Legislator Case Law & Legislation
542/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling lower court correctly excluded excessive notarized documents.

Case Number 542/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the final judgment of the Athens Court of Appeal. The appellant argued that the appellate court erred by excluding notarized certificates exceeding the statutory limit of five and failed to consider a driving permit. The court ruled that the excluded documents were inadmissible as they surpassed the legal cap and were irrelevant to the opposing party's claims, while the driving permit was duly evaluated by the lower court.

Legislator headnote

AI generated

Articles 422 para. 3, 561 para. 2, 577 para. 3 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that notarized certificates exceeding the statutory limit of five are inadmissible evidence and that the appellate court's evaluation of all submitted documents constitutes a non-reviewable exercise of judicial discretion.

Keywords

AI generated
excessive notarized certificates statutory limit five documents cassation appeal dismissal judicial discretion review admissibility of evidence notarized certificates Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 564 of the Code of Civil Procedure
Article 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 422 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 542 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 542/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευγενία Μπιτσακάκη-Εισηγήτρια, Αναστασία Καραμανίδου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 8 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Θ. Ζ. του Ι. και της Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Καλαμίτση, και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Μ. Λ. του Λ., κατοίκου Αθηνών, η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Βασιλείου Δημακόπουλου, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-11-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3655/2019 μη οριστική, 2355/2021 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3561/2022 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-4-2023 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι) Η κρινόμενη από 5-4-2023 αίτηση αναίρεσης με την οποία προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 3561/2022 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 495, 552, 553, 556, 558,560,564 παρ.1, 566παρ. 1 Κ.Πολ.Δ) Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

Η διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, κατ' επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, έχει ως εξής: Με την από 30-11-2018 αγωγή, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της εναγομένης Μ. Λ., ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ιστορώντας ότι έχει καταστεί κύριος με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του περιγραφομένου ακινήτου (οικοπέδου) που βρίσκεται στο Χαλάνδρι Αττικής και ότι η εναγομένη αμφισβητεί την κυριότητά του επ' αυτού, ζήτησε να αναγνωριστεί κύριος του επιδίκου ακινήτου. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθμ. 3655/2019 μη οριστική απόφαση του άνω δικαστηρίου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αγωγής λόγω μη προσκόμισης πιστοποιητικού ΕΝΦΙΑ και ακολούθως η υπ' αριθμ.2355/2019 οριστική απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως ουσία αβάσιμη. Ασκηθείσης εφέσεως εκ μέρους του ενάγοντος- αναιρεσείοντος, εκδόθηκε η προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 3561/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση και επικυρώθηκε η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.

ΙΙ) Κατά το άρθρο 1045 ΑΚ για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί μία εικοσαετία. Νομέας κατά το άρθρο 974 του ίδιου κώδικα, είναι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κάτοχος) αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία. Η κτήση της νομής ακινήτου και η άσκησή της επ' αυτού μπορεί να γίνει με οποιαδήποτε ενέργεια, που μαρτυρά κατά τις αντιλήψεις που υπάρχουν στις συναλλαγές, φυσική και με διάνοια κυρίου εξουσίαση αυτού. Έτσι, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.

Συνεπώς προς απόκτηση νομής επί πράγματος απαιτείται η συνδρομή δύο στοιχείων στο πρόσωπο του αποκτώντος, δηλαδή, η βούληση εξουσίασης αυτού με διάνοια κυρίου και η φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα. H ταυτόχρονη κατά κανόνα συνύπαρξη (με εξαίρεση την πλασματική κτήση της νομής) των δύο αυτών στοιχείων είναι δημιουργική του προστατευόμενου, από το ισχύον δίκαιο, δικαιώματος της νομής.

Ειδικότερα, η διάνοια κυρίου συνίσταται στην πρόθεση του έχοντος αυτήν προσώπου για διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίαση του πράγματος, όμοια ή ανάλογη με εκείνη που απορρέει από το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας και που αναγνωρίζεται στον δικαιούχο αυτής. Η διάνοια κυρίου εκδηλώνεται με τη μεταχείριση του πράγματος με τον ίδιο τρόπο, με τον οποίο θα μπορούσε να το μεταχειριστεί ο ιδιοκτήτης χωρίς να απαιτείται απαραίτητα και να κατευθύνεται η πρόθεση του νομέα σε έννομη κτήση της κυριότητας, ούτε και να έχει αυτός την πεποίθηση ότι έχει κυριότητα.

Εκείνος όμως που εξουσιάζει το πράγμα για μια εικοσαετία γίνεται, κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, ανεξαρτήτως αν είχε και την πεποίθηση ότι είχε την κυριότητα. Άσκηση της νομής επί ακινήτου που οδηγεί στην κτήση της κυριότητας αυτού με χρησικτησία αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πάνω σ' αυτό πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του και κατά την αντικειμενική συναλλακτική αντίληψη είναι δηλωτικές εξουσίασης τούτου, κατά τρόπο διαρκή και σταθερό, με διάνοια κυρίου.

Τέτοιες δε πράξεις είναι και η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η καλλιέργεια, η παραχώρηση σε τρίτον με ή χωρίς αντάλλαγμα, η φύλαξη, η οριοθέτηση, η καταμέτρηση των διαστάσεών του, η περιτοίχιση και η ανοικοδόμηση, η ένταξή του στην υποβαλλόμενη προς την αρμόδια Δ ΟΥ δήλωση ακίνητης περιουσίας (Ε9), χωρίς να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας και, αν πρόκειται για κληρονομιαίο ακίνητο η αποδοχή κληρονομιάς, η μεταγραφή της και η καταβολή των οικείων φόρων, ενώ περί της συνδρομής ή όχι των προαναφερομένων στοιχείων κρίνει το δικαστήριο, κατά την κοινή αντίληψη, με βάση τα συγκεκριμένα περιστατικά σε κάθε περίπτωση.

Για την έναρξη της εικοσαετίας δεν απαιτείται να γνωστοποιήσει σε κανένα ο χρησιδεσπόζων την πρόθεσή του να νέμεται το πράγμα για δικό του λογαριασμό, γιατί το στοιχείο αυτό είναι απαραίτητο μόνο μεταξύ του χρησιδεσπόζοντος και άλλων, όταν υπάρχει νόμιμη σχέση κοινωνίας. Η νομή που άπαξ έχει κτηθεί, εξακολουθεί να διατηρείται από το νομέα, εφόσον υφίσταται πάντοτε η θέλησή του να κατέχει το πράγμα και η επ' αυτού άσκηση φυσικής εξουσίας, αλλά δεν είναι απαραίτητο η φυσική εξουσία να ασκείται διαρκώς και αδιαλείπτως δι' ενεργείας έργων επί του πράγματος, ούτε να είναι σε συνεχή εγρήγορση και να έχει αδιάκοπα κατευθυνόμενη τη διάνοια κυρίου προς αυτό.

Αρκεί να υφίσταται η δυνατότητα του νομέα να επενεργεί επί του πράγματος έργα σύμφωνα με τον προορισμό του, χωρίς να απαιτείται οπωσδήποτε προσωπική επαφή του νομέα προς το πράγμα, αρκούσας της δυνατότητας προσεγγίσεως του νομέα προς το πράγμα και της δυνατότητας τούτου όπως αποκλείσει τρίτο από τη φυσική εξουσία του.

Η απώλεια της νομής επέρχεται (άρθρο 981 ΑΚ) όταν παύσει η φυσική εξουσία επί του πράγματος ή εκδηλωθεί αντίθετη διάνοια του νομέα. Εάν, όμως, το ακίνητο πράγμα καταλήφθηκε από άλλον εν αγνοία του νομέα, η νομή επί αυτού δεν χάνεται πριν ο νομέας πληροφορηθεί την κατάληψη και εφησυχάσει ή επιχειρήσει την ανάκληση αυτοδυνάμως ή δικαστικώς και αποτύχει (ΑΠ 1221/2022, Α.Π. 774/2021, 667/2020).

Περαιτέρω, με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών... Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 4/2018, Ολ.

ΑΠ 6/2017). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, ο λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης τα περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε όταν υφίστανται ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 1/1999, Ολ.ΑΠ 24/1992).

Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που συνέχονται με τη συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, οπότε ο σχετικός λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1221/2022, 1099/2020, ΑΠ 563/2020).

ΙΙΙ) Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου της προσβαλλομένης υπ' αριθμ. 3561/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι τούτο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα: "Το επίδικο οικόπεδο βρίσκεται στο Χαλάνδρι Αττικής, εντός του εγκεκριμένου σχεδίου του ομώνυμου δήμου, στο με αριθμό ...

Οικοδομικό Τετράγωνο, επί των οδών ... και ... και έχει έκταση 806 τ.μ. Αυτό φέρει αριθμό ΚΑΕΚ ... και συνορεύει, κατά τους τίτλους κτήσεως, ανατολικά με την οδό ..., δυτικά με ιδιοκτησία Δ. Τ., βόρεια με ιδιοκτησία Μ. και νότια με την οδό .... Το οικόπεδο αυτό επί σειρά ετών ανήκε στην οικογένεια της εναγομένης, μεταβιβαζόταν δε από γενεά σε γενεά με κληρονομική διαδοχή.

Συγκεκριμένα στην εναγομένη περιήλθε, όπως και άλλα ακίνητα, με τη με αριθμό ... πράξη αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Αθηνών, Ν. Α. που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Χαλανδρίου (τομ. 353 αρ. 413), από κληρονομιά του θείου της, Γ. Κ., ο οποίος είχε αποβιώσει στις 29 Απριλίου 2002 χωρίς να καταλείπει διαθήκη, με μοναδική εν ζωή πλησιέστερη συγγενή του την αμφιθαλή αδερφή του Α.

συζ. Κ.. Α., μητέρα της εναγόμενης, η οποία αποποιήθηκε την κληρονομιά, οπότε στην εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή κλήθηκε πλέον η εναγομένη. Στο δε Γ. Κ. είχε περιέλθει με τη με αριθμό ... πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αθηνών, Α. Π. που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Χαλανδρίου (τομ. ...), από κληρονομιά της μητέρας του, Μ.

χας Ά. Κ., η οποία είχε αποβιώσει στις 19 Ιανουάριου 1986 και τον είχε καταστήσει κληρονόμο της στο ακίνητο αυτό (όπως και σε άλλα ακίνητα), με ιδιόγραφη διαθήκη που δημοσιεύθηκε νόμιμα και κηρύχθηκε κυρία. Τέλος, όπως αναγράφεται στις παραπάνω συμβολαιογραφικές πράξεις αποδοχής, όλα τα κληρονομιαία ακίνητα είχαν περιέλθει στη Μ.

Κ., από κληρονομιά του πατέρα της που είχε αποβιώσει στις 26 Δεκεμβρίου 1913, χωρίς να αφήσει διαθήκη, του οποίου ήταν το μόνο επιζών τέκνο και η μοναδική κληρονόμος του. Ο Γ. Κ., δικαιοπάροχος της εναγομένης, υπέβαλε δηλώσεις ακίνητης περιουσίας στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., μεταξύ άλλων και για το επίδικο ακίνητο, υποκείμενος και σε φόρο μεγάλης ακίνητης περιουσίας, καθώς και κατά τη διαδικασία κτηματογράφησης της περιοχής στις 19.11.1996 υπέβαλε προς το Ελληνικό Κτηματολόγιο, δήλωση εγγραπτέου δικαιώματος, όσον αφορά το επίδικο, αναγράφηκε δε ως κύριος του ακινήτου στο απόσπασμα προσωρινών κτηματολογικών στοιχείων Β' ανάρτησης.

Επίσης η εναγομένη έχει υποβάλει δήλωση φόρου κληρονομιάς για το ακίνητο αυτό και προέβη στην καταβολή του αναλογούντος φόρου κληρονομιάς. Ακόμη η εναγομένη προς προστασία της κληρονομιαίας περιουσίας της, υπέβαλε σε βάρος της Β. Μ., μήνυση για την πράξη της κακουργηματικής πλαστογραφίας, επειδή η τελευταία εμφάνισε δύο (2) πλαστές διαθήκες, μία ιδιόγραφη με ημερομηνία σύνταξης την 26.3.2002 και μία δημόσια με ημερομηνία σύνταξης την 18.10.1999, με τις οποίες φερόταν ότι ο Γ.

Κ. την είχε καταστήσει κληρονόμο του σε διάφορα ακίνητα ιδιοκτησίας του, αυτή δε καταδικάστηκε αμετάκλητα για την πράξη της ηθικής αυτουργίας: α) σε κακουργηματική πλαστογραφία, όσον αφορά την ιδιόγραφη διαθήκη (ΑΠ 1815/2017) και β) σε κακουργηματική πλαστογραφία, όσον αφορά τη δημόσια διαθήκη (ΑΠ 1915/2016). Επίσης, η εναγόμενη άσκησε δύο (2) αγωγές κατά της ανωτέρω Β.

Μ., με τις οποίες ζητούσε να αναγνωριστεί το κληρονομικό της δικαίωμα και η κυριότητά της, μεταξύ άλλων και επί του επίδικου ακινήτου που έγιναν τελεσίδικα δεκτές ως βάσιμες στην ουσία τους (ΠολΠρΑΘ 2736/2019 και ΕφΑΘ 4272/2021). Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της 1171/2014 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών (με κατηγορούμενη τη Β.

Μ. κατά τα προαναφερόμενα), που περιέχεται αυτούσια στην ΑΠ 1815/2017, ο δικαιοπάροχος της εναγομένης, Γ. Κ., δεν ασκούσε κάποιο επάγγελμα αλλά ασχολείτο με τη διαχείριση της μεγάλης ακίνητης περιουσίας που ο ίδιος και η αδερφή του, ήτοι η μητέρα της εναγομένης, είχαν κληρονομήσει από τους γονείς τους. Για τον λόγο αυτό διατηρούσε γραφείο μαζί την αδερφή του στον πρώτο όροφο πολυώροφης οικοδομής, επί της οδού Νίκης 37 στην Αθήνα, για την εξυπηρέτηση των συναλλασσόμενων με αυτούς, κυρίως μισθωτών τους.

Ενώ προς τον σκοπό αυτό είχε και τη συνδρομή ενός δικηγόρου, του Δ. Τ., ο οποίος παρείχε τις υπηρεσίες του ήδη από το έτος 1960, ως δικηγόρος του πατέρα του, καθώς και ενός λογιστή. Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι από το έτος 1960 μαζί με τον πατέρα του και από το έτος 2002, οπότε απεβίωσε ο πατέρας του, μόνος του ασκεί πράξεις νομής επί του ακινήτου με διάνοια κυρίου.

Ωστόσο αυτός ουδέποτε προέβη σε οποιαδήποτε δηλωτική πράξη της κυριότητάς του ενώπιον των αρμόδιων αρχών, όπως ενδεικτικά υποβολής φορολογικού εντύπου Ε9, και ιδίως δεν προέβη στην υποβολή δήλωσης προς το Ελληνικό Κτηματολόγιο για την κατοχύρωση του εμπράγματου δικαιώματος του επί του ακινήτου, όπως θα ήταν αναμενόμενο προς κατοχύρωση του δικαιώματος του αυτού, καθότι μάλιστα πρόκειται για περιουσιακό στοιχείο μεγάλης αξίας (800.000 €).

Ούτε προέβη σε δήλωση αποδοχής κληρονομιάς ως προς το επικαλούμενο δικαίωμα συγκυριότητας του πατέρα του αποκτηθέν με έκτακτη χρησικτησία. Ενόψει επομένως των όσων προεκτέθηκαν, οι μαρτυρίες που περιέχονται στις ένορκες βεβαιώσεις που λήφθηκαν με την επιμέλεια του ενάγοντος ότι αυτός και ο πατέρας του, όσο ζούσε, φύτευαν κηπευτικά στο οικόπεδο, ότι το έτος 1960 το είχαν χρησιμοποιήσει για την εναπόθεση οικοδομικών υλικών κατά την ανέγερση οικοδομής ιδιοκτησίας τους σε παρακείμενο οικόπεδο, ότι ο ενάγων επέτρεπε σε τρίτους να κάνουν προσωρινή χρήση του προς εξυπηρέτησή τους (μάρτυρας Δ.

Α.), ότι εναπόθετε σε αυτό διάφορα ανταλλακτικά αυτοκινήτων από το συνεργείο που διατηρούσε μέχρι τη συνταξιοδότησή του, ότι γιόρταζαν σε αυτός εορτές, όπως το Πάσχα με σούβλισμα αρνιών (μάρτυρας Κ. Δ.), ότι καλλιεργούσαν ζαρζαβατικά, ότι εξέτρεφαν σε αυτό κότες και κατσίκες, ότι είχε κατασκευάσει σε αυτό ένα αυτοσχέδιο γηπεδάκι για να παίζουν τα παιδιά, ότι το είχε περιφραγμένο με λουκέτο (μάρτυρας Ε.

Α.), ότι φύλασσε σε παράπηγμα εντός αυτού διάφορα εργαλεία, ότι είχε διαμορφώσει σε αυτό ο πατέρας του ενάγοντος γήπεδο ποδοσφαίρου, όπου έπαιζε ο ενάγων, και στη συνέχεια γήπεδο βόλεϊ, όπου έπαιζαν οι κόρες του ενάγοντος (μάρτυρας Ι. Γ.) και ότι το είχε παραχωρήσει στον Π. Π. να εναποθέσει σε αυτό ξυλεία για την ανέγερση της οικοδομής του, όπως και στον υιό του και μάρτυρα για διάφορες κατασκευές και επιμελούνταν της περίφραξής του (μάρτυρας Η.

Π.), καθώς και ότι διατηρούσε εντός αυτού ένα τροχόσπιτο με διάνοια κυρίου από το 1995 και μετά (όπως καταθέτουν οι ανωτέρω μάρτυρες), δεν κρίνονται πειστικές. Τούτο διότι αφενός είναι απολύτως βέβαιο ότι ο Γ. Κ., ο οποίος ασχολείτο αποκλειστικά με την διαχείριση της ακίνητης περιουσίας του υποστηριζόμενος και από δικηγόρο και λογιστή , και ενεργούσε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για την προάσπιση της περιουσίας του, ασκούσε εποπτεία επί του επίδικου ακινήτου, όπως και επί του συνόλου της περιουσίας του, επομένως θα προέβαινε σε όλες τις νόμιμες ενέργειες για τη διασφάλιση των περιουσιακών του δικαιωμάτων, εάν διαπίστωνε ότι κάποιος τρίτος επιχειρούσε να καταπατήσει την περιουσία του και αφετέρου ο ενάγων δεν προέβη σε καμία ενέργεια ώστε να κατοχυρώσει δικαίωμα κυριότητας επί του ακινήτου.

Για τους ίδιους λόγους, εξάλλου, κρίνεται πειστική η κατάθεση του μάρτυρα Σ. Μ., κατοίκου της περιοχής, ότι από το έτος 1959 γνώριζε ότι η Μ. Κ. (γιαγιά της εναγομένης) ήταν η ιδιοκτήτρια του ακινήτου, ότι ο Γ. Κ. μέχρι τον θάνατό του ασκούσε όλες τις διαχειριστικές πράξεις επί του ακινήτου και ότι μετά τον θάνατό του τις διαχειριστικές πράξεις επί του ακινήτου τις ασκούσε η μητέρα της εναγομένης μέχρι το θάνατό της, το έτος 2018, για λογαριασμό της τελευταίας, ότι αυτή είχε αναθέσει στον Θ.

Τ. να καθαρίζει το οικόπεδο από τα χόρτα , να μαζεύει τον καρπό από τις ελιές και να επιμελείται της περίφραξής του, ότι ο ενάγων τα τελευταία δέκα έτη σταθμεύει στο οικόπεδο δύο αυτοκίνητα και ένα τροχόσπιτο, όπως πράττουν και άλλοι γείτονες και ότι ο ενάγων δεν είχε προβεί σε άλλη χρήση του οικοπέδου ούτε σε ενέργειες που να καταδεικνύουν ότι συμπεριφέρεται ως κύριος αυτού.

Τέλος, τον Ιούνιο του έτους 2018 η ενάγουσα ζήτησε από τον δήμο Χαλανδρίου να προβεί στην απομάκρυνση των σταθμευμένων οχημάτων από το οικόπεδο, όπως και έγινε, αντιδρούντος του ενάγοντος που ισχυρίστηκε ότι πρόκειται για ακίνητο ιδιοκτησίας του. Με βάση επομένως όσα προεκτέθηκαν αποδεικνύεται ότι ουδέποτε ο ενάγων άσκησε πράξεις νομής με διάνοια κυρίου στο επίδικο ακίνητο και επομένως δεν κατέστη κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία.".

Ακολούθως απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η σχετική αναγνωριστική αγωγή του αναιρεσείοντος, ως ουσία αβάσιμη, με τις παραδοχές ότι ο ενάγων δεν κατέστη κύριος του επιδίκου με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία) καθώς ουδέποτε άσκησε πράξεις νομής με διάνοια κυρίου σε αυτό, αλλά αντίθετα το επίδικο οικόπεδο, το οποίο επί σειρά ετών ανήκε στην οικογένεια της εναγομένης- αναιρεσίβλητης και μεταβιβαζόταν από γενεά σε γενεά με κληρονομική διαδοχή, περιήλθε στην εναγομένη με την αναφερόμενη πράξη αποδοχής κληρονομιάς που μεταγράφηκε νόμιμα από κληρονομιά του αποβιώσαντος την 29-4-2002 θείου της Γ.

Κ. και ότι η ίδια έκτοτε αλλά και ο δικαιοπάροχός της από τότε που περιήλθε στην κατοχή του, επίσης λόγω κληρονομικής διαδοχής (1986) μέχρι του θανάτου του, ενεργούσαν επί του επιδίκου τις αναφερόμενες και αρμόζουσες στην φύση και τον προορισμό του (ως αστικού κυρίως ακινήτου) υλικές πράξεις νομής με διάνοια κυρίου, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των προαναφερθέντων άρθρων 1045, 974 του Α.Κ.

στις οποίες στηριζόταν η ως άνω βάση της αγωγής, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε αναφορικά με τη μη κτήση της κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου από τον ενάγοντα με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία), ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά απ' αυτό και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στη νομική σκέψη που προαναφέρθηκε και του συμπεράσματος του νομικού του συλλογισμού.

Επίσης διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς την προαναφερόμενη μη κτήση κυριότητας του ενάγοντος με έκτακτη χρησικτησία επί του επιδίκου , που επιτρέπουν και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 974,981 και 1045 ΑΚ και, επομένως, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, ούτε υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας σχετικά με τα επιχειρήματα του δικαστηρίου και την αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και το εξ αυτών συναγόμενο συμπέρασμα από την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού.

Επομένως οι περί του αντιθέτου, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ αιτιάσεις, που περιέχονται στον πρώτο λόγο αναίρεσης και από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου αιτιάσεις που περιέχονται στον δεύτερο λόγο αναίρεσης είναι αβάσιμες και απορριπτέες . Οι λοιπές διαλαμβανόμενες στον ανωτέρω δεύτερο λόγο αιτιάσεις, με τις οποίες αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω έλλειψης επαρκών αιτιολογιών κατά το μέρος που με αυτές ο αναιρεσείων προβάλλει αιτιάσεις για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, για τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων, καθώς και για την επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, είναι απαράδεκτες, διότι, υπό την επίφαση της παραβίασης των παραπάνω διατάξεων, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και περί την αποδοχή πραγματικών περιστατικών, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

IV) Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, κατά το σχηματισμό της κρίσης του για τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά, υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11γ' του άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ., χωρίς όμως να ελέγχεται η κρίση του ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξιολόγηση των αποδείξεων γενικά Ειδικότερα, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους) προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή, νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο).

Για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του (Ολ.Α.Π. 23/2008, Ολ. ΑΠ 42/2000 Α.Π. 242/2023, ΑΠ 1208/2019, 779/2019). Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλ' αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη Δεν απαιτείται, εξάλλου, να γίνεται παράθεση ως προς το ποία αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση ή έμμεση απόδειξη ή καθορισμός της βαρύτητας, που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή της σχέσης και της επιρροής ενός εκάστου αποδεικτικού μέσου στα προς απόδειξη θέματα, ενώ από την αναφορά ορισμένων εξ αυτών, λόγω της ιδιαίτερης σημασίας τους, δεν συνάγεται αναγκαίως ότι τα υπόλοιπα δεν εκτιμήθηκαν.

Απαιτείται, όμως, να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως ότι όλα τα νομίμως προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και συνεκτιμήθηκαν για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος (Ολ.Α.Π. 2/2008). Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός, θα πρέπει στην αίτηση αναίρεσης να αναφέρεται:

α) ποίες είναι οι αποδείξεις που με επίκληση προσκομίστηκαν και τις οποίες δεν έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κρίσιμος ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τις αποδείξεις και γ) η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 2261/2014, ΑΠ 688/2016).

Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 422 Κ.Πολ.Δ., όπως η παρ. 3 προστέθηκε με την παρ. 3 του Άρθρου δεύτερου του άρθρου 1 του Ν. 4235/2015, και πριν την αντικατάστασή της με τη διάταξη του άρθρου 22 Ν. 4842/2021, που ίσχυε κατά το χρόνο λήψης των ενόρκων βεβαιώσεων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 21 εδ. β του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., που εκφράζει γενικότερη αρχή του διαχρονικού δικονομικού δικαίου ότι οι διαδικαστικές πράξεις απόδειξης κρίνονται κατά το δίκαιο που ίσχυε όταν αυτές έλαβαν χώρα και οι οποίες εφαρμόζονται κατά το άρθρο 524 παρ.1 εδ.

α` KΠολΔ και στην κατ' έφεση δίκη, ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη, το πολύ πέντε (5) για κάθε διάδικο μέρος και τρεις (3) για την αντίκρουση και μόνον αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου, δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση και αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή, οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτή.

Με τη διάταξη αυτή εισήχθη στην τακτική διαδικασία, ενώπιον κάθε πρωτοβαθμίου ή δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, η χρήση από τους διαδίκους ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, ως ιδιαίτερου αποδεικτικού μέσου (ενώ πλέον κατά το άρθρο 36 του Ν. 3994/13.7.2011 περιλαμβάνονται στα κατά το άρθρο 339 K.Πολ.Δ.

περιοριστικά αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα), εφόσον βέβαια για το αποδεικτικό θέμα επιτρέπονται μάρτυρες και τηρήθηκε η οριζόμενη από τη διάταξη αυτή προϋπόθεση, για την έγκυρη λήψη τους, δηλαδή η προηγούμενη, πριν από δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες κλήτευση του αντιδίκου του διαδίκου, που τις επικαλείται και τις προσκομίζει, παράλληλα δε τέθηκε όριο, ως προς τον αριθμό των ενόρκων βεβαιώσεων, που κάθε διάδικη πλευρά μπορεί να προσκομίσει και το δικαστήριο να λάβει υπόψη.

Το όριο των πέντε ενόρκων βεβαιώσεων ισχύει αθροιστικά και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και για το σύνολο των αντικειμένων της δίκης που κάθε διάδικο μέρος αποσκοπεί να υποστηρίξει ή να αντικρούσει με τις ένορκες βεβαιώσεις, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της αντικειμενικής σώρευσης αγωγών (αρθρ. 218 KΠολΔ) ή της ανταγωγής (αρθρ. 268 KΠολΔ), Αν προσκομισθούν από ένα διάδικο μέρος περισσότερες από πέντε ένορκες βεβαιώσεις, το δικαστήριο υποχρεούται να λάβει υπόψη τις πέντε πρώτες κατά τη σειρά επίκλησης τους, γιατί οι πέραν των πέντε πρώτων προσκομιζόμενες ένορκες βεβαιώσεις είναι, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 422 K.Πολ.Δ.

ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο και ως τέτοιο δεν λαμβάνεται υπόψη, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων Εφόσον, κατά τα προεκτεθέντα, οι ένορκες βεβαιώσεις αποτελούν ξεχωριστά αποδεικτικά μέσα και δεν περιλαμβάνονται στα κατά τα άρθρα 339 και 432 επ. K.Πολ.Δ. έγγραφα, πρέπει να γίνεται ειδική μνεία τους στην απόφαση, η οποία (μνεία) αν δεν γίνεται, ούτε προκύπτει από το περιεχόμενο της απόφασης, ότι αυτές (ένορκες βεβαιώσεις) λήφθηκαν υπόψη, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 11 περ.

γ` του K.Πολ.Δ. Παράλληλα, η επίκληση από τον διάδικο της ένορκης βεβαίωσης πρέπει να γίνεται με τις προτάσεις της συζητήσεως μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και να είναι ειδική, ούτως ώστε να προκύπτει από αυτή ο αριθμός, ο εξετασθείς μάρτυρας και ο εξετάσας και να καθορίζεται ότι έλαβε χώρα νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου ή ότι αυτός παραστάθηκε, οπότε, στην τελευταία αυτή περίπτωση, η εκ της μη κλητεύσεως ακυρότητα θεραπεύεται (Α.Π. 1103/2022, Α.Π 1454/2017, ΑΠ 1461/2013, Α.Π. 197/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του αριθμού 11γ` του άρθρου 559 K.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα ότι, αν και είχε νόμιμα επικαλεστεί με τις έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου και είχε προσκομίσει προς αντίκρουση των ισχυρισμών της εναγομένης - αναιρεσίβλητης, τις με αριθμούς 1264/2019 και 1265/2019 ένορκες βεβαιώσεις των αναφερομένων σε αυτές μαρτύρων ενώπιον της συμβολαιογράφου Χαλανδρίου Μ.- Χ.

Π., μετά από νόμιμη κλήτευση της αναιρεσίβλητης, το Δικαστήριο δεν τις έλαβε υπόψη ως ανεπίτρεπτα αποδεικτικά μέσα, καθώς υπερέβαιναν το συνολικό επιτρεπόμενο όριο των πέντε (5) προσκομιζομένων ενόρκων βεβαιώσεων, λαμβάνοντας υπόψη μόνο τις με αριθμούς ...2019 ένορκες βεβαιώσεις των αναφερομένων σε αυτές μαρτύρων ενώπιον τα ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, που επίσης προσκόμισε μετ' επικλήσεως, κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 422 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης, κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος, διότι το Εφετείο ορθώς δεν έλαβε υπόψη του τις προαναφερόμενες υπ'αρ. 1264 και 1265/2019 ένορκες βεβαιώσεις, εφόσον αυτές, ως υπεράριθμες, ήτοι ως προσκομισθείσες πέραν του επιτρεπομένου, από τη διάταξη του άρθρου 422 παρ. 3 ΚΠολΔ (ως ίσχυε κατά το χρόνο λήψεως αυτών) ορίου, ήσαν ανεπίτρεπτα (ανυπόστατα) αποδεικτικά μέσα και κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, οι εν λόγω ένορκες βεβαιώσεις δεν κατέτειναν στην αντίκρουση ισχυρισμών της εναγομένης - αναιρεσίβλητης, αλλά στην υποστήριξη των αγωγικών ισχυρισμών του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος (ΑΠ 1461/2013).

Με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη του την άδεια ρυμούλκησης που έλαβε αρμοδίως για το τροχόσπιτό του το 1995, την οποία νόμιμα προσκόμισε μετ' επικλήσεως στο εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο, από την οποία αποδεικνύεται ο ισχυρισμός του ότι νεμόταν το επίδικο κατά το χρονικό διάστημα 1995 έως 2018 σταθμεύοντας σε αυτό το τροχόσπιτό του.

Όμως τόσο από τη ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε ως δικαστικά τεκμήρια, όσον και από όλο το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, το Εφετείο έλαβε υπόψη, συναξιολόγησε και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και το ανωτέρω αναφερόμενο ως αγνοηθέν από τον αναιρεσείοντα, ενώ, τυγχάνει αναιρετικώς ανέλεγκτη η κρίση του Εφετείου ως προς τη βαρύτητα, που προσέδωσε σε ένα έκαστο εξ αυτών, καθώς ανάγεται στην περί των πραγμάτων κρίση του.

Επομένως και ο ερευνώμενος αυτός λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος.

V)Συνακόλουθα και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση για αναίρεση της 3561/2022 τελεσίδικης αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις κατά το σχετικό αίτημά της (άρθρα 176,183,191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) και κατά τα οριζόμενα στον διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 5-4-2023 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3561/2022 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ να εισαχθεί το κατατεθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Μαρτίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Μαρτίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ