Supreme Court dismisses appeal against conviction for duty breach by OTE employee regarding absence from work.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by E. M. against the Third-instance Court of Aegean's conviction for breach of duty. The appellant argued that the proceedings were flawed due to the omission of her defense regarding her status as an employee and the nature of the offense. The court rejected these claims, affirming that the lower court correctly applied the Penal Code provisions defining her as an employee and the specific elements of the crime.
Legislator headnote
AI generatedArt. 171 para. 1d of the Code of Criminal Procedure; Art. 510 para. 1 lit. a of the Code of Criminal Procedure; Art. 13a and 263a of the Penal Code; Art. 259 of the Penal Code; Art. 379 para. 2 and 393 para. 2 of the Penal Code: The court held that an employee of the OTE falls within the definition of 'employee' under the relevant Penal Code articles, and the lower court's application of the duty breach statute was correct despite the appellant's arguments regarding the nature of the enterprise's internal functions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 543 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 543/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Χρύσανθο Παπούλια, Ευάγγελο Σταυρουλάκη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη και Κωνσταντίνο Κούκλη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Δεκεμβρίου 2005, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χρήστου Σιδέρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Ε. Μ. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Γιαννοπούλου, περί αναιρέσεως της 167/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Με συγκατηγορούμενο τον Ι. Π..
Το Τριμελές Εφετείο Αιγαίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Σεπτεμβρίου 2005 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1726/2005.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1δ ΚΠΔ προκύπτει, ότι επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, που ιδρύει τον, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του αυτού Κώδικα, λόγο αναιρέσεως, αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος.
Εξ άλλου, αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ο οποίος περιλαμβάνεται σε έγγραφο υπόμνημα που δόθηκε στον διευθύνοντα τη συζήτηση και καταχωρίσθηκε στα πρακτικά, θεωρείται ότι έχει προβληθεί παραδεκτώς, εφόσον από τα ίδια πρακτικά προκύπτει ότι έγινε και προφορική ανάπτυξή του κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής θεμελιώσεώς του, διαφορετικά το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει σε αυτόν (Ολ.
ΑΠ 2/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τους πρώτο και τέταρτο, κατά το αντίστοιχο μέρος λόγους αναιρέσεως προβάλλει την αιτίαση, ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο άλλως έλλειψη ακροάσεως διότι η προσβαλλομένη απόφαση παρέλειψε να αποφανθεί επί των κατατεθέντων αυτοτελών υπερασπιστικών ισχυρισμών της κατά της εναντίον της κατηγορίας για παράβαση καθήκοντος ως υπαλλήλου του ΟΤΕ, ισχυρισμών που νόμιμα διατυπώθηκαν και προβλήθηκαν κατά την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας με κατάθεση ιδιαίτερου δικογράφου, προκειμένου να εξαλειφθεί το αξιόποινο της αποδιδομένης σ' αυτήν πράξεως, διότι ως υπάλληλος της "ΟΤΕ Α.Ε.", δεν εμπίπτει στην έννοια του υπαλλήλου, κατά τα άρθρα 13α και 263α ΠΚ, αλλά και διότι η αποδιδομένη σ' αυτήν πράξη αφορά εσωτερική λειτουργία της επιχειρήσεως "ΟΤΕ ΑΕ" και δεν αποτελεί έκφραση πολιτικής βούλησης και άσκησης κρατικής εξουσία, ώστε να εμπίπτει στην έννοια της πράξεως ή παραλείψεως της προβλεπομένης και διωκομένης, κατ' άρθρο 259 ΠΚ.
Οι προβληθέντες ανωτέρω ισχυρισμοί δεν είναι αυτοτελείς, αλλά αρνητικοί απλώς της κατηγορίας. Και σε κάθε περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως, ο εν λόγω ισχυρισμός καταχωρήθηκε μεν στα πρακτικά, πλην όμως δεν αναπτύχθηκε προφορικώς το περιεχόμενό του ούτε έγινε οποιαδήποτε αναφορά κατά την αγόρευση του συνηγόρου της στο τέλος της διαδικασίας (Ολ.ΑΠ 2/2005 ΑΠ 1520/2003) και ως εκ τούτου το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει σε αυτόν.
Εντεύθεν, ο προαναφερθείς λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος Κατ' άρθρο 259 ΠΚ, ο υπάλληλος, ο οποίος παραβαίνει από πρόθεση τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή κάποιον άλλον παράνομο όφελος, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο χρόνια, αν άλλη ποινική διάταξη δεν τιμωρεί την πράξη αυστηρότερα.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι υποκείμενο της παραβάσεως καθήκοντος είναι ο υπάλληλος, κατά την έννοια του άρθρου 13α ΠΚ και ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος αυτού απαιτούνται: α) παράβαση από τον υπαίτιο των καθηκόντων της υπηρεσίας του, δηλαδή των καθηκόντων, τα οποία επιβάλλονται στον υπάλληλο από το νόμο ή καθορίζονται με διοικητικές πράξεις ή απορρέουν από ιδιαίτερες οδηγίες των προϊσταμένων του ή ενυπάρχουν σ' αυτήν την ίδια τη φύση της υπηρεσίας και αναφέρονται στην έκφραση απ' αυτόν της θελήσεως της πολιτείας μέσα στον κύκλο των δημοσίων υποθέσεων και ενεργειών στις σχέσεις της απέναντι σε τρίτους, β) η παράβαση αυτή να γίνει από πρόθεση, ήτοι ο υπαίτιος να γνωρίζει, ότι ενεργώντας παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του και να θέλει να παραβεί αυτά και γ) ο υπαίτιος να ενεργεί με σκοπό, είτε να ωφελήσει παράνομα τον εαυτό του ή άλλον είτε να βλάψει το κράτος ή άλλον, χωρίς να απαιτείται και η επίτευξη του εν λόγω σκοπού.
Για να συντρέχει δε ο σκοπός αυτός πρέπει όχι μόνο η βούληση του δράστη να κατατείνει προς αυτόν, αλλά και η συμπεριφορά του, όπως αναπτύσσεται, να μπορεί αντικειμενικά να οδηγήσει στην επίτευξή του, αφού ο σκοπός να προσπορίσει τον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλον, προϋποθέτει ότι η πράξη, όπως επιχειρείται από το δράστη, δύναται να οδηγήσει στην απόκτηση παράνομου οφέλους ή στην πρόκληση βλάβης τρίτου (αντικειμενικό στοιχείο). Μεταξύ δε της αξιόποινης πράξεως της παραβάσεως καθήκοντος και του σκοπού οφέλους ή βλάβης πρέπει να υπάρχει αιτιώδης σχέση, ώστε η πράξη της παραβάσεως καθήκοντος, αν δεν είναι ο αποκλειστικός τρόπος, πάντως πρέπει να είναι ο πρόσφορος τρόπος περιποιήσεως του σκοπουμένου οφέλους ή βλάβης.
Εξ άλλου η "ΟΤΕ ΑΕ", αποτελεί νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, το οποίο εξυπηρετεί το κοινό στις τηλεπικοινωνίες και ως ανώνυμη πλέον εταιρεία με το ΠΔ 361) 1991 (ΦΕΚ 128Α/20-8-1991) εξήλθε του δημοσίου τομέα. Εκτοτε η εταιρία αυτή έχει διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια, λειτουργεί με τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας σε συνθήκες ανταγωνισμού και ελεύθερου εμπορίου, έχοντας απολέσει τον προηγούμενο μονοπωλιακό της χαρακτήρα καθώς επίσης και τα προνόμια του Ελληνικού Δημοσίου, μετά την επελθούσα απελευθέρωση των τηλεπικοινωνιών. Ωστόσο δεν μετεβλήθη το καθεστώς του οικονομικού ελέγχου της, τα δε δικαιώματα του Δημοσίου, ως μετόχου διατηρούνται (άρθρ. 1δ ΠΔ 361/1991). Ήδη, με το Ν. 2374/1996 εισήχθη στο "Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών" και το πλειοψηφικό πακέτο ανήκει σε ιδιώτες και θεσμικούς επενδυτές και όχι στο Ελληνικό Δημόσιο. Παρά ταύτα η "ΟΤΕ ΑΕ", παρέχουσα αγαθά ζωτικής σημασίας για το κοινωνικό σύνολο, ασκεί πράγματι δημόσια υπηρεσία, όπως συνάγεται από το ίδιο το Σύνταγμα (άρθρα 23 παρ. 2, 29 παρ. 3 106 παρ. 3), γιατί πρόκειται περί επιχειρήσεως που στην ουσία ασκεί έμμεση κρατική εξουσία, επιδιώκουσα σκοπό που ανήκει στο κράτος, έστω και αν τυπικά - οργανικά διαφέρει από το Κράτος, έχουσα τη μορφή νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου.
Το άρθρο 263α ΠΚ επεκτείνει την υπαλληλική ιδιότητα όχι μόνο στις δημόσιες επιχειρήσεις που λειτουργούν με τη μορφή νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου, ως υποκατάστατα του κράτους, της τοπικής αυτοδιοικήσεως ή των άλλων Ν.Π.Δ.Δ., αλλά και στις επιχειρήσεις εκείνες που ανήκουν και σε νομικά πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου, εφόσον αυτά εκμεταλλεύονται κατ' αποκλειστικότητα ή προνομιακά κάποια από τις κοινωνικές παροχές και λειτουργίες που αναφέρει η διάταξη του άρθρου 263α ΠΚ. Άρα, η υπαλληλική ιδιότητα επεκτείνεται και στα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που δεν είναι "κρατικά", το κεφάλαιό τους δεν προέρχεται δηλαδή κατά μέγιστο ποσοστό από το Κράτος, δεν ελέγχονται απ' αυτό (Κράτος) ή έχουν εξέλθει πλέον από τον δημόσιο τομέα. Εντεύθεν, οι υπάλληλοι της επιχειρήσεως του ΟΤΕ, θεωρούνται υπάλληλοι, κατά την έννοια των άρθρων 13α και 263α ΠΚ για στην εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 259 ΠΚ.
Εξ άλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη, κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Δ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτήν περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη ου εφαρμόσθηκε.
Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένοι μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες- έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνεία του τι προέκυψε από καθένα. Η αιτιολογία τέλος της αποφάσεως παραδεκτοί συμπληρώνεται από το διατακτικό της, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Επίσης, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί, κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 Ε ΚΠΔ και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη (ουσιαστικού δικαίου) που εφαρμόσθηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 167/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα για παράβαση καθήκοντος σε ποινή φυλακίσεως 7 μηνών, ανασταλείσα επί τριετία. Στην αιτιολογία της αποφάσεως, προκύπτουσα από το συνδυασμό του σκεπτικού και του διατακτικού της αναφέρεται, ότι από τα μνημονευόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες κατηγορίας και έγγραφα που αναγνώσθηκαν - η κατηγορουμένη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, γι' αυτό δεν αναφέρεται η απολογία της), η αναιρεσείουσα, ως υπάλληλος, κατά την έννοια των άρθρων 13α και 263α ΠΚ του Οργανισμού Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος, υπηρετούσα στο υποκατάστημα της Αμοργού Κυκλάδων ως προϊσταμένη κατά το καθοριζόμενο χρονικό διάστημα, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, απείχε αυθαίρετα και αδικαιολόγητα από τα υπηρεσιακά της καθήκοντα, επικαλουμένη, άλλοτε μεν λόγους υγείας, χωρίς να ενημερώνει, όπως όφειλε, βάσει της καθοριζομένης εγκυκλίου το γραφείο υποστήριξης ανθρώπινου δυναμικού και γραμματείας του Τηλεπικοινωνιακού διαμερίσματος Κυκλάδων και το τμήμα υγειονομικών και κοινωνικών θεμάτων στην Αθήνα και άλλοτε χωρίς να έχει δηλώσει ασθένεια ή άλλο λόγο αδυναμίας προσέλευσης στην υπηρεσία και ότι στις πράξεις της αυτές προέβη με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό της παράνομο όφελος, ισούμενο με τις μισθολογικές απολαβές, τις οποίες αυτή ελάμβανε από την υπηρεσία της κατά τα επακριβώς καθοριζόμενα χρονικά διαστήματα, κατά τα οποία αδικαιολόγητα απείχε από την εργασία της, με αντίστοιχη ζημία της εργοδότιδας επιχειρήσεως και ότι αυτή (αναιρεσείουσα) ενήργησε με δόλο μεταξύ δε της αξιόποινης πράξεως της παραβάσεως καθήκοντος και του σκοπού οφέλους αυτής και αντίστοιχης βλάβης του ΟΤΕ υπάρχει αιτιώδης σχέση, αφού η πράξη της παραβάσεως καθήκοντος αποτελούσε τον αποκλειστικό τρόπο του σκοπουμένου οφέλους ή της βλάβης.
Με αυτά που εδέχθη η προσβαλλομένη απόφαση, αφ' ενός μεν διέλαβε την αξιουμένη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφ' ετέρου δε ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου ποινικές διατάξεις των άρθρων 259, 13α και 263α ΠΚ και οι δεύτερος και τρίτος, κατά το αντίστοιχο μέρος του, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, ότι δηλαδή η αναιρεσείουσα δεν είναι υπάλληλος, κατά την έννοια των άρθρων 13α, 263α και άρα δεν εμπίπτει στην διάταξη του άρθρου 259 ΠΚ, πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι. Ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, κατά το αντίστοιχο μέρος του, κατά τον οποίο εσφαλμένως το δικαστήριο της ουσίας δεν εφήρμοσε στην προκειμένη περίπτωση τις διατάξεις των άρθρων 379 παρ. 2 και 393 παρ. 2 ΠΚ, αφού ουδεμία βλάβη υπέστη ο ΟΤΕ, λόγω της υπό της αναιρεσείουσας καταβολής εις αυτόν όλου του χρηματικού ποσού που εισέπραξε κατά τον χρόνο, κατά τον οποίο δεν παρείχε τις υπηρεσίες του σε εκείνον, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, γιατί οι επικαλούμενες, ως άνω διατάξεις των άρθρων 379 παρ. 2 και 393 παρ. 2 ΠΚ δεν έχουν εφαρμογή επί του εγκλήματος της παραβάσεως καθήκοντος. Απορριπτομένων όλων των λόγων αναιρέσεως και μη υπάρχοντος άλλου προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-9-2005 αίτηση της Ε. Μ. του Δ. για αναίρεση της 167/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία προσδιορίζει σε διακόσια δέκα (210) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Φεβρουαρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Μαρτίου 2006.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ