Legislator Case Law & Legislation
544/2012 AI generated

544/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 544/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 544 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 544/2012

Legislator headnote

AI generated

544/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 544 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 544/2012

Keywords

AI generated
sick pay insurance benefits medically certified work incapacity sick leave suspension of benefits hospital stay co-payment occupational disability benefits
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 544 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 544/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ "ΑΓΙΟΣ ΠΑΥΛΟΣ"" που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Χριστοδουλόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Α., 2) Σ. Ε., 3) Χ. Λ., 4) Ε. Γ., 5) Α. Γ., 6) Χ. Π., 7) Χ. Κ., 8) Ε. Θ., 9) Μ. Κ., 10) Ε. Μ., 11) Β. Ο., 12) Π. Σ., 13) Ν. Σ., 14) Δ. Μ., 15) Ζ. Κ., 16) Χ. Τ., 17) Χ. Β., 18) Ε. Κ., 19) Φ. Λ., 20) Ε. Ζ., 21) Γ. Π., 22) Θ. Δ., 23) Γ. Ρ., 24) Π. Π., 25) Χ. Γ., 26) Ε. Ι., 27) Σ. Σ., 28) Ι. Σ., 29) Ξ. Π., 30) Α. Α., 31) Β. Π., 32) Ε. Ν., 33) Π. Π., 34) Α. Ι., 35) Δ. Γ., 36) Γ. Μ., 37) Ε.-Ε. Φ., 38) Δ. Τ., 39) Ε. Σ., 40) Γ. Ζ., 41) Δ. Ν., 42) Δ. Κ., 43) Σ. Κ., 44) Π. Μ., 45) Θ. Σ., 46) Π. Κ., 47) Α. Μ., 48) Χ. Σ., 49) Δ. Π., 50) Γ. Π., 51) Β. Λ., 52) Γ. Γ., 53) Θ. Φ., κατοίκων ... . Οι υπό στοιχεία 3, 4, 5, 6, 8, 9, 10, 11, 13, 15, 18, 19, 27, 29, 30, 31, 33, 34, 35, 36, 37, 38, 39, 40, 41, 42, 43, 44, 45, 47, 48, 50, 51, 53 αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Νάτσινα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις. Οι υπό στοιχεία 1, 2, 7, 12, 14, 16, 17, 20, 21, 22, 23, 24, 25, 26, 28, 32, 46, 49, 52 αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/4/2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7542/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9603/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 26/5/2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 7/1/2011 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Σαράντη Δρινέα, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 9922Δ/ 2-7-2011 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ..., η συζήτηση της ένδικης αιτήσεως του Γενικού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 9603/2009 τελεσίδικης αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης, επισπεύδεται από τους αναιρεσίβλητους. Επομένως εφόσον οι από αυτούς Α. Α., Σ. Ε., Χ. Κ., Π. Σ., Δ. Μ., Χ. Τ., Χ. Β., Ε. Ζ., Γ. Π., Θ. Δ., Γ. Ρ., Π. Π., Χ. Γ., Ε. Ι., Ι. Σ., Ε. Ν., Π. Κ., Δ. Π., Γ. Γ. δεν εμφανίσθηκαν κατά τη νόμιμη, από το οικείο πινάκιο, εκφώνηση και συζήτηση της υπόθεσης ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, πρέπει να δικασθούν ερήμην, να συζητηθεί, όμως, η υπόθεση, σαν να ήταν και αυτοί παρόντες ( άρθρο 576 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.).

Από την αρχή της ισότητας, που καθιερώνεται με το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, προκύπτει ότι οι νόμοι, καθώς και οι κανονιστικού περιεχομένου διατάξεις, που εκδίδονται μετά από νομοθετική εξουσιοδότηση, κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς ομοίων καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων δεν μπορούν να επιχειρούν αυθαιρέτως δυσμενείς διακρίσεις σε βάρος ορισμένης κατηγορίας εργαζομένων που παρέχουν υπό τις αυτές συνθήκες όμοια εργασία, εκτός αν η διαφορετική ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη αλλά επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, οπότε οι εργαζόμενοι για τους οποίους συντρέχουν οι λόγοι αυτοί αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία. Η ισότητα αμοιβής μεταξύ εργαζομένων με σχέση ιδιωτικού δικαίου που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και παρέχουν την ίδια υπό τις αυτές συνθήκες εργασία επιβάλλεται και από το άρθρο 22 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος, το οποίο αποτελεί ειδικότερη εκδήλωση της αρχής της ισότητας του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος.

Συνεπώς, αν γίνει με νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή κατά αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση άλλη κατηγορία προσώπων για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που δικαιολογεί την ειδική αυτή μεταχείριση, η διάκριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική και προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας πρέπει να εφαρμοσθεί η νομοθετική ρύθμιση και για εκείνους εις βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, διότι μόνο με τον τρόπο αυτό αίρεται η κατά παράβαση των άνω διατάξεων του Συντάγματος δημιουργούμενη ανισότητα.

Ο κανόνας όμως αυτός δεν εφαρμόζεται επί συγκεκριμένης, βάσει διατάξεως νόμου, παροχής προς ορισμένη κατηγορία μισθωτών σε σχέση με μισθωτούς, οι οποίοι ανήκουν σε διαφορετικές κατηγορίες, όπως είναι αυτοί που έχουν διαφορετικό εργοδότη και διαφορετικούς, ενόψει του είδους της εργασίας τους, όρους απασχολήσεως και απολαύων.

Ούτε επιτρέπεται η σύγκριση να γίνει επιλεκτικά με βάση ορισμένη μόνο μισθολογική παροχή χωρίς συσχετισμό προς το ευρύτερο σύνολο αποδοχών, στο οποίο αυτή περιλαμβάνεται (ΑΠ 555/2008, 796/2001). Περαιτέρω, με το άρθρο 35 του Ν. 3229/2005 "Εθνικό Σύστημα Υγείας-Κοινωνικής Αλληλεγγύης και άλλες διατάξεις" ορίζεται ότι "... 1).

Στο προσωπικό που υπηρετεί στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, καθώς και στους αποσπασμένους σε αυτήν και στο μετακλητό προσωπικό χορηγείται μηνιαίο επίδομα ειδικής και απασχόλησης που ανέρχεται στο ποσό των 200 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1η Ιανουαρίου 2005 και εφεξής. 2) Το επίδομα αυτό δεν συμψηφίζεται με την προσωπική διαφορά που προβλέπεται στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 24 του Ν. 3205/2003 ...

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης το επίδομα αυτό μπορεί να αναπροσαρμόζεται". Στην αιτιολογική έκθεση επί του άρθρου 35 του Ν. 3329/2005 προκύπτει ότι η θέσπιση του επιδόματος της ειδικής απασχόλησης υπαγόρευσε ο αυξημένος φόρτος εργασίας και οι αυξημένες ευθύνες που δημιουργήθηκαν στις υπηρεσίες του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης από τις αλλαγές που επήλθαν στο ΕΣΥ με την κατάργηση των ΠΕΣΥΠ και τη δημιουργία των Διοικήσεων Υγειονομικών Περιφερειών (ΔΥΠΕ) και την αναμόρφωση των Νοσοκομείων σε ΝΠΔΔ.

Ειδικότερα, αναφέρεται ότι μετά τις παραπάνω δομικές αλλαγές στον χώρο της υγείας, οι εργαζόμενοι στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου έχουν αναλάβει ένα συντονιστικό και επιτελικό ρόλο, ο οποίος συνίσταται στην παρακολούθηση και στον συντονισμό των δραστηριοτήτων όλων των ανωτέρω εποπτευόμενων φορέων, προκειμένου να επιτευχθεί η καλύτερη δυνατή οργάνωση τους, σε όφελος του χρήστη των υπηρεσιών υγείας και ότι ο συντονιστικός και επιτελικός αυτός ρόλος συνεπάγεται αυξημένες ευθύνες και υποχρεώσεις, οι οποίες επιβάλλουν τη χορήγηση του επιδόματος ειδικής απασχόλησης.

Επισημαίνεται ακόμη στην αιτιολογική έκθεση ότι οι εργαζόμενοι στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου είχαν ήδη επιφορτισθεί με πρόσθετες υποχρεώσεις, στα πλαίσια των υπηρεσιακών τους καθηκόντων, μετά τις αλλαγές που επήλθαν στον χώρο της υγείας με τους Νόμους 2889/2001, 3106/2003, 3204/2003 και 3209/2003 (ίδρυση Ε.Σ.Υ.Κ.Φ., εποπτεία του προγράμματος "Βοήθεια στο Σπίτι", υπαγωγή των Μονάδων Κοινωνικής Φροντίδας στην αρμοδιότητα του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης), ότι η αλλαγή του συστήματος προμηθειών των Νοσοκομείων, με τη δημιουργία μιας ενιαίας επιτροπής στο Υπουργείο, τη σύσταση ενός εθνικούς μητρώου προμηθευτών και την κατάρτιση ενιαίου κωδικολογίου για τα προμηθευόμενα είδη, συνεπάγεται επιπρόσθετο φόρτο εργασίας και ευθύνες για τους εργαζομένους στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου και ότι για όλους τους παραπάνω λόγους επιβάλλεται χορήγηση του επιδόματος ειδικής απασχόλησης στο προσωπικό που υπηρετεί στην Κεντρική Υπηρεσία και στους αποσπασμένους σε αυτή. (Με το άρθρο 13 παρ.1 του Ν. 3627/2007 ορίσθηκε ότι δικαιούχοι του πιο πάνω επιδόματος είναι και όσοι υπηρετούν στην Κεντρική Υπηρεσία των Υγειονομικών Περιφερειών).

Από τη διατύπωση της ανωτέρω διάταξης και την επ' αυτής αιτιολογική έκθεση προκύπτει ότι ο νομοθέτης συνέδεσε την καταβολή του επιδόματος με το πραγματικό γεγονός της παροχής υπηρεσιών στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου αυτού για τους λόγους που εκτενώς παραθέτει και γι' αυτό επεκτείνει την καταβολή του και σε όσους υπαλλήλους έχουν αποσπασθεί στην Κεντρική Υπηρεσία, κατέχουν όμως οργανική θέση σε άλλο Υπουργείο ή φορέα.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι υπηρετούν ως ειδικευόμενοι ιατροί στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Νοσοκομείο με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου. Υπάγονται στο μισθολογικό πλαίσιο του Ν. 1397/1983 "περί μισθοδοσίας ιατρών ΕΣΥ κ.λ.π.", όπως αυτό τροποποιήθηκε με το Ν. 2606/1998 και ισχύει σήμερα σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 1 περ. 1, 2, 4 και 8 του Ν. 123/1975 και Ν.Δ. 2592/1953, που αφορούν ειδικότερα τους ειδικευόμενους ιατρούς, ανήκουν οργανικά στο Υπουργείο Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης.

Έτσι, έχουν νόμιμο δικαίωμα σε απολαβή κάθε μισθολογικής παροχής που προσαυξάνει, άλλως επεκτείνει κάθε αντίστοιχη μισθολογική παροχή, η οποία ήδη προβλέπεται και χορηγείται σε συναδέλφους τους, υπαλλήλους του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, δυνάμει του άρθρου 35 του Ν. 3329/2005, ήτοι του επιδόματος "ειδικής απασχόλησης", το οποίο χορηγήθηκε σ£, αυτούς για το χρονικό διάστημα από 1-1-2005 και εφεξής.

Και αυτό, διότι η αιτιολόγηση της χορήγησης του εν λόγω επιδόματος κατά την αιτιολογική έκθεση του παραπάνω νόμου η οποία είναι "... ο αυξημένος φόρτος εργασίας ... και οι αυξημένες ευθύνες που δημιουργήθηκαν στις Υπηρεσίες του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης από τις αλλαγές που επήλθαν στο Ε.Σ.Υ., με τη μετονομασία των "ΠΕΣΥ" σε "ΔΥΠΕ" και την επικαλούμενη αναμόρφωση των Νοσοκομείων σε ν.π.δ.δ.

κλπ" και επιπλέον ότι "... με τις ανωτέρω δομικές αλλαγές στο χώρο της Υγείας, οι εργαζόμενοι στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης έχουν αναλάβει έναν επιτελικό ρόλο, ο οποίος συνίσταται στην παρακολούθηση και το συντονισμό των δραστηριοτήτων όλων των ανωτέρω εποπτευόμενων φορέων, προκειμένου να επιτευχθεί η καλύτερη δυνατή οργάνωση τους, σε όφελος του χρήστη των υπηρεσιών υγείας", είναι πολύ γενική και αφορά, επομένως και τα Νοσοκομεία, τα οποία είναι πρωτίστως επιφορτισμένα με την υλοποίηση του παραπάνω σκοπού.

Περαιτέρω, το παραπάνω επίδομα χορηγείται σε όλους ανεξαιρέτως τους υπαλλήλους της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, δηλαδή η επίδικη μισθολογική παροχή, προφανώς ουδόλως συναρτάται με τις ειδικότερες συνθήκες απασχόλησης των δικαιούχων αυτής μισθωτών (ιατρών και υπαλλήλων), γεγονός το οποίο προκύπτει από τη γενικόλογη διατύπωση της σχετικής διατάξεως που την καθιερώνει χορηγώντας την σε αυτούς ανεξάρτητα από την υπηρεσιακή τους θέση και τα κατ' ιδίαν υπαλληλικά τους καθήκοντα με μοναδικό κριτήριο την οργανική τους ένταξη στο εν γένει "προσωπικό της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης".

Η ίδια όμως αιτιολογία απολήψεως του ενδίκου επιδόματος ισχύει και για τους απασχολούμενους στα Νοσοκομεία ιατρούς (μόνιμους και με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου), οι οποίοι ούτως ή άλλως είναι οργανικά ενταγμένοι στο επόπτευαν τα Νοσοκομεία, Υπουργείο Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και ασφαλώς τυγχάνουν αποδέκτες, σε εργασιακό επίπεδο, των όποιων συνεπειών των επιδιωκόμενων διαρθρωτικών αλλαγών στον τομέα της Υγείας, ακριβώς όπως και οι ρητώς κατονομαζόμενοι στην επίδικη διάταξη ως δικαιούχοι του ένδικου επιδόματος.

Οι παραπάνω δηλαδή "αιτίες" και "προϋποθέσεις", οι οποίες επέβαλαν τη χορήγηση του ένδικου επιδόματος ειδικής απασχόλησης, αντιστοιχούν και με τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις των αναιρεσιβλήτων ειδικευόμενων ιατρών, εφόσον ο επιδιωκόμενος "συντονισμός των δραστηριοτήτων" ενός εποπτευόμενου φορέα, όπως είναι εν προκειμένω το αναιρεσείον Νοσοκομείο, συνεπάγεται αναγκαία και την αντίστοιχη δική τους συμμετοχή και συμβολή, δηλαδή τον αντίστοιχο δικό τους αυξημένο φόρτο απασχόλησης και τις δικές τους αντίστοιχες αυξημένες ευθύνες, προκειμένου να επιτευχθεί η καλύτερη δυνατή οργάνωση, αξιοποίηση και αναβάθμιση του, προς όφελος εν τέλει των πολιτών που έχουν ανάγκη των υπηρεσιών υγείας, έργο (επιτελικός ρόλος, συντονισμός δραστηριοτήτων και άλλα αναφερόμενα στην ως άνω αιτιολογική έκθεση του νόμου) που δεν έχει αφεθεί μόνο στα χέρια του προσωπικού της Κεντρικής Υπηρεσία του Υπουργείου (ιατρικού και υπαλληλικού) συμπεριλαμβανομένων των κλητήρων, νυκτοφυλάκων, ηλεκτρολόγων, υδραυλικών, οδηγών, κηπουρών και λοιπών εργαζομένων στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου.

Η ως άνω διάταξη αναφέρεται συλλήβδην στο προσωπικό που υπηρετεί στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας και ως εκ τούτου συνάγεται ότι εάν πράγματι ο νομοθέτης ήθελε να εξαιρέσει ή να διαφοροποιήσει κάποια κατηγορία εξ αυτών, ρητώς θα το κατέγραψε, αν και τότε θα έπρεπε να αιτιολογήσει την όποια διαφοροποίηση και την ενδεχόμενη εξαίρεση κάποιων από τη γενική αυτή καταβολή.

Η επίδικη επιδοματική παροχή, δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, ούτε προβλέπεται μόνο για κάποια συγκεκριμένη κατηγορία ή ειδικότητα του προσωπικού που υπηρετεί στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας ούτε συναρτάται από την ύπαρξη ειδικότερων προσόντων ή την παροχή συγκεκριμένων καθηκόντων ή υπηρεσιών μέρους ή όλου του προσωπικού αυτού, γεγονός το οποίο προδήλως σημαίνει ότι τη δικαιούνται άπαντες οι εργαζόμενοι εκεί, ανεξαρτήτως ιεραρχικής θέσης ή ειδικότητας, επομένως και ανεξάρτητα αν εργάζονται με βάση σύμβαση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου.

Από τα προεκτεθέντα, συνεχίζει το Πολυμελές Πρωτοδικείου, προκύπτει ότι οι αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι υπάγονται στο ίδιο μισθολογικό πλαίσιο με τους υπαλλήλους της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, αν παραληφθούν από τη χορήγηση του επιδόματος "ειδικής απασχόλησης", που προβλέπεται για αυτούς με τη διάταξη του άρθρου 35 του Ν. 3329/2005, παραβιάζεται η μισθολογική ισότητα, εφόσον αυτή η επιλεκτική χορήγηση της παραπάνω χρηματικής επιδοματικής παροχής έρχεται σε ευθεία αντίθεση προς τις υπερκείμενες των διατάξεων αυτών συνταγματικές διατάξεις και συγκεκριμένα εκείνες των άρθρων 4 παρ.1 και 22 παρ. 1 εδ.

β του ισχύοντος Συντάγματος, εφόσον αν γίνει, όπως εν προκειμένω, με νόμο δικαιολογημένη ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί από τη ρύθμιση αυτή αδικαιολόγητα άλλη κατηγορία προσώπων, ως προς την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που δικαιολογεί την ειδική εκείνη μεταχείριση, η διάταξη η οποία εισάγει τη δυσμενή αυτή διάκριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.

Για την αποκατάσταση δε της συνταγματικής αρχής της ισότητας πρέπει να εφαρμοσθεί και για εκείνους, σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίστηκε η ειδική ρύθμιση.

Συνεπώς, κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας, οι αναιρεσίβλητοι ειδικευόμενοι ιατροί του αναιρεσείοντος νοσηλευτικού ιδρύματος, που εποπτεύεται από το Υπουργείο Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, νομίμως ζητούν την επιδίκαση της πιο πάνω μισθολογικής παροχής του άρθρ. 35 του Ν. 3329/2005, επικαλούμενοι ως μέτρο σύγκρισης συναδέλφους των υπαλλήλους του ίδιου Υπουργείου.

Ακολούθως δε απέρριψε κατά το μέτρο αυτό την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε κατά τούτο την ομοίως αποφανθείσα πρωτόδικη απόφαση. Με την κρίση του αυτή, το Πολυμελές Πρωτοδικείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1, 22 παρ.1 β' του Συντ. και 35 του Ν. 3329/2005, οι οποίες δεν μπορούσαν να εφαρμοσθούν στην ένδικη περίπτωση, διότι πρόκειται για διαφορετικές κατηγορίες μισθωτών, που έχουν διαφορετικό εργοδότη (δηλαδή οι αναιρεσίβλητοι το αναιρεσείον Νοσοκομείο και οι προς σύγκριση εργαζόμενοι στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης το Ελληνικό Δημόσιο), δεν παρέχουν τις υπηρεσίες τους με τους αυτούς όρους απασχόλησης ούτε μπορούσε σύμφωνα μετά προεκτεθέντα να γίνει σύγκριση μεταξύ των δύο ως άνω κατηγοριών μισθωτών ως προς μόνη τη συγκεκριμένη ειδική παροχή, χωρίς συσχετισμό με το εκατέρωθεν σύνολο απολαβών, χωρίς να αρκεί το γεγονός ότι το αναιρεσείον ανήκει στο ΕΣΥ και διασυνδέεται λειτουργικά με το οικείο ΠΕΣΥ.

Περαιτέρω, όπως αναφέρθηκε, το επίδικο επίδομα αποτελεί παροχή "ειδικής απασχόλησης" του προσωπικού της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, την δε θέσπισή του υπαγόρευσε ο αυξημένος φόρτος εργασίας και οι αυξημένες ευθύνες, που δημιουργήθηκαν στην Υπηρεσία αυτή, από τις αλλαγές που επήλθαν στο ΕΣΥ, μετά την κατάργηση των ΠΕΣΥΠ και τη δημιουργία των ΔΥΠΕ.

Επομένως, τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το εν λόγω επίδομα "ουδόλως συναρτάται με τις ειδικότερες συνθήκες απασχόλησης των, κατά το νόμο, δικαιούχων αυτού", δεν είναι βάσιμα, αφού ο νομοθέτης, όπως προκύπτει και από την αιτιολογική έκθεση του Ν. 3229/2005, συνέδεσε την καταβολή του επιδόματος αυτού με το πραγματικό γεγονός της παροχής υπηρεσιών στην Κεντρική Υπηρεσία του ως άνω Υπουργείου, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν.

Με βάση, αυτά, επομένως, για τους ενάγοντες, ειδικευόμενους ιατρούς, που δεν ανήκουν στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας και τα καθήκοντα, οι συνθήκες, υπό τις οποίες εργάζοναι και οι υπηρεσίες που παρέχουν διαφέρουν ουσιωδώς από αυτά των υπαλλήλων που υπηρετούν στην ως άνω Υπηρεσία του Υπουργείου αυτού, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ.1.εδ.

β' του Συντάγματος, ώστε να δικαιούνται και αυτοί να λάβουν το επίδικο επίδομα. Επομένως η ένδικη αίτηση, με την οποία και με το σύνολο των λόγων της, το αναιρεσείον αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από το άρθρο 560 περ. 1 Κ.Πολ.Δικ, ήτοι παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 1, 22 παρ. 1β του Συντάγματος και 35 του Ν. 3329/2005, πρέπει να γίνει δεκτή και ως κατ' ουσίαν βάσιμη, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δικ.) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, κατά το διατακτικό.

ΓIA TOYΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 9603/2009 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης,

Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές και

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, εκ χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Απριλίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ