Legislator Case Law & Legislation
544/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to procedural failure to convene absent parties and lack of substantive review.

Case Number 544/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's decision, ruling the proceedings inadmissible regarding one appellant and rejecting the appeal for the others. The appellants argued for a review of the labor relationship and the supplementary claim, but the Court found the First Instance Court correctly refused to examine the supplementary claim due to procedural defects. Furthermore, the Court determined that the appeal lacked a substantive basis because the lower court did not conduct a factual inquiry into the labor relationship, which is a prerequisite for the specific legal ground cited.

Legislator headnote

AI generated

Articles 106, 108, 110, 74, 75, 98, 96, 104, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; Article 527, 559 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the court fails to convene absent parties, and a legal ground for appeal is rejected if it presupposes a substantive fact-finding that the lower court did not perform.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal procedural defect substantive review labor relationship supplementary claim code of civil procedure costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Articles 106, 108, 110, 74, 75, 98, 96, 104, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure
Article 527, 559 of the Code of Civil Procedure
Article 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957
Article 52, No. 18 of the Entry to the Code of Civil Procedure
Article 5, No. 12 of Law 1738/1987
Article 17 of Law 3086/2002

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 544 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 544/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Μαΐου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)Δ. - Β. Ρ. του Π., κατοίκου ..., 2)Κ. Σ. του Ν., κατοίκου …, 3)Α. Σ. του Π., κατοίκου ..., 4)Π. Σ. του Ε., κατοίκου ..., 5)Α. Σ. του Ι., κατοίκου …, 6)Σ. Τ. του Γ. - Ι., κατοίκου …., 7)Α. Τ. του Α., κατοίκου ..., 8)Α. Τ. του Ά., κατοίκου ..., 9)Ν. Τ. του Π., κατοίκου …, και 10)Ν. Κ. κατοίκου .... Η 3η δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Μπούρλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ενιαίου Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (Ε.Φ.Κ.Α.) ως διαδόχου του Τομέα Υγειονομικών του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολουμένων (Ε.Τ.Α.Α.) - τέως Ταμείου Συντάξεως και Αυτασφαλίσεως Υγειονομικών (Τ.Σ.Α.Υ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Τσιλιώτη, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/6/2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και άλλου προσώπου που δεν είναι διάδικος στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1907/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 1926/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6/8/2018 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τα άρθρα 106, 108, 110 παρ. 2, 74, 75, 98, 96 παράγραφοι 1 και 3, 104, 498 παρ.1, 568 παράγραφοι 1, 2 και 4, 576 παράγραφοι 1, 2 και 3 ΚΠολΔ - και όπως το άρθρο 96 ΚΠολΔ πλέον ισχύει από 22.12.2017, κατά τα άρθρα 63 και 80 ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α. 201/22.12.2017) - προκύπτουν (και) τα εξής: Αν, κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως, δεν εμφανισθεί διάδικος ή δεν μετάσχει, σε αυτή, κανονικά, δηλ.

με δικηγόρο, που έχει πληρεξουσιότητα και χορηγήθηκε, με τον τύπο, που ο νόμος ορίζει, το δικαστήριο ερευνά, αυτεπαγγέλτως, ποιός από τους διαδίκους έχει επισπεύσει τη συζήτηση της αναιρέσεως. Αν τη συζήτηση της αναιρέσεως έχει επισπεύσει, εγκύρως, ο διάδικος, που απολείπεται, κλητεύοντας νομίμως και εμπροθέσμως τους λοιπούς διαδίκους ή ο ίδιος έχει κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως από άλλο διάδικο, που επισπεύδει τη συζήτηση, η υπόθεση συζητείται, ως να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι διαφορετικά, κηρύσσεται η συζήτηση απαράδεκτη, ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση, με νέα κλήτευση [κλήση], εκτός αν πρόκειται για απλή ομοδικία, οπότε, η συζήτηση δεν κηρύσσεται απαράδεκτη, ως προς όλους τους διαδίκους.

Ειδικότερα, επί απλής ομοδικίας, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αναιρέσεως χωρεί, νομίμως, ως προς τους διαδίκους, οι οποίοι εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως, ενώ, ως προς τους λοιπούς διαδίκους, κηρύσσεται απαράδεκτη (ΑΠ Oλ. 7/2019, ΑΠ 221/2019, ΑΠ 499/2018 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

Στον Άρειο Πάγο, οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται, με πληρεξούσιο δικηγόρο. Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο, θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ, για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα. Αν δεν υπάρχει ρητή πληρεξουσιότητα, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες, που είχαν γίνει προηγουμένως.

Το δικαστήριο εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη της πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της. Η πληρεξουσιότητα, κατά τη διαδικασία, ενώπιον του Αρείου Πάγου, δίνεται, ακόμη και επί "ειδικής πληρεξουσιότητας", μόνο, με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση, η οποία καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.

Ειδικώς, για τις εργατικές διαφορές [άρθρα 663 επ. ΚΠολΔ, όπως ίσχυσαν πριν από το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α. 87/23.7.2015), ισχύον, για την ειδική αυτή διαδικασία, από 1.1.2016, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ.4 ν. 4335/2015], η πληρεξουσιότητα, ενώπιον του Αρείου Πάγου, μπορεί να δίνεται και με ιδιωτικό έγγραφο, που φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρετήσεως Πολιτών [Κ.Ε.Π.] ή από οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.

Ο διάδικος, που επισπεύδει τη συζήτηση της αναιρέσεως, εφ' όσον δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, θεωρείται πως δεν παρίσταται, δηλ. θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση, με την οποία εμφανίζεται αυτός ότι επισπεύδει τη συζήτηση και, αν δεν προκύπτει άλλοθεν κλήτευσή του, η συζήτηση κηρύσσεται, ως προς αυτόν, απαράδεκτη (ΑΠ 739/2020 ΑΠ 446/2020, ΑΠ 106/2019, ΑΠ 6/2019, ΑΠ 37/2019).Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο διάδικος, που παρίσταται (ΑΠ Ολ. 39/2005, ΑΠ 1374/2017, ΑΠ 1312/2017, ΑΠ 1603/2017 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την 11176Δ/9-11-2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Α. Μ., ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης των εναγόντων (πλην της 9ης ενάγουσας που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη), με πράξη ορισμού δικασίμου την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (14-5-2019), επιδόθηκε με επίσπευση όλων των αναιρεσειόντων, νομίμως και εμπροθέσμως προς το αναιρεσίβλητο Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ(ΕΦΚΑ)", ύστερα από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Δημητρίου Μπούρλου.

Σύμφωνα με τα πρακτικά, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, η τρίτη αναιρεσείουσα δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο ούτε κατέθεσε, κατ' άρθρο 242 τταρ.2 ΚΠολΔ, δήλωση μη παράστασης κατά τη δικάσιμο αυτή ενώ παρέστησαν οι λοιποί εννέα (9) αναιρεσείοντες, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Μπούρλο (βλ.

εξουσιοδοτήσεις-ιδιωτικά έγγραφα αυτών με βεβαίωση αρμοδίως του γνησίου της υπογραφής τους).Κατά τη γενόμενη αυτεπαγγέλτως από το παρόν Τμήμα του Αρείου Πάγου έρευνα του φακέλου της δικογραφίας ουδόλως προκύπτει η παροχή πληρεξουσιότητας προς το δικηγόρο Δημήτριο Μπούρλο εκ μέρους της ως άνω απολειπομένης επισπεύδουσας- τρίτης αναιρεσείουσας, προκειμένου αυτός να επισπεύσει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και για λογαριασμό της και να την εκπροσωπήσει μαζί με τους λοιπούς (παριστάμενους) επισπεύδοντες - αναιρεσείοντες κατά την παρούσα δικάσιμο κατά την οποία αυτοί παραστάθηκαν διά του ως άνω δικηγόρου.

Επομένως, η επίσπευση της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης από αυτή (απολειπομένη τρίτη αναιρεσείουσα) κατά την παρούσα δικάσιμο δεν είναι έγκυρη και εν όψει της μη κλητεύσεως της από τους λοιπούς διαδίκους (αναιρεσίβλητο και παριστάμενους αναιρεσείοντες) για να παρασταθεί στη συζήτηση, εφόσον πρόκειται για απλή ομοδικία και απουσιάζει πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης να κηρυχθεί απαράδεκτη μόνο ως προς αυτή και περαιτέρω ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες, που παρίστανται [(9) πλέον, συνολικά], να χωρήσει η συζήτηση της αναιρέσεως.

Διάταξη περί δικαστικών εξόδων σε βάρος της τρίτης των αναιρεσειόντων ως προς την οποία κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση της αναίρεσης της και υπέρ του αναιρεσίβλητου Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ(ΕΦΚΑ)", δεν ορίζεται, διότι η απόφαση αυτή ως προς αυτήν δεν είναι οριστική (ΑΠ OA 4/2013).

Με την από 6-8-2018 (γενικό αριθμό κατάθεσης 7402 και Ειδικό αριθμό κατάθεσης 629/8-8-2018) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ. ΚΠΟΛΔ, όπως ίσχυσαν πριν από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α* 87/23.7.2015), ισχύον για την ειδική αυτή διαδικασία, από 1.1.2016, κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο ν. 4335/2015) υπ αριθ. 1926/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Με την απόφαση αυτή, το Εφετείο, δέχθηκε τυπικά και κατ’ ουσία την από 30-7-2014 (αριθ. κατάθ. 5312/2014) έφεση του αρχικά εναγομένου Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ενιαίο Ταμείο Ανεξαρτήτων Απασχολουμένων (Ε.Τ.Α.Α.), στη θέση του οποίου υπεισήλθε ως οιονεί καθολικός διάδοχος το ήδη αναιρεσίβλητο Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (ΕΦΚΑ)", κατά της υπ αριθ. 1907/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και μετά την εξαφάνιση αυτής και εκδίκαση της από 1-6-2010 (αριθ.

κατάθ. 3279/2010) αγωγής των ήδη αναιρεσειόντων ως προς την κύρια βάση της απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 553, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1, 144 ΚΠΟΛΔ).

Συνεπώς, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παράγραφοι 1 και 3 ΚΠολΔ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του α.ν.765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο με μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής αυτού, χωρίς ευθύνη του μισθωτού για την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος και ακόμη όταν ο μισθωτός τελεί σε εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του πρώτου να συμμορφώνεται στις αναγκαίες εντολές ή οδηγίες του εργοδότη.

Εξάλλου, σύμβαση μαθητείας είναι η σύμβαση, κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλον τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις, για την άσκηση από τον τελευταίο ορισμένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές της σύμβασης μαθητείας είναι η γνήσια σύμβαση μαθητείας και η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου.

Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στον μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται με σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσής του με το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του. Στη σύμβαση αυτή, για την οποία δεν υπάρχει ειδική νομοθετική ρύθμιση και κατά την οποία ο μαθητευόμενος παρέχει εργασία για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις της σύμβασης εργασίας του ΑΚ, εφόσον συμβιβάζονται με τη φύση και το σκοπό της σύμβασης αυτής, ενώ δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απόλυσης κλπ, οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας.

Αντίθετα, στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, η οποία υφίσταται όταν ο μαθητευόμενος μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση, επιδιώκοντας παράλληλα την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελμα, η εκμάθηση τέχνης εκ μέρους του επέρχεται ως αυτόματη συνέπεια της εφαρμογής της σύμβασης και εντός του πλαισίου της συνήθους λειτουργίας αυτής και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρέωσης του εργοδότη.

Συνεπώς, επί της σύμβασης αυτής εφαρμόζονται τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, εφόσον προέχων σκοπός της σύμβασης αυτής είναι η παροχή εκ μέρους του μαθητευόμενου εργασίας, έναντι αμοιβής και παρεπόμενος σκοπός είναι η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος, σύμφωνα με τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη (ΑΠ 918/2017, ΑΠ 780/2017).

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 8 του Συντάγματος, που άρχισαν να ισχύουν από 17-4-2001 και προσέδωσαν συνταγματικό κύρος σε προηγηθείσες ρυθμίσεις του κοινού νομοθέτη (άρθρο 21 του ν. 2190/1994), το προσωπικό που προσλαμβάνεται από το Δημόσιο ή από νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου ορισμένης χρονικής διάρκειας (και κατά μείζονα λόγο με σύμβαση έργου), δεν είναι δυνατόν στη συνέχεια, χωρίς να υποβληθεί σε κάποια άλλη, νόμιμη διαδικασία, ούτε να εξακολουθήσει να υπηρετεί σε οργανική θέση δημοσίου δικαίου (να "μονιμοποιηθεί"), ούτε να αποκτήσει σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (κατά "μετατροπή" της αρχικής σύμβασης ορισμένου χρόνου).

Αυτά ισχύουν ακόμη και αν το προσωπικό αυτό μόνο κατ' επίφαση είχε προσληφθεί για την κάλυψη απροβλέπτων και επειγουσών αναγκών (για την οποία και μόνο επιτρέπεται η κατάρτιση συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου), ενώ στην πραγματικότητα εξυπηρετούσε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας του φορέα, από τον οποίο είχε προσληφθεί.

Εξάλλου, με το π.δ. 164/2004, που αφορά τους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα, εξειδικεύθηκαν οι συνθήκες, υπό τις οποίες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και χαρακτηρίζονται ως συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου, προς επίτευξη του στόχου της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, που είναι η αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου.

Με το άρθρο 5 του εν λόγω διατάγματος απαγορεύθηκε κατ* αρχήν η κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, η οποία επιτρέπεται κατ* εξαίρεση στις αναφερόμενες εκεί περιπτώσεις και υπό τις στο άρθρο αυτό προϋποθέσεις. Με τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 11 παρ.1 του ως άνω π.δ. 164/2004, που θεωρήθηκαν "συνταγματικώς ανεκτές", λόγω της χρονικά περιορισμένης ισχύος τους, προβλέφθηκε μοναδική εξαίρεση από την προαναφερόμενη απόλυτη απαγόρευση για περιπτώσεις απασχολουμένων στο Δημόσιο ή σε νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, οι οποίες είχαν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του π.δ. 164/2004 και ήταν ενεργείς κατά την έναρξη ισχύος του (19-7-2004), με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στις διατάξεις αυτές, μεταξύ των οποίων και η πραγματική εξυπηρέτηση παγίων και διαρκών αναγκών.

Παρά ταύτα, στο άρθρο 2 παρ.2 του π.δ. 164/2004 ορίσθηκε ρητώς ότι το εν λόγω διάταγμα δεν εφαρμόζεται α) στις σχέσεις επαγγελματικής κατάρτισης και τη σύμβαση ή σχέση μαθητείας, β) στις συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού προγράμματος κατάρτισης, ένταξης και επαγγελματικής επανεκπαίδευσης υποστηριζόμενου από τον ΟΑΕΔ και γ) στις συμβάσεις προσωρινής απασχόλησης των άρθρων 20 έως 26 του ν. 2956/2001 (τα τελευταία καταργήθηκαν με το άρθρο 133 παρ.2 του ν. 4052/2012).

Την ίδια εξαίρεση από το πεδίο εφαρμογής της προβλέπει για τα προγράμματα αυτά και η 1999/70/ΕΚ Οδηγία στην παρ.2 της ρήτρας 2 του Παραρτήματος αυτής. Ειδικότερα, με το άρθρο 20 παρ.4 του ν. 2738/1999 είχε εισαχθεί συγκεκριμένη ρύθμιση και δη είχε προστεθεί ως περίπτωση κα' στο άρθρο 14 παρ.2 του ν. 2190/1994 επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού [η εν λόγω εξαίρεση καταργήθηκε μετά την αντικατάσταση των παρ.1 και 2 του άρθρου 14 του ν. 2190/1994 με το άρθρο 1 του ν. 3812/2009 (ΦΕΚ Α* 234/28- 12-2009), ήτοι σε μεταγενέστερο χρόνο που δεν καταλαμβάνει την ένδικη περίπτωση], η οποία αφορά την πρόσληψη προσωπικού σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, η οποία έχει συγκεκριμένο χρόνο διάρκειας.

Ειδικότερα, ορίσθηκε ότι η πρόσληψη του προσωπικού που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά (ΑΠ 918/2017, ΑΠ 780/2017). Πράγμα που σημαίνει ότι οι συμβάσεις μαθητείας, ακόμη και αν κατά την εκτέλεσή τους παρέχεται εξαρτημένη εργασία, που εξυπηρετεί πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα, στον οποίο τοποθετήθηκαν οι μαθητευόμενοι, δεν μπορούν ούτε κατ’ εξαίρεση να χαρακτηρισθούν ως συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (ΑΠ 66/2020).

Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α* ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου (όταν προσδίδεται σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή) είτε ως κακή εφαρμογή (όταν γίνεται εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης), με αποτέλεσμα την κατάληξη σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, ήτοι αποκλειστικά των πραγματικών περιστατικών που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή ή η ένσταση ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία.

Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠΟΛΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες (εκτός από την 9η ενάγουσα που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη και την 3η αναιρεσείουσα ως προς την οποία είναι απαράδεκτη η συζήτηση) με την από 01.06.2010 (αριθ.

εκθ. κατ. 109246/3279/2010) αγωγή τους, την οποία απηύθυναν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά: 1. του αρχικά πρώτου εναγομένου Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΝΑΞΑΡΤΗΤΑ ΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΩΝ" (Ε.Τ.Α.Α.) - τέως Ταμείου Συντάξεως και Αυτασφαλίσεως Υγειονομικών (Τ.Σ.Α.Υ.) του οποίου, ήδη από 01.01.2017, οιονεί καθολικός διάδοχος είναι, δυνάμει των άρθρων 51, 53 και 70 του ν. 4387/2016, το ήδη αναιρεσείον νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" (Ε.Φ.Κ.Α.) και 2.

του, μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, Ν.Π.Δ.Δ, με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΕΩΣ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ" (Ο.Α.Ε.Δ.), ισχυρίστηκαν ότι, στο πλαίσιο προγραμμάτων απόκτησης εργασιακής εμπειρίας ανέργων (stage) του, δεύτερου εναγομένου και μη διαδίκου εν προκειμένω, Ο.Α.Ε.Δ., ως υπεύθυνου φορέα και του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Ταμείου Συντάξεων και Αυτασφαλίσεως Υγειονομικών" (Τ.Σ.Α.Υ.), του οποίου οιονεί καθολικός διάδοχος είναι το αρχικά εναγόμενο ν.π.δ.δ.

με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΝΑΞΑΡΤΗΤΑ ΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΩΝ" (Ε.Τ.Α.Α.) ως φορέα υλοποίησης αυτών, προσλήφθηκαν από τα εναγόμενα με δύο διαδοχικές έγγραφες συμβάσεις 18 μηνών εκάστη, η πρώτη των οποίων, λόγω νόμιμης 12μηνης παράτασης του προγράμματος, παρατάθηκε για ισόχρονο διάστημα, πλην του τελευταίου (11ου ενάγοντος και ήδη 10ου αναιρεσείοντος), που προσλήφθηκε με μία σύμβαση 18 μηνών και συγκεκριμένα: 1.

από 10.10.2005 έως 09.04.2007, η οποία παρατάθηκε έως τις 09.04.2008 και από 22.09.2008 έως 21.03.2010 η 1η ενάγουσα και ήδη 1η αναιρεσείουσα, 2. από 17.10.2005 έως 16.04.2007 η οποία παρατάθηκε έως τις 16.04.2008 και από15.09.2008 έως 14.03.2010 η 2η ενάγουσα και ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα, 3.......4. από 13.10.2005 έως12.04.2007 η οποία παρατάθηκε έως τις 12.04.2008 και από15.09.2008 έως 14.03.2010 ο ενάγων και ήδη τέταρτος αναιρεσείων, 5.

από 19.10.2005 έως 18.04.2007 η οποία παρατάθηκε έως τις 18.04.2008 και από15.09.2008 έως 14.03.2010 η 5η ενάγουσα και ήδη πέμπτη αναιρεσείουσα, 6. από 19.10.2005 έως 18.04.2007 η οποία παρατάθηκε έως τις 18.04.2008 και από 15.09.2008 έως 14.03.2010 η 6η ενάγουσα και ήδη έκτη αναιρεσείουσα, 7. από 04.11.2005 έως 03.05.2007 η οποία παρατάθηκε έως τις 03.05.2008 και από 15.09.2008 έως 14.03.2010 η 7 η ενάγουσα και ήδη έβδομη αναιρεσείουσα, 8.

από 05.10.2005 έως 04.04.2007 η οποία παρατάθηκε έως τις 04.04.2008 και από 15.09.2008 έως 14.03.2010 ο 8ος ενάγων και ήδη όγδοος αναιρεσείων, 9. από 19.10.2005 έως 18.04.2007 η οποία παρατάθηκε έως τις 18.04.2008 και από 18.09.2008 έως 17.03.2010 η 10η ενάγουσα και ήδη ένατη αναιρεσείουσα και 10. από 24.09.2008 έως 23.03.2010 ο 11ος ενάγων και ήδη δέκατος αναιρεσείων και με αποδοχές, που καθοριζόταν στις συμβάσεις αυτές, 25 ευρώ ημερησίως για τους απόφοιτους Γενικού Λυκείου (ΔΕ) και 30 ευρώ ημερησίως για τους πτυχιούχους Α.Ε.Ι. (ΠΕ) και Τ.Ε! (ΤΕ), την ευθύνη καταβολής των οποίων είχε το 2ο εναγόμενο και χωρίς να τους καταβάλλονται επιδόματα εορτών και αδείας ως και αποδοχές και αποζημίωση αδείας, και όντως απασχολήθηκαν στο 1ο εναγόμενο ως διοικητικοί υπάλληλοι κατηγορίας πανεπιστημιακής εκπαίδευσης (ΠΕ) οι 1η, 2η, 3η, 7η των εναγουσών και 10η ενάγουσα, τεχνολογικής εκπαίδευσης (ΤΕ) ο 11ος ενάγων και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (ΔΕ) οι 5η, 6η,8ος των εναγόντων, κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, με τα αναφερόμενα καθήκοντα, όπως ακριβώς και το αντίστοιχο μόνιμο προσωπικό του πρώτου εναγομένου, με τις ως άνω όμως αποδοχές, κατώτερες των αντίστοιχων συναδέλφων τους.

Ότι οι ως άνω συμβάσεις στην πραγματικότητα δεν αφορούσαν την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας τους (stage) επί ορισμένου χρόνου, όπως προσχηματικά χαρακτηρίστηκαν, αλλά συνιστούν μία και μόνον ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με αφετηρία την αρχική πρόσληψή τους, δεδομένου ότι σε όλη τη διάρκεια της εργασίας τους κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του 1ου εναγομένου και τελούσαν υπό τον έλεγχο και την εποπτεία του, δηλαδή σε εξάρτηση από αυτό.

Ότι, τα εναγόμενα, τα οποία αμφότερα έφεραν την ιδιότητα του εργοδότη τους, με την ως άνω αναφερόμενη ημερομηνία λήξης της τελευταίας σύμβασης εκάστου εξ αυτών έπαυσαν να αποδέχονται τις υπηρεσίες τους και, συνεπώς, θεωρείται ότι κατήγγειλαν τη μεταξύ τους εργασιακή σύμβαση, πλην όμως η καταγγελία της συμβάσεως ήταν άκυρη αφού δεν έγινε εγγράφως και δεν καταβλήθηκε η νόμιμη αποζημίωση.

Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησαν: α) να αναγνωριστεί ότι συνδέονται με τα εναγόμενα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου εκ της αρχικής προσλήψεως εκάστου, β) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας εκάστου, γ) να υποχρεωθεί το 1ο εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους στο μέλλον, στις ίδιες θέσεις που κατείχαν πριν την απόλυσή τους, με την απειλή χρηματικής ποινής, δ) να υποχρεωθούν τα εναγόμενα εις ολοκλήρον το καθένα, να καταβάλλουν στον καθένα εξ αυτών τα αναφερόμενα ποσά, με το νόμιμο τόκο κατά τις εκεί διακρίσεις, που αντιστοιχούν στις διαφορές μεταξύ αφενός των μεγαλύτερων αποδοχών για μισθούς, επιδόματα εορτών και άδειας, αποδοχές άδειας και αποζημίωση μη ληφθείσας άδειας, που έπρεπε να τους είχαν καταβάλει για το χρονικό διάστημα της απασχόλησής τους, σύμφωνα με τις αντιστοίχως ισχύουσες διατάξεις του μισθολογίου των υπαλλήλων της δημόσιας διοίκησης και των οικείων μισθολογικών κλιμακίων του αντίστοιχου κλάδου διοικητικών υπαλλήλων και αφετέρου των αποδοχών που πράγματι τους κατέβαλαν, σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης μαθητείας που είχαν καταρτίσει.

Τις διαφορές αυτές ζήτησαν με κύρια βάση την έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας (αορίστου ή ορισμένου χρόνου), και επικουρικώς με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, καθώς επίσης και για αποδοχές υπερημερίας λόγω της ακύρου καταγγελίας από το χρόνο αυτής έως 31.01.2012 και επικουρικώς για αποζημίωση απολύσεως, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους ποσό κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση.

Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο οι ενάγοντες περιόρισαν εξολοκλήρου το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής τους σε έντοκο αναγνωριστικό. Η υπόθεση εκδικάσθηκε από το παραπάνω Δικαστήριο, αντιμωλία των διαδίκων κατά την ως άνω ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, και εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1907/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, αφού απέρριψε την αγωγή:

Α. ως μη νόμιμη: 1. ως προς το αίτημα αναγνώρισης των επιδίκων σχέσεων ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και εντεύθεν ως προς όλα τα αιτήματα αυτής που συνάπτονται με το αίτημα αυτό, όπως της αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας τους, της υποχρέωσης καταβολής αποδοχών υπερημερίας και, επικουρικώς, αποζημίωσης απόλυσης, καθώς και ως προς την επικουρική της βάση εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού, Β.

ως απαράδεκτη ελλείψει παθητικής νομιμοποιήσεως ως προς το δεύτερο (2ο) εναγόμενο Ο.Α.Ε.Δ., το οποίο δεν είναι διάδικο εν προκειμένω και Γ. ως αόριστη ως προς την αιτούμενη αποζημίωση λόγω μη χορηγήσεως αδείας, την έκρινε νόμιμη μόνο ως προς το 1ο εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία " Ενιαίο Ταμείο Ανεξάρτητα Απασχολουμένων (ΕΤΑΑ)", του οποίου οιονεί καθολικός διάδοχος είναι το ήδη αναιρεσίβλητο Ν.Π.Δ.Δ.

με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" (Ε.Φ.Κ.Α.) κατά το μέρος με το οποίο ζητείτο κατά την κύρια βάση της η επιδίκαση διαφοράς δεδουλευμένων, αποδοχών αδείας και επιδομάτων εορτών και αδείας, με τόκους από της επιδόσεως της αγωγής, και, αφού δέχτηκε ότι η απασχόληση των εναγόντων είχε το χαρακτήρα εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, τη δέχτηκε, κατά το μέρος αυτό, ως προς τους ήδη αναιρεσείοντες και ως ουσιαστικά βάσιμη κατά ένα μέρος, καθώς δέχτηκε και μερική παραγραφή των αγωγικών αυτών αξιώσεων επιδικάζοντας τα αναφερόμενα σε αυτή ποσά ,ενώ την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη λόγω παραγραφής ως προς την 9η ενάγουσα , που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη.

Κατά της αποφάσεως αυτής το Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" (Ε.Φ.Κ.Α.) ως οιονεί καθολικός διάδοχος του αρχικά πρώτου εναγομένου Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΑ ΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΩΝ (ΕΤΑΑ)" άσκησε την από 30-7-2014 (αριθ κατάθ. 5312/2014) έφεσή του, με την οποία ζητούσε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης κατά το μέρος που η αγωγή των εναγόντων (πλην της 9ης) έγινε εν μέρει δεκτή ως προς την κύρια βάση, με την οποία κρίθηκε ότι η απασχόληση των εναγόντων αυτών - εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσειόντων είχε χαρακτήρα εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου.

Επί της εφέσεως εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1926/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία αφού δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη ως προς το πρώτο εναγόμενο- εκκαλούν και ήδη αναιρεσίβλητο κατά το μέρος που δέχθηκε την αγωγή των αναιρεσειόντων κατά την κύρια βάση της εν μέρει κατ' ουσία ως προς τις αιτούμενες διαφορές δεδουλευμένων, αποδοχές άδειας και επιδόματα εορτών και άδειας, και δικάζοντας την αγωγή εκ νέου κατά το μέρος αυτό απέρριψε την αγωγή κατά τούτο ως μη νόμιμη .

Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη ως άνω 1926/2018 απόφασή του, έκρινε ότι στην προκειμένη περίπτωση, η με το ανωτέρω περιεχόμενο και αίτημα αγωγή ως προς το 1ο εναγόμενο- εκκαλούν και ήδη αναιρεσίβλητο και κατά το σκέλος που ζητείται η επιδίκαση διαφοράς δεδουλευμένων, αποδοχών αδείας και επιδομάτων εορτών και αδείας, με βάση την (έμμεση) αναγνώριση υπάρξεως σχέσεως εξαρτημένης εργασίας (και όχι γνήσιας συμβάσεως μαθητείας) ορισμένου χρόνου, που κρίθηκε νόμιμη και εν τέλει ουσιαστικά βάσιμη κατά ένα μέρος (κατόπιν μερικής παραγραφής των αγωγικών αυτών αξιώσεων), ως προς το οποίο και μόνο μεταβιβάζεται στο δικαστήριο τούτο (άρθρο 522 ΚΠολΔ), δεν είναι νόμιμη.

Αιτιολογώντας την κρίση του αυτή το Εφετείο διέλαβε ότι ενόψει του ότι κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή οι επίδικες ορισμένου χρόνου συμβάσεις καταρτίστηκαν με το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ταμείο Συντάξεων και Αυτασφαλίσεως Υγειονομικών" [(Τ.Σ.Α.Υ.), του οποίου οιονεί καθολικός διάδοχος είναι το 1ο εναγόμενο και ήδη εκκαλούν Ν.Π.Δ.Δ.

με την επωνυμία "Ενιαίο Ταμείο Ανεξάρτητα Απασχολούμενων" (Ε.Τ.Α.Α.)], στα πλαίσια προγραμμάτων για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων (STAGE) του Ο.Α.Ε.Δ., και ως φορέα υλοποίησης αυτών, υπό την ισχύ του αναθεωρημένου άρθρου 103 του Συντάγματος (18.04.2001), του άρθρου 21 του ν. 2190/1920 και του π.δ/τος 164/2004 (19.07.2004), δεν είναι δυνατόν να υπάρξει έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας (ορισμένου χρόνου) με το δικαιοπάροχο του εναγομένου Ν.Π.Δ.Δ., αφού κάτι τέτοιο προσκρούει στις παραπάνω διατάξεις και ειδικότερα καθόσον αφορά την (έμμεση) αναγνώριση, περί υπάρξεως σχέσης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις, για το έγκυρο αυτής, που προβλέπονται από τα ανωτέρω άρθρα 21 του ν. 2190/1994 και 3, 5, 6 και 7 του π.

δ/τος 16412004 . Επομένως, οι επίδικες συμβάσεις είναι άκυρες ως τέτοιες και συνακόλουθα η αγωγή κατά το μέρος με το οποίο ζητείται ευθέως από τις συμβάσεις αυτές αμοιβή (διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών, αποδοχές αδείας και επιδόματα εορτών και αδείας), είναι μη νόμιμη. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση δέχθηκε ως νόμιμη την αγωγή κατά το ως άνω μέρος [και ακολούθως προχώρησε στην έρευνα της ουσιαστικής της βασιμότητας και δέχτηκε εν τέλει εν μέρει αυτή και ως ουσιαστικά βάσιμη κατά το μέρος αυτό και συγκεκριμένα, αφού έκρινε ότι οι επίδικες συμβάσεις έφεραν το χαρακτήρα εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και όχι γνήσιας σύμβασης μαθητείας, αναγνώρισε την υποχρέωση του 1ου εναγομένου - εκκαλούντος να καταβάλει στους ήδη εφεσίβλητους ενάγοντες τα αναφερόμενα σε αυτή (εκκαλουμένη) ποσά για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών, αποδοχές αδείας και επιδόματα εορτών και αδείας, ευθέως εκ των συμβάσεων ως εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και όχι κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, εφόσον απέρριψε ως μη νόμιμη τη σχετική επικουρική, βάση της αγωγής εξ αυτού, και κατά τούτο δεν εκκαλείται, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των προπαρατιθέμενων διατάξεων και οι σχετικοί λόγοι της εφέσεως, με τους οποίους το εκκαλούν 1ο εναγόμενο προβάλει την πλημμέλεια αυτή της εκκαλουμένης, πρέπει να γίνουν δεκτοί και ως ουσιαστικά βάσιμοι, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση κατά το μέρος που δέχτηκε την αγωγή κατά το οποίο και μόνον εκκαλείται (και συγκεκριμένα ως προς το πρώτο εναγόμενο και την υποχρέωση αυτού να καταβάλει στους ήδη εφεσίβλητους ενάγοντες τα αναφερόμενα σε αυτή ποσά για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών, αποδοχές αδείας και επιδόματα εορτών και αδείας), ως και ως προς τη διάταξή της περί δικαστικών εξόδων αναφορικά με το εναγόμενο αυτό και τους ήδη εφεσιβλήτους - ενάγοντες, η οποία, με την κατά τα άνω εν μέρει εξαφάνιση της εκκαλουμένης ως προς τους εν λόγω διαδίκους, συνεξαφανίζεται και αυτή προκειμένου να επαναπροσδιοριστούν αυτά (δικαστικά έξοδα) στο σύνολο τους από το εφετείο (ΑΠ 1631/2010, ΑΠ 521/2002), και αφού κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο για κατ' ουσίαν έρευνα ως προς το μέρος αυτό (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), να απορριφθεί η αγωγή κατά τούτο αναφορικά με το πρώτο εναγόμενο ως μη νόμιμη και να συμψηφιστούν εν όλω τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων (εκκαλούντος και εφεσιβλήτους) αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, λόγω της ιδιαιτέρως δυσχερούς ερμηνείας των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν (άρθρο 179 και 183 ΚΠολΔ).

Με την κρίση αυτή, το Εφετείο, απορρίπτοντας ως μη νόμιμη την αγωγή κατά την κυρία βάση της, ορθώς ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 648 επ. ΑΚ, 21 του ν. 2190/1994, 20 παρ.1 και 15 του ν. 2639/1998, καθόσον, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, με βάση τα στην αγωγή εκτιθέμενα, δεν μπορεί να υπάρξει έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ή ορισμένου χρόνου, αφού αυτό προσκρούει στις εν λόγω διατάξεις, ακόμη και αν οι ενάγοντες εξυπηρετούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου.

Ούτε, επίσης, με τη μη εφαρμογή στη συγκεκριμένη περίπτωση του άρθρου 8 παρ.3 του ν. 2112/1920 παραβίασε τις ρυθμίσεις της 1999/70/ΕΚ Οδηγίας, οι οποίες αφενός μεν δεν επιβάλλουν, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων διαδοχικών συμβάσεων, το χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό, αφετέρου δε τα προς εφαρμογή της Οδηγίας προβλεπόμενα δικαιώματα του μισθωτού και οι προβλεπόμενες κυρώσεις, σύμφωνα με το άρθρο 7 του π.δ. 164/2004, είναι επαρκή για την αποτελεσματική προστασία των απασχολουμένων με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου μισθωτών, που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, σε κάθε δε περίπτωση, από το ρυθμιστικό πεδίο της Οδηγίας, σύμφωνα με τη ρήτρα 2 αυτής και το άρθρο 2 του π.δ. 164/2004, εκφεύγουν οι συμβάσεις που έχουν καταρτισθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας ανέργων, υποστηριζόμενου από τον ΟΑΕΔ, όπως στην προκειμένη περίπτωση.

Επομένως, ο λόγος της αίτησης των αναιρεσειόντων -εναγόντων, κατά το μέρος με το οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Επίσης ο λόγος αναίρεσης κατά το μέρος που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠΟΛΔ πλημμέλεια με την αιτίαση ότι δεν ερεύνησε το Εφετείο τον κρίσιμο αγωγικό ισχυρισμό ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες συνδέονται με το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου επί της οποίας εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Τούτο γιατί η αγωγή με την οποία ζητούντο τα επίδικα ποσά είχε σαν βάση τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και όχι τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου.

Συνεπώς, το Εφετείο ορθά δεν ερεύνησε, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, αν οι ενάγουσες συνδέονται με το εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου.? Με τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Ως πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 25/2003).

Επομένως, "πράγματα" κατά την έννοια αυτήν, αποτελούν και οι διάφορες βάσεις της αγωγής (ΑΠ 1781/2017). Εξ άλλου, από τη διάταξη του άρθρου 522 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει όχι μόνο την εξουσία αλλά και την υποχρέωση να εξετάσει την υπόθεση μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους.

Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικώς, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη από το άρθρο 106 του ΚΠολΔ γενική αρχή της διαθέσεως, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.

Το αίτημα συνεπώς της εφέσεως και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για να αποφασίσει, αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνον των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης ή τους πρόσθετους λόγους και των ισχυρισμών που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει ο εφεσίβλητος, σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους εφέσεως, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ενστάσεως και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το εφετείο, στην περίπτωση, κατά την οποία με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνον για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (ΑΠ 226/2016).

Επομένως, η παραδοχή από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ανύπαρκτου λόγου εφέσεως ή η επανάκριση κεφαλαίου της απόφασης έξω από τα όρια της εφέσεως και των προσθέτων λόγων συνιστούν πλημμέλειες που εμπίπτουν στον από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, εκτός αν πρόκειται για ισχυρισμούς που κατά τα ανωτέρω όφειλε να ερευνήσει και αυτεπαγγέλτως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΟλΑΠ 22/2005).Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 535 και 536 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, όταν η αγωγή στηρίζεται σε περισσότερες βάσεις ή σε μία κυρία βάση και μια επικουρική, και ύστερα από έφεση του εναγομένου κατά της οριστικής αποφάσεως που δέχθηκε τη μια βάση και απέρριψε ενδεχομένως τις λοιπές, εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και απορριφθεί η αγωγή κατά τη βάση της αυτή, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στερείται εξουσίας για αυτεπάγγελτη έρευνα των βάσεων που απορρίφθηκαν, εκτός εάν στην περίπτωση αυτή έχει ασκηθεί έφεση εκ μέρους του ενάγοντος με την οποία προσβάλλεται το κεφάλαιο της απόφασης που απέρριψε την επικουρική βάση της αγωγής του, έφεση που θα εκτιμηθεί ως επικουρικά ασκούμενη, υπό την αίρεση δηλαδή ότι θα γίνει δεκτή η έφεση του εναγόμενου.

Στην περίπτωση αυτή το ίδιο αποτέλεσμα δεν μπορεί να επιτευχθεί με άσκηση αντέφεσης εκ μέρους του ενάγοντος. Δηλαδή, ο ενάγων δεν έχει το δικαίωμα να προσβάλει με αντέφεση το κεφάλαιο της απόφασης, με το οποίο απορρίφθηκε η επικουρική βάση της αγωγής του. Και τούτο γιατί το κεφάλαιο αυτό (επικουρική βάση) δεν έχει εκκληθεί από τον αντίδικο του, ο οποίος άλλωστε δεν είχε έννομο συμφέρον να το εκκαλέσει, αφού είναι αντίστοιχα νικητής διάδικος, ούτε συνέχεται αναγκαίως με αυτό (εκκληθέν κεφάλαιο κύριας βάσης της αγωγής) ενόψει και του ότι στην περίπτωση που σωρεύονται στο δικόγραφο είτε πλείονες βάσεις (σώρευση πλειόνων αγωγών) είτε επικουρικώς πλείονες βάσεις που θεμελιώνουν το ίδιο αίτημα, κάθε βάση και αίτημα διατηρούν την αυτοτέλεια τους, έστω και αν σωρεύονται στο ίδιο δικόγραφο. (ΑΠ 1514/2018, ΑΠ 807/2012, ΑΠ 920/2011, ΑΠ 994/2010, 834/2008).

Περαιτέρω εν προκειμένω, όπως προαναφέρθηκε, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι με την ένδικη αγωγή, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες ζήτησαν, μετά τον περιορισμό του αιτήματος, ν' αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο τους οφείλει τις αιτούμενες εργατικές αξιώσεις, κύρια από τις επικαλούμενες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, επικουρικώς δε κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού.

Το πρωτοβάθμιο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών εξέδωσε την υπ' αριθ. 1907/2014 οριστική απόφασή του, με την οποία απέρριψε την επικουρική βάση της αγωγής ως μη νόμιμη και δέχθηκε την κύρια βάση αυτής εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη. Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, ενώπιον του οποίου ήχθη η υπόθεση, κατόπιν της από 30-7-2014 εφέσεως του πρωτοδίκως ηττηθέντος πρώτου εναγομένου-αναιρεσιβλήτου, παραπονούμενου για την παραδοχή της αγωγής κατά την στηριζόμενη στις συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας κύρια βάση της, με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε κατ' ουσία την έφεση και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη κατά το μέρος που δέχθηκε την αγωγή κατά του πρώτου εναγομένου-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου ως προς την κύρια βάση της , απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη κατά το μέρος αυτό δηλαδή ως προς την κύρια βάση της κατά το μέρος που είχε γίνει εν μέρει δεκτή κατ' ουσία.

Περαιτέρω δεν προέβη στην έρευνα της πρωτοδίκως απορριφθείσης επικουρικής βάσεως της αγωγής εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού με την αιτιολογία ότι δεν εκκαλείται η πρωτόδικη απόφαση ως την επικουρική βάση και συνεπώς δεν έχει μεταβιβασθεί στο Εφετείο κατά το κεφάλαιο της αυτό. Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι, με την άσκηση της εφέσεως από το εναγόμενο, η υπόθεση μεταβιβάσθηκε στο Εφετείο μόνο κατά το μέρος που δέχθηκε ως νόμιμη και εν μέρει βάσιμη κατ' ουσία την αγωγή κατά την κύρια, από τις επικαλούμενες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, βάση της, ενώ δεν μεταβιβάσθηκε στο Εφετείο ως προς την απορριφθείσα επικουρική βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, την οποία το Εφετείο, μετά την εξαφάνιση της πρωτοβάθμιας αποφάσεως, δεν είχε εξουσία να την ερευνήσει, χωρίς την άσκηση, από τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες έφεσης (επικουρικής) για την περίπτωση, που ήθελε γίνουν δεκτοί οι λόγοι της έφεσης του εναγομένου- εκκαλούντος ως προς την επιδίκαση στους ενάγοντες εφεσιβλήτους των αιτούμενων αξιώσεων από την κύρια βάση της αγωγής.

Σημειώνεται ότι δεν ασκούν έννομη επιρροή όσα αναφέρουν οι αναιρεσείοντες-ενάγοντες ότι ισχυρίσθηκαν ως εφεσίβλητοι αμυνόμενοι κατά της έφεσης του εναγομένου- εκκαλούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου με τις προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου ως προς την απόρριψη της επικουρικής βάσης της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, εφόσον αφενός δεν είχε μεταβιβασθεί, όπως προαναφέρθηκε, στο Εφετείο το κεφάλαιο αυτό της εκκαλουμένης και συνεπώς έρευνα αυτών κατ' άρθρο 527 παρ.1 ΚΠΟΛΔ δεν ήταν δικονομικά παραδεκτή, αφετέρου δεν μπορούσε να επιτευχθεί η μεταβίβαση στο Εφετείο της απορριφθείσας πρωτοδίκως επικουρικής βάσης της αγωγής με άσκηση αντέφεσης.

Επομένως, το Εφετείο ορθώς δεν ερεύνησε την επικουρική βάση της αγωγής και ο λόγος αναίρεσης κατά το μέρος που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠΟΛΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος Τέλος ο λόγος αναίρεσης κατά το μέρος που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρθ. 19 ΚΠΟΛΔ πλημμέλεια για έλλειψη νόμιμης βάσης διότι στερείται αιτιολογιών άλλως έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς τον χαρακτηρισμό της σχέσεως εργασίας που συνδέει τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες με το πρώτο εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Τούτο γιατί το Εφετείο δεν ερεύνησε κατ' ουσία την υπόθεση, αλλά απέρριψε την κύρια βάση της αγωγής ως μη νόμιμη, ο δε λόγος εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠΟΛΔ δεν ιδρύεται επί απορρίψεως της αγωγής ως μη νόμιμης, αλλά απαιτείται κατ' ουσία έρευνα της υπόθεσης, προϋπόθεση που δεν υφίσταται εν προκειμένω.

Επομένως εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι παρόντες αναιρεσείοντες, που ηττήθηκαν, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αυτού, ως ορίζεται στο διατακτικό, κατ' εφαρμογήν των διατάξεων των άρθρων 22 παρ. 1 και 3 Ν. 3693/1957, 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, 5 παρ. 12 Ν. 1738/1987 και 2 της Κοινής Αποφάσεως Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης 134423/1992 (ΦΕΚ Β' 11/20-1-1993), αφού η νομική υπηρεσία του Ε.Φ.Κ.Α. διεξάγεται δια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (άρθρο 17 παρ. 1 Ν. 3086/2002, ως έχει τροποποιηθεί με τα άρθρα 62 παρ. 3 Ν. 4387/2016 και 31 Ν. 4445/2016, ΑΠ 1213/ 2019).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ τον χωρισμό της υποθέσεως, όσον αφορά την τρίτη αναιρεσείουσα Σ. Α. του Ν..

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς την άνω τρίτη αναιρεσείουσα.

Απορρίπτει ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες την από 6.8.2018 αίτηση για αναίρεση της 1926/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αμέσως παραπάνω αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Δεκεμβρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ