Legislator Case Law & Legislation
544/2011 AI generated

544/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 544/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη), Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

544/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στη προκειμένη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών που δίκασε ως Εφετείο δέχθηκε τα εξής : Δυνάμει των με αριθμών α) 317331/4-10-1951, β) 343146/23-6-1952 και γ) 358754/29-10-1952 γραμματίων συστάσεως παρακαταθήκης ελεύθερης αποδόσεως, παρακατατέθηκαν στο T.Π.Δ. αντιστοίχως τα ποσά : α) των 736.000 δρχ. β) 1.145.000 δρχ. και γ) 1.170.000 δρχ, από τους : 1) Μ.

Keywords

AI generated
withdrawal of social benefits revocation of composition moratorium revocation of asset transfer action for recovery of inheritance parents' pension forfeiture of recourse rights
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 544 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 544/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη), Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του, στις 21 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Κ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κυριάκο Ξενάκη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΑΜΕΙΟΥ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σταυρούλα Μπανάκου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10 Νοεμβρίου 2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2118/2007 του ιδίου Δικαστηρίου, και 3067/2009 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15 Ιουλίου 2009 αίτηση του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 11 Φεβρουαρίου 2011 έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο λόγος αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ.1 ΚΠολΔ που είναι εννοιολογικά ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Εξάλλου αν η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει δύο ή περισσότερες αιτιολογίες, η κάθε μία των οποίων στηρίζει αυτοτελώς την κρίση της και με την αναίρεση δεν πλήσσεται καθόλου ή δεν πλήσσεται επιτυχώς η μία από τις αιτιολογίες αυτές, ο λόγος αναιρέσεως, που αφορά άλλη αιτιολογία, απορρίπτεται ως αλυσιτελής.

Στη προκειμένη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών που δίκασε ως Εφετείο δέχθηκε τα εξής : Δυνάμει των με αριθμών α) 317331/4-10-1951, β) 343146/23-6-1952 και γ) 358754/29-10-1952 γραμματίων συστάσεως παρακαταθήκης ελεύθερης αποδόσεως, παρακατατέθηκαν στο T.Π.Δ. αντιστοίχως τα ποσά : α) των 736.000 δρχ. β) 1.145.000 δρχ. και γ) 1.170.000 δρχ, από τους : 1) Μ.

χα Ν. Ψ., 2) Α. Ν. Ψ., 3) Ι. Ν. Ψ., υπέρ της Μ. συζ. Ν. Κ., μητρός του ενάγοντος, κατά τις ημερομηνίες της 4-10-1951, 23-6-1952 και 2910-1952 αντίστοιχα, μετά την ακύρωση του με αρ. ... συμβολαίου του Συμβ/φου Αθηνών Ιωάννου Σκληρή, με την με αριθμό 1876/1951 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που αφορούσε πώληση ακινήτου ιδιοκτησίας των καταθετών προς τη δικαιούχο-αγοράστρια.

Όπως αναφέρει στην αγωγή του ο ενάγων η μητέρα του και δικαιούχος των παραπάνω ποσών έλαβε γνώση των παρακαταθέσεων δια εξωδίκων δηλώσεων των καταθετών προς αυτήν που έλαβαν χώρα την 28-9-1951την 5-10-1951 και την 21-10-1952, στις οποίες αναφερόταν ότι εάν και εφόσον η δικαιούχος δεν προέβαινε στην ανάληψη των ποσών αυτών από τον Συμβ/φο Αθηνών Βασίλειο Βογόπουλο θα κατατίθεντο στο εναγόμενο.

Η σύμβαση αυτή, που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων, έχει τον νόμιμο χαρακτήρα της ανώμαλης παρακαταθήκη (αρ. 830 ΑΚ). Το ποσόν των 3.050.734 δρχ. άλλως 8.953 ευρώαναζητήθηκε το πρώτον από τον ενάγοντα την 19-9-2005 (ημεροχρονολογία επιδόσεως της με αριθμό 4252/19-9-2005 εξωδίκου δηλώσεως του δικ. επιμ. του Πρωτοδικείου Αθηνών Κ.

Α., προς το εναγόμενο), άλλως την 11-11-2005, με την επίδοση στο εναγόμενο της αγωγής του ενάγοντος, αφού μέχρι και τον θάνατο της δικαιούχου την 23-2-1987 (σχετ. η με αρ. ... ληξιαρχική πράξη Θανάτου του Ληξίαρχου Βύρωνα) τα χρήματα δεν είχαν αναζητηθεί από την τελευταία. Την 19-9.2005, ο ενάγων ζήτησε να ενημερωθεί για την τύχη των παρακατατεθέντων και το εναγόμενο με την από 16.11.2005 επιστολή του, απάντησε ότι οι αξιώσεις του είχαν υποπέσει στην 15ετή παραγραφή του άρθρου 17 εδ.

β' του N. 3646/1928 (οργανικός νόμος του Τ.Π.Δ.), ενώ σε ό,τι αφορούσε την τύχη των επίμαχων γραμματίων δεν μπορούσε να διαφωτίσει στον ενάγοντα εάν αυτά είχαν εκ νέου αναληφθεί από τους καταθέτες αφού τα σχετικά λογιστικά στοιχεία είχαν πολτοποιηθεί κατ' εφαρμογή του N.Δ. 3003/54 (σχετ. το από 28-9-2004 με αρ. πρωτοκ. 12434).

Μετά ταύτα, ο ενάγων άσκησε την κρινόμενη αγωγή, κατά της οποίας το εναγόμενο προέβαλε την ένταση παραγραφής. Η ένσταση αυτή είναι νόμιμη, στηριζομένη στην ως άνω διάταξη του αρ. 247 ΑΚ και ουσιαστικά βάσιμη διότι από την κατάθεση των προανεφερθέντων ποσών, δηλαδή από την σύμβαση της ανώμαλης παρακαταθήκης, οπότε γεννήθηκε η αξίωση για την απόδοση των ποσών αυτών και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη τους για το κεφάλαιο ή από την λήξη του έτους, εντός του οποίου συμπίπτει η έναρξη της παραγραφής του για τους τόκους (αρ. 250 αριθ. 15 και 253 ΑΚ), μέχρι την επίδοση της αγωγής που-επιδόθηκε στο εναγόμενο την 11.11.2005 και σε κάθε περίπτωση μέχρι την επίδοση της εξωδίκου δηλώσεως στο εναγόμενο 19-9-2005 (σχετ.

ο.π.) παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των είκοσι (20) ετών. Σύμφωνα με την διάταξη του αρ 247 ΑΚ περί εικοσαετούς παραγραφής, που " ισχύει, όπως προαναφέρθηκε, στην ανώμαλη παρακαταθήκη, η αξίωση του ενάγοντος παρεγράφη. 0 ενάγων προς απόκρουση της ενστάσεως παραγραφής, αντέτεινε την αντένσταση της διακοπής αυτής, καθόλο το χρονικό διάστημα από της παρακατάθεσης των χρημάτων μέχρι και την όχλησή του για την καταβολή των χρημάτων, επικαλούμενος ότι η μητέρα του καθόλο αυτό το χρονικό διάστημα δεν προέβη σε καμία ενέργεια αναζήτησης των χρημάτων και σε κάθε περίπτωση ο ίδιος για πρώτη φορά έλαβε γνώση της αντιδικίας μεταξύ της μητρός του και των καταθετών περί το έτος 2001 με αποτέλεσμα η εκκαλουμένη που έκανε δεκτή την ένσταση παραγραφής της απαιτήσεώς του, έσφαλε αφού δεν έλαβε υπόψιν τον πραγματικό χρόνο κατά τον οποίον κατέστη γνωστή σε αυτόν η ένδικη αξίωση, παραβιάζοντας τα νόμιμα δικαιώματά του όπως αυτά προστατεύονται από τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας και την Ε.Σ.Δ.Α.

H αντένσταση αυτή είναι νόμιμη (αρ. 255 παρ. 1, 260 Α.Κ.) αλλά ουσιαστικά αβάσιμη και απορριπτέα, αφενός γιατί σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, η διάταξη του αρ. 247 ΑΚ περί 20ετούς παραγραφής, που ισχύει, όπως προαναφέρθηκε, στην ανώμαλη παρακαταθήκη και της 15ετούς, [από τη σύσταση του γραμματίου παρακαταθήκης], του άρθρου 17 εδ.

β' του Ν. 3646/1928 (οργανικός νόμος του T.Π.Δ.) δεν αντίκεινται σ' αυτές της υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις του αρ. 1 .του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, αφετέρου γιατί κρίσιμος χρόνος για την έναρξη της παραγραφής τοποθετείται στο χρόνο της κατάθεσης του γραμματίου σύστασης. Με βάση τα ως άνω εκτεθέντα, η αγωγική αξίωση έχει υποπέσει στη δεκαπενταετή παραγραφή του άρθρου 17 εδ.

β' του Ν.3646/1928 και στην 20ετή του άρθρου 249 του ΑΚ, αφού τα προαναφερόμενα γραμμάτια παρακαταθήκης κατατέθηκαν τα έτη 1951 και 1952, οπότε, γεννήθηκε και, η αξίωση για την απόδοση των ποσών αυτών και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή τους, ενώ η άσκηση της ένδικης αγωγής έλαβε χώρα το έτος 2005.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών απέρριψε την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της εκκληθείσας υπ.αριθ. 2118/2007 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία, κατ'αποδοχή σχετικής ένστασης του εναγομένου, είχε απορριφθεί η αγωγή του λόγω παραγραφής της ακηθείσας με αυτή αξιώσεως. Έτσι που έκρινε το Δικαστήριο δεν παραβίασε την εφαρμοσθείσα διάταξη του άρθρου 17 εδ.β'του ν. 3646/1928 (Οργανικός Νόμος Τ.Π.Δ.) σύμφωνα με την οποία παραγράφονται υπέρ του Ταμείου τα κεφάλαια των παρακαταθηκών μετά από 15 έτη συνεχή αφού χρόνου κατέστησαν απαιτητά εφόσον δεν ήθελαν ζητηθεί ούτε τα κεφάλαια ούτε οι τόκοι. Ειδικότερα με βάση τα ως άνω δεκτά γενόμενα ότι τα σχετικά γραμμάτια παρακαταθήκης συστάθηκαν κατά τα έτη 1951 και 1952 υπέρ της κληρονομηθείσας από τον ενάγοντα μητέρας του που αποβίωσε στις 23-2-1987, χωρίς μέχρι το χρόνο του θανάτου της να έχουν ζητηθεί από αυτή τα κατατεθέντα χρήματα, τα οποία από της κατάθεσής τους και ήταν απαιτητά, συμπληρώθηκε, ενώ ακόμη βρισκόταν στη ζωή η δικαιοπάροχος του ενάγοντος, ο χρόνος της προβλεπόμενης από την ανωτέρω διάταξη ειδικής παραγραφής υπέρ του εναγομένου Ταμείου(Ολ.Α.Π.609/1976).

Περαιτέρω από το άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (Ν.Δ. 53/1974, άρθρ. 28Σ), καθαυτό ή και σε συνδυασμό με το άρθρο 5 του ίδιου Πρωτοκόλλου και 1, 17 και 35 παρ. 1 της ΕΣΔΑ (ήδη 5 παρ. 2 του Ενδέκατου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, Ν. 2400/2085), προβλέπεται ότι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του και, άρα, και των ενοχικών απαιτήσεών του και δεν μπορεί να στερηθεί εκείνης, με αναγκαστική απαλλοτρίωση, παρά μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου όρους, καθώς και ότι οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε κράτους να θέσει σε ισχύ νόμους, τους οποίους ήθελε κρίνει αναγκαίους για τη ρύθμιση χρήσεως αγαθών προς το δημόσιο συμφέρον. Ενόψει ωστόσο του ότι η προμνημονευόμενη παραγραφή, όπως και κάθε παραγραφή, επιβάλλεται από το δημόσιο συμφέρον, το οποίο απαιτεί εκκαθάριση των αναγόμενων στο παρελθόν και γι` αυτό περιερχόμενων συνήθως σε αβεβαιότητα σχέσεων, η οποία εκκαθάριση υπαγορεύεται και εκ λόγων κοινωνικής οικονομίας, οι προεκτιθέμενες περί της εν λόγω παραγραφής διατάξεις δεν αντίκεινται σ` αυτές τις υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις (του άρθρου 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου κλπ ).

Συνεπώς ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο υποστηρίζονται τα'αντίθετα είναι αβάσιμος. Όπως επίσης προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης κρίθηκε ως νόμιμη (άρθρα 255και 260 Α.Κ.) και απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη αντένσταση του ενάγοντος περί διακοπής- αναστολής της παραγραφής που θεμελιωνόταν στον ισχυρισμό ότι η δικαιοπάροχος μητέρα του από της παρακατάθεσης και μέχρι το χρόνο του θανάτου της δεν είχε προβεί σε καμία ενέργεια αναζήτησης των κατατεθέντων χρημάτων, ο ίδιος δε για πρώτη φορά έλαβε γνώση της αντιδικίας μεταξύ της μητρός του και των καταθετών καθώς και για τη κατάθεση των χρημάτων κατά το έτος 2001. Η ένσταση όμως αυτή δεν ήταν νόμιμη καθόσον τα επικαλούμενα περιστατικά κατά το μέρος που αφορούν τη μητέρα του δεν συνιστούν λόγο αναστολής ούτε διακοπής της παραγραφής κατά τις διατάξεις των άρθρων 255 και 260 Α.Κ. αλλά ούτε και άλλων, κατά το μέρος δε που αφορούν τον ίδιο τον ενάγοντα προεχόντως είναι αλυσιτελή καθόσον ανάγονται σε χρόνο μεταγενέστερο της συμπληρωθείσης κατά τα'ανωτέρω στο πρόσωπο της δικαιοπαρόχου μητέρας του δεκαπενταετούς παραγραφής.

Συνεπώς εφόσον το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται ορθό πρέπει κατ'αρθρο 578 Κ.Πολ.Δ. ν'απορριφθεί ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. κατά το μέρος που προβάλλεται η κατ'εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου απόρριψη της ανωτέρω ένστασης.

Τέλος εφόσον το διατακτικό της απόφασης αυτοτελώς στηρίζεται στην ως άνω αιτιολογία περί συμπληρώσεως της κατά τα' ανωτέρω δεκαπενταετούς παραγραφής η οποία δεν προσβάλλεται επιτυχώς, ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης κατά το μέρος που οι δι'αυτού προβαλλόμενες αιτιάσεις αφορούν την επάλληλη αιτιολογία της απόφασης περί συμπληρώσεως και της εικοσαετούς παραγραφής είναι απαράδεκτος ως αλυσιτελής. Επομένως πρέπει ν'απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (αρθρ.183, 176 ΚΠολΔ) μειωμένα όμως όπως στο διατακτικό κατά τα οριζόμενα στο αρθρ.22 παρ.1 και 3 ν.3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το αρθ.52 παρ.18 Εις.Ν.ΚΠολΔ σε συνδυασμό και με τα άρθρα 5 παρ.12 ν.1738/1987 και 2 της υπ'αριθ.134423/1992 απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (Ολ.ΑΠ 1114/1986).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15 Ιουλίου 2009 αίτηση του Π. Κ. για αναίρεση της υπ'αριθ.3067/2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Μαρτίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 11 Απριλίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ