Legislator Case Law & Legislation
544/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against debt restructuring ruling, upholding creditor's right to challenge favorable terms.

Case Number 544/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the Debtors' and Loans' Trust Fund against a lower court ruling in a debt restructuring case. The Trust Fund argued the debtor lacked sufficient debts to qualify for the special legal regime, but the court found the lower court correctly identified the debtor's income and debt details. The court ruled that the debtor's financial situation met the statutory requirements for debt relief, making the appeal unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Art. 1 para. 1 of Law 3869/2010; Art. 4 para. 1 of Law 3869/2010: A debtor qualifies for debt restructuring and discharge only if they demonstrate permanent insolvency without fraud, and the creditor's evidence of fraud is not required if the debtor's financial status objectively meets the statutory criteria.

Keywords

AI generated
debt restructuring insolvency regime creditor appeal permanent insolvency fraud requirement income verification discharge of debt

Cited Legislation

AI generated
Art. 1 para. 1 of Law 3869/2010
Art. 4 para. 1 of Law 3869/2010
Art. 2 of Law 4336/2015
Art. 560 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 560 para. 6 of the Code of Civil Procedure
Art. 746 of the Code of Civil Procedure
Art. 3 of Law 3869/2010
Art. 8 para. 6 of Law 3869/2010

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 544 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 544/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ανδριανή Κατσαρού, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Της αναιρεσίβλητης: Δ. Δ. του Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Μπαλμπούζη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-10-2014 αίτηση της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αλεξανδρούπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 259/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 83/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 5-3-2020 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Βάρκα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με το άρθρο 1 παρ.1 του ν.3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως ίσχυε πριν αντικατασταθεί με την παρ. 1 του άρθρου 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α4 του άρθρου 2 του ν.4336/2015 και εφαρμόζεται στην επίδικη περίπτωση (άρθρ. 2 ΥΠΟΠΑΡ. Α4 άρθρ. 2 παρ. 5 του ίδιου νόμου 4336/2015), ως εκ του χρόνου υποβολής - κατάθεσης, στις 5-11 -2014, της ένδικης, από 21-10-2014, αίτησης του άρθρου 4 παρ. 1 ν.3869/2010, "φυσικά πρόσωπα, που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή τους.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου για τη ρύθμιση των οφειλών του και απαλλαγή από το υπόλοιπο αυτών, πρέπει να βρίσκεται σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμών, που πρέπει να την περιγράψει στην αίτησή του και, ακολούθως, να αποδείξει και που δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου), πάντως, η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή (ΑΠ 65/2017, ΑΠ 1299/2015, ΑΠ 1226/2014).

Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα χρέη του που καθίστανται ληξιπρόθεσμα και απαιτητά (όταν επέλθει ο χρόνος εκπλήρωσής τους, όπως αυτός καθορίζεται από τη δικαιοπραξία ή από τις περιστάσεις ή από τη φύση της ενοχικής σχέσης, κατ' άρθρα 323 και 340 ΑΚ), έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.

Δεν χρειάζεται να είναι όλες οι απαιτήσεις ληξιπρόθεσμες κατά τη στιγμή της αδυναμίας των πληρωμών. Αρκεί να είναι έστω και μία, ως προϋπόθεση για την έναρξη της διαδικασίας του ν.3869/2010, με την εξαίρεση που θα αναπτυχθεί στη συνέχεια, εφόσον, βέβαια, συντρέχει και η άλλη πιο πάνω προϋπόθεση της μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμών, αλλιώς, ο οφειλέτης ασκεί πρόωρα το δικαίωμά του και η αίτησή του θα απορριφθεί.

Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Ειδικότερα, η αδυναμία του οφειλέτη να αντεπεξέλθει στις οφειλές του κρίνεται συνολικά με βάση τη σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του.

Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη όσο και αυτή που διαμορφώνεται κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων (ΑΠ 882/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018).

Επισημαίνεται ότι η εν λόγω αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογένειάς του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, τη διατήρηση - εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβίωσης του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του (ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 1208/2017).

Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της κατάθεσης της αίτησης και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή σύνταξης, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ. (ΑΠ 882/2019, ΑΠ 551/2018).

Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον. Πράξεις που φανερώνουν μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη για την αντιμετώπιση ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του μπορούν ενδεικτικά να αποτελέσουν διαμαρτυρικά συναλλαγματικών για τη μη πληρωμή, επιταγές που δεν πληρώθηκαν κατά την εμπρόθεσμη εμφάνισή τους προς πληρωμή, διαταγές πληρωμής πιστωτικών τίτλων, τελεσίδικες καταψηφιστικές δικαστικές αποφάσεις, αιτήματα του οφειλέτη που διατυπώνονται σε επιστολές προς δανειστές για φιλικό διακανονισμό κ.λπ. (ΑΠ 1208/2017, ΑΠ 951/2015).

Εξάλλου, ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 62 του ν. 2214/1994 'Αντικειμενικό σύστημα φορολογίας εισοδήματος και άλλες διατάξεις" ότι για την εξυπηρέτηση και ασφάλιση των τοκοχρεολυτικών δανείων που χορηγούνται από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (εφεξής ΤΠΔ) για την απόκτηση πρώτης κατοικίας από δημόσιους υπαλλήλους, συνταξιούχους και λοιπούς δικαιούμενους, κατά την κείμενη νομοθεσία, κάθε δανειζόμενος υποχρεούται να εκχωρήσει υπέρ του δανειστή:

α) μέχρι τα 6/10 όλων γενικά των τακτικών μηνιαίων απολαβών του (μισθός, επιδόματα, μηνιαία αναλογία δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα, ΔΙΒΕΕΤ κ.λπ.), β) μέχρι τα 6/10 της κύριας και επικουρικής σύνταξής του και όλων γενικά των μερισμάτων και άλλων παροχών που τακτικά λαμβάνει από τα ασφαλιστικά του ταμεία (τα ποσοστά αυτά των εδαφίων α' και β' μειώθηκαν σε 3/10 σύμφωνα με την ΥΑ2/19843/0094 που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 677/Β/7-3-2012), γ) τα 3/4 από το εφάπαξ βοήθημα που χορηγείται σ' αυτόν από οποιοδήποτε ασφαλιστικό του φορέα ή από την οριζόμενη από την εργατική νομοθεσία αποζημίωση λόγω λύσης της εργασιακής σχέσεως (παρ. 1).

Οι εκχωρήσεις αυτές είναι ισχυρές, ενώ καταργείται κάθε αντίθετη γενική ή ειδική διάταξη (παρ. 2). Τροποποιήσεις και συμπληρώσεις του άρθρου 62 του ν. 2214/1994 επέφεραν οι νόμοι 2592/1998, 3453/2006, 3867/2010 και 4038/2012. Επίσης, κατά το άρθρο 25 παρ. 6 του ν. 3867/2010, με αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου του ΤΠΔ, μπορούν, ύστερα από αίτηση του υπόχρεου, να καθορίζονται όροι εξυπηρέτησης, επιμέρους συμφωνίες των δανειακών συμβάσεων και η διευθέτηση των τόκων υπερημερίας των μη κανονικά εξυπηρετούμενων, οποιουδήποτε είδους, δανειακών συμβάσεων που έχει χορηγήσει προς φυσικά πρόσωπα το ΤΠΔ.

Από όλες τις προπαρατιθέμενες διατάξεις προκύπτει ότι στη ρύθμιση του ν. 3869/2010 υπάγονται και οφειλές από στεγαστικά δάνεια, τα οποία το ΤΠΔ χορήγησε σε υπαλλήλους που συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις της κείμενης νομοθεσίας και τα οποία οι δανειολήπτες εξοφλούν με επιτρεπόμενη, κατά νόμο, (προ)εκχώρηση του οριζόμενου ποσοστού των μηνιαίων απολαβών τους.

Στην περίπτωση που ο νόμος ήθελε να εξαιρέσει από τη ρύθμιση αυτή τις οφειλές από δάνεια προς το παραπάνω πιστωτικό ίδρυμα θα το είχε πράξει ρητά, όπως έπραξε με την προσθήκη της γ' περίπτωσης στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν.3869/2010 με το άρθρο 20 παρ. 15 του ν. 4019/2011, όπου προβλέφθηκε εξαίρεση από την προκείμενη ρύθμιση των χορηγούμενων δανείων σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 15 και 16 του ν. 3586/2007, ενώ, ούτε στις προβλεπόμενες εξαιρέσεις του τροποποιημένου, κατά τα προαναφερόμενα, άρθρου 1 παρ. 4 του ίδιου ν. 3869/2010, συμπεριλαμβάνεται η οφειλή προς το ΤΠΔ.

Εξάλλου, δεν προκύπτει εξαίρεση ούτε από τη ρύθμιση του άρθρου 25 παρ. 6 του ν. 3867/2010, με την οποία παρέχεται η δυνατότητα στον δανειολήπτη να ζητήσει - επιτύχει με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ΤΠΔ ευνοϊκότερους όρους εξυπηρέτησης των δανειακών συμβάσεων (ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 1031/2015). Σε κάθε περίπτωση, η εξαίρεση των δανείων του ΤΠΔ από τη ρύθμιση του ν. 3869/2010 θα προσέκρουε στην αρχή της ισότητας, που προβλέπεται από το άρθρο 4 του Συντάγματος, γι' αυτό οι δανειολήπτες του εν λόγω Ταμείου, σε σχέση με τους δανειολήπτες των υπόλοιπων πιστωτικών ιδρυμάτων, θα στερούνταν των ευνοϊκών διατάξεων του ν. 3869/2010, δεδομένου ότι από το ν. 3867/2010 δεν προκύπτουν ευνοϊκές διατάξεις ανάλογες του ν. 3869/2010, καθώς το άρθρο 25 παρ. 6 του ν. 3867/2010, όπως προεκτέθηκε, προβλέπει όρους διευκόλυνσης και εξυπηρέτησης των δανείων, όχι όμως και απαλλαγή, όπως προβλέπει ο ν. 3869/2010.

Με βάση όσα αναπτύχθηκαν, προκύπτει ότι στην περίπτωση οφειλών από στεγαστικά δάνεια που το ΤΠΔ χορήγησε σε υπαλλήλους και που οι δανειολήπτες εξοφλούν με εκχώρηση υπέρ του δανειστή ποσοστού των μηνιαίων απολαβών τους, η αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη δεν αναιρείται, όταν η εξόφληση του εν λόγω πιστωτή γίνεται σε βάρος των στοιχειωδών αναγκών του ίδιου του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του.

Και τούτο, γιατί η προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας επιβάλλει να χαρακτηριστεί ως αδυναμία πληρωμών η περίπτωση του οφειλέτη που ικανοποιεί το σύνολο των οφειλών του, αν διαθέτει για το σκοπό αυτόν ένα μεγάλο μέρος των εισοδημάτων του, αλλά χωρίς να εξασφαλίζει το στοιχειώδες επίπεδο διαβίωσης για τον ίδιο και την οικογένειά του.

Και το πρόσωπο αυτό βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών. Διαφορετική αντιμετώπιση θα προέτασσε την ικανοποίηση των πιστωτών σε βάρος της ανθρώπινης αξιοπρέπειας του οφειλέτη, ακόμη και της επιβίωσής του, κατάσταση που δεν γίνεται αποδεκτή από το γράμμα και το σκοπό του ν. 3869/2010 (ΑΠ 1379/2019).

Μάλιστα, στην περίπτωση αυτή, δηλαδή της οφειλής προς το ΤΠΔ από παροχή στεγαστικού δανείου με την παράλληλη, από το νόμο, υποχρέωση του δανειολήπτη να συνάψει με το ΤΠΔ σύμβαση εκχώρησης, ανακύπτει ανάγκη ο τελευταίος, έστω και αν το δάνειο του φέρεται να εξυπηρετείται κανονικά, λόγω της εκχώρησης του μισθού του κ.λπ., να επιδιώξει και επιτύχει ένταξη και υπαγωγή στη ρύθμιση του ν.3869/2010, αν έχει υποστεί σημαντική μείωση του μισθού ή της σύνταξής του, καθόσον η εκχώρηση που έγινε στο παρελθόν παραμένει, αναλογικά, σε υψηλό ποσό, αφού αυτή υπολογίστηκε στο αρχικό αυξημένο ποσό του μισθού ή της σύνταξης του δανειολήπτη - οφειλέτη (ΑΠ 257/2020).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ.1 εδάφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ 1 ΚΠολΔ. Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ.6 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν.4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ των άλλων, και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού), όπως είναι η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων στο παραπάνω άρθρο λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το ν. 4335/2015. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμ.19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, άρα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 560 αριθμ. 6 (ή 559 αριθμ.19) του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος Τέλος, κατά το άρθρο 14 του ν.3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και σε αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης, που δίκασε ως Εφετείο, με την πληττόμενη 83/2018 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ.3 εδάφ.β' ν.3869/2010, 739 επ. ΚΠολΔ), δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "....Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της έφεσής του το εκκαλούν επικαλείται ότι η απαίτησή του έναντι της εφεσίβλητης από το ανωτέρω στεγαστικό δάνειο, συνολικού ύψους 125.346,65 ευρώ δεν ήταν ληξιπρόθεσμη, καθώς παρακρατούνταν η δόση του δανείου από το μισθό της αιτούσας, μη πληρουμένης, κατ'αυτόν τον τρόπο, εκ του άρθρου 1 παρ.1 του Ν. 3869/2010 προϋπόθεσης του νόμου για την υπαγωγή της εφεσίβλητης στις ευνοϊκές ρυθμίσεις αυτού, περί "ληξιπροθέσμου" της απαίτησής της.

Πλην όμως, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν παραπάνω στη νομική σκέψη, το ληξιπρόθεσμο της οφειλής απαιτείται κατά νόμο ως στοιχείο για τη συγκρότηση της μόνιμης αδυναμίας και νομιμοποιεί την αιτούσα για την υποβολή της αίτησης προς υπαγωγή στις ρυθμίσεις του νόμου 3869/2010, με συνέπεια η σχετική προϋπόθεση τη αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών να δύναται να πληρούται και όταν ο οφειλέτης με βάση τα εισοδήματά του δύναται μεν να εξοφλεί ακόμη και το σύνολο των χρεών του (και μη ληξιπρόθεσμων) αλλά και σε βάρος των βασικών βιοτικών αναγκών του, ερμηνεία που καθίσταται ιδιαίτερα επιβεβλημένη όταν υφίσταται αναγκαστική εκπλήρωση της παροχής του οφειλέτη με παρακράτηση της δόσης του δανείου, εφόσον, η παρακράτηση αυτή που γίνεται παρά τη βούλησή του, στερεί από αυτόν τη δυνατότητα να ανταποκριθεί σε βασικές του δαπάνες.

Εν προκειμένω, όπως αποδεικνύεται από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, ειδικότερα δε από τις προσκομιζόμενες από το εκκαλούν από 13-12-2017 και 15-03- 2017 καταστάσεις οφειλών της εφεσίβλητης, η τελευταία όφειλε σε αυτό από την υπ'αριθμ. .../08-06-2007 σύμβαση στεγαστικού δανείου που κατήρτισε μαζί του το συνολικό ποσό των 125.346,65 ευρώ.

Η ανωτέρω απαίτηση είναι εμπραγμάτως εξασφαλισμένη με υποθήκη μέχρι του ποσού των 147.000,00 ευρώ που ενεγράφη υπέρ του εκκαλούντος στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Αλεξανδρούπολης, στον τόμο ... και με αυξ. Αριθμό…, επί μίας μεζονέτας που βρίσκεται στην…, επί της οδού ... αρ…, στο με αριθμό ... Ο.Τ. και αποτελείται από το με εσωτερική αρίθμηση ΓΑΜΑ ΔΥΟ (Γ-2) διαμέρισμα του τρίτου ορόφου, εμβαδού 38,62 τ.μ.

Η μεζονέτα αυτή έχει επίσης ως παρακολούθημα μία αποθήκη στο υπόγειο της οικοδομής με αρίθμηση έξι (6) εμβαδού 4,32 τ.μ. και μία θέση στάθμευσης αυτοκινήτου στην πυλωτή της οικοδομής με αρίθμηση No 3 εμβαδού 12 τ.μ. Η αντικειμενική αξία του διαμερίσματος ανέρχεται στο ποσό των 83.631,24 ευρώ (ΦΑΠ 2013). Για την εξυπηρέτηση του παραπάνω δανείου η εφεσίβλητη εκχώρησε, σύμφωνα με τις διατάξεις τακτικών μηνιαίων απολαβών της, ως και δικαιώματά της επί της κύριας και επικουρικής συντάξεώς της, το οποίο σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 2/19843/009/07-03-2012 υπουργική απόφαση (ΦΕΚ 677/07-03-2012) μειώθηκε στα 3/10.

Δυνάμει δε της σύμβασης αυτής (σύμβασης εκχώρησης) το παραπάνω νομικό πρόσωπο παρακρατούσε από το μηνιαίο μισθό της αιτούσας το ποσό των 726,42 ευρώ μέχρι και το χρόνο δημοσίευσης (17-03-2015) της υπ' αριθμ. 232/2015 προσωρινής διαταγής που εκδόθηκε κατά τις διατάξεις του άρθρ. 5 παρ.2 Ν. 3869/2010 επί της από 21-10-2014 αιτήσεώς της (οπότε η παρακράτηση μειώθηκε στο ποσό των 400,00 ευρώ).

Συνεπεία της συμβάσεως αυτής (εκχώρησης-παρακράτησης) αφενός μεν κατά το χρόνο υποβολής της αιτήσεως η οφειλή της αιτούσας ήταν ενήμερη προς το Ταμείο, αφετέρου δε η αιτούσα κατά το χρόνο υποβολής της αιτήσεως ελάμβανε ως υπόλοιπο μισθού από την εργασία της ως δημόσιος υπάλληλος (νοσηλεύτρια το Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο…) το ποσό των 811,23 ευρώ μηνιαίως (1.473,00 ευρώ οι μηνιαίες αποδοχές της [βλ.

το σημείωμα μισθοδοσίας του μηνός Ιουλίου 2014]-1.160,00 ευρώ οι κρατήσεις για διάφορα ταμεία από το μισθό της, περιλαμβανομένης της ανωτέρω μηνιαίας δόσης για την εξόφληση της οφειλής προς το εκκαλούν ΤΠΔ). Περαιτέρω, οι αποδοχές του συζύγου της Δ. Τ., ... κατά τον ίδιο χρόνο ανέρχονταν από το μισθό του στο ποσό των 1.358,02 ευρώ (βλ.

το φύλλο μισθοδοσίας του μηνός Σεπτεμβρίου 2014) ενώ με βάση το εκκαθαριστικό σημείωμα της Δ.Ο.Υ. Αλεξανδρούπολης του οικονομικού έτους 2014, το ετήσιο εισόδημά του ανερχόταν στο ποσό των 17.538,68 ευρώ, ήτοι μηνιαίως το ποσό των 1.461,55 ευρώ περίπου. Επομένως, το συνολικό μηνιαίο οικογενειακό εισόδημα με βάση τις αποδοχές των δύο συζύγων ανερχόταν κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης στο ποσό των (1.358,02+311,23=) 1.669,25 ευρώ.

Ωστόσο, η ανωτέρω εκ του νόμου αναγκαστική εκπλήρωση της ενοχής προς το εκκαλούν ΤΠΔ που βάρυνε την αιτούσα (σε συνδυασμό και με την ανυπαρξία λοιπών προσοδοφόρων περιουσιακών στοιχείων της αιτούσας) την περιέφερε σε πραγματική αδυναμία πληρωμής καθ' όσον με το υπόλοιπο του μισθού της (311,20 ευρώ), το οποίο κατ' αντικειμενική κρίση είναι χαμηλό για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών της αιτούσας (οικογενειακές ανάγκες και ιδιαίτερα φοίτησης της μεγάλης κόρης της Ε.

στο ..., στην ..., που επιβαρύνεται με μηνιαίο μίσθωμα 260, 00 ευρώ), αδυνατούσε η τελευταία να καλύψει τις βιοτικές της ανάγκες, οι οποίες όπως κρίθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ανέρχονται στο ποσό των 1.347,00 ευρώ έως 1.720,00 ευρώ με βάση την ΕΛΣΤΑΤ (Ν.4336/2015 στην κατηγορία των δύο ενηλίκων με δύο τέκνα). Το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο προσδιόρισε τις μηνιαίες δαπάνες διαβίωσης με βάση την ΕΛΣΤΑΤ στα ανωτέρω ποσά (και αφορούν την κατηγορία των δύο ενηλίκων με δύο ανήλικα τέκνα), ενώ αν έκρινε ορθά θα προσδιόριζε τις εύλογες δαπάνες διαβίωσης στο ποσό των 1.126,00 ευρώ έως 1.440,00 ευρώ (που αντιστοιχούν στις εύλογες δαπάνες διαβίωσης μιας οικογένειας με δύο ενήλικες και ένα ανήλικο τέκνο, όπως εν προκειμένω, αφού η μεγάλη θυγατέρα της αιτούσας, είναι κατά τις παραδοχές της εκκαλουμένης, ενήλικη, ηλικίας 19 ετών).

Ωστόσο, συνυπολογιζομένου και του ποσού των 221 έως 280 ευρώ του πίνακα της ΕΛΣΤΑΤ ως πολλαπλασιαστή του εξαρτώμενου ενήλικου τέκνου, οι μηνιαίες δαπάνες διαβίωσης της αιτούσας ορθά εκτιμήθηκαν από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο στα πιο πάνω ποσά (1.126,00+221,00=.347,00 έως 1.440,00+280,00 = 1.720,00 ευρώ). Κατά συνέπεια, το μη ληξιπρόθεσμο της οφειλής της αιτούσας προς το ΤΠΔ , στην υπό κρίση περίπτωση, δεν ασκεί έννομη επιρροή, καθ'όσον πληρούται η προϋπόθεση του ληξιπροθέσμου της οφειλής της αιτούσας από την υφιστάμενη και προερχόμενη εκ της αναγκαστικής εκπληρώσεως της παροχής της, αδυναμία της ως και την διακινδύνευση της διατροφής της, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην παραπάνω νομική σκέψη.

Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε με την εκκαλουμένη ότι πληρείται η προϋπόθεση της μονιμότητας αδυναμίας πληρωμών των αιτούντων για την υπαγωγή των οφειλών της στο Ν. 3869/2010, συναγόμενη από την αδυναμία κάλυψης των βιοτικών αναγκών της συνεπεία των αναγκαστικώς παρακρατουμένων δόσεων του δανείου, παρά δηλαδή την μη ύπαρξη "ληξιπρόθεσμης" οφειλής, ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε το νόμο και σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις και δεν έσφαλε, απορριπτομένων των περί αντιθέτου ισχυρισμών του εκκαλούντος με τον πρώτο λόγο της ένδικης έφεσης"...."Με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης έφεσής του, το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλούμενη έκρινε ότι υπάρχει μόνιμη αδυναμία της εφεσίβλητης στην αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών της θεωρώντας ειδικότερα ότι με βάση το μηνιαίο οικογενειακό εισόδημα που δέχθηκε (το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο) ποσού 2.509,71 ευρώ, προερχόμενο από το μηνιαίο μισθό της ως νοσηλεύτριας στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο…, ποσού 1.049,54 ευρώ και από το μισθό του συζύγου της, ως ... 1.460,17 ευρώ [με βάση τα εκκαθαριστικά σημειώματα αποδοχών τους του μηνός Μαρτίου 2017] και με δεδομένο ότι το μηνιαίο κόστος διαβίωσης της ενήλικης κόρης της ανέρχεται στο ποσό των 550,00 ευρώ (260,00 ευρώ για δαπάνη καταβολής μισθώματος και επιπλέον τα έξοδα διατροφής της) και οι εύλογες δαπάνες διαβίωσης τους θα πρέπει να περιοριστούν στα απολύτως αναγκαία για να ανταποκρίνονται στις υποχρεώσεις που έχουν αναλάβει, τα οποία με βάση τον πίνακα της ΕΛΣΤΑΤ για την περίπτωση των 2 ενήλικων με ένα ανήλικο τέκνο, προσδιορίζονται στο ποσό των 1.126,00 ευρώ μηνιαίως, απομένει επαρκές ποσό (833,71 ευρώ) για την αποπληρωμή της μηνιαίας δόσης του δανείου του ΤΠΔ ύφους 726,42 ευρώ (δηλ.

Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του εκκαλούντος : 1.126,00 ευρώ οι εύλογες μηνιαίες δαπάνες διαβίωσης τους+ 550,00 ευρώ τα μηνιαία έξοδα της ενήλικης θυγατέρας τους=1.676,00 ευρώ -2.509,71 ευρώ το συνολικό μηνιαίο εισόδημα της αιτούσας και του συζύγου της=833,71 ευρώ που επαρκεί για την αποπληρωμή της δόσης του εκκαλούντος (726,42 ευρώ).

Ωστόσο εσφαλμένα το εκκαλούν υπολογίζει τις μηνιαίες εύλογες δαπάνες διαβίωσης της αιτούσας στο ποσό των 1.126,00 ευρώ με βάση τον πίνακα της ΕΛΣΤΑΤ (στην κατηγορία δηλαδή των 2 ενηλίκων με ένα ανήλικο τέκνο), ενώ με ορθή υπαγωγή οι μηνιαίες εύλογες δαπάνες διαβίωσης της αιτούσας για την κατηγορία στην οποία ανέρχεται, όπως προαναφέρθηκε, στο ποσό τουλάχιστον των 1.347,00 ευρώ (2 ενήλικες με ένα ανήλικο τέκνο+ένα εξαρτώμενο τέκνο, δηλ. 1.126,00 ευρώ +221,00 ευρώ=1.347,00).

Επομένως, οι συνολικές δαπάνες διαβίωσης της εφεσίβλητης ανέρχονται στο ποσό των 1.347,00 ευρώ + 550,00 ευρώ τα έξοδα διαβίωσης της ενήλικης θυγατέρας τους =) 1.897,00 ευρώ. Αφαιρουμένου δε αυτού του ποσού από το συνολικό μηνιαίο εισόδημα αυτής και του συζύγου της (2.509,71 ευρώ) απομένει ποσό (2.509,71- 1.897,00=) 612,71 ευρώ που δεν επαρκεί για την αποπληρωμή της μηνιαίας δόσης δανείου του εκκαλούντος.

Η υπολειπόμενη δηλαδή ρευστότητα της αιτούσας δεν της επιτρέπει να ανταποκριθεί στις δανειακές της υποχρεώσεις, όπως ορθά εκτίμησε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλουμένη, απορριπτομένου γι'αυτό του δευτέρου λόγου της κρινόμενης έφεσης ως ουσαστικά αβάσιμου". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης, αφού απέρριψε ως αβάσιμους τους πέντε πρώτους λόγους εφέσεως (περί έλλειψης ληξιπρόθεσμων οφειλών, έλλειψης αδυναμίας πληρωμής, περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της αιτούσας, περί δόλιας περιέλευσής της σε αδυναμία πληρωμής, εσφαλμένο υπολογισμό μηνιαίων δαπανών διαβίωσης της αιτούσης και της οικογένειάς της), δέχθηκε εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη (ως προς τον έκτο λόγο της περί μεταρρύθμισης των μηνιαίων καταβολών για τη ρύθμιση των χρεών της και διάσωση της κύριας κατοικίας της), την από 29-9-2017 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης 259/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης, που είχε κρίνει ομοίως ως προς του πέντε πρώτους λόγους και διαφορετικά ως προς τον έκτο και, αφού την εξαφάνισε, κράτησε και δίκασε κατ' ουσίαν την υπόθεση και, μεταρρύθμισε την εκκαλουμένη απόφαση ως προς το παραπάνω κεφάλαιο της.

Κρίνοντας, έτσι, το πιο πάνω δικαστήριο, δεν παραβίασε, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, ούτε εκ πλαγίου, τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1 παρ. 1 ν. 3869/2010, 323 και 340 ΑΚ, που παρατέθηκαν στην μείζονα σκέψη, ενώ διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για το αν οι διατάξεις αυτές εφαρμόστηκαν ορθά ή όχι.

Ειδικότερα, με το να δεχθεί ότι η αναιρεσίβλητη, έστω και αν το μοναδικό δάνειο της προς το ΤΠΔ είναι ενήμερο, εξυπηρετούμενο κανονικά, λόγω της εκχώρησης ποσοστού από το μισθό της και δεν έχει καμία ληξιπρόθεσμη οφειλή προς αυτό ή σε άλλον πιστωτή (ιδιώτη ή μη), μπορεί να υπαχθεί στις ευεργετικές διατάξεις του ν. 3869/2010, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις αυτές, καθόσον, όπως εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη, η εξόφληση των πιστωτών δεν αναιρεί την αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη, όταν η εξόφληση γίνεται σε βάρος των στοιχειωδών αναγκών του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, όταν δηλαδή αδυνατεί να ικανοποιήσει τις βιοτικές του ανάγκες και να εξασφαλίσει ένα στοιχειώδες επίπεδο διαβίωσης για τον ίδιο και τα προστατευόμενα μέλη της οικογένειάς του.

Το γεγονός ότι το ΤΠΔ παρακρατεί, με βάση τη μεταξύ αυτού και της δανειολήπτριας - αναιρεσίβλητης σύμβαση εκχώρησης ποσοστού του μισθού της τελευταίας, ποσό από το μισθό της, δεν σημαίνει ότι για το λόγο αυτόν και μόνο ελλείπει η προϋπόθεση της μόνιμης αδυναμίας πληρωμής και της υπαγωγής της στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010, εφόσον, μετά από έρευνα των βιοτικών αναγκών της οφειλέτριας και της οικογένειάς της, διαπιστωθεί ότι τα εισοδήματά της δεν επαρκούν για την κάλυψη των δαπανών για τις βιοτικές ανάγκες της, παράλληλα με την ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν.

Εξάλλου, ούτε η διάταξη του άρθρου 25 του ν. 3867/2010, που προβλέπει τη δυνατότητα του δανειολήπτη να ζητήσει από το Δ.Σ. του ΤΠΔ και να επιτύχει εξωδικαστική ρύθμιση του χρέους του, δεν αναιρεί οποιαδήποτε άλλη διαδικασία δικαστική, όπως η προκείμενη του ν. 3869/2010, καθώς με τις διατάξεις του νόμου αυτού προβλέπονται ευνοϊκότερες ρυθμίσεις για τους δανειολήπτες από εκείνες του άρθρου 25 του ν. 3867/2010 και, επομένως, δεν μπορεί να στερηθεί τις ευνοϊκές αυτές ρυθμίσεις, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν.

Κατά συνέπεια, είναι αβάσιμος ο σχετικός από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, πρώτος λόγοι αναίρεσης με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει ότι α) η αναιρεσίβλητη δεν μπορεί να υπαχθεί στην ευνοϊκή ρύθμιση του ν.3869/2010, επειδή δεν είχε ούτε μία ληξιπρόθεσμη οφειλή έναντι αυτού, ούτε έναντι οποιουδήποτε άλλου, τόσο κατά την κατάθεση της αίτησης, όσο και σήμερα, ενώ εξακολουθεί να παρέχεται από το ΤΠ και Δανείων η δυνατότητα προσαρμογής του ύψους της μηνιαίας δόσης στο ποσό που δύναται να καταβάλει, με ευνοϊκότατους όρους.

Όσον αφορά την αποδιδόμενη από το άρθρο 560 αρ. 6 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι, δηλαδή, δεν αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ούτε, εν πάση περιπτώσει, εκτίθενται με πληρότητα και σαφήνεια: α) τα εισοδήματα της αναιρεσίβλητης κατά το έτος ανάληψης της δανειακής της υποχρέωσης, β) το χρονικό σημείο συνομολόγησης του δανείου της με τον πιστωτή της και γ) το αρχικό ύψος του συνομολογηθέντος δανείου, αυτή είναι απορριπτέα ως αβάσιμη κατ' ουσία.

Τούτο διότι, επακριβώς στην προσβαλλόμενη απόφαση αναγράφεται: α) ότι "...η εφεσίβλητη, κατά το χρόνο σύναψης του δανείου με το εκκαλούν, όντας έγγαμη με τον Δ. Τ., είχε μηνιαίο ατομικό εισόδημα από το μισθό της, ως νοσηλεύτρια 1.741,67 ευρώ μηνιαίως, κατά μέσο όρο, ενώ ο σύζυγος της 2.017,05 ευρώ μηνιαίως κατά μέσο όρο...ήτοι συνολικό οικογενειακό εισόδημα ποσού 3.758,72 ευρώ κατά μέσο όρο (δεύτερη σελίδα 10ου φύλλο, δέκατη σειρά από το τέλος), β) ότι το χρονικό σημείο συνομολόγησης του στεγαστικού δανείου ήταν η 8-6-2007 και δη ότι αυτό (δάνειο) συνομολογήθηκε με την .../08-06-2007 σύμβαση (βλ.

σελ. 4ο φύλλο, 5η σειρά) και γ) ότι το αρχικό συνολικό ύψος δανείου ήταν 125.349,12 ευρώ (βλ. 2ο φύλλο, 3ο φύλλο πίσω σελίδα αυτού, και εν τέλει 4ο φύλλο πέμπτη σειρά). Επομένως και ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα, κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ.3 εδάφ.β' του ν.3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ.6 εδάφ.β' του πιο πάνω ν.3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 426/2019).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5 Μαρτίου 2020 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 4/5-3-2020 αίτηση του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων για αναίρεση της 83/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, που δίκασε ως Εφετείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Απριλίου 2022.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ