Supreme Court dismisses appeal against insurance liquidation decisions as inadmissible due to statutory restrictions on legal remedies.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request for cassation against a final judgment from the Athens Court of First Instance regarding insurance liquidation. The appellant argued for the review of a claim to the life insurance beneficiary list, but the court found that specific laws explicitly prohibit legal remedies against decisions in insurance liquidation proceedings. Consequently, the court ruled the appeal inadmissible to ensure the accelerated liquidation process proceeds without interruption.
Legislator headnote
AI generatedArticles 10(3) of Law 400/1970 and Article 248(8) of Law 4364/2016; The law explicitly prohibits the exercise of legal remedies against court decisions in insurance liquidation proceedings, rendering such appeals inadmissible to ensure the accelerated nature of the liquidation process.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 543 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 543/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1'Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη - Εισηγητή και Ασημίνα Υφαντή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 9 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Μ. του Π., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Μπερνίτσα και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, τελούσας υπό εκκαθάριση, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Τσουμάνη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/1/2016 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3017/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1240/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26/7/2021 αίτησή τoυ.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 26.07.2021 και με ειδικό αριθμό κατάθεσης 783/26.07.2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμ. 1240/05.03.2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε ερήμην του τότε καλούντος-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία απορρίφθηκε, χωρίς περαιτέρω έρευνα, η από 05.12.2016 έφεσή του κατά της 3017/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την, κατ' άρθρο 10 παρ.3 του ν.δ. 400/1970, από 08.01.2016 ανακοπή του περί τροποποίησης του από 20.11.2015 οριστικού πίνακα κατάστασης δικαιούχων ασφαλίσματος του κλάδου ζωής των ασφαλισμένων της υπό ασφαλιστική εκκαθάριση τελούσας τότε καθής η ανακοπή και καθής η κλήση-εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης εταιρείας, με την επωνυμία "...", ώστε να εξελεγχθεί και συμπεριληφθεί σ' αυτόν η αναφερόμενη νόμιμη και εκκαθαρισμένη απαίτησή του, ποσού 23.884,62 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων.
Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ο αναιρεσείων, με την ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, απευθυνόμενη κατά της αναιρεσίβλητης, από 08.01.2016, ανακοπή του, αφού εξέθετε ότι είχε συνάψει, το έτος 1997, το αναφερόμενο ασφαλιστήριο ζωής με την ανώνυμη εταιρεία ασφαλίσεων ζωής με την επωνυμία "...", η οποία στη συνέχεια εξαγοράστηκε κατά το σύνολο του μετοχικού της κεφαλαίου από την ήδη ως άνω αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, και της οποίας, ακολούθως, ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας με την 176/25.02.2010 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης και τέθηκε σε ασφαλιστική εκκαθάριση, ενώ με την 41/1/01.06.2012 διαπιστωτική πράξη της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος τέθηκε σε ασφαλιστική εκκαθάριση και το χαρτοφυλάκιο ζωής, και ότι ο Επόπτης Ασφαλιστικής Εκκαθάρισης εσφαλμένα δεν συμπεριέλαβε την αναφερόμενη απαίτησή του, από το προαναφερόμενο ασφαλιστήριο ζωής, στην κατ' άρθρο 10 παρ. 3 του ν.δ. 400/1970, από 20-11-2015, Κατάσταση Δικαιούχων Απαιτήσεων από ασφάλιση ζωής που συνέταξε, με συνέπεια τον αποκλεισμό του από τη διαδικασία της ασφαλιστικής εκκαθάρισης και την, μέσω αυτής, προνομιακή ικανοποίηση της επίδικης απαίτησής του, ζήτησε να διορθωθεί η προσβαλλόμενη Κατάσταση Δικαιούχων Απαιτήσεων από Ασφάλιση Ζωής, ώστε να συμπεριληφθεί σ' αυτήν η ειδικότερα προσδιοριζόμενη απαίτησή του.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την 3017/2016 απόφασή του απέρριψε την ανακοπή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, διότι έκρινε ότι ο ανακόπτων είχε καταθέσει εκπρόθεσμα τη σχετική αναγγελία του με τα δικαιολογητικά στοιχεία για την αξιούμενη απαίτησή του από το προαναφερόμενο ασφαλιστήριο συμβόλαιο ζωής, απορρίπτοντας ως αβάσιμο τον μοναδικό λόγο της ανακοπής του, με τον οποίο ισχυριζόταν ότι οι δημοσιεύσεις, που έλαβαν χώρα για την από 03.06.2015 ανακοίνωση-πρόσκληση περί αναγγελίας απαιτήσεων των δικαιούχων απαιτήσεων των ασφαλισμένων από ασφάλιση ζωής της αναιρεσίβλητης, δεν πληρούσαν τους όρους του νόμου, καθόσον δεν αφορούσαν δήθεν εφημερίδες ευρείας κυκλοφορίας.
Κατά της ανωτέρω απόφασης ο ανακόπτων άσκησε την από 05.12.2016 έφεσή του, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με την αναίρεση 1240/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία η έφεσή του απορρίφθηκε, χωρίς περαιτέρω έρευνα της ουσίας της υπόθεσης, επειδή ο εκκαλών και ήδη αναιρεσείων ανεπίτρεπτα παραστάθηκε στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, δυνάμει δηλώσεως, κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, του πληρεξουσίου του δικηγόρου, λόγω υποχρεωτικότητας της προφορικής συζήτησης της υπόθεσης, που εκδικαζόταν κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, με αποτέλεσμα να θεωρηθεί, κατά πλάσμα του νόμου, ως ερήμην δικαζόμενος.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 εδαφ. α - γ του ν.δ. 400/1970 "Ιδιωτική επιχείρηση ασφάλισης", οι δικαιούχοι απαιτήσεων από ασφάλιση ζωής και οι καθολικοί και ειδικοί διάδοχοι αυτών έχουν προνόμιο στην ασφαλιστική τοποθέτηση, που προηγείται από κάθε άλλο γενικό ή ειδικό προνόμιο της παρ. 9 του άρθρου 12 αυτού.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 3 του ίδιου ως άνω ν.δ. 400/1970 "Σε περίπτωση ασφαλιστικής εκκαθάρισης ή πτώχευσης ασφαλιστικής επιχείρησης ο, κατά το άρθρο "12α" του παρόντος, επόπτης εκκαθάρισης ή πτώχευσης καλεί μέσα σε δέκα ημέρες από το διορισμό του τους δικαιούχους ασφαλίσματος, με ανακοίνωση, που δημοσιεύεται μια φορά την εβδομάδα, επί τρεις συνεχείς εβδομάδες σε πέντε ημερήσιες, ευρείας κυκλοφορίας, εφημερίδες, να του αναγγείλουν τις απαιτήσεις τους με όλα τα δικαιολογητικά τους στοιχεία μέσα σε τρεις μήνες από την τελευταία δημοσίευση.
Δεν καλούνται οι δικαιούχοι ασφαλίσεων αστικής ευθύνης από την κυκλοφορία αυτοκινήτων, καθώς και οι δικαιούχοι ασφαλίσεων ζωής, για τους οποίους δεν έχει επέλθει ασφαλιστική περίπτωση. Η επαλήθευση των απαιτήσεων γίνεται από τα ως άνω όργανα, αρχίζει το αργότερο μέσα σε τρεις ημέρες από τη λήξη της ως άνω προθεσμίας και ολοκληρώνεται στο συντομότερο χρονικό διάστημα.
Γίνονται δεκτές οι απαιτήσεις που δεν αμφισβητούνται από τα ως άνω όργανα ή έχουν επιδικασθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση ή (εκτελεστή) απόφαση διαιτητικού δικαστηρίου. Ο επόπτης εκκαθάρισης και ο εκκαθαριστής ή ο επόπτης πτώχευσης και ο σύνδικος υποβάλλουν στο Υπουργείο Εμπορίου κατάσταση των δικαιούχων ασφαλίσματος μέσα σε δύο μήνες από τη λήξη της προθεσμίας υποβολής των αναγγελιών.
Στην κατάσταση αυτήν περιλαμβάνονται, εφόσον έχουν επαληθευθεί οι απαιτήσεις τους: α) οι δικαιούχοι ασφαλίσματος ασφαλίσεων ζωής, β) οι δικαιούχοι ασφαλίσματος ασφαλίσεων κατά ζημιών εκτός ασφαλίσεων αστικής ευθύνης από την κυκλοφορία αυτοκινήτων, που έχουν δηλώσει την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης και έχει καταχωρισθεί η δήλωση στα βιβλία της ασφαλιστικής επιχείρησης και γ) όσοι αναγγέλθηκαν μέσα στην ως άνω προθεσμία.
Για τις απαιτήσεις που αμφισβητούνται δικαστικά ή εξώδικα γίνεται χωριστή μνεία, στην οποία αναφέρεται το ποσό που εκτιμά ο επόπτης εκκαθάρισης και ο εκκαθαριστής ή ο επόπτης πτώχευσης και ο σύνδικος και το ποσό που διεκδικεί ο δικαιούχος ασφαλίσματος. Στην κατάσταση καταχωρίζονται και οι τυχόν διαφωνίες κατά την επαλήθευση μεταξύ επόπτη και εκκαθαριστή ή συνδίκου.
Η κατάσταση καταχωρίζεται αμέσως στο μητρώο ασφαλιστικών επιχειρήσεων και η ανακοίνωση της καταχώρισής της δημοσιεύεται σε δύο τουλάχιστον ευρείας κυκλοφορίας ημερήσιες εφημερίδες, από τις οποίες η μια τουλάχιστον εκδίδεται στην έδρα της επιχείρησης, μια φορά την εβδομάδα επί τρεις συνεχείς εβδομάδες.
Αντιρρήσεις κατά της πιο πάνω κατάστασης ασκούνται με ανακοπή στο μονομελές πρωτοδικείο της έδρας της επιχείρησης μέσα σε σαράντα πέντε ημέρες από την τελευταία δημοσίευση και εκδικάζονται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Έφεση κατά της απόφασης του πρωτοδικείου εκδικάζεται από το αρμόδιο εφετείο κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων.
Η απόφαση του εφετείου δεν υπόκειται σε κανένα ένδικο μέσο.
Το ως άνω ν.δ 400/1970 καταργήθηκε στο σύνολό του, από 1 Ιανουαρίου 2016, με το Ν. 4364/2016 "Προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία 2009/138/ΕΔ και του Συμβουλίου της 25 Νοεμβρίου 2009 κλπ", πλην, όμως, με τη διάταξη του άρθρου 248 παρ. 1 αυτού ορίστηκε ότι "από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου διέπονται οι υφιστάμενες κατά την 31-12-2015 ασφαλιστικές εκκαθαρίσεις", στις οποίες, κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, εφαρμόζονται ορισμένες διατάξεις του νόμου αυτού, μεταξύ των οποίων και το άρθρο 242 παρ. 1 και 4.
Ωστόσο, οι προ της 31-12-2015 διαδικασίες εξελέγξεως και επαληθεύσεως απαιτήσεων, όπως η παρούσα, διέπονται από τις διατάξεις του ν.δ. 400/1970, καθόσον εφαρμόζεται η ισχύουσα κατά το χρόνο εξελέγξεως και επαληθεύσεως απαιτήσεων νομοθεσία (πρβλ ΟλΑΠ 21/1994, ΑΠ 86/2021, ΑΠ 1098/2021). Περαιτέρω, η ως άνω απαγόρευση άσκησης ενδίκων μέσων, συνεπώς και αναίρεσης, κατά της απόφασης του εφετείου που εκδίδεται επί ανακοπής κατά της κατάστασης των δικαιούχων απαιτήσεων από ασφάλιση ζωής ρητά επαναλήφθηκε και στο Ν. 4364/2016, στο άρθρο 242 παρ. 2 του οποίου ορίζεται ότι "Μέσα σε δύο (2) μήνες από τη λήξη της προθεσμίας υποβολής των αναγγελιών η ως άνω κατάσταση αναρτάται στην ιστοσελίδα της επιχείρησης και η ανακοίνωση της καταχώρησής της δημοσιεύεται σε δύο (2) τουλάχιστον ευρείας κυκλοφορίας ημερήσιες εφημερίδες από τις οποίες η μία (1) τουλάχιστον εκδίδεται στην έδρα της επιχείρησης, μία (1) φορά την εβδομάδα επί τρεις (3) συνεχείς εβδομάδες.
Αντιρρήσεις κατά της πιο πάνω κατάστασης ασκούνται με ανακοπή στο μονομελές πρωτοδικείο της έδρας της επιχείρησης μέσα σε σαράντα πέντε (45) ημέρες από την τελευταία δημοσίευση και εκδικάζονται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Έφεση κατά της απόφασης του πρωτοδικείου εκδικάζεται από το αρμόδιο εφετείο κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων.
Η απόφαση του εφετείου δεν υπόκειται σε κανένα ένδικο μέσο". Επίσης, ίδια ρύθμιση προβλέπεται, σύμφωνα με το άρθρο 248 παρ. 8 του Ν. 4364/2016 (το αναφερόμενο στις υφιστάμενες κατά την 31-12-2015 ασφαλιστικές εκκαθαρίσεις) και για την κατάσταση κατάταξης των δικαιούχων από ασφάλιση, δηλαδή τον πίνακα διανομής, τον οποίο συντάσσει ο ασφαλιστικός εκκαθαριστής κατά τις διατάξεις των παραγράφων 7 και 8 του άνω άρθρου, κατά της οποίας (κατάστασης κατάταξης) επιτρέπονται αντιρρήσεις που ασκούνται με ανακοπή στο μονομελές πρωτοδικείο της έδρας της επιχείρησης, οι οποίες εκδικάζονται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, η απόφαση του εφετείου υπόκειται σε έφεση ενώπιον του αρμόδιου Εφετείου που εκδικάζεται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, ενώ η απόφαση του εφετείου δεν υπόκειται σε κανένα ένδικο μέσο.
Η εν λόγω νομοθετική ρύθμιση του αποκλεισμού της άσκησης του ενδίκου μέσου της αναίρεσης κατά των άνω αποφάσεων δεν αντιβαίνει στη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, ούτε στη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το νδ 53/1974, καθόσον οι διατάξεις αυτές εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας, η δε τελευταία και το συνακόλουθο δικαίωμα να δικάζεται κάποιος υπό συνθήκες δίκαιης δίκης, δηλαδή δίκαια, δημόσια και αμερόληπτα, στην έννοια, όμως, αυτών δεν περιλαμβάνεται και η πρόβλεψη οπωσδήποτε άσκησης ένδικων μέσων, στο νομοθέτη δε εναπόκειται να κρίνει αν, πόσα και ποια ένδικα μέσα θα χορηγήσει, καθώς και για ποιους λόγους, συνεκτιμώντας ενδεχομένως την αξία του αντικειμένου της διαφοράς και το είδος της διαδικασίας, με την οποία εκδικάζεται η υπόθεση.
Άλλωστε, ο περιορισμός της άσκησης ένδικων μέσων κατά των σχετικών υποθέσεων, όπως η κρινόμενη, που εκδικάζονται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, στοχεύει στη συντόμευση των δικαστικών εκκρεμοτήτων και στην επιτάχυνση της διαδικασίας περάτωσης της ασφαλιστικής εκκαθάρισης, ώστε να ικανοποιηθούν οι προνομιακά ασφαλισμένοι από την ασφαλιστική τοποθέτηση και ως εκ τούτου δεν είναι δυσανάλογος, ούτε αντιβαίνει στην καθιερούμενη με το άρθρο 25 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας.
Εξάλλου, σύμφωνα με την αρχή διαχρονικού δικονομικού δικαίου του άρθρου 24 παρ. 1 του ΕισΝΚΠολΔ, η οποία έχει εφαρμογή όταν στο νεότερο νόμο δεν περιλαμβάνεται ειδική μεταβατική διάταξη, το παραδεκτό των ενδίκων μέσων κρίνεται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης.
Συνεπώς, από το δίκαιο που ισχύει κατά τον ως άνω χρόνο και που στην προκείμενη περίπτωση είναι το άρθρο 242 παρ. 2 του Ν. 4364/2016, θα κριθεί αν η απόφαση μπορεί ή όχι να προσβληθεί με ένδικα μέσα και ποια, για ποιους λόγους επιτρέπεται καθένα από αυτά, ποια πρόσωπα δικαιούνται να τα ασκήσουν και κατά ποιων προσώπων πρέπει να απευθύνονται (ΟλΑΠ 38, 21, 22/2002).
Τέλος, κατά το άρθρο 577 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νομίμως ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως. Απαράδεκτη κατά την έννοια της διάταξης αυτής είναι η αναίρεση, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, η οποία απευθύνεται κατά απόφασης που δεν υπόκειται ή δεν μπορεί πλέον να προσβληθεί με ένδικα μέσα και συνεπώς με αναίρεση κατά το χρόνο άσκησης της τελευταίας.
Στην προκείμενη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 05.03.2021, ήτοι υπό την ισχύ του Ν. 4364/2016, με το άρθρο 242 παρ. 2 του οποίου, όπως προεκτέθηκε, ρητά απαγορεύθηκε η άσκηση ενδίκων μέσων κατά της απόφασης του εφετείου, που έχει εκδοθεί επί ανακοπής κατά της Κατάστασης Δικαιούχων Απαιτήσεως από Ασφάλιση Ζωής.
Ενόψει δε του ότι στο νόμο αυτό δεν υφίσταται ειδική μεταβατική διάταξη για τις ασφαλιστικές εκκαθαρίσεις, που υφίστανται κατά την 31-12-2015, όπως η προκείμενη, το παραδεκτό της άσκησης του ένδικου μέσου της αναίρεσης κατά της παρούσας απόφασης θα κριθεί, σύμφωνα με την διαχρονικού δικαίου διάταξη του άρθρου 24 παρ. 1 του ΕισΝΚΠολΔ, από το ισχύον κατά το χρόνο δημοσίευσης της απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (05.03.2021) άρθρο 242 παρ. 2 Ν. 4364/2016, το οποίο, κατά τα προεκτεθέντα, απαγορεύει ρητά την άσκηση αναίρεσης κατά της παρούσας απόφασης, όπως, άλλωστε, ρητά απαγορευόταν και από το προϊσχύσαν ν.δ. 400/1970.
Ο αναιρεσείων, με την προσθήκη-αντίκρουση των εγγράφων προτάσεών του, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, προς απόκρουση της υποβληθείσας από την αναιρεσίβλητη με τις έγγραφες προτάσεις της παρούσας συζήτησης ένστασης απαραδέκτου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ισχυρίζεται ότι η ένδικη ανακοπή του έχει χαρακτήρα ανακοπής του άρθρου 92 ΠτΚ και, συνεπώς, η παρούσα απόφαση προσβάλλεται με αναίρεση σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις του ΚΠολΔ, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 55 ΠτΚ.
Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός είναι αβάσιμος, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 179 ΠτΚ "Οι διατάξεις του κώδικα αυτού εφαρμόζονται συμπληρωματικά και επί εξυγίανσης και εκκαθάρισης πιστωτικών ιδρυμάτων και ασφαλιστικών επιχειρήσεων, κατά το μέρος που δεν ρυθμίζονται ειδικά" (ίδια ρύθμιση προβλέπεται και στο άρθρο 235 παρ. 3 του Ν. 4364/2016, σύμφωνα με την οποία στην περίπτωση ασφαλιστικής εκκαθάρισης εφαρμόζονται συμπληρωματικά οι διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα) και τέτοια ειδική ρύθμιση περιλαμβάνουν η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 3 του ν.δ. 400/1970 (και ήδη του άρθρου 242 παρ. 2 του Ν. 4364/2016), που περιέχουν ειδικές ρυθμίσεις περί των αντιρρήσεων κατά της Κατάστασης Δικαιούχων Απαιτήσεως από Ασφάλιση Ζωής των ασφαλισμένων και απαγορεύουν ρητά την άσκηση ενδίκων μέσων κατά των αποφάσεων των εφετείων, συνεπώς, και άσκηση αίτησης αναίρεσης.
Επίσης, και η διάταξη του άρθρου 248 παρ. 8 του Ν. 4364/2016, απαγορεύει ρητά την άσκηση ενδίκων μέσων κατά της απόφασης του εφετείου, που εκδίδεται επί ανακοπής κατά κατάστασης κατάταξης δικαιούχων απαιτήσεων από ασφαλίσεις ζωής. Εξάλλου, η παρούσα υπόθεση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως πτωχευτική ανακοπή κατ' άρθρο 92 ΠτΚ και για τον επιπλέον λόγο ότι η πτωχευτική ανακοπή εκδικάζεται από το πτωχευτικό δικαστήριο, ήτοι το πολυμελές πρωτοδικείο που κήρυξε την πτώχευση (άρθρο 53 του ΠτΚ), κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 54 ΠτΚ), ενώ η ασφαλιστική εκκαθάριση δεν διατάσσεται με δικαστική απόφαση, αλλά επέρχεται αναγκαστικά, μετά την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της ασφαλιστικής επιχείρησης λόγω παράβασης νόμου, με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης, ο δε νομοθέτης για τις δίκες της ασφαλιστικής εκκαθάρισης, σταθμίζοντας τις ιδιαιτερότητές της, θέσπισε την αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου και ως διαδικασία αυτή των ασφαλιστικών μέτρων, που είναι ταχεία διαδικασία, ώστε να επιτευχθεί ο σκοπός επιτάχυνσης της διαδικασίας της ασφαλιστικής εκκαθάρισης, για να ικανοποιηθούν σε σύντομο χρόνο οι προνομιακά ασφαλισμένοι από την ασφαλιστική τοποθέτηση.
Περαιτέρω, ο περιορισμός της άσκησης ένδικων μέσων κατά των σχετικών υποθέσεων, όπως η κρινόμενη, που εκδικάζονται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, στοχεύει, όπως προεκτέθηκε, στην προαναφερόμενη επιτάχυνση της διαδικασίας της ασφαλιστικής εκκαθάρισης και ως εκ τούτου δεν είναι δυσανάλογος, ούτε αντιβαίνει στην καθιερούμενη με το άρθρο 25 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων.
Κατ' ακολουθία αυτών, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, κατ' αποδοχή ως βάσιμου του σχετικού περί απαραδέκτου αυτής ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης, που πρότεινε με τις προτάσεις της παρούσας συζήτησης, που κατατέθηκαν στις 14.12.2022, όπως προκύπτει από την επ' αυτών βεβαίωση της γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου, δηλαδή πλέον των είκοσι ημερών πριν από την ημέρα συζήτησης της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 570 παρ. 1 ΚΠολΔ), γεγονός, άλλωστε, που ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 26.07.2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1240/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Απριλίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ