Legislator Case Law & Legislation
544/2014 AI generated

544/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 544/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

544/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς, οι πρώτος και δεύτερος από το άρθρο 559 αρ. 19 και 1 ΚΠολΔ, αντιστοίχως λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, επειδή δεν περιέχει μείζονα πρόταση, η οποία να διαλαμβάνει τους κανόνες δικαίου που εφαρμόσθηκαν και δη των άρθρων 14 επ. Α.Κ. προβάλλονται αβασίμως.

Keywords

AI generated
fraudulent insurance claim termination of insurance benefits evasion of insurance contributions pension buy-in right to higher insurance cover life insurance
AI generated
1351/2011
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ.
291/2011
ΕΑΔΑΚ (εταιρίες επενδύσεων) που χρησιμοποιούν τη μητρική τους ασφαλιστική εταιρία ως αντιπροσώπου στα πλαίσια επιτρεπτής μεταπληρεξουσιότητας, όταν ο ασφαλιστικός σύμβουλός της τελευταίας διέπραξε απάτη, ευθύνονται αμφότερες οι αντιπροσωπευόμενες με 922 ΑΚ.
1883/2025
Με την κρινόμενη από 16-5-2023 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η 5650/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
303/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-10-2000 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1340/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 4254/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7 Οκτωβρίου 2004 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καλαμίδας ανέγνωσε την από 1 Μαρτίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
1520/2019
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Κουβίδου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Στυλιανό Δαρέλλη, Όλγα Σχετάκη-Μπονάτου, Αλεξάνδρα Σιούτη και Στυλιανό Δαρέλλη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 544 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 544/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Θεοδώρα Χατζηπαντελίδου.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλειών "Η ΕΘΝΙΚΗ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Λύτρα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2289/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8-8-2012 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Κλαδογένης διάβασε την από 13-9-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η έλλειψη μείζονος προτάσεως, η παράλειψη δηλαδή, παράθεσης των διατάξεων, στις οποίες βρίσκει έρεισμα το αίτημα, αγωγής ή ενστάσεως δεν καθιστά (αυτή καθ'ευατήν) την απόφαση αναιρετέα, αφού η συνταγματική επιταγή της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης των αποφάσεων (άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος) δεν καθιερώνει ούτε επιβάλλει αντίστοιχο αναιρετικό έλεγχο, ο οποίος στην προκειμένη περίπτωση δεν δικαιολογείται ούτε κατά την διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 Ν.Δ.53/1974 (Ε.Σ.Δ.Α.). Ο δε κοινός νομοθέτης στο πεδίο της πολιτικής δίκης προβλέπει ως λόγο αναίρεσης την έλλειψη νόμιμης βάσης "ιδίως αν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης" (άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ). Ως "αιτιολογίες, όμως, στη διάταξη αυτήν νοούνται μόνον οι ουσιαστικές παραδοχές, των οποίων η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου. Οι διατάξεις που στηρίζουν αίτημα αρκεί, έστω και αν δεν μνημονεύονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, να υφίστανται και να δικαιολογούν, βάσει των ουσιαστικών παραδοχών της, το διατακτικό της, οπότε ο Άρειος Πάγος μπορεί να τις συμπληρώσει, κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ. (ΑΠ 282/2010, ΑΠ 279/2005).

Συνεπώς, οι πρώτος και δεύτερος από το άρθρο 559 αρ. 19 και 1 ΚΠολΔ, αντιστοίχως λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, επειδή δεν περιέχει μείζονα πρόταση, η οποία να διαλαμβάνει τους κανόνες δικαίου που εφαρμόσθηκαν και δη των άρθρων 14 επ. Α.Κ. προβάλλονται αβασίμως.

Κατά το άρθρο 559 αριθ.1 περ.α'ΚΠολΔ: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου". Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (ιδίως των άρθρων 173 και 200 ΑΚ) καλούνται σε εφαρμογή, όταν το "γράμμα" της δηλώσεως δεν είναι σαφές και γεννώνται αμφιβολίες ως προς την έννοια της δηλώσεως.

Κατά την ερμηνεία της δηλώσεως της βουλήσεως αναζητείται η αληθής βούληση του δικαιοπρακτούντος χωρίς προσήλωση στις λέξεις (άρθρο 173 ΑΚ) και οι συμβάσεις ερμηνεύονται, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (άρθρο 200 ΑΚ). Οι διατάξεις αυτές καλύπτουν τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες υφίσταται μεν βούληση των μερών, υπάρχουν όμως κενά στην διατύπωση αυτής ή η δήλωση υπήρξε ατελής.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, τα εξής: "Μετά την 4607Γ/3.8.99 αίτηση ασφάλισης ζωής του εκκαλούντος- ενάγοντος, η οποία έγινε δεκτή από την αντισυμβαλλόμενη εφεσίβλητη-εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, καταρτίστηκε το .../10.8.99 ασφαλιστήριο συμβόλαιο ζωής. Από το ανωτέρω ασφαλιστήριο, που προσκομίζεται με επίκληση από τους διαδίκους, αποδεικνύεται ότι μεταξύ των τελευταίων (διαδίκων) καταρτίστηκε σύμβαση ασφάλισης ζωής συνδεδεμένη με επενδύσεις, με ασφαλιζόμενο τον εκκαλούντα-ενάγοντα και δικαιούχους, σε περίπτωση θανάτου του, τη σύζυγο του και τα τρία τέκνα του, διάρκειας δέκα ετών, με έναρξη ασφάλισης τις 5.8.1999 και ετήσιο ασφάλιστρο ύψους 4.525,73 ευρώ.

Επίσης, ορίστηκε το ασφαλιζόμενο ποσό να είναι συνδεδεμένο με το εσωτερικό μεταβλητό κεφάλαιο "Εθνική Σύνταξη", προσδιορίζοντας και τον αριθμό μονάδων, στις οποίες υποδιαιρείται το ενεργητικό του ανωτέρω εσωτερικού μεταβλητού κεφαλαίου και που λογίσθηκαν μετά την πληρωμή του πρώτου ασφαλίστρου επένδυσης, ύψους 4.402,05 ευρώ και επιπλέον καθορίστηκε εγγυημένη αξία λήξης, με την έννοια ότι η ασφαλιστική εταιρεία θα καταβάλει κατ' ελάχιστο το ποσό των 51.978,51 ευρώ στη λήξη της ασφάλισης.

Τέλος, προσδιορίστηκε και το ποσοστό επένδυσης τόσο του τακτικού ασφαλίστρου όσο και του έκτακτου ασφαλίστρου, δηλαδή άλλου επιπλέον του περιοδικού καταβαλλόμενου ασφαλίστρου, το οποίο σύμφωνα και με τα άρθρα 1.3 και 10 επενδύεται στο Λογαριασμό Επένδυσης Ασφαλιστηρίου (Λ Ε Α) που δημιουργείται για κάθε ασφαλιστήριο ταυτόχρονα με την έναρξη ισχύος του.

Ακολούθως αποδείχθηκε ότι ο εκκαλών- ενάγων με την υπογραφή της αίτησης ασφάλισης, που έλαβε χώρα στις 3.8.99, κατέβαλε και το ποσό των 1.542.144 δραχμών ή 4.525,73 ευρώ για την εξόφληση του ετήσιου τακτικού ασφαλίστρου.... Στις 5.8.99, δηλαδή σε προγενέστερο χρόνο από την έκδοση του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, ο εκκαλών - ενάγων κατέβαλε στην εκκαλούσα- εναγόμενη το ποσό των 13.500.000 δραχμών ή 39.618,49 ευρώ, γεγονός που δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους και προκύπτει, επιπλέον, από...απόδειξη είσπραξης, στην οποία αναγράφεται ότι το πιο πάνω ποσό καταβλήθηκε ως έκτακτη κατάθεση....

Η καταβολή του ποσού αυτού αφορά έκτακτο ασφάλιστρο, όπως συνάγεται από την 566485/5.8.99 απόδειξη και δεν αμφισβητείται από τον εκκαλούντα- ενάγοντα. Ο τελευταίος ισχυρίζεται με την αγωγή του ότι με την υπογραφή του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, πράγματι υπέγραψε πρόσθετη πράξη που αφορούσε την καταβολή του ανωτέρω ποσού ως έκτακτου ασφαλίστρου, πλην όμως ο ίδιος πίστευε ότι υπέγραφε πάγια εντολή προς την εφεσίβλητη- εναγομένη να εισπράττει κάθε χρόνο το ποσό του ετήσιου τακτικού ασφαλίστρου, με συνέπεια να υφίσταται διάσταση μεταξύ του νοήματος που προσέδωσε ο ίδιος στη δήλωση βούλησης του και του νοήματος που αυτή πράγματι έχει κατά το νόμο.

Πλην, όμως, αποδεικνύεται ότι ο εκκαλών- ενάγων είχε γνώση ότι το ποσό των 39.618,45 ευρώ αφορούσε την καταβολή έκτακτου ασφαλίστρου και δεν δόθηκε προκειμένου με το ποσό αυτό να προκαταβάλλει το συνολικό ποσό των ασφαλίστρων των δέκα ετών. Ειδικότερα, όπως και ο εκκαλών- ενάγων με την αγωγή του εκθέτει, ήταν σε γνώση ότι δεν μπορούσε να προκαταβάλει τα ασφάλιστρα, για όλα τα έτη διάρκειας της σύμβασης ασφάλισης ζωής, καθόσον η ίδια η εφεσίβλητη- εναγομένη τον ενημέρωσε ότι απαγορεύεται η προείσπραξη ασφαλίστρων επόμενων ετών από την ασφαλιστική εταιρεία.

Επίσης, ουδόλως αποδείχθηκε ότι κατέθεσε το ανωτέρω ποσό των 39.618,49 ευρώ σε τραπεζικό λογαριασμό, έτσι ώστε να μπορεί μετά η ασφαλιστική εταιρεία να εισπράττει ανά έτος το τακτικό ασφάλιστρο με πάγια εντολή που ο ίδιος θα έδινε, όπως με την αγωγή του ισχυρίζεται, αλλά, αντίθετα, αποδείχθηκε ότι ο εκκαλών- ενάγων κατέθεσε όλο το ποσό στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία.

Το καταβληθέν, λοιπόν, ποσό προς την εφεσίβλητη- εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία αφορά ξεχωριστή καταβολή και ειδικά έκτακτο ασφάλιστρο, που επενδύθηκε σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 10 των γενικών όρων ασφαλιστηρίου ζωής συνδεδεμένο με επενδύσεις, γεγονός που γνώριζε ο εκκαλών- ενάγων.. Στοιχείο που επιρρωνύει την κρίση αυτή του Δικαστηρίου είναι και ότι ο εκκαλών- ενάγων, στη συνέχεια, γνωρίζοντας ότι έχει ήδη καταβάλει έκτακτα ασφάλιστρα, προέβη σε πλείονες πράξεις εξαργύρωσης μεριδίων που προήλθαν από αυτά, προκειμένου να εξοφλήσει οφειλόμενες δόσεις τακτικών ασφαλίστρων...

Ακολούθως, μετά την ακύρωση του συμβολαίου, ο εκκαλών- εναγών στις 30.6.2003, ζήτησε με αίτηση του την επαναφορά σε ισχύ του επίδικου συμβολαίου. Την ίδια δε ημέρα, η σύζυγος του, εξουσιοδοτούμενη από τον ίδιο, υπέβαλε στην εφεσίβλητη- εναγόμενη αίτηση εξαγοράς εκτάκτων καταβολών για 13.600 ευρώ και έλαβε το ποσό των 13.601,66 ευρώ, το οποίο κατέβαλε για την εξόφληση μη καταβληθέντων ετήσιων τακτικών ληξιπρόθεσμων ασφαλίστρων ετών 2001, 2002 και 2003.

Επίσης, αποδείχθηκε ότι στις 30.7.2004, ο ενάγων υπέβαλε στην εφεσίβλητη εναγόμενη αίτηση για εξαγορά έκτακτων ασφαλίστρων για ποσό 4.525,73 ευρώ, εξαργυρώνοντας αντίστοιχα μερίδια και εισέπραξε το ποσό των 4.525,99 ευρώ, το οποίο κατέβαλε ως εξόφληση της ετήσιας δόσης τακτικού ασφαλίστρου για το έτος 2004. Τέλος, στις 18.8.2005, υπέβαλε στην εφεσίβλητη- εναγόμενη αίτηση για εξαγορά όλου του ποσού των έκτακτων καταβολών που είχε απομείνει στο λογαριασμό επένδυσης των έκτακτων καταβολών, δηλώνοντας συγχρόνως ότι παραιτείται του δικαιώματος ανάκλησης αυτής της αίτησης του.

Το καθαρό ποσό αυτής της εξαγοράς ήταν 2.817,78 ευρώ, το οποίο ο ενάγων έλαβε χωρίς επιφύλαξη. Δηλαδή, ο εκκαλών- ενάγων, ο οποίος, από τις ανωτέρω εξαγορές που αφορούν το έκτακτο ασφάλιστρο έλαβε το ποσό των 25.579 ευρώ, γνωρίζοντας ότι έχει καταβάλει το ποσό των 39.618,49 ευρώ για έκτακτα ασφάλιστρα, προέβη στις παραπάνω πράξεις εξαργύρωσης μεριδίων που προήλθαν από αυτά, προκειμένου να εξοφλήσει οφειλόμενες δόσεις τακτικών ασφαλίστρων.

Δεν κρίνεται δε πιστευτός ο ισχυρισμός του εκκαλούντος- ενάγοντος σύμφωνα με τον οποίο είχε την πεποίθηση ότι, κατά την υπογραφή και των αιτήσεων εξαγοράς της έκτακτης καταβολής ασφαλίστρων, υπογράφει πάγιες εντολές πληρωμής των τακτικών ασφαλίστρων από τραπεζικό λογαριασμό του, δεδομένου ότι ήταν σε γνώση της κατάρτισης πρόσθετης συμφωνίας για έκτακτα ασφάλιστρα, όπως ανωτέρω αποδείχθηκε.

Πέραν όμως των ανωτέρω δεν θα απαιτείτο εκτός της πάγιας εντολής για είσπραξη από τον τραπεζικό του λογαριασμό των τακτικών ασφαλίστρων, όπως ο ίδιος, ισχυρίζεται ότι πίστευε πως έπραττε όταν υπέγραφε τις αιτήσεις εξαγοράς έκτατων ασφαλίστρων, να προβαίνει στη συνέχεια και σε περαιτέρω πρόσθετη πράξη προς την εφεσίβλητη- εναγομένη καταβολής προς εξόφληση των τακτικών ασφαλίστρων...".

Με αυτές δε τις παραδοχές το Εφετείο απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, με την οποία είχε απορριφθεί κατ'ουσίαν η αγωγή του. Από τις ανωτέρω παραδοχές του Εφετείου προκύπτει, ότι το δικαστήριο δέχθηκε, ότι ο αναιρεσείων είχε γνώση, ότι το ποσόν των 39.618,45 ευρώ αποτελούσε "έκτακτο ασφάλιστρο" και δεν αποτελούσε καταβολή του συνολικού ποσού των ασφαλίστρων της ασφάλειας ζωής για την επόμενη δεκαετία.

Περαιτέρω, από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο, σύμφωνα με τις ως άνω αιτιολογίες και παραδοχές του, δεν διεπίστωσε ούτε άμεσα, ούτε έμμεσα κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις της βουλήσεως των διαδίκων και ειδικότερα του αναιρεσείοντος στην μεταξύ των συναφθείσα σύμβαση. Ως εκ τούτου, δεν υπήρχε ανάγκη το Εφετείο να προσφύγει και δεν προσέφυγε στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 175 και 200 ΑΚ.

Οι επικουρικές δε αναφορές του Εφετείου, ότι 1)ο ενάγων είχε ενημερωθεί από την εναγομένη, ότι απαγορεύεται η προείσπραξη ασφαλίστρων για επόμενα έτη και 2)ότι δεν θα απαιτείτο εκτός της πάγιας εντολής για είσπραξη από τον τραπεζικό λογαριασμό του των τακτικών ασφαλίστρων, εάν επρόκειτο για τέτοια σύμβαση, να προβαίνει ο ενάγων και σε περαιτέρω πρόσθετη πράξη, προς την εναγομένη, καταβολής προς εξόφληση των τακτικών ασφαλίστρων, έγιναν προς επιβεβαίωση και μόνον της κυρίας παραδοχής του και όχι για την αναζήτηση της αληθούς βουλήσεως των μερών και ειδικότερα του ενάγοντος.

Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, καθόσον δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και ο τα αντίθετα υποστηρίζων τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αριθ.11 περ.γ'ΚΠολΔ: "Αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν". Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα, ενώ μόνον το γεγονός ότι δεν έγινε ειδική μνεία και ιδιαίτερη αξιολόγηση κάποιου αποδεικτικού μέσου δεν στοιχειοθετεί τον λόγο αυτόν, εφόσον από το περιεχόμενο της αποφάσεως καθίσταται απολύτως βέβαιον, ότι έχει ληφθεί τούτο υπόψη από το δικαστήριο.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων αποδίδει με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεώς του στο Εφετείο την ως άνω πλημμέλεια, ισχυριζόμενος ειδικότερα, ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη την από εκείνον προσκομισθείσα με επίκληση "Βεβαίωση Είσπραξης Ασφαλίστρων" με ημερομηνία 13-4-2000. Το έγγραφο αυτό, κατά τον αναιρεσείοντα, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, καθόσον αποδεικνύει τον περί της πλάνης του ισχυρισμό του.

Όμως, από την σχετική διαβεβαίωση του Εφετείου, σε συνδυασμό προς το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι το έγγραφο αυτό, το οποίο όπως προκύπτει από το περιεχόμενό του, χορηγήθηκε στον αναιρεσείοντα από την αναιρεσίβλητη "για φορολογική χρήση" μετά από πάροδο οκτώ μηνών από την σύναψη της συμβάσεως ασφαλίσεως και το οποίο δεν μνημονεύεται ιδιαιτέρως στην προσβαλλομένη απόφαση, ελήφθη υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία.

Επομένως, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.

Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση, να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8 Αυγούστου 2012 αίτηση του Σ. Κ. για αναίρεση της υπ'αριθ.7/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Οκτωβρίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Μαρτίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ