Legislator Case Law & Legislation
543/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible for failing to restate facts and citing opponent's arguments.

Case Number 543/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of Thessaloniki's decision regarding a custody dispute. The appellant argued the lower court ignored specific facts and evidence, but the court found the appeal inadmissible because the appellant failed to restate these arguments in the appeal brief as required by law. Furthermore, the court rejected claims based on the opponent's arguments, noting the appellant lacked standing to challenge the lower court's consideration of the other party's submissions.

Legislator headnote

AI generated

Articles 57 and 59 of the Civil Code; Article 240 of the Code of Civil Procedure. An appeal based on facts not restated in the appeal brief is inadmissible, and an appellant cannot challenge the lower court's consideration of the opponent's arguments.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal restatement of facts standing to appeal opponent's arguments civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Articles 57 and 59 of the Civil Code
Article 240 of the Code of Civil Procedure
Article 562, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559, number 8 of the Code of Civil Procedure
Article 559, number 11 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 543 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 543/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Δημητρακόπουλο.

Των αναιρεσιβλήτων:1. Ψ1 και 2. Ψ2, κατοίκων ..., ενεργούντων ατομικά και ως ασκούντων τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων τους ΥΥ και ΩΩ, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Σαργιαννίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27 Μαρτίου 2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6175/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 352/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12 Μαΐου 2006 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Διονύσιος Γιαννακόπουλος, ανέγνωσε την από 25 Σεπτεμβρίου 2007 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στην σύνθεση Δημητρίου Πατινίδη , με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου, κατά το πρώτο μέρος του, και του ενάτου λόγου και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τα άρθρα 57 και 59 του ΑΚ συνάγονται τα εξής: Όποιος παράνομα προσβάλλεται στην προσωπικότητα του, νοούμενη ως το προστατευόμενο από το σύνταγμα (αρθρ. 2 παρ.1) σύνολο των αξιών, που απαρτίζουν την ουσία του ανθρώπου, έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον. Σε περίπτωση δε που η παράνομη προσβολή της προσωπικότητας υπήρξε και υπαίτια, το δικαστήριο μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον προσβολέα, κατά τα άρθρα 914 και 932 ΑΚ, να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη, που τυχόν έχει επέλθει, ιδίως με πληρωμή χρηματικού ποσού.

Προσβολή της προσωπικότητας δημιουργείται με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη τρίτου με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση που υπάρχει σε μια ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής, Η προσβολή είναι παράνομη όταν η επέμβαση στην προσωπικότητα του άλλου δεν είναι επιτρεπτή από το δίκαιο ή γίνεται σε ενάσκηση δικαιώματος, το οποίο όμως είναι από άποψη έννομης τάξης μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται καταχρηστικά.

Ενόψει της σύγκρουσης των προστατευόμενων αγαθών προς τα προστατευόμενα αγαθά της προσωπικότητας των άλλων ή προς το συμφέρον της ολότητας, θα πρέπει να αξιολογούνται και να σταθμίζονται στη συγκεκριμένη περίπτωση τα συγκρινόμενα έννομα αγαθά και συμφέροντα για την διακρίβωση της ύπαρξης προσβολής του δικαιώματος επί της προσωπικότητας και ο παράνομος χαρακτήρας της.

Τα έννομα αγαθά που περικλείονται στο δικαίωμα της προσωπικότητας (η τιμή, η ιδιωτική ζωή, η εικόνα, η σφαίρα του απορρήτου κ. ά.) δεν αποτελούν αυτοτελή δικαιώματα αλλά επιμέρους εκδηλώσεις, εκφάνσεις ή πλευρές του ενιαίου δικαιώματος επί της ιδίας προσωπικότητας, έτσι ώστε η προσβολή οποιασδήποτε εκφάνσεως της προσωπικότητας να σημαίνει και προσβολή της συνολικής έννοιας προσωπικότητα.

Η εικόνα του ανθρώπου ανήκει όχι στο κοινό αλλά μόνο σε εκείνον που παριστάνει, και γι' αυτό η από άλλον αποτύπωση, με φωτογράφηση ή άλλον τρόπο, ή η προβολή αυτής δημοσίως, χωρίς τη συναίνεση του εικονιζόμενου, αποτελεί, καθαυτή, παράνομη προσβολή της προσωπικότητας, δηλαδή του δικαιώματος επί της ιδίας εικόνος, και δεν απαιτείται να προσβάλλεται συγχρόνως και άλλο αγαθό της προσωπικότητας του, όπως το απόρρητο της ιδιωτικής του ζωής, ή η υπόληψη του.

Αν συμβεί και το εικονιζόμενο πρόσωπο εμφανίζεται κάτω υπό συνθήκες που παραβιάζουν το απόρρητο της ιδιωτικής του ζωής, με την αποκάλυψη στοιχείων της, όπως η κατάσταση της υγείας του, ή που μειώνουν την υπόληψη του, όπως όταν συνοδεύεται με δυσμενείς κρίσεις εκτιμήσεις ή συμπεράσματα που είναι αληθή μεν αλλά ελλιπή, και έχουν σχέση με την κατάσταση της υγείας του εικονιζόμενου, δημιουργούν δε εσφαλμένες εντυπώσεις και αρνητικό κλίμα σε βάρος του, τότε προσβάλλονται περισσότερες εκφάνσεις της προσωπικότητας του (εικόνα, απόρρητο ιδιωτικού βίου, υπόληψη), και η προσβολή είναι σημαντικότερη.

Αν η προβολή της εικόνας ή η αποκάλυψη στοιχείων του ιδιωτικού βίου του απεικονιζόμενου γίνεται οπό πρόσωπο που άμεσα συνδέεται με τη λειτουργία του τύπου, γίνεται δε κατ' αυτή τη λειτουργία, η οποία, κατά το Σύνταγμα (αρθρ. 14 παρ. 1 και 2) είναι ελεύθερη, εφόσον ο απεικονιζόμενος δεν αποτελεί πρόσωπο που ενδιαφέρει το κοινωνικό σύνολο, το παράνομο της προσβολής της προσωπικότητας του με την αποτύπωση ή έκθεση της εικόνας και τη δημοσιοποίηση στοιχείων του ιδιωτικού βίου του αίρεται με τη ρητή ή σιωπηρή οικεία συναίνεση ή έγκριση του ή εφόσον συντρέχουν λόγοι που θεμελιώνονται στην ανάγκη προστασίας δικαιολογημένου συμφέροντος, κατά τα προεκτεθέντα.

Εξάλλου, επίκληση τέτοιου συμφέροντος δεν είναι δυνατή όταν πληροφορία που μεταδίδεται δια των μέσων ενημέρωσης, η οποία αφορά το κοινωνικό σύνολο, είναι μεν αληθής αλλά ελλιπής, εφόσον τα παραλειπόμενα στοιχεία είναι σημαντικά και ο εκπρόσωπος του τύπου είχε πρόσβαση σ' αυτά. Τέλος, ειδικά καθ' όσον αφορά την προβολή της εικόνας ανηλίκου μέσω της τηλεόρασης, το όρθρο 8 παρ. 2 του ΠΔ 100/14/17.3.2000 "Εναρμόνιση της Ελληνικής ραδιοτηλεοπτικής νομοθεσίας στις διατάξεις της οδηγίας 97/336/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 30.6.97" (ΦΕΚ Α'98/17.3.2000) ορίζει ότι: "Η παρουσίαση ή η συμμετοχή ανήλικων μαρτύρων ή θυμάτων εγκληματικών ενεργειών ή δυστυχημάτων, καθώς και των ανήλικων που βρίσκονται σε δύσκολη κατάσταση, σε ειδησεογραφικές και άλλες ενημερωτικές εκπομπές των τηλεοπτικών σταθμών απαγορεύεται.

Η παρουσίαση αυτή, επιτρέπεται κατ' εξαίρεση, εφόσον είναι αναγκαία για την ενημέρωση του κοινού και δεν προκαλεί πόνο ή βλάβη στην προσωπικότητα του ανηλίκου και μόνον ύστερα από γραπτή άδεια αυτού που ασκεί τη γονική μέριμνα ή την επιμέλεια ...", Κατά την έννοια της άνω διάταξης σε "δύσκολη κατάσταση" βρίσκεται και ο ανήλικος που έχει προσβληθεί από σοβαρά νόσημα, έστω και αν αυτό δεν είναι εμφανές στην εικόνα του.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ότι προέκυψαν από τις αποδείξεις τα ακόλουθα ουσιώδη περιστατικά: "Στις 26-7-2000 ο τηλεοπτικός σταθμός με την επωνυμία "ALPHA", ο οποίος δεν είναι διάδικος στην παρούσα κατ' έφεση δίκη, διευθυντής του τμήματος ειδήσεων του οποίου ήταν ο δεύτερος εναγόμενος και ήδη εφεσίβλητος Χ, στο μεσημβρινό δελτίο ειδήσεών του, που προβλήθηκε στις 14.30' παρουσίασε ρεπορτάζ του τρίτου εναγομένου ΑΑ, δημοσιογράφου, ο οποίος δεν είναι διάδικος στην κατ' έφεση δίκη, με θέμα "Φυματίωση σε παιδικό σταθμό", στο οποίο ενσωματώθηκαν και προβλήθηκαν εικόνες πέντε (5) παιδιών, μεταξύ των οποίων και τα δύο ανήλικα τέκνα των εναγόντων, χωρίς τα πρόσωπα αυτών να αποκρύπτονται με ειδική τεχνική παραμόρφωση της εικόνας ("μωσαϊκό κλπ").

Στις εικόνες αυτές τα ανήλικα τέκνα των εναγόντων εμφανίζονται να παίζουν με άλλα τρία (3) παιδιά, μέσα σε αίθουσα του παραπάνω παιδικού σταθμού. Στις 28 Ιουλίου 2000 ο ίδιος τηλεοπτικός σταθμός της πρώτης εναγομένης, στο κεντρικό δελτίο ειδήσεών του, που προβλήθηκε ώρα 20.00', παρουσίασε και πάλι το ίδιο, ως άνω, ρεπορτάζ, του τρίτου εναγομένου, στο οποίο, όμως, οι ενσωματωθείσες εικόνες των πέντε παιδιών, μεταξύ των οποίων και τα ανήλικα τέκνα των εναγόντων, εμφανίζονταν με αρνητική μορφή έγχρωμης φωτογραφίας, εκτός από μία ευκρινή εικόνα τους...

Μόνο η λήψη της εικόνας των ανηλίκων ΥΥ και ΩΩ και η παρουσίασή της στις 26-7-2000, μέσω της τηλεοράσεως, εκ μέρους της προαναφερόμενης ανώνυμης εταιρίας, χωρίς τη συναίνεση των γονέων τους, αποτελεί παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς τους, χωρίς να απαιτείται και προσβολή άλλης έκφανσης της προσωπικότητάς τους, σύμφωνα με αυτά που εκτέθηκαν στην μείζονα σκέψη.

Και επειδή οι ανήλικοι αυτοί αντιμετώπιζαν πρόβλημα υγείας και συγκεκριμένα υποβάλλονταν σε θεραπευτική αγωγή χημειοπροφύλαξης προκειμένου να αντιμετωπιστεί η έκθεσή τους στη λοίμωξη της φυματιώσεως, βρίσκονταν δηλαδή σε δύσκολη κατάσταση, η παρουσίαση της εικόνας τους, εκτός του ότι παραβιάζει το απόρρητο της ιδιωτικής ζωής, εμπίπτει και στη σχετική απαγόρευση, που προβλέπεται στο προαναφερόμενο άρθρο 8 παρ. 1 του ΠΔ 100 της 14/17-3-2000, η ισχύς του οποίου άρχισε για τα δελτία ειδήσεων τηλεοράσεως από την 1-4-2000 ...".

Και κατέληξε το Εφετείο στην κρίση, ότι η συμπεριφορά του εφεσίβλητου (αναιρεσείοντος), διευθυντή ειδήσεων του παραπάνω τηλεοπτικού σταθμού, έναντι των ανηλίκων εναγόντων, τον καθιστά υπαίτιο της προσβολής της προσωπικότητας αυτών και υπόχρεο προς πληρωμή χρηματικής ικανοποιήσεως, το ποσό της οποίας προσδιόρισε, ενόψει της εντάσεως και της βαρύτητας της προσβολής και της κοινωνικής θέσεως και της οικονομικής καταστάσεως των μερών, στο ποσό 23.000 ευρώ (7.837.250 δραχμών) για καθένα των ανηλίκων.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παρεβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικές διατάξεις και επομένως τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως και κατά το πρώτο μέρος του από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ, όπως και ο επί της αυτής διατάξεως ερειδόμενος έκτος λόγος (αναιρέσεως) είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

Με το άρθρο 25 παρ.1 εδ. τέταρτο του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του έτους 2001, τίθεται ο κανόνας ότι οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν να επιβληθούν στα ατομικά δικαιώματα "πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού, και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".

Κατά την αρχή αυτή, η οποία ως γενική αρχή του δικαίου ίσχυε και προ της ρητής αποτυπώσεώς της στο Σύνταγμα κατά την προαναφερθείσα αναθεώρηση του, οι νομίμως επιβαλλόμενοι περιορισμοί των ατομικών δικαιωμάτων πρέπει να πληρούν τα ακόλουθα τρία κριτήρια, πρέπει δηλαδή να είναι α)κατάλληλοι, ήτοι πρόσφοροι για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, β) αναγκαίοι, ήτοι να συνιστούν μέτρο το οποίο, σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα, επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον ιδιώτη ή το κοινό, και τέλος γ) εν στενή έννοια αναλογικοί, να τελούν δηλαδή σε εύλογη σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν (Ολ.ΑΠ 43/2005).

Η αρχή της αναλογικότητας, ως κανόνας δικαίου που θέτει όρια στον περιοριστικό του ατομικού δικαιώματος νόμο, απευθύνεται κατ' αρχήν στο νομοθέτη. Στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, ήτοι στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, επίκληση της αρχής της αναλογικότητας μπορεί να γίνει αν ο κοινός νομοθέτης είτε έχει παραβιάσει την αρχή αυτή, θεσπίζοντας με νόμο υπέρμετρους περιορισμούς ατομικών δικαιωμάτων, οπότε ο δικαστής μπορεί, ελέγχοντας τη συνταγματικότητα του νόμου, να μην εφαρμόσει αυτόν (άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος), είτε έχει παραλείψει να ασκήσει τις συνταγματικές του υποχρεώσεις, καταλείποντας κενό, οπότε η αρχή της αναλογικότητας καλείται επικουρικώς σε εφαρμογή.

Στο πεδίο των αδικοπρακτικών σχέσεων (άρθρο 914 επ ΑΚ) και ειδικότερα στο ζήτημα του μέτρου της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποιήσεως ο νόμος προβλέπει στο άρθρο 932 ΑΚ ότι το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση, δηλαδή χρηματική ικανοποίηση ανάλογη με τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως.

Με τη διάταξη αυτή ο κοινός νομοθέτης έλαβε υπόψη του την αρχή της αναλογικότητας, εξειδικεύοντάς την στο ζήτημα του προσδιορισμού του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως. Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, δεν υπάρχει έδαφος άμεσης εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 25 παρ. 1 εδάφιο τέταρτο του Συντάγματος, η ευθεία δε επίκληση της κατά τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως στερείται σημασίας, αφού δεν θα οδηγούσε σε διαφορετικά, σε σχέση με τον κατ' εφαρμογή του άρθρου 932 ΑΚ προσδιορισμό αυτής, αποτελέσματα. (Ολομ.

ΑΠ 6/2009). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, προβάλλεται ότι το Εφετείο, με το να επιδικάσει το προαναφερόμενο υπέρογκο ποσό των 23.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για την προσβολή της προσωπικότητας εκάστου των ανηλίκων, παραβίασε ευθέως την αρχή της αναλογικότητας, που καθιερώνεται με το άρθρο 25 του Συντάγματος.

Σύμφωνα, όμως, με όσα αναπτύχθηκαν στη σκέψη που προηγήθηκε, η εν λόγω διάταξη του Συντάγματος δεν εφαρμόζεται ευθέως στην προκειμένη περίπτωση και, συνεπώς, η πληττόμενη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικώς με βάση το άρθρο 559 αριθ.1 Κ.ΠολΔ για ευθεία παραβίασή της. Κατ' ακολουθίαν, ο άνω λόγος αναιρέσεως (πρώτος κατά το δεύτερο μέρος του) είναι αβάσιμος.

Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής αποζημίωσης λόγω ηθικής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 932 ΑΚ έχει αφεθεί στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου και επομένως η περί του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης κρίση του δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού αυτή σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή (ευθέως ή εκ πλαγίου) του νόμου.

Συνεπώς ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως που αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι παραβίασε το άρθρο 932 ΑΚ και επιδίκασε στους ανήλικους αναιρεσίβλητους χρηματική ικανοποίηση ύψους 23.000 € σε καθένα, δεν θεμελιώνει την από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια και επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Από τις διατάξεις των άρθρων 57, 58, 59 και 914 ΑΚ προκύπτει, ότι στην αγωγή με την οποία ζητείται η επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, την οποία ο ενάγων υπέστη από τη μείωση της προσωπικότητας του, αρκεί να αναφέρεται το είδος της προσβολής, η παράνομη πράξη που την προκάλεσε, ο αιτιώδης συνδυασμός της με αυτή, καθώς και ότι ο προσβαλών τελούσε σε υπαιτιότητα.

Ειδικότερος όμως προσδιορισμός, όπως είναι η έκταση της βλάβης που υπέστη ο παθών, η βαρύτητα του πταίσματος του υπαιτίου, καθώς και οι συμπαρομαρτούσες συνθήκες, δηλαδή η περιουσιακή κατάσταση των διαδίκων, η κοινωνική τους θέση, οι προσωπικές σχέσεις των διαδίκων, ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως του υπαιτίου κλπ, αποτελούν είτε ιδιότητες των στοιχείων που συνθέτουν την ιστορική βάση της αγωγής (έκταση βλάβης, βαρύτητα πταίσματος), είτε περιστατικά που λαμβάνονται υπόψη για να καθορισθεί το εύλογο χρηματικό ποσό για την ικανοποίηση του παθόντα (συμπαρομαρτούσες συνθήκες).

Δηλαδή δεν αποτελούν ίδια και αυτοτελή στοιχεία ώστε η παράθεσή τους να είναι απαραίτητη για την πληρότητα της αγωγής, ούτε περί αυτών διατάσσεται απόδειξη, αλλά τα δικαστήρια αποφαίνονται γι' αυτά κατά κρίση ελεύθερη και μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ως ορισμένη και βάσιμη κατ' ουσία την αγωγή, με την οποία υπό την επίκληση ηθικής βλάβης που προήλθε από τη δύσκολη κατάσταση των εναγόντων (ανηλίκων) με την τηλεοπτική παρουσίαση της καταστάσεως της υγείας αυτών, ζητήθηκε και έγινε κατ' ουσία δεκτή η αγωγή, χωρίς στην αγωγή να προσδιορίζεται ειδικώς η κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ούτε τις προστεθείσες διατάξεις, ούτε εκείνες του άρθρου 932 ΑΚ παραβίασε, αφού δεν αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα από εκείνα που αξιώνονται για το ορισμένο της αγωγής, ούτε προσδιορίζοντας αυτεπαγγέλτως το μέγεθος των στοιχείων αυτών έλαβε υπόψη παρά το νόμο πράγματα που δεν είχαν προταθεί και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Περαιτέρω, η προσβαλλομένη απόφαση, παρά την επικαλούμενη έλλειψη, περιέχει πλήρεις, σαφείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες και επομένως ο τρίτος λόγος αναίρεσης που μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση από το άρθρο 559 αρ. 1, 8 και 19 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά τη διάταξη του άρθρου μόνου §1 του ν.1178/1981 "περί αστικής ευθύνης του τύπου" ο ιδιοκτήτης κάθε εντύπου υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση για την παράνομη περιουσιακή ζημία και χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, που προξενήθηκαν υπαίτια με δημοσίευμα που θίγει την τιμή ή την υπόληψη παντός ατόμου, έστω και αν η κατά το άρθρο 914 ΑΚ υπαιτιότητα, η κατά το άρθρο 919 πρόθεση και η κατά το άρθρο 920 γνώση ή υπαίτια άγνοια, συντρέχει στο συντάκτη του δημοσιεύματος ή αν αυτός είναι άγνωστος στον εκδότη ή διευθυντή συντάξεως του εντύπου και περαιτέρω με την §2 καθορίζονται κατώτατα όρια χρηματικής ικανοποίησης αναλόγως του τόπου εκδόσεως του εντύπου.

Εξάλλου, με το άρθρο 4 § 10 του ν.2328/1995 ορίσθηκε ότι στο άρθρο μόνο του ν.1178/1981 (όπως έχει τροποποιηθεί) υπάγονται και οι τηλεοπτικοί και ραδιοφωνικοί σταθμοί και στα κατά το άρθρο αυτό "δημοσιεύματα", περιλαμβάνονται και οι ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές εκπομπές. Προκειμένου δε για ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικούς σταθμούς, ως "εκδότης" νοείται ο νόμιμος ή οι περισσότεροι νόμιμοι εκπρόσωποι της αδειούχου εταιρίας, ως "διευθυντής" ο υπεύθυνος προγράμματος και προκειμένου για ειδησεογραφικές εκπομπές ο διευθυντής του τμήματος ειδήσεων, ως "συντάκτης" δε του δημοσιεύματος ο παραγωγός ή ο δημοσιογραφικός υπεύθυνος ή ο δημοσιογράφος συντονιστής ή παρουσιαστής της εκπομπής, ανάλογα με το είδος και τη δομή της (ΑΠ 1020/2004).

Από τις παραπάνω διατάξεις του ν.1178/1981 προκύπτει ότι αναφέρονται μόνο στην ευθύνη του ιδιοκτήτη του εντύπου και όχι στο συντάκτη του επιληψίμου δημοσιεύματος ή τον εκδότη του εντύπου (αν αυτός δεν ταυτίζεται με τον ιδιοκτήτη) ή του διευθυντή συντάξεως. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο συντάκτης (του επιληψίμου δημοσιεύματος), ο εκδότης (αν δεν είναι και ιδιοκτήτης του εντύπου) ή ο διευθυντής συντάξεως ευθύνονται προς αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας ή της ηθικής βλάβης που έχει προκληθεί από το επιλήψιμο δημοσίευμα, αλλά η ευθύνη τους θεμελιώνεται στις κοινές διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 919, 920, 932 ΑΚ σε συνδυασμό με τα άρθρα με τα άρθρα 361-363 ΠΚ (ΑΠ 1462/2005).

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω ο τέταρτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε την ευθύνη του αναιρεσείοντα υπό την ιδιότητα αυτού ως διευθυντή σύνταξης του πιο πάνω τηλεοπτικού σταθμού, συνιστάμενη στην παρουσίαση των ανηλίκων (εναγόντων) που βρίσκονταν σε δύσκολη κατάσταση και ειδικότερα με την προσβολή της υπόληψή τους, με την τηλεοπτική παρουσίαση της εικόνας αυτών ως ασθενών, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος αφού, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπως από αυτή προκύπτει, το Εφετείο δέχθηκε τη, σύμφωνα με τις παραπάνω αναφερθείσες διατάξεις, ευθύνη του αναιρεσείοντος.

Σχετικώς ο πέμπτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και θεμελίωσε την κρίση του σε πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ότι η προσβαλλομένη απόφαση έλαβε υπόψη την υποκειμενική ευθύνη (υπαιτιότητα) του αναιρεσείοντος, παρότι τέτοια περιστατικά που αναφέρονται στην υπαιτιότητα αυτού δεν προτάθηκαν με την αγωγή, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού από την επισκόπηση της αγωγής (σελ. 13 και επομ.

αυτής) προκύπτει ότι τέτοια περιστατικά για την επιδειχθείσα υπαίτια συμπεριφορά του αναιρεσείοντος κατ' επανάληψη διαλαμβάνονται σ' αυτή. Με τον έκτο από το άρθρο 559 απ. 8 ΚΠολΔ λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως βάλλεται η προσβαλλόμενη απόφαση για το ότι ενώ προβλήθηκε πρωτοδίκως και κατ' έφεση από τον αναιρεσείοντα η ένσταση καταχρηστικής του ασκουμένου με την αγωγή δικαιώματος, το Εφετείο αντιπαρήλθε σιωπηρώς τον ισχυρισμό αυτόν και δεν απέρριψε την αγωγή κατά παραδοχή της ενστάσεως αυτής.

Όπως, όμως, προκύπτει από τις ενώπιον του Εφετείου υποβληθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος, αυτός δεν προέβαλε στην έκκλητη δίκη τέτοιο ισχυρισμό. Με τις εν λόγω προτάσεις γίνεται απλή αναφορά στο σύνολο των πρωτοδίκων προτάσεων του αναιρεσείοντος, χωρίς καμία απολύτως μνεία του περιεχομένου τους.

Αυτό όμως δεν αρκεί κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ για τη νόμιμη επαναφορά των περιλαμβανομένων στις πρωτόδικες προτάσεις ισχυρισμών, αφού γι' αυτή απαιτείται και επανυποβολή των εν λόγω ισχυρισμών σε σύντομη περίληψη. Ενόψει τούτων και δεδομένου ότι ο ρηθείς ισχυρισμός δεν εμπίπτει σε καμία από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει ο παραπάνω λόγος να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ "πράγματα είναι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή ενστάσεως. Ο λόγος όμως αυτός αναιρέσεως κατά τη δεύτερη περίπτωση του πιο πάνω άρθρου, ιδρύεται αυτό δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν μόνο όμως από τον αναιρεσείοντα που έχει υποβάλει τον ισχυρισμό, ο οποίος ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Αντιθέτως ο αναιρεσείων δεν μπορεί να ισχυρισθεί ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμό του αντιδίκου, γιατί στην περίπτωση αυτή λείπει το έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος, που απαιτείται για την άσκηση αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με την επίκληση της πιο πάνω διατάξεως προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έλαβε υπόψη τον κατά την έκκλητη δίκη προσβληθέντα ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων - εναγόντων, με τον οποίο αυτοί ηρνούντο τη γνησιότητα της προσκομισθείσης από αυτού βιντεοκασέτας.

Ο λόγος αυτός (έβδομος) αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού αναφέρεται υπό την επίκληση της δεύτερης περίπτωσης του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ σε ισχυρισμό που υπέβαλε ο αντίδικος του αναιρεσείοντος. Αλλά και ο από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ όγδοος λόγος αναιρέσεως (τρίτη περίπτωση), κατά τον οποίο το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την βιντεοκασέτα του δελτίου ειδήσεων την 26-7-2000, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του εγκειμένης στο ότι ο αναιρεσείων δεν ισχυρίζεται και ότι επικαλέσθηκε το αποδεικτικό αυτό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου (αναιρέσεως) προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση να απορριφθεί στο σύνολό της, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, όπως αυτή κατά ποσόν καθορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-5-2006 αίτηση του Χ για αναίρεση της 352/2006 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων εκ χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Φεβρουαρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαρτίου 2009 .

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ