Legislator Case Law & Legislation
543/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on lack of legal interest and proportionality of damages.

Case Number 543/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's judgment. The appellant argued that the lower court violated the principle of proportionality regarding the awarded damages, but the court found no legal interest in challenging the decision. The court ruled that the appellant suffered no harm from the judgment and that the awarded amount was reasonable under the circumstances.

Legislator headnote

AI generated

Articles 68 and 556 of the Code of Civil Procedure; Article 75 of the Code of Civil Procedure: Legal interest in appeal requires actual harm, and proportionality principles do not invalidate reasonable discretionary judgments on damages.

Keywords

AI generated
legal interest in appeal principle of proportionality discretionary judicial power damages assessment civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Article 75 of the Code of Civil Procedure
Articles 68 and 556 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 4 letter e of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 543 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 543/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Δ. του Ζ., κατοίκου … Αττικής, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κωλέττη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Π. του Δ., κατοίκου ... Αττικής, 2) Μ. Π. του Δ., κατοίκου Θεσσαλονίκης και 3) Β. Α., το γένος Δ. Π., κατοίκου Καλαμάτας, εκ των οποίων οι 1η και 3η παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Κλάππα και η 2η εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Κλάππα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-10-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1851/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3188/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 31-10-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αλεξάνδρα Αποστολάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 75 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι επί απλής ομοδικίας, η μεταξύ των περισσοτέρων ομοδίκων σχέση είναι απλώς δικονομική, σκοπό δε έχει την εκδίκαση περισσοτέρων διαφορών σε μία δίκη. Έτσι, οι πράξεις ή παραλείψεις του κάθε ομοδίκου δεν βλάπτουν ούτε ωφελούν τους υπόλοιπους, τα δε δικαιώματα του ενός ομοδίκου δεν επηρεάζονται από τη δικαιολογητική σχέση του άλλου, ούτε από τις ενέργειες εκείνου στη δίκη (ΑΠ 1306/2018), ενώ ο κάθε απλός ομόδικος ασκεί και αυτοτελώς αναίρεση, η οποία δεν ωφελεί και τους άλλους (ΑΠ 399/2020).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι κύρια θετική προϋπόθεση για την άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης από τον διάδικο, που συμμετείχε νομότυπα στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η πληττόμενη απόφαση, είναι να υπάρχει σε αυτόν (αναιρεσείοντα) έννομο συμφέρον που αναφέρεται σε κάποιο όφελος που αυτός προσδοκά από την εξαφάνιση της πιο πάνω απόφασης σε σχέση με το αντικείμενο της δίκης (ΑΠ 2004/2017).

Το απαιτούμενο αυτό έννομο συμφέρον προκύπτει κυρίως από τη βλάβη που υπέστη ο διάδικος, ο οποίος επιδιώκει τον έλεγχο της απόφασης. Βλάβη του διαδίκου υπάρχει, όταν βλάπτεται (ηττάται). Τούτο συμβαίνει, όταν απορρίπτονται, ολικά ή μερικά, οι αιτήσεις του ή γίνονται, ολικά ή μερικά, δεκτές έναντι αυτού αιτήσεις του αντιδίκου του.

Η βλάβη δηλαδή του αναιρεσείοντος πρέπει να υπάρχει σε σχέση με τον αντίδικό του, ήτοι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πρέπει να περιέχει κάποια διάταξη υπέρ του αντιδίκου του αναιρεσείοντος (ΑΠ 754/2018, ΑΠ 1334/2017, ΑΠ 1269/2015). Τέλος, κατά τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 68, 73 και 556 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, το έννομο συμφέρον αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της ασκήσεως αίτησης αναίρεσης, η έλλειψη του οποίου ερευνάται αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο και πρέπει να προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει δηλαδή να κρίνεται πρωταρχικά, αν ο διάδικος που ασκεί την αναίρεση έχει ηττηθεί εν όλω ή εν μέρει ή έχει νικήσει με την προσβαλλόμενη απόφαση και στην τελευταία περίπτωση, αν βλάπτεται από τις αιτιολογίες της απόφασης, από τις οποίες δημιουργείται δεδικασμένο σε βάρος του για άλλη δίκη υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 322, 324, 325 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1426/2017, ΑΠ 1228/2015).

Με την από 31-10-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα υπ' αριθμ. 3188/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή από ουσιαστική άποψη η έφεση των αναιρεσίβλητων κατά της υπ' αριθμ. 1851/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή των τελευταίων και, μεταξύ άλλων, υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι εις ολόκληρο έκαστος να καταβάλουν σε καθεμία ενάγουσα νομιμοτόκως το ποσό των 15.000 ευρώ ως αποζημίωση λόγω ψυχικής οδύνης.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (αρθ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 του ΚΠολΔ). Οι αναιρεσίβλητες με τις εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις τους (άρθρ. 570 παρ. 1 του ΚΠολΔ) προτείνουν την ένσταση απαραδέκτου της αίτησης αναίρεσης λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος, επειδή, όπως ισχυρίζονται, η ομόδικος του αναιρεσείοντος ασφαλιστική εταιρεία σιωπηρά παραιτήθηκε από την άσκηση αναίρεσης και εξόφλησε ολοσχερώς την τελεσιδίκως επιδικασθείσα απαίτησή τους, χωρίς να διατηρήσει καμία επιφύλαξη στις εκδοθείσες από αυτήν εξοφλητικές αποδείξεις.

Εντούτοις, δεδομένου ότι η συνεναγομένη του αναιρεσείοντος ασφαλιστική εταιρεία είναι απλή ομόδικος αυτού και οι πράξεις και οι παραλείψεις κάθε ομοδίκου δεν ωφελούν ούτε βλάπτουν τους άλλους, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη νομική σκέψη, τα υποστηριζόμενα από τις αναιρεσίβλητες περί σιωπηρής παραίτησης από το ένδικο μέσο της αναίρεσης από την απλή ομόδικο ασφαλιστική εταιρεία δεν ασκούν έννομη επιρροή στην ένδικη αναίρεση και δεν επηρεάζουν το έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος στην παρούσα δίκη και ως εκ τούτου η ένσταση των αναιρεσίβλητων είναι απορριπτέα ως αβάσιμη.

Κατά συνέπεια, η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθ. 577 παρ. 1 και 3 του ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 300, 330 εδ. β' και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας.

Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή, που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.

Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν αποκλείεται καταρχήν η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα συνετέλεσε και συνυπαιτιότητα του βλαβέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος.

Ειδικότερα, από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος.

Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς (ΑΠ 839/2020, ΑΠ 942/2017, ΑΠ 705/2016). Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 848/2015), ενώ μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο ΚΟΚ, στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγηση τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή τη μείωση των επιζήμιων συνεπειών (ΑΠ 890/2020, ΑΠ 797/2020, ΑΠ 49/2019).

Περαιτέρω, από τα άρθρα 12 και 19 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), ορίζονται υποχρεώσεις και κανόνες, προς τους οποίους πρέπει να συμμορφώνεται ο οδηγός κάθε οχήματος, προκειμένου να αποφεύγονται, κατά το δυνατόν, ατυχήματα πεζών και οχημάτων. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 12 παρ. 1 του Ν.2696/1999 (ΚΟΚ), οι χρησιμοποιούντες τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά, η οποία είναι ενδεχόμενο, μεταξύ άλλων, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα, ενώ οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή τους (ΑΠ 1308/2017).

Επίσης: α) κατά την παρ. 1 του άρθρου 19, ο οδηγός του οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς, β) κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, ο οδηγός επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματός του και πρέπει να έχει την επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις ταχύτητα, η οποία μπορεί να είναι και κατώτερη της προβλεπόμενης από το νόμο, κυρίως σε κατοικημένες περιοχές και έχει υποχρέωση να τη μειώνει μέχρι διακοπής της πορείας του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν, γ) κατά δε την παρ. 3 του αυτού άρθρου, ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του πλησίον των μέσων μαζικής μεταφοράς, που σταθμεύουν, για να αποβιβάζουν ή επιβιβάζουν επιβάτες, κατά τις νυκτερινές ώρες...αν πεζοί που βρίσκονται στην τροχιά του καθυστερούν να απομακρυνθούν, ως και σε κάθε άλλη ειδική περίπτωση, που επιβάλλεται μετριασμός ταχύτητας (ΑΠ 270/2019, ΑΠ 309/2019).

Άλλωστε, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν, το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 343/2020, ΑΠ 166/2020).

Για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης πρέπει ο αναιρεσείων να αναφέρει στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, τη συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, εφόσον δε το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, την ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά και κατ' επιλογή του, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 968/2018, ΑΠ 1966/2017).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης, που εφαρμόσθηκε, ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΑΠ 10/2020, ΑΠ 1225/2017).

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/2017). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 947/2020, ΑΠ 1544/2017, ΑΠ 845/2012).

Για να είναι ορισμένος, άρα και παραδεκτός, ο λόγος αναίρεσης από τη διάταξη αυτή, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέσθηκε η παραβίαση (ΑΠ 1305/2019, ΑΠ 1279/2019, ΑΠ 739/2011). Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την 9-8-2014 και περί ώρα στις 1.35, ο πρώτος εναγόμενος, έχοντας ως συνεπιβάτιδα την Ε.

Φ., οδηγούσε την με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, κυριότητας Ζ. Δ., που ήταν ασφαλισμένη για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, επί της Λεωφόρου Ποσειδώνος, με κατεύθυνση προς Πειραιά, πλησιάζοντας τον ισόπεδο οδικό κόμβο (σχηματιζόμενη διασταύρωση) που βρίσκεται αμέσως πριν, σε σχέση με την πορεία του, πλατεία Κατράκη.

Η ως άνω λεωφόρος Ποσειδώνος, στο προαναφερθέν σημείο της, είναι διπλής κατεύθυνσης, με διαχωριστική νησίδα πλάτους 9,30 μέτρων μεταξύ των δύο ρευμάτων κατεύθυνσης, τρεις λωρίδες κυκλοφορίας στην προς Πειραιά κατεύθυνση, συνολικό πλάτος οδοστρώματος (προς Πειραιά) 10,50 μέτρων, ο δε ενάγων εκινείτο στη μεσαία λωρίδα του ρεύματος κυκλοφορίας του.

Από άποψη συνθηκών, όπως προκύπτει από την συνταγείσα από τα αρμόδια αστυνομικά όργανα έκθεση αυτοψίας και το πρόχειρο σχεδιάγραμμα που τη συνοδεύει, η ως άνω λεωφόρος είναι άσφαλτος, ευθεία, οριζόντια, η κατάσταση της οδού ήταν ξηρά, ήταν νύκτα, με καλοκαιρία και επαρκή δημοτικό φωτισμό, η κυκλοφορία πεζών και οχημάτων μέτρια και η ορατότητα δεν περιοριζόταν.

Στον προαναφερθέντα ισόπεδο οδικό κόμβο, πριν από την πλατεία Κατράκη, η κυκλοφορία των οχημάτων και των πεζών ρυθμίζεται με αυτόματους φωτεινούς σηματοδότες, οι οποίοι βρίσκονταν σε κανονική λειτουργία. Στο ύψος του ανωτέρου ισόπεδου οδικού κόμβου και αμέσως προ αυτού (σε σχέση με την πορεία του πρώτου εναγόμενου), εκτός από τους φωτεινούς σηματοδότες για τα οχήματα και τους πεζούς επί του οδοστρώματος της Λ.

Ποσειδώνος, υφίστανται και διαγραμμισμένες διαβάσεις πεζών. Μετά τον ισόπεδο οδικό κόμβο (σε σχέση με την πορεία του πρώτου εναγόμενου), στο δεξιό πεζοδρόμιο του προς Πειραιά ρεύματος πορείας, υφίστανται στάσεις του ΟΑΣΑ, ενώ προς διευκόλυνση των λεωφορείων που πραγματοποιούν στάση στο σημείο εκείνο υπάρχει και μια βοηθητική λωρίδα κυκλοφορίας, η οποία διαχωρίζεται από τις τρεις κύριες λωρίδες του προς Πειραιά ρεύματος πορείας με υπερυψωμένη διαχωριστική νησίδα.

Τη στιγμή που ο πρώτος εναγόμενος πλησίαζε στον ανωτέρω ισόπεδο οδικό κόμβο, οι προ αυτού φωτεινοί σηματοδότες της πορείας του εμφάνιζαν κόκκινη ένδειξη για τα οχήματα της δικής του κατευθύνσεως, πλην όμως, μόλις έφθασε στο ύψος των σηματοδοτών, η φωτεινή ένδειξη για τα οχήματα μετατράπηκε από κόκκινη σε πράσινη, ενώ η ένδειξη των φωτεινών σηματοδοτών για τους πεζούς είχε ήδη μετατραπεί σε κόκκινη.

Ενόψει της ένδειξης αυτής, ο πρώτος εναγόμενος δεν διέκοψε, αλλά συνέχισε την ευθεία πορεία του, εισερχόμενος στον ισόπεδο οδικό κόμβο, προκειμένου να τον διέλθει και να κινηθεί στο μετά από αυτόν τμήμα της Λ. Ποσειδώνος, προσπερνώντας τα άλλα οχήματα που βρίσκονταν ακινητοποιημένα προ του σηματοδότη και είχαν ήδη επανεκκινήσει.

Κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο, η ηλικίας 84 ετών μητέρα των εναγουσών Ε. Π., βρισκόταν πεζή στο ύψος της λεωφορειακής στάσης "ΠΛΑΤΕΙΑ ΓΛΥΦΑΔΑΣ", πάνω στην πλάτους 1,50 μέτρων νησίδα, που βρίσκεται στα δεξιά του προς Πειραιά ρεύματος κυκλοφορίας και διαχωρίζει αυτό από την προαναφερθείσα βοηθητική λωρίδα κυκλοφορίας, σε απόσταση 60 περίπου μέτρων από τους ανωτέρω φωτεινούς σηματοδότες και τη διάβαση πεζών.

Τη στιγμή κατά την οποία ο πρώτος εναγόμενος, κινούμενος με ταχύτητα 50-60 χ/ω περίπου, είχε διανύσει απόσταση 60 περίπου μέτρων από τη αρχή του ισόπεδου οδικού κόμβου, και έφθανε στο ύψος της έναρξης της νησίδας που διαχωρίζει τις τρεις κύριες λωρίδες του προς Πειραιά ρεύματος πορείας από την βοηθητική λωρίδα του ρεύματος πορείας αυτού, αντιλήφθηκε την πεζή Ε.

Π., η οποία, έχοντας την πρόθεση να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα και να μεταβεί στην ευρισκόμενη απέναντί της στάση λεωφορείων, είχε κατέλθει στο οδόστρωμα, και είχε ήδη διασχίσει τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και το ήμισυ σχεδόν της μεσαίας, στην οποία εκινείτο ο πρώτος εναγόμενος, από δεξιά προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία αυτού.

Ο τελευταίος, επιχείρησε άμεσα τροχοπέδηση, πλην όμως ανεπιτυχώς, αφού επέπεσε με το εμπρόσθιο τμήμα της μοτοσυκλέτας του στην αριστερή πλευρά του σώματός της, την καταπλάκωσε και την έσυρε στο οδόστρωμα σε απόσταση 32,70 μέτρων, με επακόλουθο το θανάσιμο τραυματισμό αυτής. Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, κυρίως υπαίτιος της παράσυρσης και του θανάσιμου τραυματισμού της ως άνω συγγενούς των εναγόντων είναι ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος, κινούμενος με ταχύτητα 50-60 km/h, δεν είχε μεν υπερβεί το ανώτατο επιτρεπόμενο, στο σημείο του ατυχήματος, όριο ταχύτητας των 60 km/h, πλην όμως δεν μείωσε αυτή περαιτέρω, όπως όφειλε, λόγω των επικρατουσών συνθηκών (νύχτα με τεχνητό φωτισμό, πράσινη ένδειξη του σηματοδότη που μόλις είχε ανάψει, ύπαρξη πεζοφάναρου σε απόσταση 60 περίπου μέτρων, στο οποίο υπήρχε η πιθανότητα να κινείται πεζός που δεν είχε ολοκληρώσει τη διαδρομή του), και δεν ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του, ώστε να είναι σε θέση να ελαττώσει ή να διακόψει την πορεία του προ του ορατού μπροστά απ' αυτόν εμποδίου, και δη της πεζής που διερχόταν το οδόστρωμα (την οποία πάντως είχαν αντιληφθεί οι αυτόπτες μάρτυρες Δ.

Μ. και Μ. Γ., οδηγοί των ακολουθούντων τον πρώτο εναγόμενο, σε απόσταση 10- 15 μέτρων και επί της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας, με αριθμούς κυκλοφορίας ... ΙΧΕ και ... ΙΧΕ αυτοκινήτων, όπως προκύπτει από τις από 4-10-2014 και από 10-9-2014 αντιστοίχως ένορκες προανακριτικές καταθέσεις τους), ή να κατορθώσει να πραγματοποιήσει αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά ή τα αριστερά, όπου το οδόστρωμα ήταν ελεύθερο, με δεδομένο ότι ο ίδιος δεν είχε διακόψει την πορεία του στο φωτεινό σηματοδότη και προηγείτο των άλλων οχημάτων, που εκκίνησαν από αυτόν με την αφή της πράσινης ένδειξης.

Συνυπαίτια όμως του ατυχήματος ήταν και η θανούσα κατ' αυτό συγγενής των εναγουσών Ε. Π. (ηλικίας 84 ετών), κατά το νόμιμο (ΑΚ 300) και ουσιαστικά βάσιμο ισχυρισμό των εναγομένων, που προβλήθηκε νόμιμα και πρωτοδίκως, η οποία, παρότι ήταν νύκτα και φορούσε μαύρα ρούχα, που καθιστούσαν δυσχερέστερο τον εντοπισμό της, επιχείρησε να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα του προς Πειραιά ρεύματος πορείας της Λ.

Ποσειδώνος, από δεξιά προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία του πρώτου εναγομένου, παρά το γεγονός ότι στο σημείο αυτό δεν υπήρχε διάβαση πεζών ή φανάρια (τα οποία βρίσκονταν σε απόσταση περίπου 60 μέτρων από το σημείο του ατυχήματος), χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να πραγματοποιήσει τούτο με ασφάλεια και χωρίς παρεμπόδιση της κυκλοφορίας των οχημάτων.

Με βάση τα παραπάνω, το ποσοστό της υπαιτιότητας καθενός προσδιορίζεται σε 60% για τον πρώτο εναγόμενο και σε 40% για τη θανούσα. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε τη θανούσα αποκλειστικά υπαίτια του ενδίκου ατυχήματος και του επελθόντος κατ' αυτό θανάσιμου τραυματισμού της, εσφαλμένα τις αποδείξεις εκτίμησε, κατά τον βάσιμο περί τούτου σχετικό λόγο της εφέσεως...".

Στη συνέχεια, το Εφετείο εξαφάνισε την εκκαλούμενη υπ' αριθμ. 1851/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε κρίνει αντιθέτως, κράτησε και δίκασε την αγωγή, την οποία δέχθηκε κατά ένα μέρος. Με τις ανωτέρω παραδοχές, η προσβαλλόμενη δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, διότι διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς την υπαιτιότητα του οδηγού και της πεζής και την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των πράξεων και παραλείψεων αυτών και του ατυχήματος και επομένως δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 300 και 914 του ΑΚ, αλλά και τις διατάξεις των άρθρων 12 και 19 του ΚΟΚ.

Τούτο διότι το Εφετείο διέλαβε πλήρη αιτιολογία ως προς την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του οδηγού της δίκυκλης μοτοσυκλέτας και της θανασίμως τραυματισθείσας πεζής και του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος και τη συνυπαιτιότητα αυτών, διαλαμβάνοντας ειδικότερα τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας περιστατικά που επέδειξε έκαστος τούτων για την πρόκληση του εν λόγω τροχαίου ατυχήματος, σε συνδυασμό με τις παραβάσεις των διατάξεων του ΚΟΚ, οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα.

Συγκεκριμένα, το Εφετείο αναφέρει τις καιρικές συνθήκες, που επικρατούσαν κατά τη στιγμή του τροχαίου ατυχήματος (δηλαδή νύκτα, ώρα 1.35, με επαρκή τεχνητό φωτισμό), την ένδειξη των φωτεινών σηματοδοτών στο ρεύμα πορείας του αναιρεσείοντος, που από κόκκινη έγινε πράσινη για τα οχήματα (η δε ένδειξη των φωτεινών σηματοδοτών για τους πεζούς είχε ήδη μετατραπεί σε κόκκινη), μόλις ο αναιρεσείων έφθασε στο ύψος των σηματοδοτών και έτσι αυτός συνέχισε την πορεία του, κινούμενος στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας και προσπερνώντας τα λοιπά οχήματα, που ήταν ακινητοποιημένα στους φωτεινούς σηματοδότες του συγκεκριμένου ισόπεδου οδικού κόμβου και επανεκκίνησαν μετά τη διέλευση αυτού, την ταχύτητα της μοτοσικλέτας του, που ανερχόταν σε 50 -60 χλμ/ώρα, με ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας τα 60 χλμ/ώρα, το σημείο του ατυχήματος στη μέση περίπου της μεσαίας λωρίδας και σε ευθεία απόσταση 60 περίπου μέτρων μετά τους φωτεινούς σηματοδότες και τη διάβαση πεζών, την ακριβή θέση της πεζής (ηλικίας 84 ετών) στο οδόστρωμα, η οποία, φορώντας μαύρα ρούχα, αφού ξεκίνησε από το ύψος της λεωφορειακής στάσης "πλατεία ...", είχε ήδη διασχίσει τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και είχε φθάσει στο ήμισυ σχεδόν της μεσαίας, κινούμενη από δεξιά προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία του αναιρεσείοντος, οπότε ο τελευταίος την αντιλήφθηκε και ενήργησε ανεπιτυχώς τροχοπέδηση, αφού επέπεσε με το εμπρόσθιο τμήμα της μοτοσικλέτας του στην αριστερή πλευρά του σώματός της, την καταπλάκωσε και την έσυρε στο οδόστρωμα σε απόσταση 32,70 μέτρων, παρότι είχε τη δυνατότητα να την αποφύγει ενεργώντας αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά ή αριστερά, καθόσον προηγείτο των άλλων οχημάτων και έτσι το οδόστρωμα ήταν ελεύθερο.

Δεν συντρέχει δε η επικαλούμενη από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα πλημμέλεια της παραθέσεως ανεπαρκούς, ασαφούς και αντιφατικής αιτιολογίας, επειδή, όπως αυτός (αναιρεσείων) διατείνεται, το Εφετείο, παρότι δέχεται: α) ότι ήταν νύκτα με καλοκαιρία και επαρκή δημοτικό φωτισμό και ότι η ορατότητα δεν περιοριζόταν, του καταλογίζει συνυπαιτιότητα, διότι αυτός δεν μείωσε έτι περαιτέρω την ταχύτητα λόγω επικρατουσών συνθηκών (νύκτας με τεχνητό φωτισμό) και παρότι δεν είχε υπερβεί το επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας, β) ότι πέρασε με πράσινο σηματοδότη, του καταλογίζει αντιφατικά, ότι δεν μείωσε περαιτέρω την ταχύτητά του με πράσινο σηματοδότη, γ) ότι στην πορεία του προ του φωτεινού σηματοδότη υπήρχε διαγραμμισμένη διάβαση πεζών, την οποία είχε διέλθει και διανύσει 60 μέτρα μετά από αυτήν, εντούτοις δέχεται αντιφατικά, ότι έπρεπε να μειώσει την ταχύτητά του ακόμη περισσότερο λόγω ύπαρξης πεζοφάναρου σε απόσταση 60 μέτρων πριν από το ατύχημα και παρότι η πεζή δεν πέρασε από τη διάβαση πεζών, δ) ότι δεν είχε υπερβεί το ανώτατο όριο ταχύτητας των 60 χλμ/ώρα, εντούτοις του καταλογίζει αορίστως, ότι δεν μείωσε περαιτέρω την ταχύτητά του, χωρίς να προσδιορίζει, πόσο έπρεπε να τη μειώσει, ε) ότι δεν είχε τον έλεγχο και εποπτεία του οχήματός του, εντούτοις δεν αιτιολογεί από ποια πραγματικά περιστατικά συνήγαγε τούτο, στ) ότι έπρεπε ή να διακόψει την πορεία του ή να κάνει ελιγμό προς τα δεξιά ή αριστερά, όπου το οδόστρωμα ήταν ελεύθερο, αφού δεν είχε σταματήσει στο φωτεινό σηματοδότη και προηγείτο των άλλων οχημάτων, που ξεκίνησαν μόλις ο σηματοδότης έγινε πράσινος, παρά ταύτα δεν προσδιορίζει την απόσταση των άλλων οχημάτων πίσω του, σε ποιες λωρίδες κινούνταν και, την ταχύτητά τους, έτσι ώστε να διακριβωθεί, αν μπορούσε να κάνει ελιγμό δεξιά ή αριστερά, χωρίς να τον κτυπήσουν τα άλλα οχήματα, ζ) ότι αντιλήφθηκε τη θανούσα και τροχοπέδησε ανεπιτυχώς, εντούτοις δεν διευκρινίζει, γιατί η τροχοπέδηση δεν ήταν ενδεδειγμένη, η) ότι τροχοπέδησε άμεσα, εντούτοις του καταλογίζει, ότι δεν είχε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του και δεν διέκοψε την πορεία του και θ) ότι η θανούσα διέσχιζε την οδό, παρά ταύτα δεν προσδιορίζει, αν η θανούσα έλεγξε το οδόστρωμα, πριν αρχίσει να το διασχίζει, πόση απόσταση είχε από τον αναιρεσείοντα, όταν άρχισε να το διασχίζει και από πόση απόσταση ήταν ορατή από τον αναιρεσείοντα.

Οι ανωτέρω επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα, ως ελλείψεις, ασάφειες και αντιφάσεις, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν συνιστούν τέτοιες, αναφέρονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, το οποίο (πόρισμα) είναι διαφορετικό από εκείνο, που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, υπό την επίκληση δε της προβαλλόμενης πλημμέλειας της παράβασης εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων και, συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλονται και πρέπει να απορριφθεί ο 1ος λόγος της αναίρεσης.

Περαιτέρω, ο αναιρεσείων με το 2ο λόγο της αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, διατεινόμενος ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως, άλλως εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 914, 300 του ΑΚ και 19 του ΚΟΚ, καθόσον ενώ δέχεται, ότι αυτός δεν είχε υπερβεί το όριο ταχύτητας, ότι πέρασε το σηματοδότη της πορείας του με πράσινο, ότι ήταν νύκτα με επαρκή τεχνητό φωτισμό και ορατότητα, ότι αντιλήφθηκε την πεζή, που περνούσε 60 μέτρα μετά τη διάβαση των πεζών με σκούρα ρούχα και κόκκινο γι' αυτήν σηματοδότη στην πορεία της, ότι την αντιλήφθηκε και τροχοπέδησε, εντούτοις κατέληξε στο συμπέρασμα, ότι φέρει συνυπαιτιότητα κατά 60%.

Ο λόγος αυτός είναι στο σύνολό του απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι διαλαμβάνει αποσπασματική και επιλεκτική μόνο επιλογή των ουσιαστικών παραδοχών του δικαστηρίου της ουσίας και όχι τις πλήρεις σχετικές αιτιολογίες, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη σχετικά με τις συνθήκες του ενδίκου ατυχήματος, με βάση τα οποία κρίθηκε, ότι ο αναιρεσείων είναι συνυπαίτιος αυτού.

Ειδικά δε ως προς την αιτίαση για τον καθορισμό της συνυπαιτιότητας του αναιρεσείοντος σε ποσοστό 60% ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος και επειδή βάλλει κατά της ανέλεγκτης κρίσης του Εφετείου σχετικά με την παραδοχή αυτή. Σε κάθε περίπτωση, το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αλλά, με το σύνολο των εκτιθέμενων στον προηγούμενο λόγο αναίρεσης παραδοχών του, διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο και, έτσι, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση και ο 2ος λόγος της αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ είναι και αβάσιμος.

Σύμφωνα με το άρθρο 932 του ΑΚ, "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.

Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί, ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.

Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.

Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 548/2021, ΑΠ 525/2021, ΑΠ 553/2019, ΑΠ 1207/2017).

Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, σχετικά με το κεφάλαιο χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, που επιδικάσθηκε στον αναιρεσίβλητο, δέχθηκε τα εξής: "Τέλος, αποδείχθηκε ότι η θανούσα Ε. Π. ήταν μητέρα των εναγουσών και συνδεόταν με αυτές με στενό ψυχικό δεσμό.

Συνεπεία του απροσδόκητου και κάτω από τις προαναφερθείσες συνθήκες θανάτου αυτής, οι ενάγουσες υπέστησαν ψυχική οδύνη, για την, κατά το δυνατόν, απάμβλυνση των δυσμενών συνεπειών της οποίας πρέπει να τους επιδικασθεί χρηματική ικανοποίηση. Αφού δε ληφθούν υπόψη οι συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα, το ποσοστό της υπαιτιότητας του εναγομένου οδηγού, αλλά και της συνυπαιτιότητας της ίδιας της θανούσας, η ηλικία της θανούσας (83 ετών κατά το χρόνο του ατυχήματος), ο βαθμός συναισθηματικής σύνδεσης των εναγουσών με την αποβιώσασα, που είναι ανάλογος με τη συγγενική τους σχέση, η ένταση και η διάρκεια του ψυχικού τους άλγους, σε συνδυασμό και με την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων φυσικών προσώπων, πλην της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική, πρέπει να επιδικαστεί σε κάθε μία από τις ενάγουσες το ποσό των 15.000 ευρώ, το οποίο, μετ' εκτίμηση των ανωτέρω στοιχείων, κρίνεται εύλογο...".

Το Εφετείο με την κρίση του αυτή, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι το ποσό των 15.000 ευρώ σε καθεμία αναιρεσίβλητη, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπερτερεί καταφανώς εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τα αναφερόμενα στην απόφαση προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό αυτής.

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο 2ος λόγος αναίρεσης.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδάφ. ε' του ΚΠολΔ, όπως ισχύει) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 31-10-2019 αίτηση (αριθμ. κατάθ. 999/1-11-2019) για αναίρεση της 3188/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στο δημόσιο ταμείο.

Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Φεβρουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Απριλίου 2022.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ