Supreme Court dismisses appeal against labor court ruling on severance pay calculation based on average monthly earnings.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's appeal against the Patras Court of Appeal's decision regarding severance pay calculations. The appellant argued the lower court erred in assessing evidence and applying common sense regarding a contract covering bonuses. The court found the appeal baseless because the evidence was correctly evaluated and the claim was sufficiently defined by the plaintiff's own documents.
Legislator headnote
AI generatedArt. 3(1) Rome Convention; Art. 4 Rome Convention; Art. 6(2) Rome Convention; Art. 559(1) Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if it challenges the court's evaluation of evidence or the application of common sense in fact-finding, and dismissible if the lower court correctly assessed the evidence and the claim was not vague.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 543 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 543/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Καραγεώργο, με δήλωση του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: ψ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σοφία Μέρμελα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/9/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 155/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 76/2007 οριστική του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14/3/2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 20/1/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης. Η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το άρθρο 3 ( 1 εδάφιο α' της Σύμβασης της Ρώμης της 19.6.1980, για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 1792/1988, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και επικρατεί του άρθρου 25 ΑΚ, ορίζει ότι "η σύμβαση διέπεται από το δίκαιο που επέλεξαν τα συμβαλλόμενα μέρη". Το άρθρο 4 ( 1 ορίζει ότι η σύμβαση, την οποία τα μέρη δεν υπέβαλαν στη ρύθμιση του δικαίου ορισμένης Πολιτείας, "διέπεται από το δίκαιο της χώρας με την οποία συνδέεται στενότερα".
Σύμφωνα με τη δεύτερη παράγραφο του ίδιου άρθρου "τεκμαίρεται ότι η σύμβαση συνδέεται στενότερα με τη χώρα όπου ο συμβαλλόμενος που οφείλει να εκπληρώσει τη χαρακτηριστική παροχή έχει, κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης, τη συνήθη διαμονή του ή, αν πρόκειται για εταιρία, ένωση ή νομικό πρόσωπο, την κεντρική του διοίκηση...".
Τέλος, το άρθρο 6 παρ. 2 της ίδιας σύμβασης ορίζει ότι, "παρά τις διατάξεις του άρθρου 4 και εφόσον δεν έχει γίνει επιλογή σύμφωνα με το άρθρο 3, η σύμβαση εργασίας διέπεται: α) Από το δίκαιο της χώρας όπου ο εργαζόμενος παρέχει συνήθως την εργασία του σε εκτέλεση της σύμβασης, ακόμη και αν έχει αποσπασθεί προσωρινά σε άλλη χώρα, ή β) Αν ο εργαζόμενος δεν παρέχει συνήθως την εργασία του σε μία μόνο χώρα, από το δίκαιο της χώρας όπου βρίσκεται η εγκατάσταση που τον προσέλαβε, εκτός αν από το σύνολο των περιστάσεων συνάγεται ότι η σύμβαση εργασίας συνδέεται στενότερα με άλλη χώρα, οπότε εφαρμοστέο είναι το δίκαιο της άλλης αυτής χώρας.
Η τελευταία αυτή επιφύλαξη αφορά τόσο στην περίπτωση β' όσο και στην περίπτωση α' της παρ. 2 του άρθρου 6. Διότι ο σκοπός των διατάξεων αυτών δεν ήταν ο αποκλεισμός της εφαρμογής του άρθρου 4 ολοσχερώς, αλλά μόνο η απόκλιση από τα προβλεπόμενα στις παρ. 2-4 του άρθρου αυτού τεκμήρια ως προς την ύπαρξη στενότερου συνδέσμου της συμβάσεως ορισμένης χώρας, με τον διαφορετικό προσδιορισμό του εφαρμοστέου δικαίου στην περίπτωση που δεν συνάγεται στενότερος σύνδεσμος της εργασιακής σύμβασης με άλλη χώρα.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση τα εξής: Ο αναιρεσείων, κάτοικος .........., διατηρεί από το έτος 1998 ατομική επιχείρηση μεταφορών και ενοικιάσεως φορτηγών αυτοκινήτων στην πόλη Άσαφενμπουργκ Γερμανίας, με άδεια μεταφοράς εμπορευμάτων με οχήματα σε όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και είναι ιδιοκτήτης του ......
φορτηγού αυτοκινήτου με γερμανικές πινακίδες. Στα πλαίσια της προαναφερομένης δραστηριότητάς του διατηρεί πρακτορείο διεθνών μεταφορών και στην πόλη των ....., επί των οδών .... και .... αριθμός ...... Στις 20-3-2001, ο τελευταίος προσέλαβε τον αναιρεσίβλητο, κάτοικο ......., ο οποίος είναι κάτοχος αδείας οδήγησης Ε' κατηγορίας και πιστοποιητικού επαγγελματικής ικανότητας, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που καταρτίσθηκε προφορικά στην ........, ως οδηγό του πιο πάνω φορτηγού αυτοκινήτου, με το οποίο ο τελευταίος θα εκτελούσε μεταφορές εμπορευμάτων με ρυμουλκούμενα οχήματα σε πόλεις της ......, με αφετηρία το λιμάνι της Βενετίας.
Ως αμοιβή συμφωνήθηκε το ποσό των 80000 δραχμών ανά μονάδα εργασίας, δηλαδή ανά πραγματοποιούμενο δρομολόγιο. Δεν υπήρξε όμως οποιαδήποτε συμφωνία και μάλιστα έγγραφη όσον αφορά το αρμόδιο κατά τόπο δικαστήριο για την επίλυση των διαφορών από την παραπάνω σύμβαση εργασίας αλλά και το εφαρμοστέο δίκαιο.
Κατά συνέπεια, έκρινε το Εφετείο, αφού ο αναιρεσείων ήταν κάτοικος ......, όπου διατηρούσε και πρακτορείο διεθνών μεταφορών και δεν υπάρχει αντίθετη συμφωνία των διαδίκων, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ήταν κατά τόπο αρμόδιο να δικάσει την ένδικη διαφορά και συνεπώς θεμελιώνεται δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων και επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε ομοίως και δέχθηκε την ύπαρξη τοπικής αρμοδιότητας και δικαιοδοσίας και εφάρμοσε το ελληνικό δίκαιο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο.
Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε ότι, ο αναιρεσίβλητος παρείχε την εργασία του στον αναιρεσείοντα μέχρι τις 31-3-2002, οπότε ο τελευταίος τον απέλυσε χωρίς να του καταβάλει αποζημίωση, γιατί το αυτοκίνητο που οδηγούσε ακινητοποιήθηκε από τις ιταλικές αρχές, από λόγους που αφορούσαν την άδεια κυκλοφορίας του.
Ο αναιρεσίβλητος επιθυμούσε να εργαστεί και δεν αποχώρησε οικειοθελώς. Ο αναιρεσίβλητος κατά την απόλυσή του δεν έλαβε αποζημίωση και συνεπώς δικαιούται 2 μηνιαίους μισθούς. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ως προς την εφαρμογή του ελληνικού δικαίου και όχι του γερμανικού, δεν παραβίασε τους πιο πάνω κανόνες ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, ούτε άλλους τέτοιους κανόνες.
Ειδικότερα, από το σύνολο των περιστάσεων που δέχθηκε το Εφετείο, συνάγεται ότι η σύμβαση συνδέεται στενότερα με το ελληνικό δίκαιο, αφού οι διάδικοι ήσαν Έλληνες, ο αναιρεσείων διατηρούσε επιχείρηση διεθνών μεταφορών και στην Ελλάδα, η σύμβαση καταρτίσθηκε στην Ελλάδα και συμφωνήθηκε η πληρωμή του αναιρεσιβλήτου εργαζομένου σε ελληνικό νόμισμα.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το ένα σκέλος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται η παραβίαση των κανόνων αυτών, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Επίσης το Εφετείο, ως προς επιδίκαση αποζημιώσεως απολύσεως στον αναιρεσίβλητο, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 του ν. 3198/1955, αφού διέλαβε, ως προς το ζήτημα αυτό, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες στην προσβαλλόμενη απόφαση, που δικαιολογούν την εφαρμογή της διάταξης αυτής και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.
Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης του άρθρου 5 παρ. 2 του ν. 3198/1955, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων υπάγονται Έλληνες και αλλοδαποί, εφόσον υπάρχει αρμοδιότητα ελληνικού δικαστηρίου. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται ως κανόνας η διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών πολιτικών δικαστηρίων και επί ιδιωτικών διαφορών, εφόσον αυτές συνδέονται με τα ελληνικά πολιτικά δικαστήρια με κάποιο στοιχείο θεμελιωτικό της αρμοδιότητάς τους, κατά τις διατάξεις περί γενικών και ειδικών δωσιδικιών.
Τέτοιο στοιχείο θεμελιωτικό της αρμοδιότητας των ελληνικών δικαστηρίων και επομένως της διεθνούς δικαιοδοσίας τους είναι και ο τόπος της κατοικίας του εναγομένου (άρθρο 22 Κ.Πολ.Δ.). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, το Εφετείο δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων (εναγόμενος) ήταν κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, όπως αναφέρεται και στο δικόγραφό της, κάτοικος ....... (πράγμα το οποίο ο αναιρεσείων παραδέχθηκε σε όλα τα υποβληθέντα δικόγραφά του και με το δικόγραφο της ένδικης αίτησης αναιρέσεως).
Επομένως, υπήρχε αρμοδιότητα και διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων εντεύθεν δε ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το άλλο σκέλος του, αληθώς από τον αριθμό 4 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και όχι από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου, που επικαλείται ο αναιρεσείων, με τον οποίο, ως προς την παραδοχή του Εφετείου για ύπαρξη δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων, προβάλλεται ότι παρά το νόμο το Εφετείο δέχθηκε την ύπαρξη τέτοιας δικαιοδοσίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
O προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος.
Τέλος, έγγραφα κατά τον προκείμενο λόγο αναιρέσεως είναι τα κατά τα άρθρα 339 και 432-464 αποδεικτικά έγγραφα, που έχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη κατά του αντιδίκου, ενώ τέτοια έγγραφα δεν αποτελούν η αγωγή και οι ένορκες βεβαιώσεις. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο, δεύτερο, τρίτο και τέταρτο λόγο αναιρέσεως, κατά το ένα σκέλος τους, από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφων και ειδικότερα τη δήλωση έναρξης επιτηδεύματος, σύμφωνα με τις διατάξεις του Εμπορικού και Βιομηχανικού Κώδικα της Γερμανίας, την .......
άδεια για επαγγελματική μεταφορά εμπορευμάτων της Κυβέρνησης της Κάτω Φραγκίας, την ...... απάντηση του Διευθυντή του ΙΚΑ Πατρών προς τον αναιρεσίβλητο, την από ....... εισήγηση του Διευθυντή του υποκαταστήματος ΙΚΑ ...... Πατρών, το δικόγραφο της ένδικης αγωγής, τις ένορκες βεβαιώσεις με αριθμό ........ ενώπιον της συμβολαιογράφου Πατρών Ιωάννας Καζάνη και 12 ταχογράφους που προσκόμισε ο αναιρεσείων για την απόδειξη των δρομολογίων που πραγματοποίησε ο αναιρεσίβλητος.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί, όπως προαναφέρθηκε, η αγωγή και οι ένορκες βεβαιώσεις δεν αποτελούν έγγραφα κατά το λόγο αυτό, ενώ ως προς τα υπόλοιπα έγγραφα, το Εφετείο δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωσή τους, αλλά, αφού τα διέγνωσε σωστά, τα συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τα δρομολόγια που πραγματοποίησε ο αναιρεσίβλητος, από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν ενώπιόν του και όχι χωρίς απόδειξη. Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, κατά το άλλο σκέλος του, από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Επίσης, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, κατά το άλλο σκέλος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, επειδή δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε ότι, καταρτίσθηκε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων ότι, η συμφωνημένη αμοιβή θα κάλυπτε και τα επιδόματα του αναιρεσιβλήτου, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, γιατί η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς και όχι όταν χρησιμεύουν για εκτίμηση αποδείξεων.
Στο δικόγραφο της αγωγής, για την εφαρμογή της ΥΑ 19040/1981 (άρθρο 4 παρ. 1 περ. β'), δηλαδή για τον υπολογισμό του μέσου όρου των μηνιαίων αποδοχών του κατά μονάδα εργασίας αμειβομένου αναιρεσιβλήτου και στη συνέχεια για τον υπολογισμό των επιδομάτων εορτών, που αυτός έπρεπε να λάβει, αναφέρεται ότι ο αναιρεσίβλητος πραγματοποιούσε 8 δρομολόγια κατά μέσο όρο κάθε μήνα και οι μηνιαίες αποδοχές του ανέρχονταν σε 640000 δραχμές ή 1878,21 ευρώ.
Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή ήταν πλήρως ορισμένη (και όχι αόριστη, επειδή αναφερόταν στο δικόγραφο ότι πραγματοποιούσε 8 δρομολόγια κατά μέσο όρο) και επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το άλλο σκέλος του, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται ότι παρά το νόμο δεν απορρίφθηκε ως αόριστη η αγωγή, όπως είχε προτείνει ο αναιρεσείων, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, όπως απορριπτέα είναι και η αίτηση για αναίρεση στο σύνολό της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 57/15-3-2007 αίτηση του χ1 για αναίρεση της 76/2007 απόφασης του Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 18 Μαρτίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ