543/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου -εισηγήτρια, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated543/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ειδικότερα ο ισχυρισμός περί αοριστίας των λόγων της έφεσης σιωπηρώς απορρίφθηκε από το Εφετείο, αφού τούτο ερεύνησε την ουσιαστική βασιμότητα όλων των λόγων και επομένως με το να τον απορρίψει σιωπηρώς, τον έλαβε υπόψη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 543 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 543/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου -εισηγήτρια, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 10η Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Χ. του Ν., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Νικόλάο Σκουλή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσίβλητων:1)Ε. Π. του Δ., 2)Γ. Π. του Ε., 3)Μ. Π. του Ε., κατοίκων ..., 4)Ε. Π. του Γ., κατοίκου ..., 5)Ι. Π. του Ε., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Βασίλη Ζηδιανάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-9-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, και την από 18-9-2009 αγωγή του ήδη 20u αναιρεσίβλητου που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 261/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 24/2016 του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 20-10- 2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 24/2016 απόφαση του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, που εκδόθηκε κατ' αντιμωλία των διαδίκων, επιλαμβανόμενου έφεσης των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που συνεκδίκασε αγωγή του αναιρεσείοντος κατά των τελευταίων, διεκδικητική κυριότητας, θεμελιούμενη στον πρωτότυπο τρόπο, έκτακτη χρησικτησία την οποία και δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη, με αγωγή του δεύτερου των αναιρεσιβλήτων κατά του αναιρεσείοντος, αναγνωριστική κυριότητας, θεμελιούμενη επίσης στην έκτακτη χρησικτησία και την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη, την οποία έφεση δέχθηκε κατ' ουσίαν εξαφάνισε την εκκληθείσα πρωτοβάθμια απόφαση και ακολούθως απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή του αναιρεσείοντος και δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή του δεύτερου των αναιρεσιβλήτων.
Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δε μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νόμιμη κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Συνεπώς αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, και ο αναιρεσείων ήταν εφεσίβλητος, που έχει νικήσει πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο αυτός στηρίζεται, είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα με τις προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκε με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις του της πρώτης συζητήσεως κατά τον τρόπο που αναφέρει το άρθρο 240 Κ.Πολ.Δ.
ή ότι προτάθηκε για πρώτη φορά στο Εφετείο με τις προϋποθέσεις του άρθρου 527 Κ.Πολ.Δ. ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προβλεπόμενες στην παραπάνω διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. Το γεγονός εξάλλου ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία γιατί στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβιάζει μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο ισχυρισμός αυτός δεν έχει προταθεί νόμιμα από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα του δικονομικού δικαίου, για την πληρότητα δε αυτού πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο σχετικός ισχυρισμός και αν ακόμα λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρονται τα προς θεμελίωση αυτού πραγματικά περιστατικά.
Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, κατ' εκτίμηση, η πλημμέλεια από τον αρ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή του δεύτερου των αναιρεσιβλήτων, αλλά τη δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη, ενώ ασκήθηκε εκπρόθεσμα επειδή είχε παρέλθει έτος τόσον από την επίδοση σ' αυτόν της προγενέστερης απόφασης του Ειρηνοδικείου, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων επί αιτήσεως του αναιρεσείοντος κατά των αναιρεσιβλήτων προστασίας της νομής του στο επίδικο ακίνητο, και η οποία έγινε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη, αλλά και από το χρόνο προσβολής της νομής τους, με την αποβολή τους στα πλαίσια εκτέλεσης της απόφασης αυτής και συνεπώς η σχετική αξίωσή του είχε παραγραφεί κατ' άρθρο 992 ΑΚ.
Οι λόγοι αυτοί είναι προεχόντως απαράδεκτοι επειδή ο αναιρεσείων, ενόψει του ότι δε συντρέχει κάποια εξαίρεση από εκείνες που ορίζονται στο άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., δεν αναφέρει στο αναιρετήριο, ότι με τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου, ως εφεσίβλητος, όπως είχε υποχρέωση κατά τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, επανέφερε τον προταθέντα πρωτοδίκως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο παραπάνω ισχυρισμό περί απαραδέκτου της αγωγής ή ότι πρόβαλε αυτόν για πρώτη φορά με τις προϋποθέσεις του άρθρου 527 Κ.Πολ.Δ.
στη δευτεροβάθμια δίκη, αλλά και από την επισκόπηση των προτάσεων του τελευταίου, που κατέθεσε και στους δύο βαθμούς (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) προκύπτει ότι τέτοιος ισχυρισμός δεν προβλήθηκε. Παρεκτός του ότι οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι, καθ' όσον στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το δικαστήριο της ουσίας δίκασε αγωγή του δεύτερου των αναιρεσιβλήτου αναγνωριστική της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου και όχι αγωγή προστασίας της νομής του.
Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης, αυτής θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους θεμελιώνουν κατά νόμο το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, κυρίας παρεμβάσεως, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή άλλη αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων προς παροχή έννομης προστασίας (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 12/2000).
Ως πράγματα νοούνται και οι λόγοι έφεσης ή αντέφεσης που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης. Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναίρεσης αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό. Στην προκειμένη περίπτωση με τους τρίτο, τέταρτο και όγδοο κατά ένα μέρος, λόγους της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 8β του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
ότι δηλαδή το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα 1) με τον τρίτο λόγο τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, τον οποίο πρόβαλε με τις προτάσεις του στο δικαστήριο της ουσίας, ως εφεσίβλητος περί αοριστίας των λόγων της έφεσης των αναιρεσιβλήτων και 2)με τους τέταρτο και όγδοο, τους ισχυρισμούς του περί αοριστίας της αγωγής του δεύτερου των αναιρεσιβλήτων, περί ιδίας κυριότητας, καταχρηστικής άσκησης και παραγραφής της ίδιας αγωγικής αξίωσης, τους οποίους είχε παραδεκτώς προβάλλει πρωτοδίκως, αμυνόμενος κατά της αγωγής του αναιρεσείοντος και επανέφερε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με τις προτάσεις του ως εφεσίβλητος, Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, καθ' όσον όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, οι ισχυρισμοί αυτοί λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκαν ως αβάσιμοι.
Ειδικότερα ο ισχυρισμός περί αοριστίας των λόγων της έφεσης σιωπηρώς απορρίφθηκε από το Εφετείο, αφού τούτο ερεύνησε την ουσιαστική βασιμότητα όλων των λόγων και επομένως με το να τον απορρίψει σιωπηρώς, τον έλαβε υπόψη.
Επειδή, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., για την πληρότητα του λόγου αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1α Κ.Πολ.Δ.), που συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν ήταν εφαρμοστέος ή παρέλειψε να εφαρμόσει εκείνον που ήταν εφαρμοστέος είτε προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα έννοια διαφορετική από εκείνη την οποία έχει, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, κατά τρόπο σαφή, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία ή εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου καθώς επίσης, εφ' όσον το δικαστήριο έκρινε επί της ουσίας της υπόθεσης, τα πραγματικά γεγονότα, που αυτό δέχθηκε υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (Ολ ΑΠ 32/96 και 27/1998).
Η από την παράλειψη αυτή αοριστία του δικογράφου της αναίρεσης, η οποία επάγεται την απόρριψη αυτής ως απαράδεκτης (άρθρο 577 παρ. 1, 2 Κ.Πολ.Δ.) δεν μπορεί, όπως άλλωστε και κάθε αοριστία οιουδήποτε εισαγωγικού δικογράφου δίκης, να αναπληρωθεί από στοιχεία που βρίσκονται εκτός του αναιρετηρίου, ούτε ειδικότερα από την υπάρχουσα στη δικογραφία απόφαση που προσβάλλεται με την αναίρεση διότι, εκτός των άλλων, ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να γνωρίζει ποίες από τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας είναι αυτές που, κατά τον αναιρεσείοντα, συνιστούν το αναιρετικό σφάλμα και έτσι μπορεί να επιλεγούν τέτοιες που να μην το συνιστούν και να απορριφθεί για τον λόγο αυτό η αναίρεση, ενώ αν επιλέγονταν άλλες που είχε επισημάνει ο αναιρεσείων χωρίς όμως να τις αναφέρει στο αναιρετήριο, ενδεχομένως να ήταν διαφορετικό το αποτέλεσμα.
Συνεπώς οι τέταρτος και ένατος κατά το υπόλοιπο μέρος τους, λόγοι της αίτησης αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559, για παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 974, 976, 981, 992, 1041, 1042, 1044, 1045, 1046, 1033 ΑΚ, χωρίς περαιτέρω αναφορά στο αναιρετήριο του κατά την εκδοχή του αναιρσείοντος ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος της προσβαλλομένης απόφασης, σε σχέση με τις παραπάνω ουσιαστικές διατάξεις, ώστε να καθίσταται συγκεκριμένο το αντικείμενο του αναιρετικού ελέγχου ούτε και των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε το Εφετείο, υπό τα οποία συντελέσθηκε η προβαλλομένη παραβίαση είναι απαράδεκτοι λόγω της αοριστίας τους.
Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 περ. α' του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.
Με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 10α του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο οδηγήθηκε στο αποδεικτικό του πόρισμα για την ταυτότητα του επιδίκου, γεγονός που συναρτάται με την απόκτηση της κυριότητας αυτού από το δεύτερο των αναιρεσιβλήτων και την παραδοχή κατ' ουσίαν της αγωγής του, χωρίς απόδειξη.
Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, το Εφετείο εκθέτει σ' αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα δηλαδή τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάσθηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, τα έγγραφα τα οποία νομίμως επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και φωτογραφίες, που απεικονίζουν το επίδικο ακίνητο τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων των τελευταίων ενώπιον συμβολαιογράφου, που δόθηκαν στα πλαίσια αυτής της δίκης, αλλά και προγενέστερης δίκης ασφαλιστικών μέτρων, τα οποία (αποδεικτικά μέσα) όπως βεβαιώνει, συνεκτίμησε και έτσι οδηγήθηκε στην κρίση του για την ουσιαστική βασιμότητα της παραπάνω αγωγής και την ουσιαστική αβασιμότητα της αγωγής του αναιρεσείοντος.
Επομένως στο αποδεικτικό του πόρισμα το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος. Παρεκτός του ότι ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθ' όσον υπό την επίκληση της παραπάνω αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 Κ.Πολ.Δ.
προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.
Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 παρ.11περγ' Κ.Πολ.Δ. υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνον ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός, καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως.
Εξάλλου, επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που προσκομίσθηκαν με επίκληση, πρέπει για το παραδεκτό του λόγου αυτού, να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους να καθορίζεται δε ο ισχυρισμός το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα αποδεικτικά αυτά μέσα, καθώς και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε μετά από εκτίμηση των αποδείξεων κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα περιστατικά: "Το επίδικο ακίνητο βρίσκεται στη κτηματική περιφέρεια του Δήμου ... και εντός του οικισμού "Χ." ή "...", Έχει έκταση κατά μεν τον ενάγοντα της πρώτης αγωγής Κ.
Χ. 961,71 τ.μ., κατά δε τον ενάγοντα της δεύτερης αγωγής Γ. Π. 673,40 τ.μ.. και συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία Φ., βορειοανατολικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Σ. ανατολικά με ιδιοκτησία Ε. Φ., νότια με πρανές και πέραν αυτού με αγροτικό δρόμο (χωματόδρομο) και δυτικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Π., όπως αυτό αποτυπώνεται στα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους από Μάρτιος 2008 τοπογραφικά διαγράμματα του πολιτικού μηχανικού Ν.
Δ. και τοπογράφου μηχανικού Μ. Φ. αντίστοιχα. Αυτό ταυτίζεται και στα δύο τοπογραφικά διαγράμματα των διαδίκων, η δε διαφορά στην έκταση του οφείλεται στο γεγονός ότι ο ενάγων της πρώτης αγωγής περιλαμβάνει στο συνολικό εμβαδόν του και την έκταση που καταλαμβάνει το πρανές στο νότιο τμήμα του, ενώ ο ενάγων της δεύτερης αγωγής δεν περιλαμβάνει την εν λόγω έκταση των 288,31 τ.μ.
στο συνολικό του εμβαδόν. Όπως αποδείχθηκε κύριος του επιδίκου ακινήτου είναι ο ενάγων της δεύτερης αγωγής και δεύτερος εναγόμενος της πρώτης Γ. Π., ο οποίος απέκτησε την κυριότητα του με το θεσμό της έκτακτης χρησικτησίας, καθόσον νέμεται και κατέχει αυτό με διάνοια κυρίου συνεχώς και αδιαλείπτως, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας και συγκεκριμένα από το έτος 1986 μέχρι και της ασκήσεως της αγωγής και χωρίς την εναντίωση κανενός μέχρι τον Μάρτιο του 2008, ασκώντας επ' αυτού τις παρακάτω αναφερόμενες υλικές πράξεις νομής που αρμόζουν στη φύση του.
Ειδικότερα το ακίνητο αυτό σε μείζονα έκταση ανήκε αρχικά στον Δ. Π., παππού του άνω ενάγοντα Γ. Π., ο οποίος το είχε αποκτήσει από την μητέρα του Ε. Χ.. Μετά το θάνατο του Δ. Π. το έτος 1986, η περιουσία του περιήλθε στα τέκνα του Ε., Μ. και Ε. (πρώτο εναγόμενο της πρώτης αγωγής) και τον αποβιώσαντα Ι., οι οποίοι το ίδιο έτος διένειμαν την κληρονομιαία περιουσία και κατά την διανομή ο Ε.
Π., πατέρας του ενάγοντα έλαβε στην μερίδα του μεταξύ άλλων και το επίδικο ακίνητο, το οποίο και μεταβίβασε αμέσως άτυπα στον άνω ενάγοντα υιό του. Έκτοτε υπεισήλθε στην νομή του και μέχρι τον Απρίλιο του έτους 2008, νεμόταν και κατείχε αυτό ως αποκλειστικός νομέας και κύριος αυτού. Το έτος 1986 προέβη στην περίφραξη αυτού με πασσάλους και σύρμα απ' όλες του τις πλευρές προκειμένου να αποφύγει τις καταπατήσεις από τους γείτονες, εξεδίωξε τρίτο καταπατητή, ο οποίος προσπάθησε να καταλάβει τμήμα αυτού, επέβλεπε τα όρια του, το τοπογράφησε, το δήλωνε στην εφορία (σε ποσοστό εξ αδιαιρέτου μείζονος ακινήτου) και το περιποιούνταν στο μέτρο του δυνατού, δεδομένου ότι επρόκειτο για χέρσα και βραχώδη έκταση.
Το αυτό έτος που έλαβε χώρα η περίφραξη του ένδικου ακινήτου, οι συγγενείς του Γ. Π., ιδιοκτήτες του ομόρου εκ δυσμάς αυτού ακινήτου, το οποίο μέχρι τότε αποτελούσε ομού μετά του επιδίκου ένα ενιαίο ακίνητο, προέβησαν και εκείνοι στην περίφραξη του ακινήτου τους........... (Ακολουθεί σχολιασμός των αποδεικτικών μέσων και πραγματικά επιχειρήματα του δικαστηρίου προς στήριξη των παραπάνω παραδοχών του).
Είναι δε γεγονός ότι το επίδικο αποτέλεσε το ένα τμήμα εκ των τεσσάρων τμημάτων στα οποία διανεμήθηκε το αρχικό ακίνητο του Δ. Π., απώτερου δικαιοπαρόχου των εναγομένων της πρώτης αγωγής, αφού αυτό σύμφωνα με το από Μάρτιος 2008 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Μ. Φ. εμφανίζεται να έχει έκταση 678,40 τ.μ. (οικόπεδο 01), ενώ το υπόλοιπο ακίνητο (οικόπεδο 02) το οποίο είχε περιέλθει στους λοιπούς κληρονόμους και τέκνα του Δ.
Π. (θείους του ενάγοντα Γ. Π.) εμφανίζεται να έχει έκταση 1.788,67 τ.μ., ήτοι τριπλάσια περίπου επιφάνεια. Μάλιστα όπως προκύπτει από τις υποβληθείσες φορολογικές δηλώσεις ακίνητης περιουσίας Ε9 οικονομικών ετών 2005 και 2008, που προσκομίζει ο ενάγων της δεύτερης αγωγής ο Γ. Π., ο τελευταίος φέρεται να δηλώνει το έτος 2005 ακίνητο στην ένδικη περιοχή ως βοσκότοπο εκτάσεως 4.000 τ.μ.
με ποσοστό συνιδιοκτησίας 50% και το έτος 2008, οικόπεδο εντός οικισμού εκτάσεως 4.000 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας 33,33%, σε αντίθεση με τον ενάγοντα της πρώτης αγωγής, ο οποίος δεν προσκομίζει ούτε επικαλείται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου τέτοια δήλωση ακίνητης περιουσίας κανενός οικονομικού έτους, ενώ όπως προκύπτει από την σχετική αναφορά στην εκκαλουμένη απόφαση, αυτός είχε προσκομίσει και επικαλεστεί ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου την υποβληθείσα φορολογική δήλωση ακίνητης περιουσίας (Ε9) οικονομικού έτους 2005, όπου φαίνεται να δηλώνει στης κυριότητα του κατά ποσοστό 100% ένα ακίνητο 1.000 τ.μ.
στην, ένδικη περιοχή, χωρίς ωστόσο να προκύπτει από την άνω αναφορά αν πρόκειται για καλλιεργημένη έκταση ή για βοσκότοπο ή οικόπεδο εντός ή εκτός οικισμού, ώστε να δύναται να κριθεί αν πρόκειται για το επίδικο ακίνητο ή άλλο ακίνητο του ιδίου στην ευρύτερη περιοχή, δεδομένου ότι όπως αυτός ισχυρίζεται είναι κύριος και άλλου ακινήτου στην περιοχή "X.".
Συνεπώς ο Γ. Π., ενάγων της δεύτερης αγωγής και δεύτερος εναγόμενος της πρώτης, που προέβη, συνεπικουρούμενος από τους λοιπούς εναγόμενους της πρώτης αγωγής τέλος Μαρτίου στην καταστροφή της υπάρχουσας παλαιάς περίφραξης επί του ένδικου ακινήτου και εν συνεχεία την 1-4-2008 σε όργωση του όλου ακινήτου και την τοποθέτηση νέας περίφραξης με συρματόπλεγμα, ενήργησε ιδίω δικαιώματι κυριότητας.
Μάλιστα κατόπιν των ως άνω ενεργειών των παραπάνω εναγομένων, ο ενάγων της πρώτης αγωγής άσκησε εναντίον τους, ενώπιον του Ειρηνοδικείου ... την από 2-4-2008 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων νομής, αλλά και την κρινόμενη διεκδικητική αγωγή του, αμφισβητώντας με τον τρόπο αυτό έκτοτε, το δικαίωμα κυριότητας του ενάγοντος της δεύτερης αγωγής Γ.
Π. επί του επιδίκου ακινήτου. Επί της ανωτέρω αιτήσεως εκδόθηκε η υπ' αριθ.46/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου (κατόπιν ασκήσεως εφέσεως), με την οποία και απερρίφθη ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, εφόσον δε: αποδείχθηκε ότι ο ενάγων της πρώτης αγωγής Κ. Χ., ενήργησε οποιαδήποτε πράξη νομής επί του επιδίκου κατά το επικαλούμενο χρονικό διάστημα από το έτος δηλαδή 1965 έως και το 1986, σε αντίθεση με δεύτερο σε αυτήν εναγόμενο και ενάγοντα της δεύτερης αγωγής Γ.
Π., που όπως αποδείχθηκε ενεργούσε τις παραπάνω αναφερόμενες υλικές πράξεις νομής επί του επιδίκου κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1986 έως και της ασκήσεως των άνω αγωγών (2008), πρέπει να απορριφθεί η πρώτη αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και να γίνει δεκτή η δεύτερη αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν. Μετά από όλα τα παραπάνω και αφού απορριφθεί ως μη νόμιμος ο ισχυρισμός του εφεσίβλητου περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της (δεύτερης) αγωγής εκ μέρους του ενάγοντα κατ' άρθρο 281 Α.Κ., κατά την ειδικότερη μορφή της, της αποδυνάμωσης οποιουδήποτε εμπράγματου δικαιώματος του επί του ακινήτου κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, ο οποίος εκθέτει ειδικότερα ότι ούτε ο ενάγων από το έτος 1986, ούτε οι δικαιοπάροχοι τους από το έτος 1965 προέβησαν σε οποιαδήποτε ενέργεια αμφισβήτησης της κυριότητας του επί του επιδίκου ακινήτου, με αποτέλεσμα να έχει δημιουργηθεί σε αυτόν η πεποίθηση ότι του ανήκει, καθόσον ο εφεσίβλητος πλην της παρόδου μεγάλου χρονικού διαστήματος αδράνειας κανένα άλλο στοιχείο δεν επικαλείται, αλλά και ως αβάσιμος ο σχετικός ισχυρισμός του περί ιδίας αυτού κυριότητας και συνακόλουθα της παραγραφής του σχετικού δικαιώματος του ενάγοντος αυτού".
Με τον έκτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 ότι δηλαδή το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα δεν έλαβε υπόψη και δε συνεκτίμησε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο τριάντα έγγραφα, τα οποία ο αναιρεσείων είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει με τις προτάσεις του στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής του.
Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση των προτάσεων του τελευταίου, στο Εφετείο, ως διαδικαστικού εγγράφου για την έρευνα της βασιμότητας του αναιρετικού λόγου προκύπτει ότι επικαλέσθηκε και δήλωσε ότι προσκομίζει τα παραπάνω έγγραφα. Περαιτέρω από την περιλαμβανομένη στην προσβαλλομένη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε αφού έλαβε υπόψη μεταξύ άλλων αποδεικτικών μέσων και όλα τα έγγραφα, τα οποία επικαλέσθηκαν νομίμως και προσκόμισαν οι διάδικοι, καθώς και από τις παραδοχές της δεν καταλείπεται αμφιβολία για το ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα παραπάνω έγγραφα, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για τη στήριξη του προαναφερθέντος αποδεικτικού του πορίσματος, παρ' όλο που δεν τα μνημονεύει ειδικώς και δεν τα αξιολογεί χωριστά.
Συνεπώς ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Παρεκτός του ότι ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος καθ' όσον υπό την επίκληση της παραπάνω αναιρετικής πλημμέλειες πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) Επειδή από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ, 4, 556 παρ. 1 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.
προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στο δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ.
θεμελιώνει η προβαλλομένη αιτίαση, διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα. Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθή χωρίς απόδειξη.
Ο όρος "πράγματα" είναι ταυτόσημος του αντιστοίχου όρου του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., δηλαδή θεωρούνται ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης νομίμως προταθέντες πραγματικοί ισχυρισμοί, θεμελιωτικοί αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως κλπ., όχι δε και αρνητικοί, των ουσιωδών κατά τα άνω ισχυρισμών, ισχυρισμοί του διαδίκου ή τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα του δικαστηρίου και των διαδίκων από τα ην εκτίμηση των αποδείξεων.
Συνεπώς ο έκτος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το μέρος αυτού με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, αφού εκτός από τον παραπάνω αριθμό της αναιρετικής πλημμέλειας δεν προσδιορίζεται συγκεκριμένα ποια πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δέχθηκε ως αληθινά το Εφετείο χωρίς απόδειξη. Επειδή ο προβλεπόμενος από τον αρ. 13 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης για παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων ως προς το βάρος της απόδειξης, για να είναι ορισμένος θα πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο ο συγκεκριμένος ισχυρισμός, ως προς τον οποίο εφαρμόσθηκαν εσφαλμένα οι ορισμοί του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης, καθώς και το σφάλμα του δικαστηρίου.
Συνεπώς οι έκτος και όγδοος λόγοι της αίτησης αναίρεσης κατά το μέρος που αποδίδεται με αυτούς στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 13 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτοι ως αόριστοι, αφού εκτός από την αριθμητική επίκληση της παραπάνω διάταξης δεν προσδιορίζεται στο αναιρετήριο σχετικά με ποιο ισχυρισμό εφαρμόσθηκαν εσφαλμένα οι ορισμοί του νόμου ως προς το βάρος απόδειξης και σε τι συνίσταται το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας. Επειδή ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται μόνον αν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσον αυξημένη αποδεικτική δύναμη, την οποία δεν είχε κατά νόμο, ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη αν και την είχε κατά το νόμο και όχι αν έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα κατά νόμον αποδεικτικά μέσα. Για να είναι ορισμένος ο παραπάνω λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο εκτός των άλλων ποια είναι τα αποδεικτικά μέσα για την απόδειξη ποιου συγκεκριμένου ισχυρισμού προσκομίσθηκαν, ποια η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε σ' αυτά από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία (αποδεικτική δύναμη) είναι μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που δεσμευτικά για το δικαστήριο καθορίζει ο νόμος και το σχετικό σφάλμα της προσβαλλομένης απόφασης δηλαδή πως επέδρασε η παραβίαση στο διατακτικό της αποφάσεως και από ποιόν έχει προσαχθεί το έγγραφο.
Συνεπώς ο έκτος και ο ένατος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το μέρος που αποδίδεται με αυτούς στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 12 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτοι ως αόριστοι, αφού εκτός από την αριθμητική επίκληση του παραπάνω άρθρου δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τα στοιχεία που στηρίζουν τη σχετική αναιρετική πλημμέλεια, όπως εκτίθενται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε και ειδικότερα δεν εξειδικεύεται ποια είναι τα αποδεικτικά μέσα ως προς τα οποία το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμή τους, δεν προσδιορίζεται ποια αποδεικτική αξίας προσέδωσε σ' αυτά το Εφετείο και ποιο είναι το σχετικό σφάλμα της απόφασης.
Επειδή ο αναιρετικός λόγος από τον αρ. 17 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ ιδρύεται αν η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις στο διατακτικό, ώστε να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεσή της ή να δημιουργείται αβεβαιότητα ως προς τη διάπλαση ή τη διάγνωση που έλαβε χώρα.
Συνεπώς ο έβδομος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 17 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ συνιστάμενη στο ότι υπάρχει αντίφαση μεταξύ της προσβαλλομένης απόφασης και της αγωγής του δεύτερου των αναιρεσιβλήτων, ως προς τις παραδοχές της για το είδος του επιδίκου από την άποψη της μορφολογίας του εδάφους του και τη διενέργεια συνεχών διακατοχικών πράξεων σ' αυτό από τον τελευταίο είναι απαράδεκτος.
Επειδή ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 παρ.19 Κ.Πολ.Δ. για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολομ.
ΑΠ 30/1997, Ολομ.ΑΠ 28/1997). Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.
Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται μεταξύ των άλλων οι πραγματικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το ζήτημα, η επιρροή που ασκεί στην έκβαση της δίκης, οι αιτιολογίες που λείπουν και αν πρόκειται για αντιφατική αιτιολογία σε τι συνίσταται η αντίφαση, καθώς και ποιος είναι ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει έλλειψη νομίμου βάσης της απόφασης ώστε να είναι δυνατή η εκτίμηση της νομιμότητας του αναιρετικού αυτού λόγου.
Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσον όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη αιτιολογίας ή η αντιφατικότητα αυτής δεν ιδρύει λόγο.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται και όταν στην απόφαση δε γίνεται ειδική μνεία και αξιολόγηση ενός εκάστου των αποδεικτικών μέσων διότι κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από την επιταγή του άρθρου 340 Κ.Πολ.Δ Συνεπώς οι όγδοος και ένατος λόγοι της αίτησης αναίρεσης κατά το μέρος που αποδίδεται με αυτούς στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ της έλλειψης δηλαδή νόμιμης βάσης αυτής λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών "σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης", καθώς και στην έλλειψη αιτιολογιών "για τη μη λήψη και εκτίμηση των ως άνω αποδεικτικών μέσων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και στην πλημμελή εκτίμηση στοιχείων", είναι απαράδεκτοι ως αόριστοι, αφού δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκαν εκ πλαγίου, οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το ζήτημα, η επιρροή που ασκεί τούτο στην έκβαση της δίκης, δεν προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών της δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε αυτή να περιλαμβάνει, τις οποίες δεν περιέχει, σε τι συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών, ώστε να καθίσταται συγκεκριμένο το αντικείμενο του αιτούμενου αναιρετικού ελέγχου, Περαιτέρω ο ένατος λόγος είναι απαράδεκτος κατά το μέρος που αφορά την έλλειψη αιτιολογίας για τη μη λήψη υπόψη και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων του αναιρεσείοντος, αφού η επικαλούμενη πλημμέλεια δεν ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν.4055/2012 παραβόλου και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 178, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-10-2016 αίτηση του Κ. Χ., περί αναιρέσεως της 24/2016 απόφασης του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων(2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 21η Φεβρουαρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 15η Μαρτίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ