543/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΟ πρώτος αναιρεσίβλητος παραστάθηκε μετά και οι λοιποί δια των πληρεξουσίων δικηγόρων τους Ιωάννη Κουτσουράκη και Ανδρέα Αργυρόπουλου και κατέθεσαν προτάσεις.
Legislator headnote
AI generated543/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Πέππας ανέγνωσε την από 5/1/2015 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Αντωνίου Ζευγώλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και των πρόσθετων λόγων.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 543 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 543/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεράσιμο Φουρλάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Πέππα, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Ξενοδοχειακής εμπορικής Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στον οικισμό ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Πικράκη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Π. του Ν., 2) Σ. Σ. του Ε., 3) Ι. Τ. του Ε., κατοίκων ..., μελών της Κοινοπραξίας με την επωνυμία "..." που εδρεύει στο ….
Ο πρώτος αναιρεσίβλητος παραστάθηκε μετά και οι λοιποί δια των πληρεξουσίων δικηγόρων τους Ιωάννη Κουτσουράκη και Ανδρέα Αργυρόπουλου και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/4/2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Εφετείο Κρήτης.
Εκδόθηκε η 269/2013 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7/5/2014 αίτησή της και τους από 12/9/2014 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Πέππας ανέγνωσε την από 5/1/2015 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Αντωνίου Ζευγώλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και των πρόσθετων λόγων.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά τη διαδικασία των άρθρων 670 έως 673 και 675 έως 676 ΚΠολΔ 269/2013 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Κρήτης, με την οποία απορρίφθηκε η από 11/04/2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας εταιρίας, με την οποία ζητούσε, για τους αναφερόμενους σ’ αυτήν λόγους, να ακυρωθεί η 1/2012 διαιτητική απόφαση του Προέδρου του Πρωτοδικείου Ρέθυμνου που εκδόθηκε επί διαφοράς μεταξύ αυτής και των ήδη αναιρεσιβλήτων από σύμβαση έργου.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ συγχωρείται αναίρεση, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, δηλαδή οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ μέσα από την εφαρμογή των οποίων θα ανευρεθεί και θα κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο μιας δικαιοπραξίας, κατά τρόπον ώστε τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματική θέληση των δικαιοπρακτούντων.
Ειδικότερα, το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, όταν μολονότι διαπιστώνει, έστω και έμμεσα την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, συνακόλουθα δε, την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχεται, επίσης, ανέλεγκτα, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, ως στοιχεία προσδιοριστικά της καλής πίστης.
Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται ευθέως και όταν το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, κατέληξε το δικαστήριο δεν είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη. Για την διαμόρφωση σχετικής κρίσης το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη, με διαφορετική, κατά περίπτωση, βαρύτητα, τα συμφέροντα των μερών και κυρίως εκείνου από αυτά, το οποίο αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος όρος, το δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες και τις λοιπές τοπικές χρονικές και άλλες συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βούλησης των συμβαλλομένων, τη φύση της σύμβασης, τις διαπραγματεύσεις που είχαν προηγηθεί, την προηγούμενη συμπεριφορά των μερών και πως η σχετική δήλωση του ενός μέρους αναμενόταν να εκληφθεί από το άλλο μέρος.
Έτσι, κάθε δήλωση βούλησης θα πρέπει να ληφθεί με την έννοια που απαιτεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η συναλλακτική ευθύτητα και κατά τους κανόνες της οποίας θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή η δήλωση βούλησης και από τον τρίτο. Το δικαστήριο της ουσίας, όταν ερμηνεύει, κατά τις αρχές της καλής πίστης, λαμβάνοντας υπόψη του και τα συναλλακτικά ήθη, τη δήλωση βούλησης, δεν είναι ανάγκη να αναλύσει και εξειδικεύσει τις αρχές αυτές ή τα συναλλακτικά ήθη και δεν δεσμεύεται στην κρίση του από τους ισχυρισμούς των διαδίκων.
Επίσης, το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του κρίση, δεν είναι υποχρεωμένο να αρκεστεί στο περιεχόμενο της σύμβασης, αλλά μπορεί να αντλήσει και στοιχεία εκτός της σύμβασης που θα προταθούν από τους διαδίκους. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 867, 868, 869 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι στην συμφωνία περί διαιτησίας, η οποία διακρίνεται από τη βασική σύμβαση, από την οποία προέκυψε η διαφορά, μπορούν με συμφωνία να υπαχθούν οι αξιώσεις που γεννώνται αμέσως από τη σύμβαση, είτε ανάγονται στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις και των συμβαλλομένων, είτε στην ερμηνεία των συμβάσεων.
Στη διαιτητική συμφωνία υπάγονται επίσης αξιώσεις που μπορούν να προκύψουν και για τα δύο μέρη από σχέσεις, πράξεις ή παραλείψεις, σε περίπτωση δε που το δικαστήριο διαπιστώσει κενό ή ασάφεια σχετικά με τις περιεχόμενες στη διαιτητική συμφωνία διαφορές οφείλει να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ για να κριθεί, αν η συγκεκριμένη διαφορά έχει υπαχθεί στη διαιτησία (Ολ.
ΑΠ 8/1996, 539/2013, ΑΠ 506/2010). Τέλος, κατά το άρθρο 897 αρ. 4 ΚΠολΔ, η διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί ολικά ή εν μέρει και αν εκείνοι που την εξέδωσαν ενήργησαν υπερβαίνοντας την εξουσία που τους παρέχει η συμφωνία για τη διαιτησία ή ο νόμος. Ο λόγος αυτός αποτελεί έκφανση της αυτονομίας της ιδιωτικής βούλησης, την οποία σκοπεί να προστατεύσει θέτοντας φραγμό στην εξουσία των διαιτητών.
Ειδικότερα, υπέρβαση της δικαιοδοτικής εξουσίας, που τα όριά της ορίζει η περί διαιτησίας συμφωνία, υφίσταται, όταν οι διαιτητές αποφαίνονται επί θέματος που δεν υποβλήθηκε στη διαιτησία ή κείται πέραν αυτού (Ολ. ΑΠ 13/1995). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την ένδικη αγωγή ακυρώσεως, με το τέταρτο λόγο αυτής η ενάγουσα ζήτησε την ακύρωση της προσβληθείσας διαιτητικής απόφασης, επικαλούμενη, ότι αυτή εκδόθηκε καθ’ υπέρβαση της εξουσίας που παρείχε στον ορισθέντα διαιτητή η διαιτητική σύμβαση, καθόσον, σύμφωνα με το περιεχόμενο αυτής, υπήχθησαν στη διαιτησία όχι όλες οι διαφορές που θα προέκυπταν από τη σύμβαση έργου, αλλά μόνον αυτές που σχετίζονται, είτε με την ερμηνεία της, είτε με την εκτέλεση του έργου, αν δηλαδή αυτό εκτελέσθηκε κατά τα συμφωνηθέντα, και επομένως δεν αποτέλεσε αντικείμενο της διαιτησίας η αξίωση των εναγομένων για την καταβολή στον καθένα εξ αυτών, με βάση το ποσοστό συμμετοχής τους στην εργολάβο κοινοπραξία, της εργολαβικής αμοιβής, που ήταν το αντικείμενο της από 8/12/2008 αίτησης διαιτησίας και επί της οποίας αποφάνθηκε η εκδοθείσα διαιτητική απόφαση, υποχρεώνοντας την ίδια να τους καταβάλει, για την αιτία αυτή, τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, κρίνοντας επί του λόγου αυτού της αγωγής, μετά την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Όπως ήδη αναφέρθηκε, με τον όρο 21 της από 20-12-2006 σύμβασης έργου, μεταξύ της ενάγουσας και της κοινοπραξίας με την επωνυμία "...", μέλη της οποίας είναι οι εναγόμενοι κατά ποσοστό 40% ο πρώτος εξ αυτών και 30% καθένας από τους λοιπούς, καταρτίσθηκε η επίμαχη διαιτητική σύμβαση.
Ειδικότερα ορίσθηκε ότι "κάθε διαφορά των συμβαλλόμενων από την παρούσα σύμβαση, είτε ως προς την ερμηνεία της σύμβασης και της συνημμένης συγγραφής υποχρεώσεων, είτε ως προς την εκτέλεση του έργου, θα επιλύεται με διαιτησία, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 867 επ. του ΚΠολΔ", ορισθέντος ως διαιτητή του, κατά το χρόνο συζήτησης της προσφυγής, Προέδρου Πρωτοδικών Ρεθύμνου και προβλέποντας περαιτέρω, ότι κατά της διαιτητικής απόφασης επιτρέπεται προσφυγή ενώπιον του κατά τον χρόνο άσκησης της προσφυγής Προέδρου Εφετών Κρήτης, εντός τριάντα ημερών από την επίδοση της απόφασης.
Από το όλο περιεχόμενο της πιο πάνω έγγραφης σύμβασης, χωρίς προσήλωση στις λέξεις, ερμηνευόμενη κατά τους κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, και από όλα τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα, ενόψει της ευρύτητας της διατύπωσής της, χωρίς αυτό να αναιρείται από την παράθεση της παρεθετικής πρότασης "είτε ως προς την ερμηνεία της συμβάσεως και της συνημμένης συγγραφής υποχρεώσεων, είτε ως προς την εκτέλεση του έργου", του γεγονότος ότι η διαιτησία θα διενεργούνταν από κατά τεκμήριο έμπειρο δικαστικό λειτουργό (τον Πρόεδρο Πρωτοδικών) και προβλέφθηκε και κατ’ ουσίαν δευτεροβάθμια κρίση από έχοντα κατά τεκμήριο αυξημένο κύρος, γνώση και εμπειρία δικαστικό λειτουργό του δεύτερου βαθμού δικαιοδοσίας (Πρόεδρο Εφετών), έτσι ώστε οι διάδικοι να μην αποστερούνται κατ’ ουσίαν δύο βαθμών κρίσης της διαφοράς τους, προκύπτει, ότι κατά την αληθή βούληση των πιο πάνω συμβαλλομένων στη διαιτητική σύμβαση, οι τελευταίοι θέλησαν και συμφώνησαν την υπαγωγή σε διαιτησία κάθε διαφοράς που θα σχετίζονταν και θα είχε ιστορική αιτία τη σύμβαση έργου, εφόσον αφορούσε δικαιώματα, υποχρεώσεις και αξιώσεις των συμβαλλομένων.
Εξάλλου, θα ήταν λογικά ανακόλουθο να διασπαστούν οι εκ της ίδιας συμβάσεως διαφορές και οι μεν διαφορές που θα αφορούσαν περιοριστικά, είτε ερμηνεία της σύμβασης, είτε το αν εκτελέσθηκε το έργο εμπροθέσμως και προσηκόντως από την εργολάβο και συνακόλουθα τα δικαιώματα της εργοδότριας σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης ή μη προσήκουσας εκτέλεσής του (π.χ.
αξίωσή της περί καταβολής ποινικής ρήτρας σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης παράδοσης του έργου, αξίωσή της περί αποζημίωσης ή μείωσης της εργολαβικής αμοιβής λόγω ελαττωμάτων του έργου - σημειώνεται ότι τέτοιες αξιώσεις προέβαλε η νυν ενάγουσα στη διαιτητική δίκη, ασκώντας αντίστοιχα απαίτηση, επικουρικά βέβαια και δη εφόσον απορρίπτονταν οι ισχυρισμοί της περί ακυρότητας της σύμβασης έργου ή της διαιτητικής συμφωνίας και κρίνονταν, ότι υπάγονταν σε διαιτησία η εισαχθείσα διά της αίτησης διαιτησίας αξίωση των αντιδίκων της), να υπάγονται σε διαιτησία, οι δε διαφορές που θα αφορούσαν την κυριότερη αξίωση της εργολάβου από τη σύμβαση έργου, περί καταβολής δηλαδή της εργολαβικής αμοιβής, να υπάγονται στα τακτικά πολιτικά δικαστήρια.
Περαιτέρω, η νυν ενάγουσα προέβαλε στη διαιτητική δίκη ισχυρισμούς περί ελαττωμάτων του εκτελεσθέντος έργου και περί μη εμπρόθεσμης παράδοσής του, καθώς και αμφισβήτηση περί της εκτέλεσης ή μη όλων των εργασιών, αρχικών ή πρόσθετων, που οι εναγόμενοι υποστηρίζουν στην αίτηση διαιτησίας ότι εκτέλεσαν, αξιώνοντας τη σχετική αμοιβή.
Ενόψει επομένως αυτών των ισχυρισμών είναι πρόδηλο ότι, στην υπό κρίση περίπτωση, η γέννηση και κυρίως η έκταση της αξίωσης περί καταβολής της εργολαβικής αμοιβής άπτεται και σχετίζεται τόσο με την ερμηνεία των όρων της σύμβασης έργου όσο και με την εκτέλεση του έργου, υπό την έννοια αν οι φερόμενες κατά τους εναγόμενους ως εκτελεσθείσες εργασίες, πράγματι είχε συμφωνηθεί να εκτελεστούν, δοθέντος ότι για τις πρόσθετες εργασίες, κατά τους όρους της σύμβασης έργου, απαιτούνταν έγγραφη συμφωνία, όπως και η νυν ενάγουσα προέβαλε στη διαιτητική δίκη, καθώς και αν πράγματι, τόσο οι αρχικές όσο και οι πρόσθετες εργασίες, εκτελέσθηκαν, αφού η ίδια διάδικος αμφισβητεί τις ποσότητες και την έκταση αυτών, προϋποθέσεις που πρέπει αναγκαίως να συντρέχουν, ώστε να υφίσταται αξίωση των νυν εναγομένων σε βάρος της τελευταίας και κυρίως η έκτασή της.
Τέλος, δεν πρέπει να παροράται ότι και οι δύο διάδικες στην παρούσα δίκη πλευρές, κάνοντας χρήση των όσων ορίζονται στον ανωτέρω όρο 21, προσέφυγαν ενώπιον του Προέδρου Εφετών Κρήτης, με αντίστοιχες προσφυγές τους (η ενάγουσα κατέθεσε στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Ρεθύμνου την με αριθμό κατάθεσης ...-2-2012 προσφυγή της και οι εναγόμενοι κατέθεσαν στην γραμματεία του ίδιου Πρωτοδικείου τη με αριθμό κατάθεσης ...-2-2012 προσφυγή τους, δικάσιμος προς συζήτηση των οποίων, ενώπιον του Προέδρου Εφετών Κρήτης ορίσθηκε, μετά από αναβολή, η 2-6-2014), ακολουθώντας επομένως και η ενάγουσα την προβλεφθείσα διαιτητική διαδικασία, ενώ η τελευταία, αν κατά τους ισχυρισμούς της δεν δεσμεύεται από τη διαιτητική συμφωνία, τις αποζημιωτικές αξιώσεις της από τα κατά τις απόψεις της ελαττώματα του έργου, παρά την παράδοση του έργου την 15-4-2007 και την κατά την ίδια άμεση εμφάνιση των ελαττωμάτων ήδη από το καλοκαίρι του ίδιου έτους, για την αποκατάσταση τμήματος των οποίων κατέβαλε, πάντα κατά τους ισχυρισμούς της, σημαντικότατο χρηματικό ποσό, δεν εισήγαγε ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, αλλά ανέμενε και τις άσκησε (επικουρικώς βεβαίως) στα πλαίσια της διαιτητικής δίκης και δη κατά τη συζήτηση της αίτησης διαιτησίας την 8-4-2010".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο, απέρριψε τον προρρηθέντα τέταρτο λόγο της ένδικης αγωγής ακύρωσης της άνω διαιτητικής αποφάσεως, ως ουσιαστικά αβάσιμο. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ. Ειδικότερα, το Εφετείο διαπίστωσε εμμέσως, αλλά σαφώς, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ) την ύπαρξη αμφιβολίας και κενού σχετικά με την έννοια της προαναφερόμενης βούλησης των συμβαλλομένων, ως προς τον όρο 21 που περιέχεται στην από 20/12/2006 εργολαβική σύμβαση, σχετικά με το εάν τα συμβαλλόμενα μέρη υπήγαγαν σε διαιτησία, με βάση τον όρο αυτό και τις αξιώσεις των εναγομένων για την καταβολή στον καθένα εξ αυτών της εργολαβικής αμοιβής, που αποτέλεσε το αντικείμενο της από 8-12-2008 αίτησης διαιτησίας αυτών, στοιχείο αναγκαίο, προκειμένου να κριθεί αν το διαιτητικό δικαστήριο που αποφάνθηκε επί τούτου, επιδικάζοντας στους εναγόμενους τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά, υπερέβη την δικαιοδοσία του.
Ενόψει δε τούτων προσέφυγε στους άνω ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, τους οποίους ορθά εφάρμοσε, παραθέτοντας στην απόφασή του τα πραγματικά εκείνα περιστατικά, από τα οποία προκύπτει η αναγκαιότητα εφαρμογής τους, το πιο πάνω δε ερμηνευτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.
Συγκεκριμένα, με βάση τα κριτήρια που παρατίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η δοθείσα ερμηνεία εναρμονίζεται πλήρως με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη κατά τη βούληση των συμβαλλόμενων, ως προς το ότι η προβλεπόμενη στον όρο 21 της εργολαβικής σύμβασης συμφωνία περί υπαγωγής σε διαιτησία των διαφορών που προκύπτουν απ’ αυτήν και των πρόσθετων εργασιών που συμφωνήθηκαν επ’ ευκαιρία της, καταλαμβάνει και τις αξιώσεις των εναγόμενων για την καταβολή στον καθένα εξ αυτών της εργολαβικής αμοιβής, που αποτέλεσε το αντικείμενο της από 8-12-2008 αίτησης διαιτησίας.
Ενόψει δε της ως άνω ερμηνείας του επίμαχου όρου της διαιτητικής συμφωνίας, το διαιτητικό Δικαστήριο αποφαινόμενο επί των ανωτέρω αξιώσεων των εναγομένων, κινήθηκε εντός των ορίων της διαιτητικής συμφωνίας και δεν υπερέβη την εξουσία που του παρείχε η συμφωνία αυτή. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το κύριο μέρος του, με τον οποίον αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο λόγος αναίρεσης κατά το αντίστοιχο μέρος του.
Στα άρθρα 559 αρ. 20 και 561 παρ. 1 ΚΠολΔ ορίζεται, αντιστοίχως, ότι: "Αναίρεση επιτρέπεται .... αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό" και "Η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάστηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αρ. 19 και 20". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι ο θεσπιζόμενος με την πρώτη από αυτές λόγος αναίρεσης θεμελιώνεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, όσον αφορά το περιεχόμενο του εγγράφου, όταν δηλαδή από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το δικαστήριο ανέγνωσε το έγγραφο λανθασμένα, δεχόμενο ότι έχει κείμενο διαφορετικό από το πραγματικό. Αντίθετα, δεν ελέγχεται αναιρετικώς η ορθότητα ή μη της έννοιας που το δικαστήριο απέδωσε στο έγγραφο ή της ερμηνείας της περιεχομένης σ’ αυτό δήλωσης βουλήσεως, εκτός αν υπάρχει παράβαση ερμηνευτικών κανόνων δικαίου, οπότε όμως θεμελιώνεται ο λόγος του αρ. 1 και όχι του αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Εν προκειμένω, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το οικείο μέρος του, υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε την μεταξύ των διαδίκων από 20/12/2006 έγγραφη σύμβαση έργου και ειδικότερα ως προς τον όρο 21 που περιέχεται σ’ αυτήν, με τον οποίο υπήχθησαν σε διαιτησία οι διαφορές από την εν λόγω σύμβαση, με το να δεχθεί ερμηνευτικά μεγαλύτερο εύρος της δικαιοδοσίας του διαιτητού δικαστού, με βάση πραγματικά γεγονότα καταδήλως διάφορα των διαλαμβανομένων στον όρο αυτό, ενώ στον ως άνω όρο δεν καταλείπονται κενά, αλλά αναγράφεται ρητώς ότι η δικαιοδοσία του διαιτητή, περιορίζεται μόνο στην ερμηνεία της συμβάσεως έργου και της συνημμένης σ’ αυτήν συγγραφής υποχρεώσεων. Τα επικαλούμενα, όμως, για τη θεμελίωση του λόγου αναιρέσεως περιστατικά δεν συνιστούν διαγνωστικό, αλλ’ ερμηνευτικό τυχόν σφάλμα, εφόσον η αναιρεσείουσα δεν ισχυρίζεται, ότι το Εφετείο εσφαλμένα ανέγνωσε το έγγραφο, αλλά ότι κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία της διαιτητικής σύμβασης δέχθηκε ότι αυτή έχει εύρος μεγαλύτερο αυτού που αναφέρεται στο άρθρο 21 της σύμβασης έργου που καθιερώνει την διαιτησία, πλήττοντας όμως έτσι απαραδέκτως, κατ’ άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, την κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης για εκτιμητικό και όχι διαγνωστικό σφάλμα σε σχέση με το παραπάνω έγγραφο. Πρέπει συνεπώς ο λόγος αυτός, κατά το αντίστοιχο μέρος του, να απορριφθεί, ως απαράδεκτος.
Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου, για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔ (Ολ.
ΑΠ 2/2008). Ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται, ως κατ’ ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.
Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, όχι όμως και τα επίδικα (ΑΠ 1573/2006). Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν ουσιαστικό ή δικονομικό δικαίωμα, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, καθώς και οι λόγοι έφεσης, που περιέχουν ισχυρισμούς οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ ΑΠ 3/1997).
Δεν αποτελούν όμως "πράγματα" κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων. Επίσης, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος εφέσεως, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ’ ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου (Ολ.
ΑΠ 3/1997). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο (κατά το οικείο μέρος του) λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 11 περ. γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη την προσκομισθείσα νομίμως μετ’ επικλήσεως από την αναιρεσείουσα ενώπιον του από 30/3/2007 εργολαβική σύμβαση μεταξύ της εργοδότριας εταιρίας "...
Α.Ε." και της άλλης εταιρίας των εναγομένων με την επωνυμία "...", από το οποίο θα κατέληγε στο αποδεικτικό πόρισμα, ότι η βούληση των μερών στην επίδικη διαιτητική συμφωνία είναι αυτή ακριβώς που αναγράφεται στο άρθρο 21 του από 20/12/2008 συμφωνητικού και όχι αυτή που προσέδωσε στην εν λόγω συμφωνία η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση.
Από τη βεβαίωση, όμως, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, εκτός των άλλων, και "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τα οποία, με νόμιμη επίκληση, προσκομίζουν οι διάδικοι είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.... ορισμένα εκ των οποίων ειδικώς αναφέρονται κατωτέρω, χωρίς όμως να παραλείπεται κανένα για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς..." σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενό της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, αλλ’ αντιθέτως καθίσταται βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και το παραπάνω έγγραφο στο οποίο αναφέρεται η αναιρεσείουσα, για την συναγωγή του σχετικού αποδεικτικού του πορίσματος.
Επομένως, ο ερευνώμενος από την παραπάνω διάταξη αντίθετος λόγος αναιρέσεως, κατά το αντίστοιχο μέρος του, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων, προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 8 εδ. β’ ΚΠολΔ, ότι δεν έλαβε υπόψη τα γεγονότα και τα σχετικά επιχειρήματα που συνάγονται από το αμέσως ανωτέρω έγγραφο (από 30/3/2007 εργολαβική σύμβαση μεταξύ της εργοδότριας εταιρίας "...
Α.Ε." και της άλλης εταιρίας των εναγομένων με την επωνυμία "..."), για την εξεύρεση της αληθούς βουλήσεως των συμβαλλομένων για την ερμηνεία της επίδικης συμβάσεως, αναφορικά με τον όρο 21 αυτής που αναφέρεται στη ρήτρα διαιτησίας, με την λήψη υπόψη των οποίων θα κατέληγε σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απαράδεκτος. Τούτο, διότι η προβαλλόμενη αιτίαση δεν αποτελεί "πράγμα" υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλ’ αντιθέτως γίνεται επίκληση μ’ αυτήν του περιεχομένου του ανωτέρω εγγράφου και της αξιολόγησης αυτού από το δικαστήριο της ουσίας, ενώ παράλληλα προβάλλονται από την αναιρεσείουσα επιχειρήματα και συμπεράσματα, ως προς την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των αναφερθεισών διατάξεων, με βάση την εκτίμηση του εγγράφου αυτού, τα οποία όμως, κατά τα προεκτεθέντα, δεν ιδρύουν τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 897 και 899 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η διαιτητική απόφαση μπορεί ν’ ακυρωθεί μόνον με δικαστική απόφαση, που εκδίδεται μετά από την άσκηση αγωγής ακυρώσεως ενώπιον του αρμόδιου Εφετείου και μόνον για κάποιο από τους αναφερόμενους στο άρθρο 897 του ίδιου Κώδικα λόγους, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η περίπτωση κατά την οποία η συμφωνία για τη διαιτησία είναι άκυρη (άρθρο 897 αρ. 1 ΚΠολΔ).
Τον προκείμενο ακυρωτικό λόγο της διαιτητικής απόφασης, θεμελιώνει η έλλειψη των προϋποθέσεων που ορίζει ο νόμος (άρθρα 867, 869 ΚΠολΔ), για την έγκυρη κατάρτιση της διαιτητικής συμφωνίας, η έλλειψη δε των προϋποθέσεων αυτών πρέπει να εκτίθενται στην αγωγή ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, για τη νομική βασιμότητα αυτής.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 867, 868 και 870 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι η διαιτητική συμφωνία, αποτελεί ιδίαν δικονομικού δικαίου συμφωνία, η οποία σαφώς διακρίνεται από την ουσιαστική κύρια σύμβαση στην οποία αναφέρεται, είναι δε ανεξάρτητη και αυτοτελής, χωρίς να επηρεάζεται από την πρώτη, έστω και αν ενσωματώνεται στο ίδιο κείμενο.
Η αυτοτέλεια αυτή της διαιτητικής συμφωνίας, που έχει ως συνέπεια το ανεπηρέαστο αυτής από την τύχη της κυρίας συμβάσεως, σε περίπτωση ακυρότητας της τελευταίας δεν συμπαρασύρει, εκ του λόγου τούτου και μόνο, σε ακυρότητα και την διαιτητική συμφωνία, διότι δεν υπάρχει διάταξη νόμου, η οποία να ορίζει, ότι καθίσταται αναγκαίως ή αυτοδικαίως άκυρη η διαιτητική συμφωνία, οσάκις είναι άκυρη και η σύμβαση ή η έννομη σχέση στην οποία αφορά.
Αντίθετα, μάλιστα, η ανωτέρω παθογένεια της ενοχής του ουσιαστικού δικαίου αποτελεί και το αντικείμενο της ενώπιον του διαιτητικού δικαστηρίου δίκης. Περαιτέρω, η έννοια της εικονικότητας είναι ορισμένη αφ’ εαυτής, γιαυτό και δεν απαιτείται ειδικότερος προσδιορισμός της, ώστε αρκεί η επίκληση του όρου εικονικότητα, χωρίς να χρειάζεται η αναφορά άλλων στοιχείων (ΑΠ 874/1996, 1908/2013).
Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναίρεσης από την παραπάνω διάταξη, είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε σε πρώτο ή σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε, ως μη νόμιμη, ενώ συνέβαινε το αντίθετο, σύμφωνα με συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου.
Έχει δε κριθεί, ως διάταξη ουσιαστικού δικαίου και εκείνη του άρθρου 897 ΚΠολΔ (ΑΠ 295/1999), καθόσον οι λόγοι ακυρότητας που εκεί μνημονεύονται αποτελούν ακυρότητες του ουσιαστικού δικαίου.
Στην ένδικη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με την από 11/4/2012 αγωγή ακύρωσης κατά το άρθρο 897 ΚΠολΔ, σύμφωνα με το επισκοπούμενο αιτητικό αυτής, ζήτησε να ακυρωθεί η 1/2012 απόφαση διαιτησίας του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνου, αναγνωριζομένου του ακύρου, στο σύνολό της, της από 20/12/2006 συμβάσεως έργου, στην οποία στηριζόταν η από 8/12/2008 αίτηση διαιτησίας των αναιρεσιβλήτων, μεταξύ άλλων που δεν αποτελούν αντικείμενο της αναιρετικής δίκης, λόγω εικονικότητας αυτής και της ρήτρας διαιτησίας που περιλαμβάνεται σ’ αυτήν.
Το Εφετείο Κρήτης, επί του αιτήματος αυτού, δέχτηκε τα ακόλουθα: "... η ενάγουσα, αφού εκθέτει ότι η αίτηση διαιτησίας έγινε μερικά δεκτή σε βάρος της με την 1/2012 απόφαση του Μονομελούς Διαιτητικού Δικαστηρίου Ρεθύμνου, που την υποχρέωσε να καταβάλει για τις παραπάνω αιτίες το αναφερόμενο χρηματικό ποσό, ζητά την ακύρωση της παραπάνω διαιτητικής απόφασης ισχυριζόμενη Α) με τον πρώτο λόγο της αγωγής της, ότι η από 20-12-2006 έγγραφη σύμβαση έργου, στην οποία περιλαμβάνεται η συμφωνία περί διαιτησίας, είναι άκυρη ως εικονική κατά τη βούληση των συμβαλλομένων σ’ αυτή μερών και καταρτίσθηκε προκειμένου να προσκομισθεί στην Περιφέρεια Κρήτης για να επιδοτηθεί η ίδια για την ανακαίνιση των ξενοδοχειακών της μονάδων, χωρίς να αποτυπώνει την πραγματική συμφωνία που σύναψε προφορικά με την κοινοπραξία και υπό τους αναφερόμενους όρους της οποίας η ίδια (ενάγουσα) ανέθεσε στην τελευταία την εκτέλεση του ανωτέρω τεχνικού έργου, με αποτέλεσμα να είναι άκυρη και η περί διαιτησίας συμφωνία και Β) με τον επικουρικά, σε σχέση με τον πρώτο λόγο, προβαλλόμενο δεύτερο λόγο της αγωγής της, ότι η ίδια από 20/12/2006 σύμβαση έργου είναι άκυρη, κατά τα άρθρα 178 και 179 του ΑΚ, ως αντικείμενη στα χρηστά ήθη υπό την ειδικότερη μορφή της αισχροκερδούς δικαιοπραξίας, επειδή καταρτίσθηκε κατά εκμετάλλευση της ανάγκης της ίδιας να λάβει ταχύτερα την ανωτέρω επιδότηση και της κουφότητας του νομίμου εκπροσώπου της, που την υπέγραψε χωρίς να την αναγνώσει, στα πλαίσια της σχέσης εμπιστοσύνης που τον συνέδεε με τον εκπρόσωπο της αντισυμβαλλόμενή της κοινοπραξίας, και δι’ αυτής η τελευταία συνομολόγησε για τον εαυτό της περιουσιακά ωφελήματα (εργολαβική αμοιβή) που υπό τα ειδικότερα αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά τελούν σε φανερή δυσαναλογία με τη δική της παροχή, δηλαδή με το ανωτέρω έργο, με αποτέλεσμα να είναι άκυρη και η περί διαιτησίας συμφωνία.
Οι ανωτέρω δύο λόγοι, με τους οποίους επιδιώκεται η ακύρωση της παραπάνω διαιτητικής απόφασης, παρίστανται όμως νομικά αβάσιμοι και ως εκ τούτου είναι απορριπτέοι. Ειδικότερα,...όπως βάσιμα ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, ενόψει της αυτοτέλειας της διαιτητικής συμφωνίας από την κύρια ουσιαστική σύμβαση, στην επίλυση των διαφορών της οποίας αναφέρεται, η, κατά τα προβαλλόμενα κυρίως και επικουρικώς στην ένδικη αγωγή, ακυρότητα της από 20/12/2006 σύμβασης έργου, στο κείμενο της οποίας αποτυπώθηκε η περί διαιτησίας έγγραφη συμφωνία, δεν συμπαρασύρει ούτε επιφέρει ως αναγκαίο αποτέλεσμα, όπως η ενάγουσα εσφαλμένα υπολαμβάνει, την ακυρότητα και της επίμαχης διαιτητικής συμφωνίας.
Με τα όσα η τελευταία αναφέρει περί εικονικότητας και αντίθεσης στα χρηστά ήθη, υπό την ειδικότερη μορφή της αισχροκερδούς δικαιοπραξίας,... πλήττει αποκλειστικά την εγκυρότητα της από 20/12/2006 σύμβασης έργου, αφού όλα τα επικαλούμενα από την ίδια πραγματικά περιστατικά αναφέρονται και συνδέονται αποκλειστικά και μόνο με τη σύμβαση έργου, χωρίς περαιτέρω να διαλαμβάνονται στην αγωγή αυτοτελή πραγματικά περιστατικά που να πλήττουν, ως εικονική ή ως αισχροκερδή για συγκεκριμένους λόγους, την ίδια την ενδιαφέρουσα στα πλαίσια της υπό κρίση αγωγής ακύρωσης διαιτητικής απόφασης, συγκεκριμένη διαιτητική συμφωνία".
Όμως, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της από 11/4/2012 αγωγής ακύρωσης της αναιρεσείουσας, κατά το ενδιαφέρον το κρίσιμο ζήτημα μέρος του, επισκοπούμενο παραδεκτώς από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά την έρευνα της αποδιδόμενης με το αναιρετήριο πλημμέλειας από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με αυτήν η αναιρεσείουσα ισχυρίστηκε ότι η επίμαχη συμφωνία διαιτησίας είναι άκυρη, διότι η από 20/12/2006 σύμβαση έργου είναι άκυρη, ως εικονική, στο σύνολό της, όπως άκυρη, ως εικονική, είναι και η αναφερόμενη σ’ αυτήν σύμβαση διαιτησίας, ότι στην πραγματικότητα ουδέποτε συμφώνησε με το αντίδικο μέρος η όποια διαφορά προκύψει από τη μεταξύ τους σύμβαση έργου, να επιλυθεί με διαιτησία, η δε σύμβαση έργου είναι εικονική στο σύνολό της, αφού οι συμβαλλόμενοι σ’ αυτήν την υπέγραψαν όχι σπουδαίως, αλλά κατά το φαινόμενο μόνο και συμφώνησαν "να μην ισχύει ως προς κανένα της όρο" και άρα και ως προς την αναφερόμενη σ’ αυτήν συμφωνία περί διαιτησίας, που περιλαμβάνεται στο άρθρο 21 αυτής.
Από το ανωτέρω περιεχόμενο της αγωγής ακύρωσης, σε συνδυασμό με το αιτητικό της, των οποίων αναφορά γίνεται στην αίτηση αναιρέσεως και τους πρόσθετους λόγους αυτής, ευθέως προκύπτει, ότι η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε εικονικότητα όχι μόνο της από 20/12/2006 σύμβασης έργου, αλλά ρητώς και ειδικώς και της εμπεριεχόμενης στο άρθρο 21 αυτής συμφωνίας περί διαιτησίας, χωρίς να χρειάζεται για τη νομιμότητα του σχετικού ισχυρισμού και τη θεμελίωση του αντίστοιχου λόγου ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, η αναφορά και άλλων στοιχείων, πέραν της επικλήσεως της εικονικότητας της περί διαιτησίας συμφωνίας.
Συνεπώς, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την υπό κρίση αγωγή ακύρωσης, ως μη νόμιμη, κατά τον παραπάνω περί εικονικότητας της διαιτητικής συμφωνίας λόγο της, παρά το ότι διαλαμβανόντουσαν σ’ αυτήν τα απαραίτητα περιστατικά του πραγματικού των άρθρων 138 ΑΚ και 897 παρ. 1 ΚΠολΔ, παραβίασε ευθέως τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, όπως βασίμως μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη η αναιρεσείουσα, για την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με τον πρώτο λόγο, αλλά αληθώς, κατ’ ορθή εκτίμηση και με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως, σε συνδυασμό και με τους πρώτο και δεύτερο πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος της που απέρριψε την από 11/4/2012 αγωγή ακύρωσης της αναιρεσείουσας, ως προς τον λόγο της περί ακυρότητας λόγω εικονικότητας της ρήτρας διαιτησίας που εμπεριέχεται στην από 20/12/2006 σύμβαση έργου (άρθρο 21 αυτής). Στη συνέχεια πρέπει και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, εφ’ όσον είναι δυνατή η συγκρότηση αυτού, από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν.
Μέρος από τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας θα επιβληθεί σε βάρος των αναιρεσιβλήτων, λόγω της μερικής νίκης και ήττας των διαδίκων (άρθρα 178, 180, 183 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό και θα διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκηση της προκείμενης αιτήσεως αναιρέσεως, στον καταθέσαντα τούτο, κατ’ άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 269/2013 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, κατά το μέρος της που απέρριψε, ως μη νόμιμη, την από 11/4/2012 αγωγή ακύρωσης της αναιρεσείουσας, ως προς τον λόγο της περί ακυρότητας, λόγω εικονικότητας, της ρήτρας διαιτησίας που εμπεριέχεται στην από 20/12/2006 σύμβαση έργου (άρθρο 21 αυτής).
Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν.
Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσιβλήτων μέρος από τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα τούτο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Μαΐου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Απριλίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ