Legislator Case Law & Legislation
543/2007 AI generated

543/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 543/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-11-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4273/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 3412/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22 Ιουλίου 2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κανελλόπουλος ανέγνωσε την από 11 Μαϊου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Legislator headnote

AI generated

543/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η αμοιβή αυτή (εργολαβικό αντάλλαγμα) κάλυπτε κάθε απαίτηση του εργολάβου - ενάγοντος, σχετικά με την κατασκευή και παράδοση του έργου, δηλαδή την αξία τόσο των υλικών που θα αγόραζε ο ίδιος και θα χρησιμοποιούσε για την εκτέλεση του έργου, όσο και την αξία των εργασιών του. Η πληρωμή της εργολαβικής αμοιβής συμφωνήθηκε να γίνεται τμηματικά, ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών και την τοποθέτηση των υλικών.

Keywords

AI generated
capital contribution and withdrawal agreement on devolved inheritance shares repayment of capital contributions withdrawal following settlement disinheritance of an insolvent heir disclaimer of inheritance
AI generated
539/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/4/2002 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 316/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 8717/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6/5/2005 αίτησή της.
504/2024
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-4-2019 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8385/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1010/2022 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19-7-2022 αίτηση και τους από 12-9-2023 προσθέτους λόγους αυτής.
1208/2010
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
118/2023
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Απριλίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1020/2006
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/3/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 97/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 6035/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5/12/2005 αίτησή του.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 543 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 543/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :

Του αναιρεσείοντος : ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Πιτσινή.

Του αναιρεσιβλήτου: ..... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Καραγιάννη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-11-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4273/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 3412/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22 Ιουλίου 2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κανελλόπουλος ανέγνωσε την από 11 Μαϊου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 681, 682 και 694 ΑΚ συνάγεται, ότι ουσιώδες στοιχείο στη σύμβαση μισθώσεως έργου είναι η συμφωνία για την αμοιβή ως αντάλλαγμα για την εκτέλεση του έργου. Η αμοιβή μπορεί να ορίζεται κατά την κατάρτιση της σύμβασης εφάπαξ (κατ' αποκοπή), κατά μονάδα παραγόμενου έργου, επί τη βάσει προϋπολογισμού, απολογιστικώς, χρονικώς, με ποσοστά ή και να καταλείπεται ακαθόριστη ως προς το ποσό και τον τρόπο υπολογισμού.

Στην τελευταία αυτή περίπτωση και μόνο, ο καθορισμός της αμοιβής θα γίνει είτε κατά τα άρθρα 371-373 ΑΚ, είτε με αντικειμενικά στοιχεία, όπως με τις τυχόν ισχύουσες διατιμήσεις ή την ειθισμένη αμοιβή. Είναι δε καταβλητέα η αμοιβή κατά την παράδοση του όλου έργου ή τμημάτων αυτού. Πάντως, η διάταξη του άρθρου 694 ΑΚ που αναφέρεται στο χρόνο πληρωμής της αμοιβής είναι ενδοτικού δικαίου και επομένως μπορεί να συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων, σύμφωνα με το άρθρο 361 ΑΚ, διαφορετικός χρόνος πληρωμής της αμοιβής.

Εξάλλου, με την επιφύλαξη αντίθετης συμφωνίας, η έναντι του έργου, απλού ή σύνθετου, αμοιβή είναι μία, έστω και αν στη σύμβαση εμφανίζεται αυτή ως άθροισμα μερικότερων αμοιβών που αντιστοιχούν στα μέρη του σύνθετου έργου, συνέπεια δε τούτου είναι ότι αν ο κύριος του έργου καταβάλει στον εργολάβο χρηματικό ποσό προς μερική εξόφληση της εκ της συμβάσεως υποχρεώσεως αυτού, επιφέρει εξόφληση του σχετικού μέρους της αμοιβής και όχι εξόφληση μιας ή περισσότερων από τις προαναφερόμενες μερικότερες αμοιβές και αντίστοιχα ο εργολάβος διατηρεί απαίτηση για το υπόλοιπο της αμοιβής και όχι απαίτηση για μια ή περισσότερες από τις μερικότερες αμοιβές.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε ανελέγκτως, ύστερα από εκτίμηση αποδείξεων, τα ακόλουθα: Κατά μήνα Σεπτέμβριο του έτους 1998, ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων) που διατηρεί μαρμαρογλυφείο στο ..... , ύστερα από προφορική συμφωνία του με τον εναγόμενο (ήδη αναιρεσίβλητο) ανέλαβε την υποχρέωση να επενδύσει με γρανίτη ορισμένους χώρους της οικίας του τελευταίου που βρίσκεται στον έκτο όροφο πολυκατοικίας στην περιοχή "...." των Αθηνών αντί εργολαβικής αμοιβής που συμφωνήθηκε, κατ' αποκοπή, στο ποσό των 4.500.000 δρχ.

Η αμοιβή αυτή (εργολαβικό αντάλλαγμα) κάλυπτε κάθε απαίτηση του εργολάβου - ενάγοντος, σχετικά με την κατασκευή και παράδοση του έργου, δηλαδή την αξία τόσο των υλικών που θα αγόραζε ο ίδιος και θα χρησιμοποιούσε για την εκτέλεση του έργου, όσο και την αξία των εργασιών του. Η πληρωμή της εργολαβικής αμοιβής συμφωνήθηκε να γίνεται τμηματικά, ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών και την τοποθέτηση των υλικών.

Ο ενάγων άρχισε πράγματι, κατά τα τέλη Σεπτεμβρίου 1998, να εκτελεί το έργο, το οποίο αποπεράτωσε και παρέδωσε στον εναγόμενο κατά τα μέσα Ιανουαρίου 1999. Καθόλη τη διάρκεια εκτέλεσης αυτού, ο εναγόμενος προκατέβαλλε τα χρηματικά ποσά που του ζητούνταν από τον ενάγοντα για την πρόοδο των εργασιών και δεν υπήρξε κανένα απολύτως πρόβλημα στην εκτέλεση και αποπεράτωση του έργου.

Το σύνολο δε των τμηματικών καταβολών εκ μέρους του εναγομένου στον ενάγοντα ανήλθε, τελικά, στο ποσό των 5.500.000 δρχ. ΄Ετσι, σε κάθε περίπτωση, δέχτηκε το Εφετείο, αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος έχει εξοφλήσει πλήρως και ολοσχερώς τη συμφωνημένη εργολαβική αμοιβή του ενάγοντος και κατόπιν αυτού, ο τελευταίος, ο οποίος ισχυρίζεται ότι η αμοιβή του είχε συμφωνηθεί στο συνολικό ποσό των 9.409.900 δρχ., έναντι του οποίου ο εναγόμενος του είχε καταβάλει μόνο 5.069.600 δρχ., δεν έχει απαίτηση κατ' αυτού για καταβολή υπολοίπου συμφωνημένης εργολαβικής αμοιβής, αφού δεν αποδεικνύεται ότι η συμφωνηθείσα εργολαβική αμοιβή, η οποία, συνεχίζει το Εφετείο, όπως προαναφέρθηκε, είχε οριστεί κατ' αποκοπή και όχι κατά μονάδα εργασίας ή απολογιστικά, υπερέβαινε το πιο πάνω ποσό των 4.500.000 δρχ.

Έτσι ο ενάγων, είπε το Εφετείο, αφού η αμοιβή του είχε οριστεί κατ' αποκοπή, ανέλαβε τον κίνδυνο του ακριβούς υπολογισμού του κόστους του έργου ή της ανάγκης για πιο επίπονη ή πρόσθετη εργασία από εκείνη που αρχικά προβλέφθηκε. Ο ισχυρισμός, εξάλλου, του ενάγοντος, συνεχίζει το Εφετείο, ότι είχε παραδώσει στον αντίδικό του την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη πρόχειρη αναλυτική κατάσταση, στην οποία αναγράφεται ότι το συνολικό κόστος του έργου ανέρχεται σε 9.310.000 δρχ.

και με την εκδοχή ότι αληθεύει, δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της προκείμενης δίκης, δεδομένου ότι η παράδοση του εγγράφου αυτού έγινε στον εναγόμενο από τον ενάγοντα το μήνα Ιανουάριο του έτους 1999, όταν δηλαδή είχε εκτελέσει ή, σε κάθε περίπτωση, αποπεράτωνε το έργο και δεν ήταν δυνατό, με την παράδοση μόνο του εγγράφου αυτού να ανατραπεί η αρχική συμφωνία για το ύψος της αμοιβής του ενάγοντος, χωρίς να υπάρξει σχετική συμφωνία των διαδίκων.

Άλλωστε, δέχτηκε το Εφετείο, με δεδομένο ότι η συνεργασία των διαδίκων ήταν άψογη κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης του έργου και ο εναγόμενος προκατέβαλλε στον ενάγοντα τα αναγκαία χρηματικά ποσά για την πρόοδο των εργασιών, χωρίς ποτέ να υπάρξει το παραμικρό πρόβλημα, δεν φαίνεται λογικό ο ενάγων να συνέχιζε την εκτέλεση του έργου, μολονότι του οφειλόταν το μισό περίπου της εργολαβικής αμοιβής.

Τέλος, είπε το Εφετείο, το γεγονός ότι ο ενάγων κοινοποίησε στον εναγόμενο, στις 29.7.1999 και 20.10.1999, αντίστοιχα, τις από 28.7.1999 και 14.10.1999, αντίστοιχα, εξώδικες δηλώσεις - διαμαρτυρίες του, με τις οποίες τον καλούσε να πληρώσει το οφειλόμενο, κατ' αυτόν, υπόλοιπο της εργολαβικής του αμοιβής, χωρίς ο εναγόμενος ν΄ απαντήσει και να διαμαρτυρηθεί, δεν αποτελεί αποφασιστικό στοιχείο, ικανό ν' αναιρέσει την κρίση του, όπως αυτή σχηματίστηκε από τις υπόλοιπες αποδείξεις.

Ακολούθως, το Εφετείο, με βάση τις πιο πάνω σκέψεις, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει αντιθέτως, απέρριψε ως αβάσιμη ουσιαστικά την ένδικη αγωγή, με την οποία ο αναιρεσείων ενάγων ζητούσε από τον εναγόμενο αναιρεσίβλητο υπόλοιπο συμφωνηθηθείσας εργολαβικής αμοιβής. Όμως το Εφετείο, ενώ δέχτηκε ότι η εργολαβική αμοιβή του αναιρεσείοντος "συμφωνήθηκε, κατ΄ αποκοπή, στο ποσό των 4.500.000 δρχ.", η οποία "κάλυπτε κάθε απαίτηση του εργολάβου - ενάγοντος σχετικά με την κατασκευή και παράδοση του έργου, δηλαδή την αξία τόσο των υλικών που θα αγόραζε ο ίδιος και θα χρησιμοποιούσε για την εκτέλεση του έργου, όσο και την αξία των εργασιών του" και ότι "η πληρωμή της εργολαβικής αμοιβής συμφωνήθηκε να γίνεται τμηματικά, ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών και την τοποθέτηση των υλικών", στη συνέχεια, όλως αντιφατικά, δέχτηκε ότι "το σύνολο των τμηματικών καταβολών, από μέρους του εναγομένου στον ενάγοντα, ανήλθε τελικά στο ποσό των 5.500.000 δρχ." και ότι έτσι, σε κάθε περίπτωση αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος έχει εξοφλήσει πλήρως και ολοσχερώς τη συμφωνημένη εργολαβική αμοιβή του ενάγοντος και κατόπιν αυτού ο τελευταίος, ο οποίος ισχυρίζεται ότι η αμοιβή του έχει συμφωνηθεί στο συνολικό ποσό των 9.409.900 δρχ., έναντι του οποίου ο εναγόμενος του έχει καταβάλει μόνο 5.069.600 δρχ., δεν έχει απαίτηση κατ΄ αυτού για καταβολή υπολοίπου συμφωνημένης εργολαβικής αμοιβής, αφού δεν αποδεικνύεται ότι η συμφωνηθείσα εργολαβική αμοιβή, η οποία, συνεχίζει το Εφετείο, είχε οριστεί κατ΄ αποκοπή και όχι κατά μονάδα εργασίας ή απολογιστικά, υπερέβαινε το πιο πάνω ποσό των 4.500.000 δρχ., χωρίς όμως να εξηγεί για ποιο λόγο ο αναιρεσίβλητος κατέβαλε στον αναιρεσείοντα τελικώς ποσό κατά 1.000.000 δρχ.

μεγαλύτερο από εκείνο τής, όπως δέχτηκε, συμφωνηθείσας εργολαβικής αμοιβής, ενώ και υπό την επικουρική σκέψη ότι "σε κάθε περίπτωση ο εναγόμενος έχει εξοφλήσει πλήρως και ολοσχερώς τη συμφωνημένη εργολαβική αμοιβή του ενάγοντος", δεν εξηγεί σαφώς ποιο είναι το ύψος της αμοιβής αυτής. ΄Ετσι, όμως το Εφετείο, για το ζήτημα του ύψους της συμφωνηθείσας εργολαβικής αμοιβής, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, λόγω αντιφατικών και ασαφών αιτιολογικών που καθιστούν αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των αναφερόμενων στη μείζονα σκέψη ουσιαστικού δικαίου διατάξεων.

΄Ετσι οι δεύτερος, κατά το τμήμα του από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και τρίτος από τον ίδιο αριθμό λόγοι της αναίρεσης, οι οποίοι, όπως εκτιμώνται, τέτοιο αντίστοιχο περιεχόμενο έχουν, είναι βάσιμοι.

ΙΙ. Κατ΄ ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρα 183, 176 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 3412/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Μαρτίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ