543/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated543/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά μεν το άρθρο 553 παρ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνον κατά των οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν την όλη δίκη, ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή, κατά δε το άρθρο 524 παρ.3 ΚΠολΔ σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται.
Full text
Απόφαση 543 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 543/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Γ. Μ. και 2 Δ. Φ., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Κουλοχέρη .
Της αναιρεσιβλήτου: Σ. Κ. Μ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Τσάπελη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-3-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3049/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 2778/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12-11-2012 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου, ανέγνωσε την από 12-11-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
H προσβαλλομένη απόφαση είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Η αναιρεσίβλητη άσκησε κατά των αναιρεσειόντων και άλλων φυσικών και νομικών προσώπων την από 23-3-2006 αγωγή της, με την οποία, επικαλούμενη, μεταξύ άλλων, ότι οι αναιρεσείοντες, ως διευθυντές σύνταξης εφημερίδας προσέβαλαν με σχετικά δημοσιεύματα την προσωπικότητά της, ζήτησε, μεταξύ άλλων, να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι υποχρεούνται να της καταβάλουν ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, το ποσό των 400.000 ευρώ, καθένας εις ολόκληρον. Η αγωγή έγινε μερικώς δεκτή για το ποσό των 45.000 ευρώ. Κατά της αποφάσεως αυτής οι αναιρεσείοντες άσκησαν έφεση, κατά τη συζήτηση της οποίας δεν παραστάθηκαν και η έφεσή τους απορρίφθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση ως ανυποστήρικτη. Έφεση άσκησε και η ενάγουσα, η οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η απόφαση του Εφετείου τόσο κατά το μέρος που απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων όσο και κατά το μέρος που απέρριψε την αντίθετη κατ' αυτών έφεση της αναιρεσίβλητης.
Κατά μεν το άρθρο 553 παρ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνον κατά των οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν την όλη δίκη, ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή, κατά δε το άρθρο 524 παρ.3 ΚΠολΔ σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι η απόρριψη της έφεσης λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος γίνεται κατ' ουσίαν και όχι κατά τύπους και επομένως στην περίπτωση αυτή, αν απορρίφθηκε και η εν συνεχεία ασκηθείσα κατ` αυτής ανακοπή ερημοδικίας, ή εχώρησε παραίτηση από του δικαιώματος ασκήσεώς της, προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναίρεσης είναι και η εκδοθείσα ερήμην του εκκαλούντος εφετειακή απόφαση, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη.
Έτσι, τα τυχόν σφάλματα της απόφασης του πρώτου βαθμού, αφού επικυρώνονται από το Εφετείο, μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναιρέσεως ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας απόφασης, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους παραδεκτώς προβαλλόμενους (Ολ. ΑΠ 16/90). Στην προκειμένη περίπτωση, παραδεκτώς φέρεται προς συζήτηση η κρινόμενη αίτηση για αναίρεση της ερήμην των αναιρεσειόντων-εκκαλούντων εκδοθείσης 2778/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη απόφαση, μετά την γενόμενη παραίτηση των αναιρεσειόντων από του δικαιώματος ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας κατά της ερήμην αυτών εκδοθείσης εφετειακής αποφάσεως.
Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή κατά το μέρος που προσβάλλει τη διάταξη της προσβαλλόμενης απόφασης με την οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη (και άρα κατ' ουσίαν) η έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, οι οποίοι, ως ηττηθέντες, έχουν πρόδηλο έννομο συμφέρον ( άρθρο 68 ΚΠολΔ ) για την εξαφάνιση της προσβαλλόμενης απόφασης. Κατά το μέρος, όμως, που η αίτηση αναίρεσης προσβάλλει τη διάταξη της αποφάσεως του Εφετείου με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η κατά των αναιρεσειόντων έφεση της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης, οι αναιρεσείοντες δεν έχουν (στην συγκεκριμένη τουλάχιστον περίπτωση) το απαιτούμενο από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 παρ.2 ΚΠολΔ έννομο συμφέρον για την άσκηση αναίρεσης, αφού κατά τούτο νίκησαν και αν γίνει δεκτή η αναίρεση κατά το μέρος που η απόφαση απέρριψε τη δική τους έφεση, θα αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, θα αναβιώσει η εκκρεμοδικία, θα εξετασθεί και πάλι η έφεσή τους και, με την τυχόν παραδοχή της, οι δυσμενείς αιτιολογίες της εκκαλούμενης αποφάσεως μπορούν να ανατραπούν (προβλ. και Α.Π. 539/2011 ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 681Δ παρ.1 και 4 εδ. δ', 666 παρ. 1, 671 παρ.1 εδ. δ', 237 παρ. 1 εδ. β' και γ', 591 παρ.1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι και στην ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία εκδικάζεται η αγωγή που αφορά αποζημίωση για ζημία που προκλήθηκε δια του τύπου, ενώπιον του δικαστηρίου οι διάδικοι πρέπει μαζί με τις προτάσεις τους, το αργότερο κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, να καταθέσουν, προαποδεικτικώς, και όλα τα αποδεικτικά και διαδικαστικά έγγραφα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν με τις προτάσεις τους.
Μετά το πέρας της συζήτησης στο ακροατήριο και έως τη δωδέκατη ώρα της τρίτης εργάσιμης ημέρας από τη συζήτηση οι διάδικοι μπορούν να καταθέσουν προσθήκη στις προτάσεις τους, η οποία περιορίζεται στην αξιολόγηση των αποδείξεων και ακόμη επιτρέπεται, πλέον του σχολιασμού αυτού, να προταθούν, με την εν λόγω προσθήκη, ισχυρισμοί και να προσκομισθούν ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα και γνωμοδοτήσεις, κατά το άρθρο 390 ΚΠολΔ, μόνο για την αντίκρουση ισχυρισμών που προτάθηκαν παραδεκτώς για πρώτη φορά κατά τη συζήτηση.
Επομένως, μετά το πέρας της συζήτησης, με την εμπροθέσμως κατατιθέμενη προσθήκη στις προτάσεις, επιτρέπεται μόνον ο σχολιασμός των αποδείξεων που έχουν ήδη προσκομισθεί κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επί πλέον, με την εν λόγω προσθήκη, παραδεκτώς προσκομίζονται ένορκες βεβαιώσεις μόνο για την αντίκρουση ισχυρισμών που προτάθηκαν παραδεκτώς για πρώτη φορά κατά τη συζήτηση.
Επίκληση και προσκομιδή αποδεικτικού μέσου προς απόδειξη ή ανταπόδειξη, άμεση ή έμμεση, των ισχυρισμών των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, εντός των τριών εργασίμων ημερών από τη συζήτηση, με την προσθήκη στις προτάσεις τους, είναι απαράδεκτη, εκτός αν γίνεται επίκληση ότι αφορά την αντίκρουση συγκεκριμένων ισχυρισμών που προτάθηκαν για πρώτη φορά κατά τη συζήτηση στο Εφετείο, ως τοιούτων νοουμένων των αυτοτελών ισχυρισμών, στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έλαβε υπόψη τέτοιες αποδείξεις, χωρίς να βεβαιώνει ότι συντρέχει περίπτωση παραδεκτού κατά την ΚΠολΔ 591 παρ. 1 περ.
δ', όπως, κατά τα άνω, ισχύει, υποπίπτει στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 11 και 14 ΚΠολΔ (ΑΠ Ολ. 707/1974, ΑΠ 659/2007, Α.Π. 1672/2000). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 3049/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία μετά την απόρριψη της έφεσης των αναιρεσειόντων ως ανυποστήρικτης θεωρείται ενσωματωμένη στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, το πρωτόδικο δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, μετά των άλλων αποδεικτικών μέσων, και την προσκομισθείσα από την ενάγουσα υπ' αριθ. 1478/17-11-2008 ένορκη βεβαίωση της Π.
Κ., η οποία ελήφθη μετά τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και εντός της προθεσμίας προς αντίκρουση των ισχυρισμών, κατόπιν σχετικής δηλώσεως της ενάγουσας που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, χωρίς να δέχεται το δικαστήριο ότι αυτή αναφέρεται σε αντίκρουση αυτοτελών ισχυρισμών που προβλήθηκαν από τους εναγομένους το πρώτον στο ακροατήριο και καταχωρίσθηκαν στα πρακτικά, τέτοια δε επίκληση προβολής από τους εναγόμενους στο ακροατήριο ισχυρισμών και αντίκρουση αυτών δεν έγινε σε κάθε περίπτωση από την ενάγουσα, όπως τούτο προκύπτει από την επισκόπηση της από 18-11-2008 προσθήκης επί των από 13-11-2008 προτάσεών της.
Επομένως, παρά τον νόμο η εκκαλούμενη απόφαση έλαβε υπόψη της και συνεκτίμησε μαζί με τις άλλες αποδείξεις και την ως άνω από την ενάγουσα επικληθείσα και προσκομισθείσα εντός της προθεσμίας προσθήκης-αντίκρουσης ένορκη βεβαίωση, το σφάλμα δε τούτο αποτελεί και σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου.
Συνεπώς, είναι βάσιμος ο τρίτος από το άρθρο 559 αριθ. 11 β' ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ως άνω πλημμέλεια. Κατόπιν αυτού και παρελκούσης της έρευνας των λοιπών αναιρετικών λόγων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι εφικτή (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων βαρύνουν την αναιρεσίβλητη, θα καθορισθούν όμως αυτά μειωμένα, γιατί η αίτηση γίνεται εν μέρει δεκτή ( άρθρα 176, 178 παρ.1, 183 ΚΠολΔ ). Το παράβολο που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες πρέπει να τους επιστραφεί, αφού η αίτηση γίνεται εν μέρει δεκτή (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 4 προστέθηκε με άρθρο 12 παρ. 2 του Ν. 4055/2012).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 2778/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που με αυτήν απορρίφθηκε η από 4-10-2010 έφεση των αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθ. 3049/2009 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το παραπάνω μέρος, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στους αναιρεσείοντες.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε μέρος της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσειόντων, το οποίο ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων ( 2.000 ) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Φεβρουαρίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Μαρτίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ