Legislator Case Law & Legislation
543/2019 AI generated

Supreme Court partially allows appeal on abuse of right claim regarding delayed wage disputes in labor cases.

Case Number 543/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against a labor court decision that dismissed a claim for unpaid wages and bonuses. The lower court had rejected the claim based on the employee's failure to object promptly, arguing this constituted an abuse of right under Article 281 of the Civil Code. The Supreme Court found the lower court erred in applying this provision because the employee's silence did not legally extinguish the right to claim future damages or post-termination compensation.

Legislator headnote

AI generated

Articles 281, 559, 580 of the Civil Procedure Code; When a party fails to object to wage discrepancies during employment, subsequent claims for post-termination compensation or specific bonuses may not constitute an abuse of right if the initial silence was not intended to waive the claim.

Keywords

AI generated
abuse of right labor dispute wage arrears statute of limitations civil procedure code post-termination claims employee silence

Cited Legislation

AI generated
Article 281 of the Civil Code
Article 552 of the Civil Procedure Code
Article 553 of the Civil Procedure Code
Article 556 of the Civil Procedure Code
Article 558 of the Civil Procedure Code
Article 564 of the Civil Procedure Code
Article 566 of the Civil Procedure Code
Article 577 of the Civil Procedure Code
Article 580 of the Civil Procedure Code
Article 178 of the Civil Procedure Code
Article 183 of the Civil Procedure Code

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 543 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 543/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη - Εισηγητή, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 27 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Δέσποινα Μελίδου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Κ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Μαυρουδή, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/9/2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2757/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 880/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2/5/2018 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την από 02.05.2018 και με αριθ. καταθ. 126/11.05.20168 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 880/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατόπιν άσκησης της με αριθμό. καταθ.883/18/05.2016 εφέσεως του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθ. 2757/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή. Με την προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έγινε τυπικά δεκτή και κατ'ουσία η ανωτέρω έφεση, εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση και έγινε κατά ένα μέρος δεκτή η αγωγή. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Από τη διάταξη του άρθρου 516 παρ. 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι έφεση ή αντέφεση μπορεί να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε πρωτοδίκως, αν, παρά την ορθότητα του διατακτικού της πρωτόδικης απόφασης, βλάπτεται από τις αιτιολογίες αυτής, οι οποίες περιέχουν στοιχεία διατακτικού και δημιουργούν σε βάρος του δεδικασμένο. Η απόρριψη της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας μετά την παραδοχή καταλυτικής ενστάσεως, όπως είναι και η ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος (άρθρ. 281 ΑΚ), προϋποθέτει ότι προηγουμένως υπήρχε δικαίωμα που ήδη καταλύεται και δημιουργείται δεδικασμένο για την προηγούμενη ύπαρξή του.

Συνεπώς, όταν εκκαλείται από τον ηττηθέντα ενάγοντα η απόφαση που απέρριψε την αγωγή του κατά παραδοχή της από το άρθρο 281 του Α.Κ. ενστάσεως του εναγόμενου, αντικείμενο της κατ' έφεση δίκης καθίσταται μόνο η ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος και όχι η ύπαρξη του σχετικού δικαιώματος, η οποία μόνο με αντίθετη έφεση ή αντέφεση μπορεί να ερευνηθεί, για την οποία υφίσταται έννομο συμφέρον προς αποτροπή του δεδικασμένου (ΑΠ 1365/2015, ΑΠ 1366/2015, ΑΠ 1367/2015, ΑΠ 1368/2015). Περαιτέρω, όμως από τις διατάξεις των άρθρων 522, 535 § 1 και 536 § 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά την παραδοχή λόγου εφέσεως ως βάσιμου, εξαφανίζει την εκκαλουμένη απόφαση και, αν η ουσία της υποθέσεως ερευνήθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κρατεί αυτό την υπόθεση και τη δικάζει κατ` ουσίαν. Στην περίπτωση αυτή είναι αρμόδιο να ερευνήσει όλα τα πρωτοδίκως υποβληθέντα για την οριστική διάγνωση της διαφοράς ζητήματα και, επομένως, αν κρίνεται αγωγή με περισσότερες βάσεις, το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα δεν περιορίζεται μόνον στις διατάξεις της αποφάσεως που πλήττονται με την έφεση, αλλά εκτείνεται και στις μη εξετασθείσες πρωτοδίκως βάσεις, διότι δεν δικάζεται πλέον η έφεση αλλά η αγωγή.

Συνεπώς, είναι αρμόδιο να εξετάσει τις καταλυτικές της αγωγής ενστάσεις, τις βάσεις της αγωγής που δεν εξετάστηκαν πρωτοδίκως (ΑΠ 628/2001).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τη με αριθ. κατάθεσης 23847/27-9-2013 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ισχυρίσθηκε ότι προσλήφθηκε κατά την 16-7-2009 από την εναγόμενη εταιρία, που διατηρεί αντιπροσωπεία πώλησης αυτοκινήτων και ανταλλακτικών, καθώς και συνεργείο αυτοκινήτων, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου τρίμηνης διάρκειας, που ανανεώθηκε για ένα τρίμηνο ακόμη με νέα σύμβαση ορισμένου χρόνου και στη συνέχεια κατέστη αορίστου χρόνου, προκειμένου να παρέχει τις υπηρεσίες του ως υπάλληλος γραφείου γενικών καθηκόντων επί πενθήμερο εβδομαδιαίως και οκτάωρο ημερησίως, αντί των συμφωνηθεισών ως καταβαλλομένων μηνιαίων αποδοχών που προβλέπονταν από/τις οικείες Σ.Σ.Ε.

και Δ.Α. "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις εμπορικές επιχειρήσεις όλης της χώρας". Οτι σε εκτέλεση των συμβάσεων αυτών, παρείχε προσηκόντως τις υπηρεσίες του στην εναγόμενη, απασχολούμενος επί 10 ώρες ημερησίως, από Δευτέρα μέχρι και Παρασκευή και ειδικότερα κατά τις ώρες 07.30' έως 17.30' και επί 50 ώρες εβδομαδιαίως, πραγματοποιώντας υπερεργασία και κατ' εξαίρεση υπερωριακή εργασία, τούτο δε μέχρι και την 11-9-2012, οπότε και κατατάχθηκε στον στρατό προκειμένου να εκτίσει τη στρατιωτική του θητεία.

Ότι, πριν την πάροδο μηνός από την αποστράτευσή του, προσήλθε στην επιχείρηση της εναγομένης και δήλωσε την πρόθεσή του για συνέχιση της απασχόλησής του σ' αυτή, πλην όμως η τελευταία, εντός του δεκαπενθημέρου που ακολούθησε την ως άνω δήλωσή του, αρνήθηκε να τον απασχολήσει, πληροφορώντας τον ότι είχε ήδη προβεί σε αναγγελία δήθεν οικειοθελούς αποχώρησής του.

Ότι η άρνηση τούτη της εναγομένης να τον απασχολήσει συνιστά σιωπηρή καταγγελία της εργασιακής του σύμβασης, η οποία έλαβε χώρα αμέσως μετά την παρέλευση του δεκαπενθημέρου, ήτοι στις 15-7-2013, και η οποία είναι άκυρη, αφενός μεν διότι παραβιάζει τις προστατευτικές για τον στρατευθέντα μισθωτό διατάξεις του ν. 3514/1928 και αφετέρου διότι έγινε χωρίς την τήρηση του έγγραφου τύπου και την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης.

Οτι αυτή αρνούμενη να αποδεχθεί τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του κατέστη υπερήμερη και του οφείλει μισθούς υπερημερίας. Ότι περαιτέρω η εναγόμενη, καθ' όλη τη διάρκεια της εργασιακής του απασχόλησης, του κατέβαλε μειωμένες αποδοχές ( σε σχέση με αυτές που είχαν συμφωνηθεί και εκ του νόμου δικαιούταν), μειωμένα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και αδείας, ενώ ουδέποτε του κατέβαλε επιδόματα εορτών Πάσχα και αμοιβή για την πραγματοποιηθείσα υπεραπασχόληση.

Ενόψει αυτών, κατ' επιτρεπτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής ζήτησε α)να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης, β) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να αποδέχεται πραγματικά τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του γ) να υποχρεωθεί να του καταβάλει 8.859.10 ευρώ για μισθούς υπερημερίας του από 15-7-2013 και μέχρι 15-5-2014 χρονικού διαστήματος, καθώς και το ποσό των 885,91 ευρώ μηνιαίως ως μισθούς υπερημερίας του από 16-5-2014 και μέχρι τη συζήτηση της αγωγής χρονικού διαστήματος, δ) να υποχρεωθεί να του καταβάλει 23.159,57 ευρώ για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών, το ποσό των 968,76 ευρώ για διαφορές επιδομάτων αδείας, 3.392,05 ευρώ για διαφορές δώρων Χριστουγέννων και για δώρα Πάσχα και ε)να αναγνωριστεί η υποχρέωσή της για καταβολή του ποσού των 4.720,06 ευρώ για αμοιβή και προσαύξηση της υπερεργασίας και του ποσού των 7.224,50 ευρώ για αμοιβή και προσαύξηση της υπερωριακής του εργασίας, όλα δε τα ποσά αυτά νομιμοτόκως από τότε που κάθε επί μέρους κονδύλιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό.

Eπίσης, για την περίπτωση που ήθελε κριθεί έγκυρη η καταγγελία της εργασιακής του σύμβασης, ζήτησε (επικουρικά) να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει, νομιμοτόκως, αντί των μισθών υπερημερίας, το ποσό των 2.067,12 ευρώ ως αποζημίωση απόλυσης. Τέλος, και για την περίπτωση ακυρότητας της εργασιακής του σύμβασης, ζητούσε την καταβολή της διαφοράς των δεδουλευμένων αποδοχών και την αμοιβή της υπερεργασίας με βάση τις διατάξεις περί του αδικαιολογήτου πλουτισμού.

Επί της αγωγής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η εκκαλουμένη 2757/2016 οριστική απόφαση, με την οποία το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο α) απέρριψε ως αβάσιμα κατ' ουσία τα κύρια αγωγικά αιτήματα περί αναγνώρισης της καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης, υποχρέωσης της εναγομένης σε πραγματική απασχόληση του ενάγοντος και καταβολής μισθών υπερημερίας, καθώς και το επικουρικό αίτημα περί καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης λόγω απόλυσης, δεχόμενο οικειοθελή αποχώρηση του ενάγοντος από την εργασία του, β) απέρριψε ως αβάσιμα κατ' ουσία τα αγωγικά κονδύλια περί καταβολής δώρου Πάσχα 2010 και επιδομάτων αδείας, δεχόμενο μη απόδειξη ύπαρξης της σχετικής οφειλής, γ)απέρριψε ως αβάσιμο κατ' ουσία το κονδύλιο της υπερωριακής απασχόλησης, δεχόμενο μη πραγματοποίηση τέτοιας εργασίας από τον ενάγοντα και, τέλος, δ) απέρριψε ομοίως ως αβάσιμα κατ' ουσία τα λοιπά αγωγικά κονδύλια - ήτοι, περί καταβολής διαφοράς δεδουλευμένων αποδοχών, δώρου Πάσχα των ετών 2011 και 2012 και δώρου Χριστουγέννων (όλων των ετών) και αμοιβής και προσαύξησης της υπερεργασίας, δεχόμενο ύπαρξη μεν των σχετικών αγωγικών δικαιωμάτων, πλην όμως καταχρηστική άσκηση αυτών, κατά παραδοχή της από το άρθρο 281 ΑΚ ένστασης της εναγόμενης.

Κατόπιν ασκήσεως εφέσεως μόνον από τον ενάγοντα, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία Α) δέχθηκε ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος είχε αποχωρήσει οικειοθελώς από την εργασία του και απέρριψε τα αγωγικά αιτήματα για αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας , και για αναγνώριση της εναγομένης αναιρεσείουσας να απασχολεί τον ενάγοντα και για καταβολή μισθών υπερημερίας, όπως και το επικουρικό αίτημα περί αποζημίωσης απόλυσης καθώς και τα αγωγικά αιτήματα περί καταβολής δώρου Πάσχα 2010 και επιδομάτων αδείας και της υπερωριακής απασχόλησης και συνακόλουθα έκρινε ότι το πρωτοδικείο δεν έσφαλε.

Β) δέχθηκε ότι οφείλονται τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη ποσά για διαφορές δεδουλευμένων, για υπερεργασία και για επιδόματα (και ειδικότερα τα ποσα α) της καταβολής διαφοράς δεδουλευμένων αποδοχών όλου του επιδίκου χρονικού διαστήματος, β) της διαφοράς επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων 2009, 2010 και 2011, της αναλογίας επιδόματος εορτών Χριστουγέννων 2012 και του επιδόματος εορτών Πάσχα των ετών 2011 και 2012, καθώς και γ) της αμοιβής της παρασχεθείσας υπερεργασίας) και ότι εσφαλμένα το Πρωτοδικείο δέχθηκε την ένσταση του 281 ΑΚ της εναγομένης.

Κατόπιν αυτού, δέχθηκε την έφεση του ενάγοντος, εξαφάνισε για το ενιαίο της κρίσης εν όλω την απόφαση (και ως προς τις μη ανατραπείσες διατάξεις) και στη συνέχεια, αφού δίκασε την αγωγή , έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή, δεχόμενο την ένσταση εξόφλησης αναφορικά με τα κονδύλια που απορρίφθηκαν ως αβάσιμα, ενώ ως προς τα κονδύλια που απορρίφθηκαν κατά παραδοχή της ένστασης του 281 ΑΚ, αφού απέρριψε την ένσταση αυτή τα δέχθηκε ως βάσιμα χωρίς να εξετάσει την προταθείσα ένσταση εξόφλησης.

Η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης επικαλείται πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.16 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του εσφαλμένα δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο και ότι δεν μπορεί να ερευνήσει τους προταθέντες από αυτή ισχυρισμούς (όπως της εξόφλησης) μετά την ολική εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης. Όπως εκτέθηκε παραπάνω, ο λόγος αυτός είναι βάσιμος γιατί μετά την παραδοχή λόγου έφεσης και την εξαφάνιση, κατ' άρθρο 535 Κ.Πολ.Δ. της πρωτοβάθμιας απόφασης, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατέστη πλέον αρμόδιο να ερευνήσει όλα τα αναγκαία ζητήματα για τη διάγνωση τής διαφοράς, διότι δεν δικάζεται πλέον η έφεση αλλά η αγωγή.

Συνεπώς, ήταν αρμόδιο να εξετάσει την καταλυτικές της αγωγής ενστάσεις, τις βάσεις της αγωγής που τυχόν δεν εξετάστηκαν πρωτοδίκως. Κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, εκτός των άλλων, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της ασκήσεως του και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μέχρι τότε δεν δικαιολογούν επαρκώς τη μεταγενέστερη άσκηση του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Μόνη η αδράνεια του δικαιούχου δεν αρκεί, αλλ' απαιτείται επιπρόσθετα να συντρέχουν περιστατικά αναγόμενα στον ίδιο χρόνο και στην όλη συμπεριφορά τόσο αυτού, όσο και εκείνου που αποκρούει το δικαίωμα, από τα οποία γεννιέται στον τελευταίο (υπόχρεο) η καλόπιστη πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατ' αυτού ή ότι αυτό δεν πρόκειται ν ασκηθεί εναντίον του, έτσι ώστε η μεταγενέστερη επιδίωξη ανατροπής της καταστάσεως που δημιουργήθηκε να συνεπάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο συνέπειες (ΟλΑΠ. 62/1990, ΟλΑΠ 56/1990, ΑΠ 909/2017).

Για την εφαρμογή της διατάξεως αυτής δεν αρκεί καταρχήν μόνη η επί μακρό χρόνο αδράνεια του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμά του, ούτε η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατ' αυτού ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί, ούτε κατ' ανάγκην από την άσκησή του να δημιουργούνται απλώς δυσμενείς ή και αφόρητες επιπτώσεις για τον υπόχρεο, αλλά απαιτείται κατά περίπτωση συνδυασμός των ανωτέρω και γενικώς η συνδρομή ιδιαίτερων περιστάσεων, αναγομένων στη συμπεριφορά τόσο του δικαιούχου όσο και του υπόχρεου, εφόσον όμως αυτή του τελευταίου τελεί σε αιτιώδη σχέση με εκείνη του δικαιούχου και δεν είναι άσχετη με αυτήν, ώστε η άσκηση του δικαιώματος να αποβαίνει αντίθετη στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 8/2001, ΑΠ 38/2015).

Περαιτέρω, επί αξιώσεων εργαζομένου για την καταβολή οφειλομένων αποδοχών, επιδομάτων κλπ, μόνη η έλλειψη διαμαρτυρίας αυτού για τη μη καταβολή τους κατά το χρόνο που παρείχε την εργασία του στον εναγόμενο εργοδότη δεν δικαιολογεί τη δημιουργία εύλογης πεποίθησης στον τελευταίο ότι δεν προτίθεται ν' ασκήσει τις αξιώσεις αυτές εστω και αν παρήλθε μεγαλο χρονικό διάστημα(ΑΠ 909/2017, ΑΠ 768/2016, ΑΠ 1103/2013 ).

Σημειώνεται δε ότι σε κάθε περίπτωση και αν ο ενάγων παραιτήθηκε σιωπηρώς εκ των νόμιμων εργασιακών δικαιωμάτων του, αυτό δεν του στερεί το δικαίωμα όπως διεκδικήσει αυτά μεταγενέστερα με αγωγή, αφού η συμφωνία περί παραιτήσεως του μισθωτού από τις νόμιμες εν γένει μισθολογικές αξιώσεις του, είναι άκυρη είτε γίνει πριν από την παροχή εργασίας είτε μετά από αυτή (ΑΠ 843/2002, ΑΠ 875/2018).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006 ΟλΑΠ 4/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση επί του ισχυρισμού της εναγομένης περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος διέλαβε τα ακόλουθα "....η εναγόμενη προέβαλε παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με δήλωση των πληρεξουσίων δικηγόρων ....που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και με τις έγγραφες προτάσεις της, τον ισχυρισμό περί καταχρηστικής άσκησης των αγωγικών αξιώσεων, υποστηρίζοντας..

ότι ο ενάγων τον Ιούλιο του 2013 απευθύνθηκε στην Επιθεώρηση Εργασίας, καταγγέλλοντας την ακυρότητα της λύσης της εργασιακής του σύμβασης, ενώ ουδέν ανέφερε για δήθεν οφειλή δεδουλευμένων κλπ., η δε εκ των υστέρων διεκδίκησή τους με την ένδικη αγωγή συνιστά καταχρηστική άσκηση δικαιωμάτων για τη διεκδίκηση κονδυλίων που δεν υφίστανται.....ότι ο ενάγων εμφανίστηκε ξαφνικά μετά από πέντε (5) έτη που απασχολήθηκε στην εταιρία δίχως να εκφράσει το παραμικρό παράπονο και αναζητά δήθεν διαφορές μισθών, δώρων και επιδομάτων αδείας για πρώτη φορά, συνολικού ύψους 40.000 ευρώ, όταν όλα αυτά τα έτη δεν διαμαρτυρήθηκε, ούτε ισχυρίστηκε ότι οφειλόταν ο,τιδήποτε σε εκείνον, λαμβάνοντας κανονικότατα τις συμφωνηθείσες αποδοχές του και υπογράφοντας εξοφλητικές αποδείξεις αποδοχών χωρίς διαμαρτυρία και στα πλαίσια μιας άριστης μεταξύ τους συνεργασίας και επαγγελματικής σχέσης, και αποχώρησε από την εργασία του...... ...Οτι η προπεριγραφείσα συμπεριφορά του ενάγοντος θα προκαλέσει δυσβάσταχτες οικονομικές συνέπειες στην ίδια, εν τω μέσω της μεγαλύτερης οικονομικής ύφεσης που βιώνει η χώρα, που έχει αντανακλαστικές συνέπειες σε όλες τις επιχειρήσεις, καθώς αυτός αιτείται εξωφρενικά ποσά για διαφορές δεδουλευμένων, δυσανάλογα της προσφερθείσας εργασίας του, και δη εντόκως από το έτος 2009 και εφεξής, επειδή προφανώς δεν κατόρθωσε να απασχοληθεί μονίμως ως μουσικός στον στρατό .....Με την επίκληση, δε, των περιστατικών αυτών, ζήτησε, επικουρικά, για την περίπτωση δηλαδή που ήθελε κριθεί ότι οφείλεται οποιοδήποτε ποσό στον ενάγοντα, να απορριφθούν τα ένδικα αγωγικά κονδύλια, ως αφορώντα σε δικαιώματα καταχρηστικώς ασκηθέντα.

Με αυτό το περιεχόμενο, ο ανωτέρω ισχυρισμός ήταν απορριπτέος ως μη νόμιμος, δεδομένου ότι τα περιστατικά που επικαλέσθηκε η εναγόμενη για τη θεμελίωσή του, αληθή υποτιθέμενα, δεν καθιστούσαν την άσκηση του δικαιώματος του ενάγοντος καταχρηστική κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, αφού....μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του ενάγοντος να ασκήσει τα δικαιώματα του και η τυχόν καλόπιστη πεποίθηση της εναγομένης ότι αυτός δεν επρόκειτο να τα ασκήσει, χωρίς την επίδειξη εκ μέρους του ενάγοντος συγκεκριμένης συμπεριφοράς που εύλογα να δημιούργησε στην εναγομένη την πεποίθηση ότι δεν θα προέβαλε τις επίδικες αξιώσεις, δεν είναι αρκετή για να καταστήσει προφανώς καταχρηστική τη μετέπειτα διεκδίκηση των επίδικων αξιώσεών του.

Η έλλειψη διαμαρτυρίας εκ μέρους του ενάγοντος και η ανεπιφύλακτη είσπραξη επί σειρά ετών των καταβαλλομένων αποδοχών του, δεν συνιστούν περιστατικά δυνάμει των οποίων η εναγομένη εύλογα θεωρούσε ότι ο αντίδικός της δεν επρόκειτο να προβάλει στο μέλλον τις εργασιακές του απαιτήσεις, γιατί οποιαδήποτε παραίτηση του μισθωτού από τις νόμιμες αξιώσεις του απαγορεύεται κατά τη διάταξη του άρθρου 679 ΑΚ, ενώ από το γεγονός και μόνο ότι ο κάθε εργαζόμενος αποδέχεται την καταβολή σ' αυτόν μικρότερου του νόμιμου μισθού του κατά το διάστημα της εργασίας του, τον οποίο μισθό έχει ανάγκη, δεν μπορεί να συναχθεί και ότι συνειδητά δεν έχει πρόθεση για μετέπειτα δικαστική επιδίωξη των σχετικών απαιτήσεών του.

Ούτε η επικαλούμενη αλλαγή στάσης του ενάγοντος συνδέεται αιτιωδώς και κατά σαφή τρόπο με δυσανάλογη προς την ωφέλεια του τελευταίου επιβάρυνση της εναγομένης, η οποία (επιβάρυνση) θα είχε αποφευχθεί αν αυτή δεν βασιζόταν καλόπιστα στη συμπεριφορά του ενάγοντος και δεν διαμόρφωνε ανάλογα και τη δική της συμπεριφορά.

Ούτε, άλλωστε, επικαλέστηκε η εναγόμενη πραγματικά περιστατικά από τα οποία να μπορεί να συναχθεί ότι η φερόμενη αλλαγή στάσης του ενάγοντος δημιούργησε δυσανάλογη προς την ωφέλεια του τελευταίου επιβάρυνσή της και ανέτρεψε μια κατάσταση που είχε διαμορφωθεί και παγιωθεί επί σειρά ετών, καθόσον δεν προσδιορίστηκε καν η οικονομική της κατάσταση και ο βαθμός έως τον οποίο επηρεάζεται δυσμενώς η κατάσταση αυτή από την τυχόν ικανοποίηση των αξιώσεών του.

Εξάλλου, οι αορίστως επικαλούμενες από την εναγόμενη δυσμενείς οικονομικές συνέπειες που επιφέρει η άσκηση του αγωγικού δικαιώματος δεν βρίσκονται σε αιτιώδη σχέση με επιλήψιμη συμπεριφορά του ενάγοντος, αλλά με την αρνητική και αντίθετη προς τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας τακτική της ίδιας να καταβάλει στον ενάγοντα εργαζόμενό της αποδοχές κατώτερες των νομίμων, και δεν είναι επιτρεπτό σ' αυτήν να επικαλείται τώρα ύπαρξη ζημίας για απόκρουση των ενδίκων αγωγικών απαιτήσεων......Ο ισχυρισμός κατά το σκέλος με το οποίο η εναγόμενη επικαλείται ανυπαρξία αγωγικού δικαιώματος, ήτοι διεκδίκηση μη πράγματι οφειλομένων, είναι ομοίως αβάσιμος κατά νόμο ..

καθώς τα επικαλούμενα τούτα περιστατικά, αληθή υποτιθέμενα, δεν καθιστούν την άσκηση του αγωγικού δικαιώματος καταχρηστική. .....Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι η ένσταση αυτή είναι βάσιμη νομικά και, ακολούθως, την έκρινε βάσιμη και από ουσιαστική άποψη, δεχόμενο ότι η έλλειψη οποιοσδήποτε διαμαρτυρίας του ενάγοντος ως προς τη διαφορά δεδουλευμένων αποδοχών και επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα (πλην του δώρου Πάσχα 2010) και ως προς την αμοιβή του για υπερεργασία, τόσο κατά τη διάρκεια της εργασιακής του σχέσης, όσο και μετά τη λύση αυτής και μάλιστα για διάστημα μεγαλύτερο του;

ενός έτους, δημιούργησε ευλόγως στους νομίμους εκπροσώπους της εναγόμενης την πεποίθηση ότι αυτός δεν επρόκειτο να ασκήσει τα δικαιώματά του. Ότι η συμπεριφορά αυτή χωρίς κατά νόμο να επάγεται την απόσβεση των ως άνω δικαιωμάτων του καθιστά μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή τους, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου και σε συνέχεια των παραδοχών αυτών απέρριψε τα κονδύλια ως αβάσιμα από ουσιαστική άποψη...Κρίνοντας έτσι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα εφήρμοσε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ...." Κρίνοντας έτσι το Εφετείο ορθά εφάρμοσε στην κρινόμενη περίπτωση την διάταξη του όρθρου 281 ΑΚ, δεδομένου ότι :

α) η μη άμεση διαμαρτυρία του ενάγοντος για την μισθολογική μεταχείριση, β) η αδράνεια του ενάγοντος για την διεκδίκηση των εργασιακών του αξιώσεων, ενόψει του ότι οι λαμβανόμενες αποδοχές ήταν μέσο βιοπορισμού του, γ) η είσπραξη αποδοχών κατωτέρων των δικαιούμενων και η επιδίωξη των εργασιακών αξιώσεων μετά την λύση της συμβάσεως , δ) η αλλαγή της στάσης του ενάγοντος που εκφράστηκε με την διεκδίκηση των αξιώσεών του, που συνεπάγεται οικονομική επιβάρυνση της εναγόμενης και ε) οι δυσμενείς οικονομικές συνέπειες που επιφέρει στην εναγόμενη η άσκηση του αγωγικού δικαιώματος, δεν θεμελιώνουν κατάχρηση κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ.

Επομένως, δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ (και όχι όπως εκτιμάται και από άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ), με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, για την μη παραδοχή της ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως του ενδίκου δικαιώματος είναι αβάσιμος (ΑΠ 909/2017).

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, κατά παραδοχή του ως άνω πρώτου λόγου αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλομένη με αριθμό 880/2018 απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό και να παραπεμφθεί, κατά ταύτα, η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Θεσσαλονίκης, συγκείμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 580 παρ.3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει, καθόσον η υπόθεση χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα σε ένα μέρος των δικαστικών εξόδων, λόγω της μερικής ήττας αυτής (άρθ. 178 και 183 του ΚπολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την υπ` αριθμ.880/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ειδικής διαδικασίας εργατικών διαφορών, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό

Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή προς περαιτέρω εκδίκαση.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα σε ένα μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα κατά την 21 Μαρτίου 2019.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του κατά την 14 Μαΐου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ