Supreme Court dismisses appeal in Ottoman land law case, upholding ownership recognition for heirs.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the State's appeal against the Court of First Instance's decision recognizing the plaintiffs' co-ownership of a parcel of land. The plaintiffs argued they had cultivated the land for over a decade, while the State contended it was non-arable public land. The court ruled that the lower court correctly applied Ottoman land law principles regarding acquisition and found the State's evidence insufficient to disprove the plaintiffs' long-term possession and intent to own.
Legislator headnote
AI generatedArt. 2 para. 7 of Law 147/1914; Art. 78 of the Ottoman Law on Lands: The court established that under Ottoman law applicable to Macedonia, the State failed to prove the land was non-arable public land, thereby upholding the plaintiffs' acquisition of ownership through long-term cultivation and possession.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 543 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 543/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 22 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Κωνσταντίνα Μαρίνου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Δ. συζ. Α., το γένος Ι. και Μ. Σ., 2) Ο. Τ. συζ. Κ., το γένος Ι. και Μ. Σ., κατοίκων ... (περιοχή ...), οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Λαουμτζή, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-8-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καστοριάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 18/ΤΜ/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 25/2016 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 19-4-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι) Με την από 19-4-2016 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η κατά την τακτική διαδικασία και κατ' αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα υπ' αριθμ. 25/2016 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 8-10-2013(αριθμ. καταθ. ...) έφεση του αναιρεσείοντος, κατά της υπ' αριθμ. 18/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς, που είχε κάνει δεκτή την από 31-8-2011 (αριθμ.καταθ. ...) αγωγή των εναγουσών-αναιρεσίβλητων περί αναγνώρισης κυριότητας και διόρθωσης κτηματολογικής εγγραφής. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 495, 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει και να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
ΙΙ) Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 2 παρ. 7 του Ν. 147/1914, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 9 του ν. 262/1914, στις Νέες Χώρες, οι οποίες βρίσκονταν προηγουμένως κάτω από την άμεση επικυριαρχία του Οθωμανικού Κράτους, διατηρούνται σε ισχύ οι διατάξεις του Οθωμανικού Δικαίου "περί γαιών", οι οποίες ρυθμίζουν τα σχετικά με την κτήση σ' αυτές δικαιωμάτων ιδιωτικής φύσεως, ενώ οι δικαιοπραξίες γι' αυτά συντελούνται εφεξής κατά τους ελληνικούς νόμους.
Στην κατηγορία των Νέων Χωρών ανήκει και η Μακεδονία, στην οποία από 1-2-1914 άρχισε να ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 3 του ίδιου πιο νόμου (147/1914), η ελληνική νομοθεσία. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 51 και 55 του ΕισΝΑΚ, η κτήση κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος, που έλαβε χώρα πριν από την εισαγωγή του ΑΚ, κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε κατά το χρόνο κατά τον οποίο έγιναν τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται για την κτήση αυτών, ενώ η προστασία τους διέπεται εφεξής από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Οθωμανικού Νόμου "περί γαιών" της 7ης Ραμαζάν 1274 (χριστιανικού 1856), του οποίου οι διατάξεις, που ρυθμίζουν τα δικαιώματα ιδιωτικής φύσεως σ' αυτές, διατηρήθηκαν σε ισχύ στις Νέες Χώρες, με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν.147/1914, "δημόσιαι γαίαι είναι οι λειμώνες, οι αγροί, αι χειμεριναί και θεριναί βοσκαί, τα δάση και οι παρόμοιοι τόποι", των οποίων η κυριότητα ανήκει στο Τουρκικό Δημόσιο (βλ.
και άρθρα 4, 9, 12, 34 και 49 του ίδιου νόμου). Η παραχώρηση στους ιδιώτες των παραπάνω ακινήτων, τα οποία αποτελούν την κατηγορία των δημόσιων γαιών (εραζΐϊ - εμιριγιέ) γίνεται με τη χορήγηση από το κράτος έγγραφου τίτλου, ονομαζόμενου "ταπί", το οποίο φέρει το μονόγραμμα (τουγρά) του Σουλτάνου, με το οποίο παρέχεται σ' αυτούς όχι δικαίωμα κυριότητας αλλά ιδιόρρυθμο δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ), που ισοδυναμεί με διηνεκή μίσθωση, αφού αντικείμενό του είναι η αναφερόμενη στον τίτλο χρήση του εδάφους - αποτελεί δε το ταπί απλό αποδεικτικό μέσο και όχι συστατικό.
Εξαίρεση του κανόνα ότι μόνο με τίτλο (ταπί) αποκτάται το δικαίωμα εξουσίασης για ορισμένη χρήση των δημόσιων γαιών καθιερώνει το άρθρο 78 του ίδιου παραπάνω νόμου "περί γαιών", σύμφωνα με το οποίο, εάν κάποιος ιδιώτης καταλάβει και καλλιεργήσει δημόσιες και αφιερωμένες γαίες για δέκα (10) έτη, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση από το Δημόσιο, αποκτά δικαίωμα μόνιμης εγκατάστασης και είτε κατέχει έγκυρο τίτλο, είτε δεν κατέχει, οι γαίες δεν θεωρούνται σχολάζουσες, αλλά δίδεται σ' αυτόν - ιδιώτη - δωρεάν νέος τίτλος.
Από το σαφές περιεχόμενο της παραπάνω διάταξης, την ερμηνευτική εγκύκλιο του Τουρκικού Υπουργείου Δικαιοσύνης της 28 Σεφέρ 1304, του άρθρου 13 του νόμου "περί εγγράφων ταπίων" της 8 Δζεμαγήλ Αχίρ 1275 (ήδη έτος 1857), του άρθρου 2 των διασαφητικών διατάξεων περί ταπίων της 15 Σαμπάν 1276 και των οδηγιών της 23 Μουχαρέμ 1293 ή 7.2.1921 "περί εξελέγξεως τίτλων δασών", αλλά και το σύνολο των διατάξεων του νόμου περί γαιών (ειδικότερα των άρθρων 8, 9, 24, 30, 61, 71 και 78), προκύπτει, ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την απόκτηση του δικαιώματος αυτού της μόνιμης εγκατάστασης είναι όχι μόνον η συνεχής επί δέκα (10) έτη κατοχή (εξουσίαση), αλλά και η ταυτόχρονη καλλιέργεια του κτήματος.
Επομένως, η διάταξη του άρθρου 78 έχει εφαρμογή μόνο επί καλλιεργήσιμων γαιών, ενώ οι υπόλοιπες μη καλλιεργούμενες εκτάσεις, στις οποίες περιλαμβάνονται τα δάση και οι μη αφιερωμένες στην κοινή χρήση βοσκήσιμες εκτάσεις, που ονομάζονταν εμλάκι μιριγέ ή εμλάκι χουμουγιούν, εξουσιάζονται μόνο με έκδοση τίτλου - ταπίου (Ολ ΑΠ 411/1963 και 409/1963).
Περαιτέρω, με τη διάταξη 2468/1917 της Προσωρινής Κυβέρνησης Θεσσαλονίκης (άρθρο 2 αυτού), το οποίο κυρώθηκε με το ν.1072/1917, καταργήθηκε κατά βάση ο θεσμός των δημόσιων γαιών του οθωμανικού δικαίου. Από της ισχύος του πιο πάνω διατάγματος, δηλαδή από τις 20-5-1917, το δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) μεταβλήθηκε σε δικαίωμα πλήρους και οριστικής κυριότητας των 4/5 εξ αδιαιρέτου, του υπόλοιπου 1/5 εξ αδιαιρέτου παραμείναντος στο Δημόσιο, ενώ ο Ν. 2052/1920 επαναλαμβάνει στα άρθρα 49 επ.
τις διατάξεις του διατάγματος 2468/1917. Στη συνέχεια, με τα άρθρα 101-104 του διατάγματος της 11/12.11.1929, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του ν.4226/1929 και τροποποιήθηκε με τα άρθρα 17, 18 και 19 του νόμου 1540/1938, παραχωρήθηκε στους ιδιοκτήτες των 4/5 και το υπόλοιπο 1/5 εξ αδιαιρέτου και έτσι αυτοί που είχαν αποκτήσει δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης έγιναν καθ' ολοκληρίαν κύριοι του ακινήτου αυτοδικαίως και χωρίς εγγραφή στα βιβλία μεταγραφών (ΑΠ 546/2017, ΑΠ 933/2017).
Το παραπάνω δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης μετά το θάνατο του εξουσιάζοντος μετέβαινε, με υπεισέλευση στην κληρονομία του, στα τέκνα του, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 54 του προαναφερόμενου Οθωμανικού Νόμου "περί γαιών" και των νόμων 12 Πανδ. (28.7), 14 παρ. 8 (11.7), 6 Πανδ. (29.2), 12 Πανδ. (38.16), 3.616 (2.19), Θεμ. φ.3 (3.19) του βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου, το οποίο ίσχυε, κατά τους νόμους αυτούς, και επί Τουρκοκρατίας, στην Ελλάδα, ως προς τους Χριστιανούς υπηκόους του Οθωμανικού Κράτους, δυνάμει σουλτανικών φιρμανιών, μετά δε την απελευθέρωση της Βόρειας Ελλάδος από τον τουρκικό ζυγό, εξακολούθησε να ισχύει σ' αυτήν, όπως και οι προαναφερόμενες διατάξεις του Οθωμανικού Νόμου "περί γαιών", σύμφωνα με το προαναφερόμενο άρθρο 2 του Ν. 147/1914 και το άρθρο 7 του Ν.
ΔΡΑΔ/1913, ο οποίος, κατά το άρθρο 16 αυτού, εφαρμόστηκε στις Νέες Χώρες αναδρομικά από 6-10-1912. Ενόψει αυτών, εφόσον, μετά το θάνατο του ασκούντα δικαίωμα εξουσίασης σε δημόσιο ακίνητο τα τέκνα αυτού υπεισήλθαν στην κληρονομία του και συνέχισαν να ασκούν το δικαίωμα αυτό, μετά από δεκαετή αδιαμφισβήτητη κατοχή αυτού που συμπληρώθηκε στο πρόσωπό τους ή του κληρονομηθέντα μέχρι τις 20-5-1917, γίνονταν κύριοι του εν λόγω ακινήτου τα τέκνα αυτού, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 49 του ν. 2052/1920 και των άρθρων 101-104 του Διατάγματος της 11/12-1-1929, κατά τις οποίες κρίνεται και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, η κτήση της κυριότητας αυτών, σύμφωνα με το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ.
Επίσης, όπως προαναφέρθηκε από τις αμέσως πιο πάνω διατάξεις του Οθωμανικού Νόμου, επί των δημόσιων γαιών, συνακόλουθα δε, και των αγρών, των οποίων η κυριότητα ανήκε στο Τουρκικό Δημόσιο, μπορούσε να αποκτηθεί δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ) με την χορήγηση από το Δημόσιο σε ιδιώτη τίτλου - ταπίου - (άρθρο 3).
Εάν, όμως, επρόκειτο για καλλιεργήσιμη δημόσια γαία, το εν λόγω δικαίωμα εξουσίασης μπορούσε, κατά το άρθρο 78, να αποκτηθεί και χωρίς την έκδοση τίτλου, με μόνη την πραγματική κατάσταση της από μέρους του ιδιώτη κατοχής και καλλιέργειας αυτής, επί συνεχή δεκαετία χωρίς δικαστική αμφισβήτηση. Οι δύο αυτοί τρόποι κτήσης του δικαιώματος εξουσίασης, το οποίο, στη συνέχεια, μετατράπηκε σε δικαίωμα κυριότητας, διαφέρουν μεταξύ τους και δεν στηρίζονται στην ίδια ιστορική και νομική αιτία.
Και αυτό γιατί η βάση της μιας αγωγής στηρίζεται στην κτήση του δικαιώματος εξουσίασης της δημόσιας γαίας με τη χορήγηση τίτλου (ταπίου) από το Δημόσιο στον ιδιώτη, ενώ της άλλης (αγωγής) στην πραγματική κατάσταση της από μέρους του ιδιώτη κατοχής και καλλιέργειας της καλλιεργήσιμης δημόσιας γαίας επί δέκα συνεχή έτη, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση (ΑΠ 1340/2010).
Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 1033, 1192, 1194 και 1198 ΑΚ, προκύπτει ότι, αποκτά κάποιος κυριότητα ακινήτου με παράγωγο τρόπο, ύστερα από συμφωνία με τον κύριο του ακινήτου ότι μετατίθεται σε αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία, εφόσον η σχετική συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, επίσης, ότι μεταξύ των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με σύμβαση είναι, ότι ο μεταβιβάσας ήταν κύριος του ακινήτου που μεταβιβάστηκε. Εξάλλου κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.
Με τις διατάξεις αυτές, για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, κατ' άρθρο 1051 ΑΚ.
Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σε αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει (Α.Π 1296/2020). Εξάλλου, από το συνδυασμό των προαναφερόμενων διατάξεων με εκείνες των άρθρων 1,3,4 παρ.1, 6 παρ.1-2-3, 9, 10 και 11 Ν. 2664/1998 που ρυθμίζει τη λειτουργία του Εθνικού Κτηματολογίου και των άρθρων 70, 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
προκύπτει, ότι, για την πληρότητα της αγωγής διόρθωσης ανακριβούς πρώτης εγγραφής στο κτηματολογικό φύλλο αναφορικά με την ένδειξη "άγνωστος" ως δικαιούχου κυριότητας γεωτεμαχίου, με επικαλούμενη αιτία κτήσης από τον ενάγοντα- πραγματικό κύριο κυριότητας τον παράγωγο τρόπο ή την έκτακτη χρησικτησία, η οποία (αγωγή) είναι πρωτίστως αναγνωριστική κυριότητας με παρεπόμενο το διαπλαστικό αίτημα περί διόρθωσης των κτηματολογικών εγγραφών, απαιτείται να αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο για μεν τον παράγωγο τρόπο, ότι ο πραγματικός δικαιούχος κατέστη κύριος του επιδίκου ακινήτου για ορισμένη αιτία με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή και ότι ο άμεσος δικαιοπάροχός του ήταν αληθής κύριος του μεταβιβασθέντος ακινήτου, χωρίς να απαιτείται ως στοιχείο της αγωγής ο τρόπος κτήσης της κυριότητας επί του επιδίκου από το δικαιοπάροχο του ενάγοντος, παρά μόνο αν ο εναγόμενος ήθελε αμφισβητήσει με τις προτάσεις του της πρώτης πρωτοβάθμιας συζήτησης την κυριότητα του τελευταίου οπότε αυτός θα πρέπει, συμπληρώνοντας με τις προτάσεις του την αγωγή στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, να επικαλεστεί τον τρόπο κτήσης κυριότητας των δικαιοπαρόχων του μέχρι να αναχθεί σε πρωτότυπο τρόπο, που κατά κανόνα θα είναι η έκτακτη χρησικτησία, για δε τον πρωτότυπο τρόπο ότι ο ενάγων απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία κατά το χρονικό διάστημα πριν την έναρξη του Εθνικού Κτηματολογίου σε μια περιοχή και ότι είχε αυτή (κυριότητα) στο συγκεκριμένο χρονικό σημείο (της έναρξης λειτουργίας του Ε.Κ.).
Αρκεί δε για την επίκληση της κυριότητας που στηρίζεται σε έκτακτη χρησικτησία, να αναφέρεται ότι ο ενάγων επί εικοσαετία μέχρι την έναρξη λειτουργίας του Εθνικού Κτηματολογίου στην περιοχή όπου κείται το επίδικο, συνεχώς ασκεί τη φυσική εξουσίαση επί του επιδίκου με διάνοια κυρίου, δηλαδή να αναφέρει τις υλικές και εμφανείς πράξεις νομής, με τις οποίες φανερώνεται η βούλησή του να το έχει σαν δικό του, δυνάμενος να συνυπολογίσει, όπως ήδη προαναφέρθηκε, στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, περιγραφή του επιδίκου γεωτεμαχίου και δη αναφορά του ΚΑΕΚ (Κωδικός Αριθμός Εθνικού Κτηματολογίου) και την ανακριβή εγγραφή που περιέχεται στο οικείο κτηματολογικό φύλλο του επιδίκου γεωτεμαχίου και συγκεκριμένα ότι στις πρώτες εγγραφές αναγράφεται ως δικαιούχος κυριότητας "άγνωστος".
Έτσι και στη σχετική δίκη μεταξύ ιδιώτη (ως ενάγοντα) και Ελληνικού Δημοσίου (ως εναγομένου), ο ιδιώτης έχει υποχρέωση για το ορισμένο της αγωγής του να επικαλεστεί ότι απέκτησε το επίδικο ακίνητο με κάποιο νόμιμο τρόπο. Σε περίπτωση που ο τίτλος κτήσης του είναι παράγωγος (π.χ. αγορά), εάν το Δημόσιο αμφισβητήσει την κυριότητα του δικαιοπαρόχου του, τότε ο ιδιώτης θα πρέπει, συμπληρώνοντας με τις προτάσεις του την αγωγή στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, να επικαλεστεί τον τρόπο κτήσης κυριότητας των δικαιοπαρόχων του μέχρι να αναχθεί σε πρωτότυπο τρόπο, που κατά κανόνα θα είναι η έκτακτη χρησικτησία.
Όμως, ο ιδιώτης δεν είναι υποχρεωμένος να επικαλεστεί και ότι το επίδικο ακίνητο είναι δεκτικό χρησικτησίας (επειδή π.χ. δεν είναι δημόσιο, διότι το δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) με την επί δεκαετή μέχρι την 20-5-1917 καλλιέργεια του μεταβλήθηκε σε δικαίωμα πλήρους κυριότητας μετά τη συμπλήρωση δεκαετούς καλλιέργειάς του κατά το Διάταγμα 2468/1917 ν. 1072/1917, ν. 2052/1920 και διάταγμα της 11/12-11-1929 ή ότι εξαιρείται από αυτή, ως δημόσιο κτήμα (άρθρα 21 του ν.δ. 22.4/16.5.1926 και 4 του ν.δ. 1539/1938), καθόσον ο ισχυρισμός ότι το ακίνητο είναι δεκτικό ή εξαιρείται της χρησικτησίας δεν αποτελεί στοιχείο του ορισμένου της πιο πάνω αγωγής, αλλά ένσταση, η οποία πρέπει να προταθεί και να αποδειχθεί από το Δημόσιο (Α.Π. 571/2023, ΑΠ 771/2021, 1125/2018).
Οι, στηριζόμενοι επομένως στις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ισχυρισμοί του Ελληνικού Δημοσίου (ιδίας κυριότητας ως εκ του χαρακτήρα του ακινήτου ως δημοσίου κτήματος και κατά συνέπεια ανεπίδεκτου χρησικτησίας), προς αντίκρουση της εναντίον του ασκηθείσας αγωγής, αποτελούν ενστάσεις, ως γεγονότα διακωλυτικά της γενέσεως του δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος, και όχι αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής.
Επομένως, τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ιστορική βάση αυτών των ισχυρισμών (καταλυτικών ενστάσεων), πρέπει να αποδείξει το ενιστάμενο Ελληνικό Δημόσιο και, για τον λόγο αυτό, τις συνέπειες της αμφιβολίας του δικαστηρίου περί της βασιμότητας των ισχυρισμών του και εντεύθεν της απορρίψεώς τους τις φέρει εκείνο (Ελληνικό Δημόσιο) και όχι ο ενάγων (Α.Π. 1187/2022, Α.Π. 1182/2018, Α.Π. 826/2018).Τέλος, η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.
Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 ή 14 του Κ.Πολ.Δ.
Ειδικότερα ο από το άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αρ. 14 του ίδιου κώδικα λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά τη μη επαρκή έκθεση σ' αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν, παρά την επαρκή έκθεση σ' αυτήν των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.
Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας (Α.Π. 426/2023).
ΙΙΙ) Στην ένδικη από 31-8-2011 αναγνωριστική κυριότητας και διόρθωσης της ανακριβούς πρώτης εγγραφής ακινήτου αγωγή τους, η οποία στρεφόταν κατά του εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες εξέθεταν (κατά το μέρος που ενδιαφέρει και μεταβιβάστηκε η υπόθεση στο Εφετείο), ότι κατέστησαν αποκλειστικές συγκυρίες κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου εκάστη ενός ακινήτου μετά των επ' αυτού κτισμάτων, που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Καστοριάς, εμβαδού 3.844 τ.μ., όπως αυτό περιγράφεται, με παράγωγο τρόπο δυνάμει των αναφερομένων και νομίμως μεταγεγραμμένων συμβολαίων δωρεάς εν ζωή από τον αληθή κύριο αυτού, πατέρα τους, ο οποίος κατέστη κύριος αυτού τόσο παράγωγα κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου 5/6 αυτού λόγω αγοράς, δυνάμει του αναφερομένου αγοραπωλητηρίου συμβολαίου που μεταγράφηκε νόμιμα από τους αναφερομένους κυρίους αυτού όσο και πρωτότυπα με έκτακτη χρησικτησία κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου 1/6 ως νεμόμενος αυτό με διάνοια κυρίου συνεχώς και αδιαλλείπτως από το έτος 1983 που περιήλθε στη νομή του λόγω ατύπου αγοράς από τις αληθείς κυρίες του Ε.
Τ. και Α. Γ., ασκώντας επ' αυτού τις αναφερόμενες υλικές πράξεις νομής που αρμόζουν στη φύση και στον προορισμό του, πράξεις που ενεργούσαν επί του επιδίκου με τα ίδια προσόντα και οι αναφερόμενοι απώτεροι δικαιοπάροχοί τους αναγόμενες χρονικά μέχρι της τουρκοκρατίας. Ότι, μετά την ένταξη του Δήμου Καστοριάς στο Εθνικό Κτηματολόγιο, το επίδικο ακίνητο έλαβε το αναφερόμενο ΚΑΕΚ και καταχωρήθηκε ως ιδιοκτησία του Ελληνικού Δημοσίου στο οικείο κτηματολογικό φύλλο.
Επικαλούμενες δε ότι η σχετική πρώτη εγγραφή είναι ανακριβής και προσβάλλει το εμπράγματο δικαίωμα της συγκυριότητάς τους στο επίδικο ακίνητο, ζήτησαν να αναγνωριστεί το δικαίωμα τους αυτό και να διαταχθεί η διόρθωση της ανακριβούς εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Καστοριάς, προκειμένου να καταχωρηθούν οι ίδιες ως αποκλειστικά συγκυρίες κατά το αναφερόμενο ποσοστό εξ αδιαιρέτου εκάστη του επιδίκου ακινήτου.
Με το παραπάνω περιεχόμενο και αιτήματα η ένδικη αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, περιέχοντας όλα τα αναγκαία στοιχεία που θεμελιώνουν την κτήση κυριότητας στο πρόσωπο των εναγουσών (τίτλοι νομίμως μεταγεγραμμένοι) αλλά και στο πρόσωπο των δικαιοπαρόχων τους (άμεσου, απώτερων και απώτατων) επί του επίδικου ακινήτου, και με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία), μέσω πράξεων νομής των ιδίων και του άμεσου δικαιοπαρόχου πατέρα τους, τις οποίες επαρκώς προσδιορίζουν, για χρονικό διάστημα πλέον της εικοσαετίας μέχρι τον χρόνο έναρξης του κτηματολογίου στην περιοχή της Καστοριάς (25-2-2008) αλλά και μέχρι της ασκήσεως της αγωγής, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται πέραν των στοιχείων που προαναφέρθηκαν, και το αν το επίδικο ακίνητο ήταν δεκτικό χρησικτησίας έναντι του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου, αν δηλαδή, απέκτησαν κυριότητα επ' αυτού οι απώτεροι δικαιοπάροχοι τους, λόγω διηνεκούς δεκαετούς εξουσιάσεως και καλλιέργειάς του, κατ' εφαρμογή του άρθρου 78 του Οθωμανικού νόμου "Περί γαιών", του κυρωθέντος με το ν.1072/1917 υπ' αριθμ. 2368/1917 Διατάγματος της Προσωρινής Κυβέρνησης Θεσσαλονίκης, καθώς και τα άρθρα 49,50 Ν. 2052/1920, 101-104 του Διατάγματος της 11/12-11-1929 σε συνδυασμό με άρθρο 21 Ν.Δ.
της 29-4/6-5-1926 και ΝΔΞΗ/1912, αφού ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να προβληθεί και ν' αποδειχθεί, από το εναγόμενο. Παρεκτός του ότι οι ενάγουσες- αναιρεσίβλητες μετά την αμφισβήτηση από το εναγόμενο- αναιρεσείον της κυριότητας των δικαιοπαρόχων των εναγουσών επί του επιδίκου ακινήτου, αυτές καθ' υποφοράν με την αγωγή τους αλλά και τις έγγραφες ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προτάσεις τους (κατά παραδεκτή επισκόπησή τους ως διαδικαστικών της δίκης εγγράφων για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), συμπλήρωσαν την αγωγή τους ως προς τον πρωτότυπο τρόπο κτήσης της κυριότητας των κατονομαζομένων απώτερων και απώτατων δικαιοπαρόχων τους, ήτοι της με διάνοια κυρίου συνεχώς και αδιαλείπτως άσκησης των αναφερομένων και προσιδιαζόντων στη φύση του επιδίκου πράξεων νομής, χωρίς αμφισβήτηση, αναγομένων από της Τουρκοκρατίας στην περιοχή (προ του έτους 1914), έως και της μεταβιβάσεως του επιδίκου σε αυτές.
Το Εφετείο, επομένως, που με την προσβαλλόμενη απόφαση, έκρινε ορισμένη την αγωγή, δεχόμενο ότι έγινε παραδεκτή κατά τα άνω συμπλήρωσή της μετά την αμφισβήτηση της κυριότητας των δικαιοπαρόχων των εναγουσών επί του επιδίκου, απορρίπτοντας ως αβάσιμο, τον ισχυρισμό του εναγομένου εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου, περί αοριστίας της, διότι, οι ενάγουσες δεν εξέθεταν, τον (πρωτότυπο) τρόπο κτήσης κυριότητας των δικαιοπαρόχων τους σύμφωνα με τις ρηθείσες διατάξεις, με την επίκληση πράξεων νομής αυτών (καλλιέργεια) για τουλάχιστον δέκα (10) έτη πριν από τις 20-5-1917 χωρίς δικαστική αμφισβήτηση από το Ελληνικό Δημόσιο, παρά την αμφισβήτηση από το εναγόμενο του εμπραγμάτου δικαιώματος των δικαιοπαρόχων τους, ούτε προέβησαν σε παραδεκτή δια των προτάσεών τους σχετική συμπλήρωσή της, δεν υπέπεσε στις από τους αριθμ. 8 και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ αναφερόμενες πλημμέλειες και οι σχετικοί δεύτερος και πρώτος, αντίστοιχα, λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι.
ΙV)Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ, προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση, τούτο δε συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992, Α.Π. 238/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου της προσβαλλομένης υπ' αριθμ. 25/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, προκύπτει ότι τούτο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα: "Με τα με αριθμ. ... 1985 συμβόλαια δωρεάς εν ζωή αγροτικών ακινήτων του τότε συμβολαιογράφου Καστοριάς Α.
Κ., τα οποία μεταγράφηκαν νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του αρμοδίου Υποθηκοφυλακείου Καστοριάς, στον τόμο 293 και με αριθμούς 18 και 19, ο πατέρας των εναγουσών, Ι. Σ. του Π. και της Ο., μεταβίβασε στις ενάγουσες κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή και κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου στην κάθε μία δύο αγροτεμάχια, ήτοι από ένα στην κάθε μία από αυτές, που βρίσκονται στη θέση "..." της κτηματικής περιοχής του Δήμου Καστοριάς, έκτασης 1.789,495 τ.μ.
το καθένα, που αποτελούσαν διαιρετά τμήματα μεγαλύτερης έκτασης, ήτοι το καθένα από αυτά το ήμισυ αγροτεμαχίου συνολικής έκτασης 3.578,99τ.μ., σύμφωνα με τα τοπογραφικά διαγράμματα του πολιτικού μηχανικού Ν. Γ., που επισυνάπτονται στις ανωτέρω συμβολαιογραφικές πράξεις. Εξάλλου, στα παραπάνω διαιρετά τμήματα, επί των οποίων αρχικά οι ενάγουσες συμπλήρωναν ποσοστό πλήρους κυριότητας 5/6 εξ αδιαιρέτου, παρότι δεν ήταν άρτια και δομήσιμα, ο ως άνω, πατέρας τους, προέβη στην ανέγερση κατοικίας, αποτελούμενη από ημιυπόγειο, εμβαδού 96,54 τ.μ, υπόγειο, εμβαδού 47 τ.μ και υπερυψωμένο ισόγειο, αποτελούμενο από δύο διαμερίσματα, εμβαδού 103,18 τ.μ.
το καθένα, για την οποία εκδόθηκε η με αριθμ. ...-1985 οικοδομική άδεια του γραφείου Πολεοδομίας του Δήμου Καστοριάς στο όνομά του. Στη συνέχεια με την με αριθμ. ...2004 διορθωτική και συμπληρωματική πράξη του συμβολαιογράφου Καστοριάς Σ. Τ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία του ίδιου Υποθηκοφυλακείου, στον τόμο 651 και με αριθμό 87, διορθώθηκαν τα προαναφερόμενα με αριθμ. ...1985 συμβόλαια, σε ότι αφορά την έκταση του όλου αγροτεμαχίου, το οποίο κατά νεώτερη και ακριβέστερη καταμέτρηση, λόγω της εφαρμογής του Εθνικού Κτηματολογίου, ανήλθε σε 3.821,78 τ.μ., αλλά και σε ότι αφορά την μεταβίβαση όλου πλέον του αγροτεμαχίου (αντί των αρχικώς μεταβιβασθέντων διαιρετών τμημάτων αυτού), έκτασης 3.821,78 τ.μ.
μετά των επ' αυτού κτισμάτων, από τον δικαιοπάροχο των εναγουσών προς τις τελευταίες κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου στην κάθε μία, χαρακτηριζομένης πλέον της μεταβίβασης αυτής ως γονικής παροχής (1509 ΑΚ). Πρέπει να σημειωθεί ότι με την ανωτέρω διόρθωση και συμπλήρωση, μεταβιβάστηκε προς τις ενάγουσες και το υπολειπόμενο ποσοστό του 1/6 εξ αδιαιρέτου επί του όλου αγροτεμαχίου και της επ' αυτού οικοδομής, το οποίο ο πατέρας και δικαιοπάροχός τους το είχε αποκτήσει από άτυπη αγορά και εν συνεχεία με έκτακτη χρησικτησία, κατά τα παρακάτω.
Ήδη πλέον το επίδικο ακίνητο είναι ένα αγροτεμάχιο, με ΚΑΕΚ ..., κείμενο στην ειδική θέση "...", της κτηματικής περιοχής του Δήμου Καστοριάς, έκτασης τριών χιλιάδων οκτακόσιων είκοσι ενός τετραγωνικών μέτρων και εβδομήντα οκτώ εκατοστών (3.821,78), σύμφωνα δε με την νεότερη καταμέτρηση του Ο.Κ.Χ.Ε. έκτασης τριών χιλιάδων οκτακόσιων σαράντα τεσσάρων τετραγωνικών μέτρων (3.844,00 τ.μ.) (βλ.
το από 7-2-2013 απόσπασμα κτηματολογικού διαγράμματος του Κτηματολογικού Γραφείου Καστοριάς), που συνορεύει ανατολικά με την παλαιά επαρχιακή οδό ..., σε πλευρές Γ-4 μέτρων 20,64 και 4-Δ μέτρων 22,07, νότια με ιδιοκτησία αδελφών Γ., σε πλευρές Δ-Ε μέτρων 78,56 και Ε-Ζ μέτρων 7,64 και με ιδιοκτησία Θ. Χ., σε πλευρά Ζ-Η μέτρων 46,05, δυτικά με ιδιοκτησία Κ.
Μ., σε πλευρές Η-1 μέτρων 12,09, και 1-Α μέτρων 11,09 και τέλος βόρεια με ιδιοκτησία Α. Β. και Α. Ρ., σε πλευρές Α-Β μέτρων 89,61 και Β-Γ μέτρων 45,26, όπως φαίνεται και περιγράφεται με λεπτομέρεια με τα στοιχεία Γ-4-Δ-Ε-Ζ-Η-1-Α-Β-Γ στο συνημμένο στην παραπάνω διορθωτική- συμπληρωματική πράξη και υπογεγραμμένο τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Κ.
Τ., το οποίο έχει συνταχθεί τον Ιούλιο του έτους 2003, σύμφωνα με τον Ν. 651/1977. Τα παραπάνω δεν αμφισβητούνται από τους διαδίκους αλλά και αποδεικνύονται από τα προσκομιζόμενα από αυτούς έγγραφα. Το παραπάνω αγροτεμάχιο, αρχικής έκτασης 3.575 τ.μ., περιήλθε στον δικαιοπάροχο και πατέρα των εναγουσών, Ι. Σ. του Π.
και της Ο., κατά πλήρη κυριότητα ως εξής: Α) κατά ποσοστό 400/480 ή 5/6 εξ αδιαιρέτου, με το με αριθμ. ...1982 πωλητήριο συμβόλαιο αγροτικού ακινήτου του τότε συμβολαιογράφου Καστοριάς Χ. Γ., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του αρμοδίου Υποθηκοφυλακείου Καστοριάς στον τόμο ... και με αριθμό 40, από αγορά από τους:
α) Ε. συζ. Π. Δ., το γένος Β. και Θ. Χ., κατά ποσοστό 2/6 εξ αδιαιρέτου, β) Θ. Χ. του Ι. και της Ο., κατά ποσοστό επίσης 2/6 εξ αδιαιρέτου και γ) Ε. χήρα Τ. Μ., το γένος Π. και Ε. Χ., και Β) κατά ποσοστό 1/6 (ή 80/480) εξ αδιαιρέτου από άτυπη αγορά το έτος 1983 από την Ε. συζ. Ι. Τ., το γένος Χ. και Ά. Μ. και Α. χήρα Δ. Γ., το γένος Χ. και Ά. Μ., οι οποίες και του παραχώρησαν τη χρήση του, στη συνέχεια δε αυτός έγινε κύριος με έκτακτη χρησικτησία.
Ειδικότερα στους δικαιοπαρόχους του Ι. Σ. του ανήκοντος σ' αυτούς ποσοστού των 5/6 εξ αδιαιρέτου περιήλθε, κατά τα αναφερόμενα και στο ως άνω με αριθμ. ...1982 συμβόλαιο, το επίδικο ακίνητο ως εξής: 1) Στην πρώτη εξ αυτών, Ευφημία συζ. Π. Δ., το ποσοστό της (2/6 εξ αδιαιρέτου) επί του ως άνω ακινήτου περιήλθε κατά τα 24/480 εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά από τον πατέρα της Β.
Χ. του Δ., που απεβίωσε επί Τουρκοκρατίας στην Καστοριά, όπου και κατοικούσε όσο ζούσε, κατά τα 8/480 αδιαιρέτου από κληρονομιά από την μητέρα της Θ. χήρα Β. Χ., που απεβίωσε το έτος 1945 χωρίς να αφήσει διαθήκη και κατά τα υπόλοιπα 128/480 εξ αδιαιρέτου, από άτυπη παραχώρηση κατά τον γάμο της το έτος 1939, δυνάμει απωλεσθέντος ιδιωτικού εγγράφου, των αδελφών της Α.
Χ. του Β., Φ. Χ. του Β. και Μ. συζύγου Γ. Χ., το γένος Β. Χ. αλλά και του Δ. Δ. του Β., τέκνου της προαποβιώσασας αδελφής της Ε. συζ. Β. Δ., το γένος Β. Χ.. Η ως άνω πωλήτρια Ε. συζ. Π. Δ. υπεισήλθε στην κληρονομιά τόσο του πατέρα της όσο και της μητέρας της, οι οποίοι απεβίωσαν επί Τουρκοκρατίας ο πρώτος και το 1945 η δεύτερη, δηλαδή πριν την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (23-2-1946), ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος τους κατά τα παραπάνω ποσοστά, αλλά και κατά το ποσοστό των 128/480, καθώς όλοι οι παραπάνω εξ αδιαθέτου κληρονόμοι των ως άνω αποβιωσάντων (αδελφοί αυτής και τέκνο της προαποβιωσάσης αδελφής της) διένειμαν μεταξύ τους άτυπα την κληρονομιά, κατά τον χρόνο του θανάτου της μητέρας της και με τον τρόπο αυτόν το επίδικο αγροτεμάχιο περιήλθε στην νομή και κατοχή της Ε.
Δ. κατά το συνολικό ποσοστό των 160/480 ή 2/6 εξ αδιαιρέτου. Έκτοτε η τελευταία και μέχρι την μεταβίβαση του ποσοστού της των 2/6 του ακινήτου αυτού το 1982, ασκούσε συνεχώς πράξεις νομής και κατοχής, επ' αυτού με καλή πίστη και διάνοια κυρίου. 2) Στον δεύτερο εξ αυτών, Θ. Χ., το ανωτέρω ποσοστό του (2/6 εξ αδιαιρέτου) επί του ως άνω ακινήτου περιήλθε, κατά 15/480 εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά από τον πατέρα του Ι.
Χ. του Δ., που απεβίωσε το έτος 1933 χωρίς να αφήσει διαθήκη και κατά 145/480 εξ αδιαιρέτου από άτυπη δωρεά εν ζωή, κατά τον χρόνο του θανάτου του ως άνω πατρός του (1933) των εξ αδιαθέτου κληρονόμων αυτού, δυνάμει ιδιωτικού εγγράφου απωλεσθέντος κατά την κατοχή της Ελλάδος από τα γερμανοϊταλικά στρατεύματα, (ήτοι από την μητέρα του Ο.
χήρα Ι. Χ. και τα αδέλφια του Θ. Χ. του Ι., Χ. Χ. του Ι., Ν. Χ. του Ι., Χ. Χ. του Ι., Π. Χ. του Ι., Κ. συζ. Α. Σ., το γένος Ι. και Ο. Χ. και Α. συζ. Α. Μ. το γένος Ι. και Ο. Χ.. Με τον τρόπο αυτόν το επίδικο αγροτεμάχιο περιήλθε στην νομή και κατοχή του Θ. Χ. κατά το ποσοστό των 160/480 ή 2/6 εξ αδιαιρέτου, ο οποίος και ασκούσε συνεχώς μέχρι την πώλησή του στον δικαιοπάροχο των εναγουσών το 1982 πράξεις νομής και κατοχής επ' αυτού με καλή πίστη και διάνοια κυρίου.
Γ) Στην τρίτη εξ αυτών, Ε. χήρα Τ. Μ., το ανωτέρω ποσοστό της (1 \6 ή 80\480 εξ αδιαιρέτου) επί του ως άνω ακινήτου περιήλθε από κληρονομιά από τον πατέρα της Π. Χ. του Δ., που απεβίωσε την εποχή της Τουρκοκρατίας χωρίς να αφήσει διαθήκη. Ήδη από τον χρόνο του θανάτου του ανωτέρω πατρός της, υπεισήλθε στην κληρονομιά του πατέρα της και με τον τρόπο αυτόν το επίδικο αγροτεμάχιο περιήλθε στην νομή και κατοχή της κατά το ανωτέρω ποσοστό, ενώ συνέχισε μέχρι την μεταβίβασή του το 1982 να ασκεί πράξεις νομής και κατοχής, επ' αυτού με καλή πίστη και διάνοια κυρίου.
Β) Αποδείχθηκε ακολούθως ότι οι ως άνω δικαιοπάροχοι του Ι. Σ., Ε. Τ. και Α. Γ., οι οποίες του παραχώρησαν με άτυπη πώληση την χρήση του ποσοστού του 1/6 εξ αδιαιρέτου του επίδικου αγρού, απέκτησαν την κυριότητά του από αγορά από την Ά. χήρα Χ. Μ., το γένος Π. και Ε. Χ., δυνάμει του με αριθμ. ...1983 πωλητηρίου συμβολαίου αγροτικού ακινήτου του τότε συμβολαιογράφου Καστοριάς Χ.
Γ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του ανωτέρω Υποθηκοφυλακείου, στον τόμο 264 και με αριθμό 56. Στην δε ως άνω Ά. χήρα Χ. Μ., το ποσοστό αυτό (1\6 εξ αδιαιρέτου) επί του ανωτέρω ακινήτου, περιήλθε, κατά τα αναφερόμενα και στο ως άνω με αριθμ. ...1983 συμβόλαιο, από κληρονομιά του αποβιώσαντος χωρίς να αφήσει διαθήκη την εποχή της Τουρκοκρατίας πατρός της Π.
Χ. του Δ., στην οποίαν υπεισήλθε ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του, ασκώντας έκτοτε όλες τις πράξεις νομής και κατοχής επί του επιδίκου με καλή πίστη και διάνοια κυρίου. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο πατέρας των εναγουσών Ι. Σ., προκειμένου να εκδώσει άδεια οικοδομής της παραπάνω κατοικίας απευθύνθηκε στη Διεύθυνση Δασών της Νομαρχίας Καστοριάς, η οποία με την με αριθμ.
πρωτ. ...1985 βεβαίωσή της, που αναφέρεται στο επίδικο αγροτεμάχιο και ειδικότερα στο αναφερόμενο στο με αριθμ.... συμβόλαιο, που βρίσκεται στη θέση "..." βεβαιώνει ότι η επίδικη έκταση δεν είναι δασική ούτε αναδασωτέα. Στη συνέχεια, κατόπιν της από 13-5-2009 αίτησης θεραπείας των εναγουσών προς το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, στο πλαίσιο εφαρμογής της τότε προβλεπόμενης από το άρθρου 8 παρ. 1 του Ν. 1539/1938 διοικητικής προδικασίας για τη μεταγενέστερη συζήτηση της αγωγής, εκδόθηκε το με αριθμ.
πρωτ. ...2010 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών Καστοριάς-Περιφέρειας Δυτικής Μακεδονίας, στην οποία βεβαιώνεται ότι η επίδικη έκταση (με εμφαινόμενο εμβαδόν 3.579,00 τ.μ. σύμφωνα με το τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ν. Γ., που συνόδευε την παλαιότερη, ως άνω, με αριθμ. πρωτ. ...1985 Βεβαίωση της Διεύθυνσης Δασών της Νομαρχίας Καστοριάς) δεν είναι δασική ούτε αναδασωτέα και δεν διέπεται από τις διατάξεις της Δασικής Νομοθεσίας.
Αναγράφεται ακόμη στο έγγραφο αυτό ότι η τελευταία αυτή βεβαίωση (η με αρ. ...1985), σύμφωνα με την με αριθμ. ...2000 εγκύκλιο του Υπουργείου Γεωργίας, ενέχει θέση πράξης χαρακτηρισμού, εφόσον δημοσιοποιηθεί, σύμφωνα με το νόμο, και για τον λόγο αυτόν εστάλη προς την Περιφέρεια Δυτικής Μακεδονίας, αναρτήθηκε στο Δημοτικό κατάστημα του Δήμου Καστοριάς, περίληψή της δημοσιεύθηκε σε δύο τοπικές εφημερίδες και κοινοποιήθηκε στην Κτηματική Υπηρεσία του Δημοσίου, παρήλθε δε το εκ του νόμου προβλεπόμενο διάστημα χωρίς να ασκηθεί εναντίον της ουδεμία αντίρρηση ενώπιον της κατά το άρθρο 10 παρ.3 του Ν. 998/79 επιτροπής.
Ακολούθως, εκδόθηκε το με αριθμ. πρωτ. 87391/5639/22-9-2010 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών Καστοριάς- Περιφέρειας Δυτικής Μακεδονίας, σύμφωνα με το οποίο η άνω Υπηρεσία, δεν προβάλλει δικαιώματα κυριότητας στην εν λόγω έκταση, όπως αυτή προσδιορίζεται σε 3.579 τ.μ., από το ως άνω παλαιότερο τοπογραφικό διάγραμμα, που συνόδευε την παλαιότερη με αριθμ.
πρωτ. ...1985 βεβαίωση της Διεύθυνσης Δασών της Νομαρχίας Καστοριάς. Στο ίδιο έγγραφο αναγράφεται ότι η διοικητική διαδικασία έχει περαιωθεί και βάσει του άρθρου 19 του Ν. 2664/1998 "Εθνικό Κτηματολόγιο" η υπηρεσία μας δεν προβάλει δικαιώματα κυριότητας στην εν λόγω έκταση των 3.579 τ.μ και καταλήγει ότι τα υπόλοιπα 265 τ.μ από τα 3.844 τ.μ διεκδικούνται από αυτήν.
Από τα ανωτέρω μνημονευόμενα έγγραφα, σε συνδυασμό με την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, Ι. Σ., πατέρα των εναγουσών, αποδεικνύεται ότι η εν λόγω έκταση δεν αποτελούσε ποτέ χερσολίβαδο, απορριπτομένου του σχετικού ισχυρισμού του εναγομένου, ως ουσιαστικά αβάσιμου, καθόσον το επικαλούμενο από το εναγόμενο με αριθμ.
πρωτ. 657/7-2-2013 έγγραφο του τμήματος Τοπογραφίας-Εποικισμού και Αναδασμού της Δ/νσης Περιφερειακής Αγροτικής Οικονομίας και Κτηνιατρικής της Περιφέρειας Δυτικής Μακεδονίας, το οποίο απαντά στο από 7-2-2013 ερώτημα του πληρεξουσίου δικηγόρου του εναγομένου σχετικά με την ύπαρξη ή μη τίτλου κυριότητας του επίδικου αγροτεμαχίου και στο οποίο αναφέρεται ότι αυτό αποτελεί τμήμα του 430 τεμαχίου συνολικής έκτασης 296,829 τ.μ, εμφανίζεται ως χερσολίβαδο και δεν εκδίδεται τίτλος, διότι τα στοιχεία είναι ενδεικτικά, προέρχονται από οριοδειξία και δεν έχουν καμία αποδεικτική ισχύ, δεν αναιρεί όλα τα προηγούμενα έγγραφα, ότι δηλαδή το Δημόσιο δεν διεκδικεί δικαιώματα κυριότητας στην εν λόγω έκταση, η οποία είναι αγρός, λαμβανομένου υπόψη ότι εκδόθηκε για να χρησιμοποιηθεί στην επίδικη διαφορά.
Αποδείχθηκε εξάλλου ότι το επίδικο αγροτεμάχιο καλλιεργούνταν με αμυγδαλιές και καρυδιές και από τους ως άνω απώτερους και απώτατους δικαιοπαρόχους των εναγουσών, ενώ ήταν περιφραγμένο ήδη πριν την αγορά του από τον Ι. Σ., από τους δικαιοπαρόχους του τελευταίου, γεγονός που σημαίνει ότι επρόκειτο για ιδιόκτητη έκταση.
Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από κανένα αντίθετο αποδεικτικό στοιχείο. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται και από το γεγονός ότι τα όμορα του επίδικου οικόπεδα, εμφανίζονται ως ιδιοκτησίες. Ειδικότερα, το όμορο ακίνητο με ΚΑΕΚ ..., που συνορεύει από βορρά με το επίδικο, εμβαδού 19.240 τ.μ. αποδόθηκε με απόφαση της δευτεροβάθμιας Επιτροπής του Κτηματολογικού γραφείου Καστοριάς στους Α.
Ρ., Γ. Σ., Μ. Σ. και Β. Σ. (βλ. προσκομιζόμενο με επίκληση από τις ενάγουσες αντίγραφο του αντίστοιχου κτηματολογικού φύλλου). Εξάλλου, η με ΚΑΕΚ ... που συνορεύει δυτικά με την επίδικη, ιδιοκτησία, με την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από τις ενάγουσες με αριθμό 79/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς, αναγνωρίστηκε ότι είναι ιδιόκτητη έκταση της οικογένειας Μ..
Αλλά και το με ΚΑΕΚ ... ακίνητο ευρισκόμενο στην ίδια ειδική θέση "...", έκτασης 2.016 τ.μ., ιδιοκτησίας Α. Γ., χαρακτηρίστηκε ως μη δάσος και μη δασική με την με αριθμό πρωτ. 61161/7412/8-11-2011 πράξη χαρακτηρισμού εκτάσεως, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι ενάγουσες. Όπως χαρακτηριστικά κατέθεσε ο μάρτυρας Ι. Σ. αλλά και αποδείχθηκε κατά τα παραπάνω, όλη η γύρω έκταση αλλά και τα όμορα με το επίδικο αγροτεμάχια ήταν πάντα καλλιεργήσιμα χωράφια και αποτελούν ιδιοκτησίες και ότι οι γείτονες Β.
και Μ. γνώριζαν το επίδικο ακίνητο από το 1910 και του μετέφεραν ότι ανήκε στους ως άνω δικαιοπαρόχους του-πωλητές. Επομένως, το αγροτεμάχιο αυτό ήταν καλλιεργήσιμη έκταση, καθώς τα δέντρα, που υπήρχαν σ' αυτό καλλιεργούνταν από τους δικαιοπαρόχους-πωλητές του Ι. Σ. αλλά και προγενέστερα είχαν φυτευτεί από τους απώτερους δικαιοπαρόχους των ως άνω πωλητών και συγκεκριμένα από τους αδελφούς Β.
Χ. του Δ., Ι. Χ. του Δ. και Π. Χ. του Δ., οι οποίοι και τα καλλιεργούσαν συλλέγοντας τα καρύδια και αμύγδαλα, ενόψει του ότι για την καλλιέργεια των δέντρων αυτών δεν απαιτείται καμία φροντίδα, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, που λαμβάνει αυτεπαγγέλτως υπόψη του το Δικαστήριο, επί δέκα συνεχόμενα έτη χωρίς ποτέ να ενοχληθούν από κανέναν.
Ειδικότερα ο Β. Χ. και ο Π. Χ., που απεβίωσαν επί Τουρκοκρατίας αλλά και ο Ι. Χ., που απεβίωσε το 1933, εξουσιάζοντας το επίδικο κατά τα ανωτέρω ο καθένας ποσοστά και καλλιεργώντας το τουλάχιστον από το έτος 1900 και επί 10 συνεχόμενα έτη και πάντως μέχρι τις 20-5-1917, είχαν επ' αυτού δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ), σύμφωνα με τις διατάξεις του Οθωμανικού δικαίου.
Στη συνέχεια, όταν άρχισε να ισχύει το διάταγμα 2468/20-5-1917 της προσωρινής κυβέρνησης Θεσσαλονίκης, που κυρώθηκε με το νόμο 1072/1917 το δικαίωμα συνεχούς εξουσίασης, που είχαν επί του ανωτέρω αγροτεμάχιου αυτού ο Β. Χ., ο Π. Χ. και ο Ι. Χ., μετατράπηκε για μεν τον Ι. Χ., που απεβίωσε μεταγενέστερα το 1933, σε δικαίωμα πλήρους κυριότητας, κατά ποσοστό 4/5 και κατά το υπόλοιπο 1/5 περιήλθε στο Ελληνικό δημόσιο, ενώ με τα άρθρα 101-114 του διατάγματος της 11/12-11- 1929, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του ν. 4226/1929, όπως αυτά τροποποιήθηκαν με τα άρθρα 17, 18 και 19 του α.ν. 1540/1938, του παραχωρήθηκε και το υπόλοιπο 1/5 και έτσι αυτός έγινε αποκλειστικός κύριος του ποσοστού που κατείχε στον επίδικο αγρό, με συνέπεια ο κληρονόμος του Θ.
Χ. , που υπεισήλθε στην κληρονομιά του πατέρα του, συνεχίζοντας να το καλλιεργεί να καταστεί αποκλειστικός κύριος αυτού κατά το κληρονομηθέν από αυτόν ποσοστό. Όσον αφορά τα ποσοστά επί του ίδιου αγρού των ήδη αποβιωσάντων πριν την απελευθέρωση το 1912 Β. Χ. και Π. Χ., εφόσον αυτοί είχαν αποκτήσει δικαίωμα εξουσίασης καλλιεργώντας τον παραπάνω αγρό επί 10 συνεχή έτη χωρίς αμφισβήτηση, που συμπληρώθηκαν πριν το 1912, είχαν αποκτήσει όσο ζούσαν δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ), με συνέπεια μετά τον θάνατό τους και, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη και βάσει του παραπάνω διατάγματος του 1929, να αποκτήσουν οι κληρονόμοι τους, από το 1917 δικαίωμα πλήρους και αμετάκλητης συγκυριότητας και συνδιακατοχής κατά ποσοστό 5/6 εξ αδιαιρέτου κατά τα παραπάνω ποσοστά και κατά το υπόλοιπο 1/5 από το 1929.
Συγκεκριμένα η μεν Ε. Δ., ως κληρονόμος του πατέρα της Β. Χ. και της μητέρας της Θ. Χ. κατά τα ποσοστά, που αυτοί κατείχαν καθώς, όπως προαναφέρθηκε το νεμόταν με καλή πίστη και διάνοια κυρίου από το 1939 μέχρι τη μεταβίβασή του το 1982. Οι κληρονόμοι δε του Π. Χ., Ε. χήρα Τ. Μ. αλλά και η Ά. χήρα Χ. Μ., έγιναν αυτοδικαίως από το 1929 καθ' ολοκληρίαν κύριες του εν λόγω αγρού, που ανήκε στην κατηγορία των καλλιεργήσιμων γαιών της περιόδου της Τουρκοκρατίας, κατά τα αναλογούντα στην κάθε μία ποσοστά, ενόψει του ότι αυτοί (οι κληρονόμοι) υπεισερχόμενοι στην κληρονομιά του καθενός από τους αρχικούς-απώτερους δικαιοπαρόχους τους συνέχισαν να ενεργούν πράξεις νομής και κατοχής σ' αυτό, συλλέγοντας τους καρπούς, διατηρώντας την περίφραξη του αγροτεμαχίου, χωρίς ποτέ να αμφισβητηθούν τα δικαιώματα της κυριότητάς τους από κανέναν ούτε από το Δημόσιο.
Β) Αναφορικά με το υπόλοιπο ποσοστό του 1/6 (ή 80/480) εξ αδιαιρέτου περιήλθε στον δικαιοπάροχο των εναγουσών Ι. Σ. από άτυπη αγορά το έτος 1983 από την Ε. συζ. Ι. Τ., το γένος Χ. και Ά. Μ. και Α. χήρα Δ. Γ., το γένος Χ. και Ά. Μ., ποσοστό το οποίο ο αγοραστής Ι. Σ. ενσωμάτωσε στα υπόλοιπα 5/6 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου ακινήτου και με τον τρόπο αυτόν έλαβε την ως άνω οικοδομική άδεια.
Επειδή όμως, μετά την εισαγωγή του ΑΚ, κατά το άρθρο 1033 ΑΚ, άτυπη πώληση ακινήτου, χωρίς δηλαδή συμβολαιογραφική πράξη μεταβίβασης κυριότητας και μεταγραφή αυτής είναι ανυπόστατη, ο Ι. Σ. δεν απέκτησε με αγορά το ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου επί του επιδίκου, αλλά με έκτακτη χρησικτησία, επειδή κατείχε και νεμόταν την έκταση αυτή με καλή πίστη και διάνοια κυρίου επί 20 και πλέον έτη, δηλαδή από την άτυπη παραχώρησή του σ' αυτόν το 1983 μέχρι το 2004, οπότε και το μεταβίβασε στις ενάγουσες, καθώς στην με αριθμ. ...2004 διορθωτική και συμπληρωματική ως άνω πράξη μεταβίβασης του επιδίκου στις ενάγουσες, υπέβαλε δήλωση φόρου χρησικτησίας για το ποσοστό αυτό και το ίδιο ποσοστό στο υπάρχον σ' αυτό κτίσμα, αντικειμενικής αξίας 15.975 ευρώ, δηλώνοντας ότι επί 20 και πλέον έτη το νέμεται και το κατέχει με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, καταβάλλοντας φόρο 1.172 ευρώ.
Επομένως, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, το επίδικο ακίνητο ως αγρός αποτελεί δημόσια γαία και εφόσον οι απώτεροι δικαιοπάροχοι των εναγουσών έχουν αποκτήσει δικαίωμα εξουσίασης επί 10 συνεχόμενα έτη με την καλλιέργεια του αγρού αυτού μέχρι τις 20-5-1917, ο αγρός αυτός είναι περαιτέρω δεκτικός χρησικτησίας, αφού οι διατάξεις του άρθρου 21 του ν.δ.
της 29.4./6-5-1926 ,με το οποίο απαγορεύθηκε εφεξής κάθε παραγραφή των επί κτημάτων του Δημοσίου δικαιωμάτων του, άρα και η επ' αυτών χρησικτησία τρίτων, απαγόρευση η οποία ισχύει από 11-9-1915 βάσει των ισχυσάντων έκτοτε δυνάμει του Ν. ΔΞΘ/1912 δικαιοστασίων, δεν έχουν εφαρμογή επ' αυτού, αφού κατά νόμο έπαψε να έχει το χαρακτήρα δημοσίου κτήματος και κατέστη ιδιωτικό.
Συνεπώς ο Ι. Σ. νόμιμα απέκτησε την κυριότητα του ποσοστού αυτού 1/6 εξ αδιαιρέτου με έκτακτη χρησικτησία και ως κύριος αυτού το μεταβίβασε περαιτέρω στις ενάγουσες. Αλλά και η δικαιοπάροχος του Ι. Σ., Ε. Δ., που απέκτησε τα 8/480 αδιαιρέτου από κληρονομιά από την μητέρα της Θ. χήρα Β. Χ., που απεβίωσε το έτος 1945 χωρίς να αφήσει διαθήκη και τα 128/480 εξ αδιαιρέτου, από άτυπη παραχώρηση το έτος 1939 των αδελφών της, καθώς και ο δικαιοπάροχος του Ι.
Σ., Θ. Χ., που απέκτησε τα 145/480 εξ αδιαιρέτου από άτυπη δωρεά εν ζωή, κατά τον χρόνο του θανάτου του πατέρα του, το 1933, των εξ αδιαθέτου κληρονόμων αυτού, απέκτησαν με χρησικτησία τα παραπάνω ποσοστά, αφού τα καλλιεργούσαν συνεχώς επί μία εικοσαετία με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, χωρίς αμφισβήτηση, προσμετρώντας στον δικό τους χρόνο νομής και αυτόν των ως άνω δικαιοπάροχων τους, οι οποίοι είχαν γίνει αποκλειστικοί κύριοι του επιδίκου και επομένως ουδέποτε έγινε κύριος αυτού το Ελληνικό Δημόσιο.
Επομένως, εφόσον οι ενάγουσες απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου αγροτεμαχίου, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου η κάθε μία από τον κύριο του αυτού πατέρα τους Ι. Σ., έχουν αποκτήσει και αυτές την κυριότητα αυτού. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο τρόπος κτήσης της κυριότητας του δικαιοπαρόχου των εναγουσών επί του επιδίκου ακινήτου καθώς και των απώτερων δικαιοπαρόχων του τελευταίου μέχρι την πρωτότυπη κτήση, εξετάζεται από το Δικαστήριο λόγω της αμφισβήτησης της κυριότητας αυτής από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο.
Με βάση τα παραπάνω, αφού απορριφθούν οι ισχυρισμοί του εναγομένου, που αποτελούν και τον δεύτερο λόγο της έφεσης περί κακής εκτίμησης των αποδείξεων ως προς το γεγονός ότι το επίδικο αποτελεί μη καλλιεργήσιμη έκταση και συνεπώς δεν μπορεί ως δημόσια γαία να καταστεί ιδιόκτητη έκταση". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, που απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου στο σύνολό της επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση με την οποία αναγνωρίστηκε η συγκυριότητα των αναιρεσιβλήτων (50% εξ αδιαιρέτου εκάστης) επί της επίδικης έκτασης και διατάχθηκε η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στο κτηματολογικό βιβλίο του κτηματολογικού γραφείου Καστοριάς, δεν παραβίασε την, ως άνω, ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 78 του Οθωμανικού Νόμου "περί γαιών", ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, εφόσον, για την εφαρμογή της κατά τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, ούτε απαίτησε περισσότερα στοιχεία, ούτε αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, αλλ' ούτε και προσέδωσε σ' αυτήν έννοια διαφορετική από την αληθινή, ενώ επίσης περιέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της έκτασης του επιδίκου ακινήτου και της κτήσης κυριότητας επ' αυτού με έκτακτη χρησικτησία από τους αναφερόμενους στην προσβαλλόμενη απόφαση απώτερους δικαιοπαρόχους των αναιρεσιβλήτων (δηλονότι τους δικαιοπαρόχους των αμέσων δικαιοπαρόχων τους), εφόσον, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, στο πρόσωπό τους συμπληρώνεται κατά νόμον αυτή (χρησικτησία), ενώ επίσης αναφέρονται εκτενώς στην απόφαση οι εκ μέρους των δικαιοπαρόχων αυτών διακατοχικές πράξεις επιδηλωτικές της νομής τους (καλλιέργεια με αμυγδαλιές και καρυδιές, συλλογή των καρπών τους, περίφραξη ), αλλά με τη φυσική εξουσίασή τους και το πνευματικό τους στοιχείο (διάνοια κυρίου) να εκτείνεται ενιαίως σε ολόκληρο το επίδικο ακίνητο, δέκα τουλάχιστον χρόνια πριν την 20-5-1917 αλλά και μετά, μέχρι της μεταβιβάσεώς τους στις ενάγουσες-αναιρεσίβλητες, ο δε τ' αντίθετα υποστηρίζων τρίτος από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
V)Συνακόλουθα εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση για αναίρεση της 25/20162 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Τέλος, πρέπει κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος των αναιρεσιβλήτων, να καταδικασθεί, το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα αυτών, τα οποία θα καταλογισθούν μειωμένα (άρθρα 176, 183, 191παρ.2 Κ.Πολ.Δ. 22 παρ.1, 3 του ν.3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμός 18 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., όπως τούτο ισχύει μετά την έκδοση της Κ.Υ.Α. 134423ΟΙΚ./08.12.1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (Φ.Ε.Κ.
Β` 11/20.01.1993) που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5παρ.12 του ν. 1738/1987) κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 19-4-2016 αίτηση για αναίρεση της 25/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία καθορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Μαρτίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Μαρτίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ