Supreme Court dismisses appeal for failure to specify document distortion details under Article 559 of Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's final decision regarding alleged fictitious property sales. The appellant argued that the lower court distorted the content of critical documents submitted by him, but the court found this claim vague and unsupported. Consequently, the appeal was rejected because the appellant failed to precisely identify the specific documents or explain the nature of the alleged distortion required to establish a ground for review.
Legislator headnote
AI generatedArticles 339 and 432e of the Civil Procedure Code; An appeal based on alleged distortion of a document is inadmissible if the appellant fails to specify the documents, the distorted content, the court's interpretation, and the prejudicial finding.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 544 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 544/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Φ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο του Αλκιβιάδη Γρηγοριάδη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Β. Κ. του Η., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Τσιρογιάννη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31 Οκτωβρίου 2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1458/2007 παρεμπίπτουσα και 22313/2008 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1708/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26 Απριλίου 2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 13 Νοεμβρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 1708/2010 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που απέρριψε από ουσιαστικής πλευράς την από 20.1.2009 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 22313/2008 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 1458/2007 παρεμπίπτουσας απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου είχε απορρίψει την ένδικη από 31.10.2005 αγωγή του.
Με την αγωγή αυτή ο αναιρεσείων, ισχυριζόμενος ότι οι αναφερόμενες στην αγωγή του πωλήσεις ακινήτων είναι εικονικές ως προς το πρόσωπο της αναιρεσίβλητης, που εμφανίζεται στις σχετικές συμβάσεις ως αγοράστρια, ζήτησε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα των συμβάσεων αυτών και αντίστοιχα να αναγνωρισθεί ο ίδιος ως κύριος των πωλούμενων ακινήτων στη θέση της αναιρεσίβλητης και ακόμη να υποχρεωθεί αυτή σε δήλωση εκχώρησης των δικαιωμάτων της από τα αναφερόμενα στην ένδικη αγωγή δυο συμβολαιογραφικά προσύμφωνα πώλησης ακινήτων.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ). 2. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 12 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη απόδειξης μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που δεσμευτικά για το δικαστήριο καθορίζει ο νόμος.
Αντίθετα δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός στην περίπτωση που το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα, κατά το άρθρ. 340 ΚΠολΔ, ίδιας αποδεικτικής δύναμης αποδεικτικά μέσα αποδίδει μικρότερη ή μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε κάποιο ή κάποια από αυτά. Επομένως ο παραπάνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται μόνο αν πρόκειται για αποδεικτικά μέσα, στα οποία, σύμφωνα με το νόμο, το δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να προσδώσει δύναμη πλήρους απόδειξης, δηλαδή ο λόγος αυτός προϋποθέτει αποδεικτικά μέσα αυξημένης αποδεικτικής δύναμης και γενικότερα είναι ανεφάρμοστος στις υποθέσεις που λαμβάνονται υπόψη και μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα.
Εξ άλλου κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.
ΑΠ 15/2006). Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι αυτή, εκτιμώντας του σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτά επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: "Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο γάμο στις 4.12.1960, από τον οποίο απέκτησαν δυο ενήλικα ήδη τέκνα.
Οι σχέσεις τους διαταράχθηκαν από το έτος 1985, γεγονός που προκάλεσε τη λύση του γάμου τους κατόπιν άσκησης εκ μέρους της εναγομένης (αναιρεσίβλητης) αγωγής διαζυγίου, η οποία έγινε δεκτή με την υπ' αριθ. 12837/1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Το έτος 1969 οι διάδικοι μετανάστευσαν στη …και ειδικότερα στη …, όπου ο ενάγων (αναιρεσείων) παρείχε τις υπηρεσίες του ως οργανοπαίκτης σε νυκτερινά κέντρα, ενώ παράλληλα απασχολήθηκε σε επιχειρήσεις κατασκευής και εμπορίας γούνας, αρχικά ως εργάτης και στη συνέχεια ίδρυσε δική του ατομική επιχείρηση, εμπορευόμενος το ίδιο προϊόν.
Επίσης και η εναγομένη μεταξύ των ετών 1969 έως τα τέλη του 1980, έχοντας εντός της οικίας της εργαστήριο, εργάσθηκε ως μοδίστρα, αμειβόμενη ανά τεμάχιο από τις διάφορες βιοτεχνίες κατασκευής και εμπορίας γούνας που την απασχολούσαν, ενώ παράλληλα, κατά το διάστημα των μηνών από Μάρτιο έως και Δεκέμβριο κάθε έτους, παρείχε τις υπηρεσίες της και στην επιχείρηση του συζύγου της.
Ο ενάγων, παρά το γεγονός ότι από την ως άνω επαγγελματική του δραστηριότητα αποκόμιζε αρκετά χρήματα, εν τούτοις δεν είχε την πρόνοια να τα αποταμιεύσει. Αντίθετα το μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων που απέκτησε δαπανήθηκε από τον ίδιο σε ηλεκτρονικά τυχερά παιχνίδια, αλλά και σε διασκεδάσεις με άλλες γυναίκες, με τις οποίες διατηρούσε σχέση εκτός γάμου, ενώ ακόμη και ακίνητα περιουσιακά στοιχεία που απέκτησε με χρήματα από την εργασία του, τα μεταβίβασε προς την εναγόμενη σύζυγό του έναντι τιμήματος.
Ενδεικτικό της συμπεριφοράς του αυτής αποτελεί το γεγονός ότι ο παραπάνω ιδιαίτερα δαπανηρός τρόπος διαβίωσή του είχε ως συνέπεια να περιέλθει σε κατάσταση αφερεγγυότητας... και να καταλήξει σε πτώχευση. Η εναγομένη αντίθετα, έχοντας την πρόνοια αποταμίευσης των χρημάτων που αποκόμιζε από την παραπάνω εργασία της και απασχολούμενη τουλάχιστον επί 10 ώρες ημερησίως, επένδυε μεγάλο μέρος των χρημάτων αυτών σε αγορά ακινήτων.
Συγκεκριμένα το έτος 1972 ο ενάγων με το υπ' αριθ…/1.7.1980 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ιωάννη Λιάτση, που μεταγράφτηκε νόμιμα, μεταβίβασε λόγω πωλήσεως στην εναγομένη το 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός διαμερίσματος στο δεύτερο όροφο οικοδομής, καθαρού εμβαδού 139,70 τ.μ., στην οδό … αριθ…, έναντι τιμήματος 1.380.000 δραχμών, που κατέβαλε η εναγομένη τοις μετρητοίς σ' αυτόν...
Επίσης με το υπ' αριθ. .../1972 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Θεμιστοκλή Κτενά, που μεταγράφτηκε νόμιμα, ο ενάγων μεταβίβασε στην εναγομένη λόγω πωλήσεως αρχικά το 1/2 εξ αδιαιρέτου τμήματος οικοπέδου στον ... επί της οδού … εκτάσεως 110 τ.μ., αντί τιμήματος 5.000 δραχμών, ενώ ακολούθως με το με το υπ' αριθ. .../1980 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αξιοθέας Σπανού-Κυριακίδη, που μεταγράφτηκε νόμιμα, της μεταβίβασε λόγω πωλήσεως το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου του ως άνω ακινήτου, αντί τιμήματος 200.000 δραχμών, ποσά που έλαβε ο ενάγων από την εναγομένη κατά δήλωσή του ενώπιον των ως άνω συμβολαιογράφων.
Οι δηλώσεις βουλήσεως των διαδίκων, που περιλαμβάνονται στα ως άνω συμβολαιογραφικά έγγραφα, ουδόλως αποδείχθηκε ότι ήταν εικονικές, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων με την ένδικη αγωγή του, επικαλούμενος ότι οι ως άνω μεταβιβάσεις των ακινήτων προς την εναγομένη έγιναν αποκλειστικά και μόνον για φορολογικούς λόγους και ότι στην πραγματικότητα η βούληση αμφοτέρων ήταν να παραμείνουν τα επίδικα ακίνητα στην κυριότητά του.
Προκειμένου να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό του αυτό ο ενάγων περιορίζεται στην κατάθεση της μάρτυρος Β. Τ., που εξετάσθηκε κατά πρότασή του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, η οποία παντελώς αορίστως κατέθεσε ότι λόγω σφαλμάτων του θανόντος λογιστή, που απασχολούσε ο ενάγων στην επιχείρησή του, ανέκυψε φορολογικό πρόβλημα με συνέπεια ο τελευταίος, κατά σύσταση του δικηγόρου του, να προβεί σε εικονικές μεταβιβάσεις προς τη σύζυγό του μέχρι την αντιμετώπιση του σχετικού ζητήματος.
Ο ως άνω... ισχυρισμός..., δεν μπορεί να γίνει πιστευτός, καθώς δεν υπάρχει κάποιο άλλο έγγραφο αποδεικτικό στοιχείο που να τον τεκμηριώνει. Αλλά και υπό την εκδοχή ότι οι διάδικοι... συναποφάσισαν να προβούν στις άνω μεταβιβάσεις προκειμένου να αποτρέψουν τον κίνδυνο απώλειας των περιουσιακών στοιχείων του ενάγοντος...
λόγω... φορολογικών παραβάσεων..., μόνο το γεγονός αυτό δεν αποδίδει άνευ ετέρου εικονικό χαρακτήρα στις άνω μεταβιβάσεις, αφού από κανένα πειστικό αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε τέτοια βούληση των διαδίκων. Σχετικά με το θέμα αυτό σαφής, κατηγορηματική και καθόλα αξιόπιστη είναι η κατάθεση του μάρτυρα ανταποδείξεως Λ.
Κ., υιού των διαδίκων, ο οποίος αναφερόμενος στον τρόπο διαχείρισης των χρημάτων που αποκτήθηκαν από την εργασία των γονέων του κατά το διάστημα παραμονής τους στη …, κατέθεσε ότι ο ενάγων πατέρας του ήταν σπάταλος και όσα ακίνητα απέκτησε από την εργασία του, φρόντισε να τα εκποιήσει, σε αντίθεση με τη μητέρα του, η οποία προ του κινδύνου να περιέλθουν τα ακίνητα αυτά σε τρίτους, τα αγόρασε η ίδια με χρήματα που απέκτησε από την πολύωρη εργασία της, απασχολούμενη ως μοδίστρα κατ' οίκον, αλλά και ως εργάτρια σε διάφορες βιοτεχνίες γουναρικών, ενώ αναφερόμενος στην εικονικότητα ή μη των επίδικων μεταβιβάσεων προς τη μητέρα του κατέθεσε χαρακτηριστικά "και εγώ και η αδελφή μου φυσικά ξέρουμε ότι τα αποκτήματα αυτά έγιναν από τη μητέρα μας, γι' αυτό και έγιναν και οι συμβάσεις αυτές, οι οποίες είναι πραγματικές και όχι εικονικές..., ο πατέρας μας χρειαζόταν χρήματα, πήρε χρήματα..., ήθελε να τα πουλήσει..., η μητέρα μου φυσικά δεν ήθελε να τα πουλήσει, ουσιαστικά ούτε να τα αγοράσει..., αλλά ο πατέρας μου ήθελε να τα πουλήσει σε τρίτους και αναγκάσθηκε η μητέρα μου να τα αγοράσει απ' αυτόν".
Με τις παραπάνω παραδοχές συνηγορούν άλλωστε και ότι α) ο ενάγων κατά την κατάρτιση των ως άνω φερόμενων ως εικονικών δικαιοπραξιών δεν φρόντισε να εξασφαλίσει την απόδειξη της έλλειψης συναλλακτικής πρόθεσης της εναγομένης με σχετικό αντέγγραφο... και β) μετά την εκδήλωση της διάσπασης στις προσωπικές του σχέσεις με την εναγομένη περί το έτος 1985, αντί να αμφισβητήσει, όπως θα ήταν αναμενόμενο, το κύρος των επίδικων δικαιοπραξιών, επικαλούμενος είτε την εικονικότητά τους είτε οποιοδήποτε άλλο λόγο ακυρότητας αυτών, κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατά τις εναγομένης τις υπ' αριθ....
αγωγές αποκτημάτων στη βάση της εγκυρότητας αυτών, παραιτούμενος ακολούθως από το δικόγραφο της πρώτης και ματαιώνοντας τη δεύτερη". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι "δεν αποδείχθηκε ότι υπήρχε μεταξύ των διαδίκων συμφωνία που να αποδίδει εικονικό χαρακτήρα στις παραπάνω με συμβολαιογραφικά έγγραφα μεταβιβάσεις προς την εναγομένη" και συνακόλουθα απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αλλά με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμά του, αξιολογώντας το σύνολο των διαθέσιμων αποδεικτικών μέσων, μεταξύ των οποίων και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων.
Επομένως είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο αντίθετος τέταρτος λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το μέρος που αποδίδει στην απόφαση του Εφετείου πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ενώ ως απαράδεκτος πρέπει να απορριφθεί ο τρίτος λόγος της ίδιας αίτησης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν αξιολόγησε με τη δέουσα βαρύτητα την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος του αναιρεσείοντος Β.
Τ., που εξετάσθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και αντίθετα εσφαλμένα εκτίμησε και δέχθηκε ως αληθινή την ένορκη κατάθεση του υιού των διαδίκων Λ. Κ., που εξετάσθηκε ως μάρτυρας της αναιρεσίβλητης επίσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και πρόκειται να ωφεληθεί από τη δυσμενή για τον αναιρεσείοντα έκβαση της δίκης, αφού οι μαρτυρικές καταθέσεις εκτιμώνται ελεύθερα και έτσι πράγματι εκτιμήθηκαν από το Εφετείο μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, ανεπίτρεπτα δε με το λόγο αυτό της αίτησης αναίρεσης επιχειρείται, με πρόσχημα πλημμέλεια από τον αριθμό 12 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, να πληγεί η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου ως προς την ουσία της υπόθεσης (άρθρ. 561§1 ΚΠολΔ).
Εξάλλου αβάσιμος και απορριπτέος είναι και ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλειες από τους αριθμούς 11α και 14 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο ανεπίτρεπτα έλαβε υπόψη και δεν κήρυξε άκυρη την ένορκη κατάθεση του ως άνω υιού των διαδίκων στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, μολονότι αυτή είναι επανάληψη της ένορκης κατάθεσής του στην προηγηθείσα δίκη διαζυγίου των διαδίκων, αφού ναι μεν ο υιός αυτός των διαδίκων δεν επιτρεπόταν κατά το άρθρ. 601 αριθ. 2 ΚΠολΔ να εξετασθεί ως μάρτυρας στη δίκη εκείνη, όμως τέτοιο κώλυμα δεν υπάρχει στην παρούσα δίκη, που διεξάγεται κατά την τακτική διαδικασία και όχι την ειδική των γαμικών διαφορών.
Περαιτέρω ως αβάσιμος πρέπει να απορριφθεί και ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 9γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο παρέλειψε να απαντήσει στους λόγους της έφεσής του σχετικά με την ακυρότητα της κατάθεσης του υιού των διαδίκων στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και έτσι άφησε αδίκαστους τους λόγους αυτούς, αφού αφενός μεν η παράλειψη του Εφετείου να απαντήσει σε λόγο έφεσης δεν συνιστά πλημμέλεια από τον αριθμό 9, αλλά από τον αριθμό 8β του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 140/2006? 1703/2008? 98/2009? 845/2009? 798/ 2010), αφετέρου δε πράγματα κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου συνιστούν και οι επιμέρους λόγοι της έφεσης, εφόσον όμως έχουν αυτοτέλεια και αφορούν σε νομικά βάσιμο παράπονο, ώστε η παραδοχή τους να μπορεί να οδηγήσει σε εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης (ΑΠ 570/2008), όπως όμως δεν συμβαίνει με τους λόγους της έφεσης του αναιρεσείοντος, που βάλλουν κατά του κύρους της ως άνω ένορκης κατάθεσης του υιού των διαδίκων.
Ο ίδιος δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος κατά το μέρος με το οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αφού η παράλειψη του Εφετείου να απαντήσει στους λόγους της έφεσής του σχετικά με το κύρος της κατάθεσης του υιού των διαδίκων δεν ισοδυναμεί με ανεπάρκεια αιτιολογίας, η οποία άλλωστε δεν θεμελιώνει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, όταν αφορά δικονομικά και όχι ουσιαστικά ζητήματα. 3.
Παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθ. 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού κατά την έννοια των άρθρ. 339 και 432επ. ΚΠολΔ εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο.
Παραμόρφωση εγγράφου κατά την έννοια του παραπάνω αναιρετικού λόγου συνιστά και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης, δηλαδή για να θεμελιώνεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραβιάσθηκε κατά το περιεχόμενό του.
Δεν αρκεί έτσι ότι το συνεκτίμησε απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενό του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε και το οποίο, εξ άλλου, θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης για να είναι ορισμένος θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζονται α) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, β) το περιεχόμενο που προσέδωσε σ' αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της, γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξ αιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου.
Ο αναιρεσείων με μέρος του τέταρτου λόγου της αίτησης αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο κρίσιμων εγγράφων, που αυτός προσκόμισε και αφορούν την αποστολή από τον ίδιο συναλλάγματος από τη …για την αγορά των επίδικων ακινήτων. Έτσι διατυπωμένος ο λόγος αυτός από τον αριθμό 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ είναι αόριστος και συνεπώς απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού ο αναιρεσείων δεν εξειδικεύει τα έγγραφα, που ισχυρίζεται ότι παραβιάσθηκαν κατά την ανάγνωση του περιεχομένου τους, ούτε πολύ περισσότερο προσδιορίζει σε τι συνίσταται η παραβίαση αυτή, ενώ αντιφατικά ισχυρίζεται στη συνέχεια του ίδιου λόγου ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν αξιολόγησε τα έγγραφα αυτά.
Συνακόλουθα η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά της (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26.4.2011 αίτηση του Φ. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 1708/2010 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2013.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Μαρτίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ