Legislator Case Law & Legislation
543/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to lack of specific evidence review in the lower court decision.

Case Number 543/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's judgment regarding an employment dispute. The appellant argued that the lower court failed to consider specific evidence proving a custom of paying employee severance, but the court ruled this ground inadmissible. The court held that since the lower court explicitly rejected the custom claim as vague, it did not need to examine the underlying evidence, and the appeal lacked the necessary specificity to challenge the evidentiary assessment.

Legislator headnote

AI generated

Articles 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure; An appeal for retrial based on the non-consideration of evidence is inadmissible if the lower court explicitly rejected the legal basis of the claim without entering into the substantive inquiry of the claim.

Keywords

AI generated
appeal for retrial inadmissibility evidence review substantive inquiry employment dispute custom of practice severance pay

Cited Legislation

AI generated
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 1256/2014
Supreme Court 3/1997
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 543 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 543/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 9 Απριλίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Κ. - Σ. Α. του Α., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Διονυσία Τζουβαλοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ιδρύματος με την επωνυμία «ΙΔΡΥΜΑ ΠΕΡΙΘΑΛΨΗΣ ΧΡΟΝΙΩΣ ΠΑΣΧΟΝΤΩΝ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Ληξουριώτη, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12.07.2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 436/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 2556/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 01.11.2018 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[I] Με την υπό κρίση από 01.11.2018 (Γενικός αριθμός κατάθ. 10090/2018 και Ειδικός αριθμός κατάθ. 826/7-11-2018) αίτηση διώκεται η αναίρεση της υπ’ αριθμόν 2556/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Αρχικώς η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα Κ. - Σ. Α. άσκησε κατά του Ιδρύματος με την επωνυμία «ΙΔΡΥΜΑ ΠΕΡΙΘΑΛΨΕΩΣ ΧΡΟΝΙΩΣ ΠΑΣΧΟΝΤΩΝ» την από 12.07.2012 (αριθ. κατάθ. 12397/3299) αγωγή, αφορώσα εργατική διαφορά.

Εξεδόθη ερήμην του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου Ιδρύματος με την επωνυμία «ΙΔΡΥΜΑ ΠΕΡΙΘΑΛΨΕΩΣ ΧΡΟΝΙΩΣ ΠΑΣΧΟΝΤΩΝ» η υπ’ αριθμόν 436/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή κατ’ ουσία η αγωγή ως προς την κύρια βάση της.

Κατά της εν λόγω αποφάσεως το εναγόμενο άσκησε την 14.04.2015 (αριθ. κατάθ. 2435/2015) έφεση.

Επί της έφεσης εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων η προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. 2556/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή τυπικά και κατ’ ουσίαν η έφεση κατ’ άρθρο 528 ΚΠολΔ, εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη ως προς τις διατάξεις της με τις οποίες έγινε δεκτή η αγωγή και, αφού το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κράτησε και δίκασε την υπόθεση, απέρριψε την κύρια βάση της αγωγής κατ’ ουσία για επιδίκαση αποζημίωσης λόγω της ιδιότητάς της ως υπαλλήλου και με βάση τον συμβατικής ισχύος κανονισμό του εναγομένου, (ως) αόριστη δε με βάση την επιχειρησιακή συνήθεια, ενώ δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς την επικουρική βάση για επιδίκαση αποζημίωσης εργατοτεχνίτριας.

Εν συνεχεία η αναιρεσείουσα–ενάγουσα άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, με την οποία πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση καθ’ ο μέρος απορρίφθηκε η αγωγή ως προς την κύρια βάση της. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 § 3, 566 § 1, 144). Είναι συνεπώς παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 § 1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (ΚΠολΔ 577 § 3).

[II] Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα:

Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα άσκησε κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 12.07.2012 αγωγή της, στην οποία εξέθετε ότι δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου προσλήφθηκε από το εναγόμενο ως υπάλληλος άλλως ως εργάτρια ιματισμού και παρείχε τις υπηρεσίες της σε αυτό από 25.04.1986 έως 18.01.2012, οπότε αποχώρησε προκειμένου να λάβει πλήρη σύνταξη γήρατος.

Ότι κατά την αποχώρησή της το εναγόμενο δεν της κατέβαλε την αποζημίωση υπαλλήλου του άρθρου 8 εδ. β του Ν. 3198/1955 ήτοι το 40% της αποζημιώσεως, την οποία θα ελάμβανε στην περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της, την οποία της οφείλει λόγω της ιδιότητας της ως υπαλλήλου και σύμφωνα με τον ισχύοντα κανονισμό αλλά και (με) την επικρατούσα στο εναγόμενο πάγια εργασιακή συνήθεια, σύμφωνα με την οποία την θεωρούσε υπάλληλο, γι’ αυτό και της κατέβαλε μηνιαίο μισθό• την δε αποζημίωση υπαλλήλων κατέβαλε σε όλους τους εργαζόμενους της κατηγορίας της (υπάλληλους ιματισμού) και (γι’ αυτό) ζήτησε την αποζημίωση υπαλλήλου, η οποία με βάση τις τακτικές αποδοχές των 2.268,38 ευρώ, μετά των επιδομάτων εορτών και αδείας ανέρχεται σε 22.230,10 ευρώ.

Επικουρικώς δε ζήτησε την αποζημίωση εργατοτεχνίτριας, η οποία με βάση το συμβατικό ημερομίσθιο ανέρχεται σε 6.139,88 ευρώ, όλα τα ποσά εντόκως από 18.01.2012 άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση, άλλως τα παραπάνω ποσά ζήτησε με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε ερήμην του εναγομένου κατά την διαδικασία των εργατικών διαφορών η 436/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε την αγωγή κατά την κύρια βάση της, επιδίκασε στην ενάγουσα αποζημίωση υπαλλήλου κατ’ άρθρο 8 εδ. β του ν. 3198/1955 και [α] υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 20.000 ευρώ, [β] αναγνώρισε δε ότι το εναγόμενο της οφείλει το ποσό των 2.230,10 ευρώ, όλα τα ποσά με το νόμιμο τόκο από 19.1.2012, ενώ απέρριψε ως μη νόμιμη την εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού επικουρική βάση της αγωγής.

Κατά της αποφάσεως αυτής το εναγόμενο άσκησε την από 14.04.2015 έφεση του, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. 2556/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία, όπως προαναφέρθηκε, έγινε δεκτή τυπικά και κατ’ ουσίαν η έφεση κατ’ άρθρο 528 ΚΠολΔ, εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη ως προς τις διατάξεις της με τις οποίες έγινε δεκτή η αγωγή και αφού το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κράτησε και δίκασε την υπόθεση απέρριψε, όπως προαναφέρθηκε, την κύρια βάση της αγωγής κατ’ ουσία για επιδίκαση αποζημίωσης λόγω της ιδιότητάς της ως υπαλλήλου και με βάση τον συμβατικής ισχύος κανονισμό του εναγομένου, (ως) αόριστη δε με βάση την επιχειρησιακή συνήθεια, ενώ δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς την επικουρική βάση για επιδίκαση αποζημίωσης εργατοτεχνίτριας.

[III] Περαιτέρω, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του τα παρακάτω:

«Η ενάγουσα προσλήφθηκε από το εναγόμενο Ίδρυμα Περιθάλψεως Χρονίως Πασχόντων, που είναι φιλανθρωπικό ίδρυμα, ιδρυθέν το έτος 1972 από το Άσυλο Ανιάτων και έχει τις εγκαταστάσεις του επί της οδού Αγίας Ζώνης στην Κυψέλη, για να προσφέρει τις υπηρεσίες της ως εργάτρια. Απασχολήθηκε ως εργάτρια ιματισμού από την ημερομηνία της πρόσληψής της, 25.04.1986, έως την 18.01.2012, που αποχώρησε προκειμένου να λάβει πλήρη σύνταξη γήρατος από το ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, ως μητέρα ανήλικου τέκνου, όπως και έγινε, αφού με αποφάσεις του Διευθυντή του Υποκαταστήματος ΙΚΑ - ΕΤΑΜ ...

της απονεμήθηκε πλήρης κύρια σύνταξη και πλήρης επικουρική σύνταξη. Η ιδιότητά της ως εργάτριας αποδεικνύεται από τη σύμβαση εργασίας της και δεν αναιρείται από την εξέταση της μάρτυρος αποδείξεως, που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Άλλωστε ούτε η ίδια στην αγωγή εξειδικεύει τα ειδικότερα καθήκοντα της για να κριθεί αν στην εργασία της υπερείχε το πνευματικό στοιχείο, που προσιδιάζει στην ιδιότητα της υπαλλήλου σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα πρόταση που προηγήθηκε, γι’ αυτό και ο ισχυρισμός ότι ήταν υπάλληλος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατά το χρόνο της αποχώρησης της το εναγόμενο δεν της κατέβαλε την αποζημίωση του άρθρου 8 εδ. β' του Ν. 3198/1955, δηλαδή το 40% της αποζημίωσης, σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν, για την περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας από μέρους του εργοδότη.

Η ενάγουσα υποστηρίζει ακόμη ότι δικαιούται αποζημίωση υπαλλήλου, γιατί σύμφωνα με την ειδική συλλογική σύμβαση εργασίας που υπεγράφη μεταξύ της Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου του Ιδρύματος Περιθάλψεως Χρονίως Πασχόντων, που ενεργούσε ως νόμιμος εκπρόσωπος του, και του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου του επαγγελματικού σωματείου με την επωνυμία «Σύλλογος εργαζομένων Ιδρύματος Περιθάλψεως Χρονίως Πασχόντων και Ασύλου Ανιάτων», που ενεργούσε ως εκπρόσωπος του Συλλόγου, συμφωνήθηκε ότι από 01.07.1996 η αποζημίωση του απολυόμενου βοηθητικού και εργατοτεχνικού προσωπικού θα υπολογίζεται σύμφωνα με τα ισχύοντα για τον καθορισμό της αποζημιώσεως των υπαλλήλων. Όμως, ο όρος αυτός που έχει συμβατική ισχύ δεν δύναται να υπερισχύσει των αναγκαστικού δικαίου διατάξεων περί αποζημίωσης και ως εκ τούτου δεν μπορεί να εφαρμοσθεί.

Ακόμη ο έτερος ισχυρισμός της ότι δικαιούται αποζημίωση υπαλλήλου λόγω εργασιακής συνήθειας είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, γιατί δεν περιέχονται στην αγωγή τα αναγκαία στοιχεία, ώστε να μπορεί να συναχθεί γενικός, ομοιόμορφος και μακροχρόνιος τρόπος αντιμετώπισης του συγκεκριμένου θέματος εκ μέρους της εναγομένης, που αποτελεί αναγκαίο όρο της επιχειρησιακής συνήθειας, αφού δεν αναφέρονται σε αυτήν από πότε και σε ποιους εργαζομένους - εργάτες καταβλήθηκε κατά την αποχώρηση τους αποζημίωση απολύσεως υπαλλήλου, γι' αυτό πρέπει να απορριφθεί».

Τελικά επιδίκασε στην ενάγουσα αποζημίωση εργατοτεχνίτριας από 6.139,42 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από 18.01.2012 μέχρι την εξόφληση.

[IV] Κατά την παρ. 3 του αρθρ. 7 του ν. 1876/1990 ορίζεται ότι οι όροι εργασίας συλλογικών συμβάσεων, που είναι ευνοϊκότεροι για τους εργαζόμενους, υπερισχύουν των νόμων, εκτός αν πρόκειται για διατάξεις αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια (ΑΠ 139/2010, ΑΠ 264/1999, ΑΠ 1473/1997 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, που συμπλέει με την επιταγή του άρθρου 22 του Συντάγματος για προστασία του δικαιώματος της εργασίας, ως ευνοϊκότεροι όροι θεωρούνται όλες οι προϋποθέσεις λειτουργίας της συμβάσεως, οι οποίες τέθηκαν υπέρ του μισθωτού, είτε αυτές ανάγονται στο ύψος της αποζημιώσεως, είτε στο δικαίωμα καταγγελίας (ΟλΑΠ 26/1992) και συνεπώς αν με όρο Σ.Σ.Ε. ή κανονισμού προβλέπεται η καταβολή στους υπαλλήλους που αποχωρούν από την υπηρεσία, μεγαλύτερης αποζημιώσεως, οφείλεται σ’ αυτούς η αποζημίωση αυτή και όχι η μειωμένη αποζημίωση του άρθρου 8 εδ. β' του ν. 3198/1955, που ως διάταξη μονομερώς αναγκαστικού χαρακτήρα περιέχει κατώτατα όρια προστασίας (ΟλΑΠ 30/2009 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

[VI] Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 224 εδ.α’ του ΚΠολΔ είναι απαράδεκτη κάθε μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 526 του ΚΠολΔ είναι απαράδεκτη στην κατ’ έφεση δίκη κάθε μεταβολή της βάσης, του αντικειμένου και του αιτήματος της αγωγής, είτε γίνεται με το δικόγραφο της έφεσης, είτε με τις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου, ακόμη και αν ο αντίδικος του ενάγοντος συναινεί. Το απαράδεκτο λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο (ΑΠ749/2020, 111/2020, ΑΠ 1238/2019, ΑΠ 597/2019, ΑΠ 59/2017, ΑΠ 447/2015, ΑΠ 1658/2017).

[VII] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται όταν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες, των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν είχαν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή με σφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με την μορφή διατακτικού.

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφτηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφήρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφήρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2019, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 19/2019, ΑΠ 130/2016).

[VII] Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.ΑΠ 15/2006).

Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού, αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και, επομένως, δεν συνιστούν αιτιολογία της απόφασης, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 347/2020, ΑΠ 274/2018, ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015).

[VIII] Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του η αναιρεσείουσα αιτιάται την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και κατά το δεύτερο μέρος του για πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα ισχυρίζεται κατά το πρώτο μέρος ότι η προσβαλλόμενη δεχόμενη ότι ο όρος 2 της από 01.07.1996 ειδικής επιχειρησιακής συλλογικής σύμβασης εργασίας που υπεγράφη μεταξύ της Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου του Ιδρύματος Περιθάλψεως Χρονίως Πασχόντων, που ενεργούσε ως νόμιμος εκπρόσωπος του, και του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου του επαγγελματικού σωματείου με την επωνυμία «Σύλλογος εργαζομένων Ιδρύματος Περιθάλψεως Χρονίως Πασχόντων και Ασύλου Ανιάτων», που ενεργούσε ως εκπρόσωπος του Συλλόγου, με τον οποίο συμφωνήθηκε ότι από 01.07.1996 η αποζημίωση του απολυόμενου βοηθητικού και εργατοτεχνικού προσωπικού θα υπολογίζεται σύμφωνα με τα ισχύοντα για τον καθορισμό της αποζημιώσεως των υπαλλήλων, έχει συμβατική ισχύ και δεν δύναται να υπερισχύσει των αναγκαστικού δικαίου διατάξεων περί αποζημίωσης του άρθρου 8 εδ.β’ του ν. 3198/1955 και ως εκ τούτου δεν μπορεί να εφαρμοσθεί, αν και περιείχετο σε αυτόν ευνοϊκότερη ρύθμιση ως προς την αποζημίωση απόλυσής της, ακόμη και αν το δικαστήριο προέβαινε στο χαρακτηρισμό της σχέσης εργασίας της ως εργάτριας και όχι ως υπαλλήλου, απορρίπτοντας το αίτημά της να της καταβληθεί η αποζημίωση απόλυσης υπαλλήλου, χωρίς να αιτιολογήσει τον αποκλεισμό της υπέρ του εργαζομένου αρχής της ευνοϊκότερης ρύθμισης και να προσδιορίσει τις αναγκαστικού δικαίου διατάξεις περί αποζημίωσης με αμφιμερή ενέργεια, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τον έχοντα άμεση και αναγκαστική ισχύ ουσιαστικού νόμου παραπάνω κανονιστικό όρο της από 01.07.1996 ειδικής επιχειρησιακής συλλογικής σύμβασης εργασίας.

Από τα προαναφερόμενα προκύπτει ότι το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης αναφορικά με την συμβατική ισχύ του υπ’ αριθ. 2 όρου από 01.07.1996 ειδικής επιχειρησιακής συλλογικής σύμβασης εργασίας και τη μη υπεροχή του σε σχέση με τις αναγκαστικού δικαίου διατάξεις περί αποζημίωσης κρίνεται εσφαλμένο.

Ωστόσο το διατακτικό της προσβαλλόμενης είναι ορθό. Ειδικότερα στο δικόγραφο της αγωγής η ενάγουσα δεν διαλαμβάνει αυτοτελές αίτημα επιδίκασης της κατ’ άρθρο 8 εδ. β του ν.3198/1955 αποζημίωσης υπαλλήλου λόγω πλήρους συνταξιοδότησης της, στηριζόμενο στο άρθρο 2 της από 01.07.1996 ειδικής επιχειρησιακής συλλογικής σύμβασης εργασίας, το οποίο αποτελεί ιδιαίτερο λόγο επιδίκασης αποζημίωσης υπαλλήλου, νέα δηλαδή βάση και αίτημα αγωγής, που δεν είχε υποβληθεί με το δικόγραφο της αγωγής.

Η αγωγή περιελάμβανε αυτοτελές αίτημα αποζημίωσης υπαλλήλου του άρθρου 8 εδ. β’ του Ν. 3198/1955 λόγω της ιδιότητας της ενάγουσας ως υπαλλήλου ιματισμού, αλλά και αίτημα στηριζόμενο στην επικρατούσα στο εναγόμενο πάγια εργασιακή συνήθεια, σύμφωνα με την οποία την θεωρούσε υπάλληλο. Επομένως η επίκληση του ισχυρισμού αυτού με τις ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας προτάσεις της αναιρεσείουσας ενάγουσας αποτελεί απαράδεκτη μεταβολή της βάσης της αγωγής.

Σημειώνεται ότι δεν αποτελεί αντικείμενο της αναιρετικής δίκης ελλείψει σχετικού αναιρετικού λόγου η ιδιότητα της αναιρεσείουσας- ενάγουσας ως υπαλλήλου ιματισμού.

Κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ, αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά τα δύο μέρη του ερειδόμενος στον αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ, διότι η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, προϋπόθεση αναγκαία για να αναιρεθεί η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της (ΑΠ 106/2020, ΑΠ 70/2016).

[IX] Το δικαστήριο της ουσίας, κατά το σχηματισμό της κρίσης του για τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, οφείλει να λάβει υπόψη του, όλα τα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11 γ' του άρθρ. 559 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο).

Για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη. Ωστόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου.

Για την πληρότητα όμως του ίδιου λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1256/2014).

Με τον 2ο λόγο της κρινόμενης αίτησης, ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα ότι, το δικαστήριο της ουσίας, κατά τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος για την επικαλούμενη στην αγωγή της βάση της επιχειρησιακής συνήθειας δεν έλαβε υπόψη τα μετ’ επίκληση από αυτή προσκομισθέντα:

1) υπ’ αριθ. …/11-2-2010 απόφαση της Διοικούσας Επιτροπής του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, με την οποία καταβλήθηκε στην συνάδελφο της τραπεζοκόμο Κ. Μ. αποζημίωση υπαλλήλου εφαρμόζοντας την από 01-09-1996 ΣΣΕ, όπως είχε πρωτοδίκως καταθέσει και η ενόρκως εξετασθείσα μάρτυράς της Ε. Κ.•

2) τον από 10.07.2012 λογαριασμό ασφαλισμένου του ΙΚΑ- ΕΤΑΜ χρονικής περιόδου 10.2011 έως 01.2012 από τον οποίο προέκυπτε το ύψος των μικτών αποδοχών του• και

3) την εκκαθάριση μισθοδοσίας της μηνός Δεκεμβρίου 2011, από τα οποία προκύπτει ότι το εναγόμενο της κατέβαλε μηνιαίο μισθό και όχι ημερομίσθιο και επομένως τη θεωρούσε και την αντιμετώπιζε ως υπάλληλο, σύμφωνα και την ανωτέρω ΣΣΕ, δικαιούμενη την αποζημίωση απολύσεως υπαλλήλου.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος διότι με την προσβαλλόμενη απορρίφθηκε ως αόριστη η εκ της επιχειρησιακής συνήθειας βάση της αγωγής, ενώ για τη στοιχειοθέτησή του λόγου αυτού πρέπει το δικαστήριο να έχει εισέλθει στην έρευνα της ουσίας της αγωγής (ΟλΑΠ 3/1997).

[X] Επομένως, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθ. 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), που κατέθεσε προτάσεις, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 01.11.2018 αίτηση της Κ. - Σ. Α. για αναίρεση της 2556/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Οκτωβρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ