψηφισμό της ανταπαιτήσεώς της, ποσού 1.745,72 ευρώ που έχει επιδικασθεί τελεσιδίκως, με την απαίτηση της αναιρεσίβλητης από το ένατο τιμολόγιο, ποσού 55,80 ευρώ.
Από τις προαναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Ειρηνοδικείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ως άνω ένσταση συμψηφισμού της αναιρεσείουσας με την ειδικότερη αιτιολογία ότι η ανταπαίτηση "δεν είναι βεβαία και εκκαθαρισμένη". Ωστόσο, δεν παρατίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση επαρκώς και με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που αποκλείουν τον συμψηφισμό της ανταπαιτήσεως της αναιρεσείουσας με την απαίτηση της αναιρεσίβλητης και συγκεκριμένα εκείνα από τα οποία προκύπτει ότι η ανταπαίτηση της αναιρεσείουσας δεν είναι τέλεια, ή ληξιπρόθεσμη είτε γιατί τυχόν τελεί υπό αίρεση ή προθεσμία, ή υπόκειται σε ανατρεπτική ή αναβλητική ένσταση.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Μετά ταύτα, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183, 189 αριθμ.1,191 αριθμ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ 950/2019 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Ειρηνοδικείο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή.
Διατάσσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος απ' αυτήν παραβόλου.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Ιανουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Απριλίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ