Legislator Case Law & Legislation
542/2023 AI generated

542/2023 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 542/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη - Εισηγητή και Ασημίνα Υφαντή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

542/2023 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η υποχρέωση για καταβολή κατά μήνα διατροφής σε χρήμα, μετά τη διακοπή της έγγαμης συμβιώσεως, είναι συνέπεια της κατά το άρθρο 1389 ΑΚ υποχρεώσεως συνεισφοράς των συζύγων στην αμοιβαία διατροφή αυτών κατά τη διάρκεια του γάμου και δεν εξομοιώνεται με την κατά τα άρθρα 1485 επ. ΑΚ διατροφή (ΟλΑΠ 9/1991), ούτε με την κατά τα άρθρα 1442 επ.

Keywords

AI generated
gainful employment of spouse income reduction income from dependent employment changed financial circumstances fluctuating monthly income duty to surrender ancillary earnings
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 542 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 542/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη - Εισηγητή και Ασημίνα Υφαντή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 9 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Π. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Σιάμο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ε. Σ. του Κ., κατοίκου ..., ατομικά και ως ασκούσας την επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων Γ. Π., Μ. Π. και Κ. Π., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γ. Πυρομάλλη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/8/2014 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 27/8/2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 433/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3401/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12/2/2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 12.02.2020 και με ειδικό αριθμό κατάθεσης 142/13.02.2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμ. 3401/ 13.06.2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των οικογενειακών διαφορών που αφορούν διατροφή και επιμέλεια τέκνων. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552,553,556,558,564 παρ.3 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου παραδεκτά (άρθρ.577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 1389, 1390, 1391, 1392 εδ. 2 και 1495 του ΑΚ προκύπτει ότι, σε περίπτωση διακοπής της έγγαμης συμβίωσης, οπότε εξακολουθεί μεν ο μεταξύ των συζύγων γάμος, αλλά δεν μπορεί να γίνει λόγος περί συνεισφοράς αυτών προς αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας, μεταξύ των οποίων και η αμοιβαία υποχρέωση των συζύγων για διατροφή, αφού με τη διακοπή της συμβίωσης έπαυσε να υπάρχει και να λειτουργεί κοινός οίκος και να δημιουργούνται οικογενειακές ανάγκες, εκείνος δε από τους συζύγους που για εύλογη στο πρόσωπό του αιτία διακόπηκε η έγγαμη συμβίωση, δικαιούται από τον άλλο, ανεξαρτήτως του αν ο ένας είναι εύπορος και ο άλλος άπορος, διατροφή σε χρήμα, που προκαταβάλλεται μηνιαίως και υποκαθιστά τη συνεισφορά του υπόχρεου υπό συνθήκες οικογενειακής ζωής.

Η υποχρέωση για καταβολή κατά μήνα διατροφής σε χρήμα, μετά τη διακοπή της έγγαμης συμβιώσεως, είναι συνέπεια της κατά το άρθρο 1389 ΑΚ υποχρεώσεως συνεισφοράς των συζύγων στην αμοιβαία διατροφή αυτών κατά τη διάρκεια του γάμου και δεν εξομοιώνεται με την κατά τα άρθρα 1485 επ. ΑΚ διατροφή (ΟλΑΠ 9/1991), ούτε με την κατά τα άρθρα 1442 επ.

ΑΚ οφειλόμενη μετά το διαζύγιο, υπάρχει δε και αν ακόμη ο υπόχρεος αναγκάστηκε στη διακοπή της συμβιώσεως από παράπτωμα του δικαιούχου (ΑΠ 666/2022, ΑΠ 1470/2021). Εξάλλου, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις των άρθρων 1389, 1390 και 1391 ΑΚ προκύπτει ότι το μέτρο της μετά τη διακοπή της έγγαμης συμβιώσεως οφειλόμενης στο δικαιούχο διατροφής προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του δικαιούχου, όπως αυτές προκύπτουν υπό συνθήκες οικογενειακής ζωής, σε συνδυασμό με εκείνες που ανέκυψαν από τη χωριστή διαβίωση, λαμβανομένων υπόψη των εκατέρωθεν οικονομικών δυνάμεων μεταξύ των οποίων και η περιουσία.

Δεν απαιτείται δε να αναφέρεται στην αγωγή ούτε στην απόφαση με την οποία επιδικάζεται διατροφή λόγω διακοπής της έγγαμης συμβιώσεως η αποτίμηση της συνεισφοράς καθενός από τους συζύγους για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογενείας. Οι οικονομικές δυνάμεις των διαδίκων που προσδιορίζουν την αναλογία συνεισφοράς καθενός από τους συζύγους στη διατροφή του δικαιούχου ενδέχεται να αποτελέσουν τη βάση σχετικής ενστάσεως του εναγομένου, καταλυτικής εν όλω ή εν μέρει της αγωγής (ΑΠ 1126/2020, ΑΠ 616/2020, ΑΠ 528/2018, ΑΠ 873/2017, ΑΠ 1028/2013).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1389, 1390, 1484, 1485, 1486 παρ. 2, 1487, 1489 παρ. 2 και 1493 ΑΚ προκύπτει ότι τα ανήλικα τέκνα, εφόσον τα εισοδήματα της περιουσίας τους δεν επαρκούν για τη διατροφή τους, έχουν δικαίωμα διατροφής έναντι των δύο γονέων τους, οι οποίοι υποχρεούνται να τα διατρέφουν από κοινού, ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του.

Το μέτρο της διατροφής, που πρέπει να τους καταβληθεί, προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του ανηλίκου τέκνου, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της ζωής του. Δεν απαιτείται δε ο προσδιορισμός με ακρίβεια και του απαραίτητου, για την κάλυψη κάθε επιμέρους ανάγκης του, που προκύπτει από τις συνθήκες της ζωής του, χρηματικού ποσού, αλλά αρκεί η αναφορά του συνολικού ποσού της δαπάνης που αποτελεί την ανάλογη διατροφή του (ΑΠ 416/2007).

Ως συνθήκες ζωής νοούνται οι συγκεκριμένοι όροι διαβιώσεως που ποικίλουν ανάλογα με την ηλικία, τον τόπο κατοικίας, την ανάγκη επιτηρήσεως και εκπαιδεύσεως και την κατάσταση της υγείας του, χωρίς όμως να ικανοποιούνται οι παράλογες απαιτήσεις ή απλώς υπερβολικές αξιώσεις. Για να καθορισθεί το ποσό της διατροφής αξιολογούνται κατ' αρχήν τα εισοδήματα των γονέων από οποιαδήποτε πηγή και αν δεν αρκούν τότε υπολογίζεται και η αξία των περιουσιακών τους στοιχείων και στη συνέχεια προσδιορίζονται οι ανάγκες του τέκνου (ΑΠ 1612/2017, ΑΠ 174/2015, ΑΠ 1384/2008, ΑΠ 823/2003).

Η υποχρέωση διατροφής είναι κατά κανόνα χρηματική υποχρέωση, χωρίς όμως να αποκλείεται η εκπλήρωσή της και σε είδος. Παροχές σε είδος που συνυπολογίζονται στην υποχρέωσή του γονέα για διατροφή του τέκνου, είναι, μεταξύ άλλων, η συνεισφορά της οικοκυράς, η παροχή οικίας, καθώς και η παροχή προσωπικών υπηρεσιών για την ανατροφή, περιποίηση, φροντίδα και επιμέλεια του τέκνου.

Έτσι ο γονέας, που συζεί με το ανήλικο τέκνο, μπορεί, κατά τον υπολογισμό του οφειλόμενου από αυτόν ποσού διατροφής του, να συνυπολογίσει οτιδήποτε συνδέεται με την εξαιτίας της συνοίκησης πραγματική διάθεση χρημάτων για τις ανάγκες του τέκνου, όπως ενοίκιο, κατανάλωση ρεύματος, ύδατος, θέρμανσης κ.λπ., καθώς και άλλες προσωπικές υπηρεσίες που απορρέουν από αυτή (ΑΠ 1612/2017, ΑΠ 826/1994).

Στην αγωγή δεν είναι απαραίτητο να γίνεται αναφορά στις οικονομικές δυνάμεις του άλλου γονέα (δηλαδή του μη εναγομένου που συνήθως είναι ο έχων την επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου), ούτε το δικαστήριο υποχρεούται αυτεπαγγέλτως να ερευνήσει αυτές, προκειμένου να προβεί σε επιμερισμό της υποχρεώσεως διατροφής του ανηλίκου μεταξύ των δύο γονέων του(ΑΠ 1020/2021).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).

Επομένως η έλλειψη νόμιμης βάσης πρέπει να αναφέρεται σε παραδοχές της αποφάσεως επί εκείνων των ζητημάτων που ασκούν ουσιαστική επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή αντένστασης. Εάν τα περιστατικά, που προβάλλονται με το λόγο αναίρεσης ως αντιφατικά, ως εκ περισσού διατυπώθηκαν ως παραδοχές της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος ή την απόρριψή του κατά παραδοχή ενστάσεως και επομένως χωρίς να είναι αναγκαία για τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων, τότε οι σχετικές προς θεμελίωση του λόγου αυτού αναίρεσης αιτιάσεις είναι αλυσιτελείς και απορρίπτονται ως αβάσιμοι (ΑΠ 255/2010, ΑΠ 1008/2007).

Ανεπάρκεια αιτιολογιών δεν υπάρχει, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Άλλωστε, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).

Περαιτέρω, τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016, ΑΠ 1266/2011).

Συνακόλουθα η ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013).Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο στο ναό του ...

από τον οποίον απέκτησαν τρία τέκνα τον Γ. που γεννήθηκε στις 10-10-2003, την Μ.(ή Μ.) που γεννήθηκε στις 28-6-2006 και τον Κ., που γεννήθηκε στις 17-7-2009. Οι διάδικοι συμβίωσαν μέχρι το Νοέμβριο του 2013 οπότε ο εναγόμενος αποχώρησε από τη συζυγική στέγη δηλώνοντας ότι επιθυμούσε να διακόψει οριστικά την έγγαμη συμβίωση με την ενάγουσα.

Έκτοτε οι διάδικοι βρίσκονται σε διάσταση αφού η .../2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που απαγγέλει τη λύση του γάμου τους δεν έχει ακόμη καταστεί τελεσίδικη λόγω ασκήσεως εφέσεως κατ' αυτής από τον εναγόμενο που εκκρεμοδικεί. Ο εναγόμενος (εκκαλών) [και ήδη αναιρεσείων] ισχυρίσθηκε ότι για την απομάκρυνσή του από την οικογενειακή στέγη ευθύνεται η ενάγουσα (εφεσίβλητη) [και ήδη αναιρεσίβλητη] λόγω της ζηλότυπης συμπεριφοράς της από τις αρχές της έγγαμης σχέσης και της επιμονής της να ακολουθεί η οικογένεια πολυτελή (υπεράνω των δυνατοτήτων τους) τρόπο διαβίωσης.

Ωστόσο η βασιμότητα των ως άνω ισχυρισμών δεν αποδείχθηκε. Αντίθετα υπήρξε το πρόσχημα για την απομάκρυνσή του καθόσον αποδείχθηκε ότι οι διάδικοι κατά τη διάρκεια της συμβίωσής τους αποτελούσαν μια οικογένεια με σχέσεις αρμονικές μεταξύ τους, αγαπητή στο οικογενειακό και φιλικό περιβάλλον. Η ενάγουσα που δεν εργαζόταν και δεν διέθετε εισοδήματα από οποιαδήποτε πηγή, είχε ως μοναδική απασχόληση τη φροντίδα και τη στήριξη (ηθική και ψυχική) τόσο των κοινών τέκνων όσο και του συζύγου της, ο τελευταίος δε αποκομίζοντας υψηλά εισοδήματα από την εργασία του είχε επιλέξει να τους προσφέρει ιδιαίτερα πολυτελή τρόπο ζωής με την εκμίσθωση πολυτελούς μονοκατοικίας στα νότια προάστια στελεχωμένου με το κατάλληλο προσωπικό για την εξυπηρέτηση των πρακτικών (καθημερινών) αναγκών της οικογένειας, ταξίδια και διαμονή σε ακριβά καταλύματα στην Ελλάδα και το εξωτερικό, εστίαση σε ακριβά εστιατόρια, έντονη κοινωνική ζωή, εγγραφή και φοίτηση των τριών τέκνων στο ....

Από το Πάσχα του 2013 επήλθε μεταστροφή της συμπεριφοράς του απέναντι στη σύζυγό του, ο εναγόμενος άρχισε να γίνεται ψυχρός και απόμακρος χωρίς να αποδειχθεί ότι είχε μεταβληθεί καθ' οιονδήποτε τρόπο η δική της συμπεριφορά απέναντί του. Τελικώς όπως προαναφέρθηκε διέκοψε τη συμβίωσή τους το Νοέμβριο του 2013 χωρίς να αποδειχθεί ότι συνέτρεχε εύλογη αιτία.

Εφόσον κατά τα ανωτέρω η διάσπαση της έγγαμης σχέσης ανάγεται σε υπαίτια συμπεριφορά του εναγόμενου (παράβαση των υποχρεώσεων που απορρέουν από την έγγαμη συμβίωση με την άνευ λόγου εγκατάλειψη της συζυγικής στέγης) θεμελιώνεται το δικαίωμα της ενάγουσας για επιδίκαση διατροφής σε βάρος του εναγόμενου.

Το ύψος της διατροφής αυτής προσδιορίζεται σύμφωνα με τις ανάγκες της όπως είχαν διαμορφωθεί κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης, λαμβανομένων υπόψιν και των συνθηκών που διαμορφώθηκαν μετά τη διακοπή της συμβίωσης με δεδομένο ότι από τη σύγκριση των εκατέρωθεν οικονομικών δυνάμεων των διαδίκων ως συζύγων και το συσχετισμό των συμβολών εκάστου προκύπτει διαφορά υπέρ της ενάγουσας.

Αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος που προέρχεται από εφοπλιστική οικογένεια προσλήφθηκε στις 1-12-2009 ως υπάλληλος στη ναυτιλιακή εταιρεία A. S. A. T. I. με έδρα τον Πειραιά. Η σημαντική αύξηση που επήλθε στα εισοδήματά του μετά το έτος 2010 λόγω της επαγγελματικής του ενασχόλησης ως ναυλομεσίτης, του προσέδωσε μεγάλη οικονομική άνεση.

Έτσι ο ίδιος επέλεξε να προσφέρει υψηλό επίπεδο διαβίωσης στην οικογένειά του. Προς τούτο μετακόμισε από το μισθωμένο διαμέρισμα στη ... όπου διαβιούσε με την οικογένειά του μέχρι την 23-1-2012, σε μονοκατοικία που μίσθωσε στη ... επί των οδών ... εμβαδού 450 τ.μ. που διέθετε και υδατοδεξαμενή (πισίνα), ενώ μετέγραψε τα τρία ανήλικα τέκνα του από το ιδιωτικό εκπαιδευτήριο ¨Γ.¨ όπου μέχρι τότε φοιτούσαν στο ... (Ψυχικού).

Σημειώνεται ότι κατά το έτος 2011 αποδείχθηκε πως με την ιδιότητα του μετόχου της εταιρείας ¨A. S. CO. SA¨ έλαβε από τις ναυτιλιακές δραστηριότητες της εταιρείας εκτός Ελλάδος μέρισμα ύψους 60.140 δολαρίων Η.Π.Α..., ενώ για το έτος 2012 εισέπραξε 19.961,72 ευρώ από τη μισθωτή του εργασία και 63.500 ευρώ ως εισόδημα προερχόμενο από την αλλοδαπή...

Ο τελευταίος βέβαια ισχυρίζεται ότι είναι μόνον υπάλληλος της ναυτιλιακής εταιρείας A. S. A. T. I. και ότι οι μηνιαίες αποδοχές του έχουν δραματικά μειωθεί. Προς απόδειξη του άνω ισχυρισμού προσκομίζει και τις δηλώσεις εισοδήματος των ετών 2014,2015,2016 σύμφωνα με τις οποίες τα ετήσια εισοδήματά του προέρχονται μόνο από μισθωτή εργασία(μειούμενα κατ' έτος) και ανέρχονται στα ποσά των 20.711,85, 15.509,27 και 7.526,52 ευρώ αντιστοίχως.

Επίσης προσκομίζει με επίκληση την από 25-5-2015 τροποποιητική σύμβαση των όρων ατομικής εργασίας με την οποίαν αποδέχεται τη μείωση των μηνιαίων αποδοχών του από την 1-6-2015 σε 1.050 ευρώ μεικτά. Ωστόσο τα εισοδήματα αυτά δεν αποδείχθηκε ότι ανταποκρίνονται στα πράγματα. Πέραν του ότι οι επίμαχες ως άνω δηλώσεις εφόσον δεν έχουν ελεγχθεί δεν αποτελούν αδιάψευστα δικαστικά τεκμήρια...

είναι πρόδηλο όσον αφορά τα εισοδήματα από μισθωτή εργασία ότι η επικαλούμενη συμφωνία για τη μείωσή τους συμπίπτει χρονικά με την εξέλιξη της δικαστικής διαμάχης και την επιδίκαση διατροφής σε χρήμα για τη σύζυγο και τα τέκνα του. Άλλωστε από ουδέν στοιχείο αποδείχθηκε ότι οι επιχειρηματικές δραστηριότητες στον τομέα της ναυτιλίας που λαμβάνουν χώρα σε παγκόσμιο επίπεδο εμφάνισαν λόγω της κρίσης φθίνουσα πορεία...

Εξάλλου ο εναγόμενος δεν προσκόμισε αποδεικτικά στοιχεία επιβεβαιωτικά του ισχυρισμού του ότι έπαυσε να είναι μέτοχος της εταιρείας ¨A. S. CO. SA¨ και ότι εκ του λόγου αυτού έπαυσε να λαμβάνει υψηλά μερίσματα ως εκ της παραπάνω ιδιότητάς του με την επιπλέον επισήμανση ότι πρόκειται για δύο διαφορετικές εταιρείες όπως προκύπτει σαφώς και από την επωνυμία εκάστης.

Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα εκτιμάται ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα τα εισοδήματα που αποκομίζει κατά μέσο όρο ο εναγόμενος ανέρχονται σε 6.000 ευρώ κατά μήνα. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι ο εναγόμενος είναι κύριος ενός ΙΧΕ αυτοκινήτου... μάρκας CHRYSLER μοντέλο GRAND CHEROKEE 5.654 κ.ε, έτους α' κυκλοφορίας 2005 που αγοράσθηκε το 2009, ενώ το ΙΧΕ αυτοκίνητο...

MINI CABRIO COOPER 1.600 κ.ε με έτος κυκλοφορίας 2009 το οποίο αγόρασε το 2013 το διατήρησε στην κυριότητά του μέχρι και το Μάρτιο του 2014 καθόσον έκτοτε δεν καταχωρείται στις φορολογικές του δηλώσεις. Επίσης αποδείχθηκε ότι είναι ψιλός κύριος α) κατά ποσοστό 100% ενός οικοπέδου εκτάσεως 4.060 τ.μ με την επ' αυτού μονοκατοικία επιφανείας 200 τ.μ που βρίσκεται στο νομό ...

και β)κατά ποσοστό 18,33 τ.μ εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου εκτάσεως 1.231,74 τ.μ που βρίσκεται στο δήμο .... Μετά την αποχώρησή του από την συζυγική οικία φέρεται να κατοικεί στην πατρική του οικία στον .... Ως εκ τούτου δεν καταβάλει μίσθωμα και βαρύνεται μόνο με την αναλογία του στις λειτουργικές δαπάνες (ηλεκτρικού ρεύματος, ύδατος, θέρμανσης, τηλεφωνίας κ.λ.π).

Άλλα εισοδήματα από οποιαδήποτε πηγή ή άλλη περιουσία δεν αποδείχθηκε ότι διαθέτει, ούτε βαρύνεται με υποχρέωση διατροφής άλλων(τρίτων)προσώπων πλην των ανήλικων τέκνων του ενώ οι λοιπές ανάγκες διαβίωσής του είναι αντίστοιχες ατόμων παρόμοιας με αυτόν ηλικίας(έχει γεννηθεί το 1972). Η ενάγουσα που είναι συνομήλικη του εναγόμενου δεν εργάζεται και ασχολείται αποκλειστικά με τη φροντίδα και την ανατροφή των τριών τέκνων της.

Ουδέν εισόδημα αποδείχθηκε ότι διαθέτει ούτε και περιουσία και δεν βαρύνεται με την υποχρέωση διατροφής άλλων πλην των ως άνω τέκνων προσώπων. Κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης η ενάγουσα, που διέμενε στην προαναφερθείσα κατοικία στη ... με τον εναγόμενο και τα τρία κοινά τέκνα συμμετείχε στην κάλυψη των οικογενειακών αναγκών με την παροχή της προσωπικής φροντίδας στην ανατροφή των τελευταίων και τις προσωπικές περιποιήσεις προς τον σύζυγό της μεριμνώντας για την οργάνωση των καθημερινών δραστηριοτήτων της οικογένειας και ασκώντας την εποπτεία του βοηθητικού προσωπικού της κατοικίας τους.

Ενόψει των παραπάνω αποδειχθέντων ο εναγόμενος λόγω των υπέρτερων οικονομικών δυνάμεών του είχε επωμισθεί κατά κύριο λόγο το βάρος να συντηρεί την οικογένειά του. Μετά την αποχώρηση του εναγόμενου η ενάγουσα αδυνατώντας να καταβάλει το μηνιαίο μίσθωμα των 1.000 ευρώ έχει μετακομίσει(μαζί με τα τέκνα των οποίων έχει την επιμέλεια) σε οικία που της παραχώρησαν οικογενειακοί φίλοι της και δεν καταβάλει μίσθωμα, βαρύνεται όμως με την αναλογία της στις δαπάνες λειτουργίας της(ηλεκτρικού ρεύματος,ύδατος, θέρμανσης, τηλεφωνίας κ.λ.π), ενώ οι λοιπές ανάγκες διαβίωσής της είναι αντίστοιχες ατόμων παρόμοιας με αυτήν ηλικίας.

Συνεπώς η ενάγουσα που κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης δικαιούνταν διατροφής ως οικονομικά ασθενέστερη εξακολουθεί να δικαιούται διατροφής και μετά τη διάσπαση της έγγαμης σχέσης, άλλωστε δεν προέκυψε μεταβολή των περιστάσεων ώστε να αποκλεισθεί το εν λόγω δικαίωμα. Με βάση λοιπόν τις προαναφερθείσες οικονομικές δυνάμεις αμφοτέρων των συζύγων και τις ανάγκες ζωής της δικαιούχου ενάγουσας όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί στα πλαίσια της συμβίωσής της με τον εναγόμενο, λαμβάνοντας υπόψιν και τις νέες προσωπικές ανάγκες της από τη χωριστή διαβίωση κρίνεται ότι η ανάλογη μηνιαία διατροφή που δικαιούται η ενάγουσα από τον εναγόμενο ανέρχεται σε 550 ευρώ το μήνα, ανταποκρίνεται δε στα απαραίτητα έξοδα για τη διατροφή και τη συντήρησή της και αποτελεί την αναλογία που ο εναγόμενος ήταν υποχρεωμένος να συνεισφέρει και αντίστοιχα εκείνη θα απολάμβανε στο πλαίσιο της έγγαμης συμβίωσής τους, δηλαδή τη διαφορά μεταξύ των συνεισφορών των διαδίκων που δικαιούται να αξιώσει η ενάγουσα μετά τη διακοπή...

Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι τα τέκνα των διαδίκων ηλικίας σήμερα 16 ετών ο Γ., 13 ετών η Μ. και 10 ετών ο Κ. αδυνατούν να διαθρέψουν τον εαυτό τους γιατί δεν διαθέτουν εισοδήματα ούτε περιουσία και λόγω της ανηλικότητάς τους αδυνατούν να εργασθούν. Επομένως υπόχρεοι για τη διατροφή τους είναι οι γονείς τους από κοινού ανάλογα με τις οικονομικές του δυνάμεις ο καθένας.

Κατά τον επίδικο χρόνο (2014-2017) αλλά και μέχρι σήμερα τα τέκνα των διαδίκων φοιτούν στο ... (Ψυχικού), χωρίς ωστόσο να καταβάλουν πλέον δίδακτρα καθόσον αποδείχθηκε ότι έχουν λάβει υποτροφία και έχουν του λοιπού απαλλαγεί της σχετικής υποχρέωσης. Άλλες δραστηριότητες πέραν των παρεχομένων από το συγκεκριμένο εκπαιδευτικό ίδρυμα δεν αποδείχθηκε ότι έχουν τα παιδιά των διαδίκων πλην του Γ.

που ασχολείται με την υδατοσφαίριση συμμετέχοντας στην αντίστοιχη ομάδα της ...ς με μηναίο κόστος 70 ευρώ. Όπως προαναφέρθηκε κατοικούν με τη μητέρα τους σε κατοικία που τους παραχώρησαν οικογενειακοί τους φίλοι και δεν βαρύνονται με δαπάνες στέγασης παρά μόνο με την αναλογία τους στις δαπάνες λειτουργίας αυτής.

Κατά τα λοιπά οι δαπάνες των παραπάνω ανηλίκων είναι ίδιες με εκείνες άλλων παιδιών της αυτής ηλικίας. Το μέτρο της διατροφής τους προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες τους όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες διαβίωσής τους λαμβανομένης υπόψιν της ηλικίας τους, του φύλου, του τόπου κατοικίας του οικογενειακού και κοινωνικού περιβάλλοντός τους, πρέπει δε να περιλαμβάνει τις αναγκαίες δαπάνες για την κάλυψη της συντήρησής τους(σίτιση, ένδυση, υπόδηση, ανατροφή, ψυχαγωγία, περίθαλψη, την αναλογία τους στα λειτουργικά έξοδα της κατοικίας τους, ήτοι θέρμανση, παροχή ρεύματος, ύδατος κ.λ.π).

Με βάση λοιπόν τις προμνημονευθείσες οικονομικές δυνατότητες των διαδίκων και τις εν γένει περιστάσεις η κατά μήνα διατροφή για τα ανήλικα τέκνα των διαδίκων προς κάλυψη του συνόλου των βιοτικών αναγκών τους όπως αυτές παραπάνω μνημονεύονται, λαμβάνοντας υπόψιν και τις προεκτεθείσες παραμέτρους...

πρέπει να καθοριστεί στο ποσό των 700 ευρώ για τον Γ. σε 650 ευρώ για την Μ. και σε 600 ευρώ για τον Κ.. Τα περί αποδοχής εκ μέρους της ενάγουσας του ποσού των 1.500 ευρώ συνολικά για την κάλυψη της διατροφής της ίδιας και των τέκνων τους δεν ανταποκρίνονται στα πράγματα... Τα ως άνω ποσά υποχρεούται να καταβάλει εξ ολοκλήρου ο εναγόμενος εφόσον η ένστασή του ότι τα κοινά τέκνα έχουν δικαίωμα διατροφής και έναντι της ενάγουσας μητέρας τους...

απορρίφθηκε κατ' ουσίαν με την εκκαλούμενη απόφαση και δεν επαναφέρεται στο παρόν Δικαστήριο με αντίστοιχο λόγο της έφεσής του... Ενόψει όμως των παραπάνω αποδειχθέντων το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ότι τόσο τα μηνιαία εισοδήματα του εναγόμενου όσο και η διατροφή σε χρήμα που δικαιούται η ενάγουσα αλλά και τα κοινά τέκνα ανέρχονται σε μεγαλύτερο ύψος και δη εκείνο των 7.000 ευρώ (όσον αφορά τον πρώτο), 600 ευρώ(όσον αφορά την ενάγουσα) και 800 ευρώ(για έκαστο τέκνο) αντιστοίχως, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις όπως βάσιμα παραπονείται με τους σχετικούς λόγους της έφεσής του...

που κρίνονται βάσιμοι κατ' ουσίαν. Μετά ταύτα πρέπει η έφεση να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση κατά το κεφάλαιο που πλήττεται με αυτή(της αναγνώρισης της υποχρέωσής του προς διατροφή των κοινών τέκνων και ατομικά της μητέρας τους)να ερευνηθεί εκ νέου η από 20-8-2014 αγωγή κατά το αντίστοιχο μέρος, να γίνει δεκτή κατά ένα μέρος κατ' ουσίαν, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγόμενου να προκαταβάλει ατομικά στην ενάγουσα το πρώτο πενθήμερο κάθε μηνός το ποσό των 550 μηνιαίως, για λογαριασμό δε των ανήλικων τέκνων των οποίων ασκεί την επιμέλεια να αναγνωρισθεί η υποχρέωσή του να καταβάλει 700 ευρώ για τον Γ., 650 ευρώ για την Μ.

και 600 ευρώ για τον Κ. μηνιαίως για χρονικό διάστημα τριών ετών από την επίδοση της αγωγής και με το νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση κάθε παροχής μέχρι την εξόφληση...". Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο έκανε δεκτή κατ' ουσίαν την έφεση του εκκαλούντος-εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, εξαφάνισε την υπ' αριθμ.433/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το κεφάλαιο που αναγνώρισε την υποχρέωση του εναγόμενου προς διατροφή της ενάγουσας (και ήδη αναιρεσίβλητης) και των κοινών ανήλικων τέκνων, καθορίζοντας για μεν την πρώτη ατομικά ως συνεισφορά του στη δικαιούμενη διατροφή της το ποσό των 600 ευρώ μηνιαίως, για δε λογαριασμό των ανήλικων τέκνων τους, Γ., Μ.

και Κ. ως συνεισφορά του στη δικαιούμενη διατροφή τους το ποσό των 800 ευρώ μηνιαίως για κάθε τέκνο και συνολικά και για τα τρία(3)ως άνω τέκνα το ποσό των 2.400 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από την επίδοση της αγωγής της ενάγουσας και για μια τριετία, προκαταβλητέα εντός των πέντε πρώτων ημερών εκάστου μηνός, νομιμοτόκως από την καθυστέρηση κάθε ληξιπρόθεσμης παροχής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, κράτησε την υπόθεση, προχώρησε στην εκ νέου έρευνα της άνω αγωγής, κατά το αντίστοιχο ως άνω μέρος και αίτημα, και δέχθηκε αυτήν εν μέρει ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, αναγνωρίζοντας ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων όφειλε να καταβάλει το πρώτο πενθήμερο εκάστου μηνός στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη α)ατομικά το ποσό των 550 ευρώ και β)για λογαριασμό του ανήλικου τέκνου Γ.

το ποσό των 700 ευρώ, για λογαριασμό της ανήλικης Μ. το ποσό των 650 ευρώ και για λογαριασμό του ανήλικου Κ. το ποσό των 600 ευρώ, για χρονικό διάστημα τριών ετών από την επίδοση της αγωγής με το νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση κάθε παροχής μέχρι την εξόφλησή της. Επίσης, με τις προαναφερόμενες παραδοχές της η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατέληξε στο αποδεικτικό της πόρισμα διαλαμβάνοντας επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερθεισών, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 1389, 1390,1391,1392, 1485,1486,1489 παρ.2 και 1493 ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε, καθόσον τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δικαιολογούν τη θεμελίωση υποχρέωσης του αναιρεσείοντος να καταβάλει τα οφειλόμενα ποσά διατροφής στην αναιρεσίβλητη, για τον εαυτό της ατομικά, αλλά και για λογαριασμό των τριών ανηλίκων τέκνων τους, καθοριζομένων των ποσών τους στα χρηματικά ποσά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με βάση τις αποδειχθείσες ανάγκες των δικαιούχων και τις οικονομικές δυνάμεις των διαδίκων.

Δεν ήταν δε αναγκαία, για την πληρότητα της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, η παράθεση και άλλων, πλην των ανωτέρω, αιτιολογιών.

Συνεπώς, ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αναίρεσης, κατά το αντίστοιχο σκέλος του, με το οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, είναι αβάσιμος. Η περαιτέρω αιτίαση δε, ότι η αναιρεσιβαλλόμενη, ενώ δέχεται από τη μία ως πλήρη απόδειξη το εκ της αναιρεσίβλητης προσκομιζόμενο, αλλά μη εκκαθαρισμένο έντυπο Ε1 των ετών 2011-2012, ενώ από την άλλη με ανεπαρκή αιτιολογία κρίνει ότι τα προσκομιζόμενα από τον αναιρεσείοντα εκκαθαριστικά των φορολογικών δηλώσεών του των ετών 2014,2015,2016 δεν αποτελούν αδιάψευστα δικαστικά τεκμήρια, δεν στοιχειοθετούν την αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το αντίστοιχο τμήμα του ως άνω εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτου λόγου της αναίρεσης, πλημμέλεια για έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκούς και αντιφατικής αιτιολογίας, επειδή, αφενός μεν, ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται σαφώς, ως εν προκειμένω, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες, δοθέντος ότι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, αφετέρου δε επειδή τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα.

Κατά τις λοιπές αιτιάσεις του, ο ίδιος ως άνω λόγος, είναι απαράδεκτος, καθόσον με αυτόν, υπό το πρόσχημα της παραβίασης του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, πλήττεται η ακυρωτικά ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου.

Κατά τη διάταξη του αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ως πράγματα νοούνται, οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος και όχι η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων και οπωσδήποτε οι αλυσιτελείς ισχυρισμοί ή περιστατικά, εκτιθέμενα εκ περισσού ή επουσιώδη ή προκύπτοντα από τις αποδείξεις.

Συντρέχει δε ο ανωτέρω λόγος, επίσης, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς να εκθέτει, ούτε γενικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη (ΑΠ 116/2018). Δεν απαιτείται, όμως, να αξιολογεί το δικαστήριο τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα ούτε να αναφέρει ποια έγγραφα λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη (ΑΠ 2031/2007, ΑΠ 259/2007).

Ο λόγος, όμως, αυτός δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων και αναφερόμενων στην απόφαση αποδεικτικών μέσων καταλήγει, έστω και σε εσφαλμένη περί των πραγμάτων κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ` άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 911/2019, ΑΠ 356/2002). Περαιτέρω ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ.

γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.

Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 338 έως 340 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/2008, ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 498/ 2018, ΑΠ 757/2015,ΑΠ 156/2012).

Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.

Όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το Δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αίτηση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).Τέλος, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.11 ΚΠολΔ, στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδείξεις που προσκομίστηκαν, για να είναι ορισμένος, θα πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο:

α)ποιες είναι οι αποδείξεις που προσκομίσθηκαν και τις οποίες δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας, β) να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους και να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκόμισή τους και γ)να καθορίζεται ο συγκεκριμένος ουσιώδης ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνύονταν με τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 911/2002, ΑΠ 917/2020,ΑΠ 584/2017, ΑΠ 931/2014, ΑΠ 150/2015, ΑΠ 881/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα "Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων αμφοτέρων των διαδίκων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού, την .../5-12-2018 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Κ.

Π. ενώπιον της Ειρηνοδίκου Πειραιώς που νόμιμα προσκομίζει με επίκληση ο εκκαλών μετά νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της εφεσίβλητης... σε συνδυασμό με το σύνολο όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι( μεταξύ των οποίων και οι ένορκες βεβαιώσεις που λήφθηκαν στα πλαίσια άλλων δικών και συνεκτιμώνται ως δικαστικά τεκμήρια) ...".

Επομένως ο τρίτος αναιρετικός λόγος, κατά το αντίστοιχο σκέλος του, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια της διάταξης του αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα για τον καθορισμό της οφειλόμενης από τον αναιρεσείοντα διατροφής των τριών ανηλίκων τέκνων του στα ποσά των 700, 650 και 600 ευρώ μηνιαίως, αντίστοιχα, χωρίς απόδειξη, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον ο σχετικός αναιρετικός λόγος ιδρύεται στην περίπτωση που το εφετείο δεν αναφέρει στην προσβαλλόμενη τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία έχει αντλήσει την απόδειξη, πράγμα που δεν συμβαίνει εν προκειμένω.

Περαιτέρω, με το αντίστοιχο σκέλος του δεύτερου λόγου της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων πλήττει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, επικαλούμενος την εκ του άρθρου 559 αρ.11 περ.γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια, επειδή το Εφετείο ουδόλως έλαβε υπόψη του τα από 24-3-2014 και 23-9-2014 παραστατικά μεταβίβασης και ακινησίας των φερόμενων ως ιδιόκτητων πολυτελών μεταχειρισμένων αυτοκινήτων του MINI COOPER και JEEP CHEROKEE.

Ο λόγος όμως αυτός, κατά το προαναφερόμενο σκέλος του είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας του, επειδή δεν διευκρινίζεται ο συγκεκριμένος ουσιώδης ισχυρισμός το βάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα εν λόγω αποδεικτικά έγγραφα, καθώς και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, είναι αβάσιμος, αφού το δικαστήριο, όπως προκύπτει από τις προαναφερόμενες παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, έλαβε υπόψη του και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, μεταξύ των οποίων και τα ανωτέρω, που φέρονται ως αγνοηθέντα, καθώς και λοιπά αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, κατέληξε δε στο αποδεικτικό του πόρισμα, εκτιμώντας το σύνολο των παραπάνω αποδεικτικών μέσων, σε σχέση με την περιουσιακή κατάσταση του αναιρεσείοντος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο σχετικός λόγος αναίρεσης στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο κατά την εκτίμηση των αποδείξεων προσδίδει σε κάποιο αποδεικτικό μέσο αποδεικτική δύναμη μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που ο νόμος καθορίζει δεσμευτικά γι` αυτό.

Τέτοια παραβίαση υπάρχει όταν το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα αποδεικτικά μέσα, στα οποία ο νόμος προσδίδει αυξημένη και δεσμευτική γι` αυτό αποδεικτική δύναμη, όπως είναι η δικαστική ομολογία και τα έγγραφα για αποδεικτέα γεγονότα που παράγουν πλήρη απόδειξη και δεν στηρίζουν απλώς δικαστικά τεκμήρια (άρθρα 352, 438 επ.

και 445 ΚΠολΔ), καθώς και όταν αποδίδει αυξημένη αποδεικτική δύναμη στα λοιπά αποδεικτικά μέσα του άρθρου 339 ΚΠολΔ (μάρτυρες, δικαστικά τεκμήρια κλπ.), τα οποία κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, είναι ισοδύναμα μεταξύ τους και εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο. Αντίθετα, ο αναιρετικός λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο αποδίδει απλώς μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική βαρύτητα ή αξιοπιστία σε κάποιο από τα περισσότερα ισοδύναμα κατά τον νόμο αποδεικτικά μέσα, που εκτιμώνται ελεύθερα και κυριαρχικά από το δικαστήριο, το οποίο δεν οφείλει να αιτιολογήσει τη σχετική κρίση του (ΑΠ 479/2010, 75/2008, 907/2006).

Για να είναι δε ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει στο αναιρετήριο να διαλαμβάνονται σωρευτικά α) το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, η κατά τον νόμο αποδεικτική δύναμή του και η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε σ` αυτό από το δικαστήριο, β) το σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την αποδεικτική δύναμη του αποδεικτικού μέσου, γ) ο πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου προσκομίστηκε το αποδεικτικό μέσο και η επίδραση που αυτός θα ασκούσε στην έκβαση της δίκης, ώστε να μπορεί να αξιολογηθεί αν είναι ουσιώδης και δ) η μνεία ότι ο αναιρεσείων επικαλέστηκε και στο δικαστήριο της ουσίας το αποδεικτικό μέσο, για το οποίο υπάρχει παράβαση της αποδεικτικής δύναμής του (ΑΠ 225/2009, 700/2009, 1592/2008).

Εάν στο αναιρετήριο δεν περιέχεται κάποιο από τα προαναφερόμενα στοιχεία, ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 262/2020, ΑΠ 41/ 2016, ΑΠ 677/2015).Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 13 του ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, αναφορικά με το ρυθμιζόμενο, από τη διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ, βάρος της απόδειξης, σύμφωνα με την οποία (διάταξη) κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του.

Το βάρος της απόδειξης διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο με παρεμπίπτουσα περί αποδείξεως απόφαση θα επιβάλει την ευθύνη προσκομιδής των αποδεικτικών μέσων, προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό απόδειξης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων.

Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους απόδειξης έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής απόφασης. Το αντικειμενικό βάρος προσδιορίζει τον διάδικο που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων επέλευσης της επίδικης έννομης συνέπειας.

Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας διαδίκου, στοιχειοθετεί τον παρόντα λόγο αναίρεσης. Ειδικότερα, εσφαλμένη επιβολή του αντικειμενικού βάρους υπάρχει όταν το δικαστήριο από τις προσαχθείσες αποδείξεις δεν σχηματίζει την δικανική πεποίθηση, που απαιτεί ο νόμος για την παραδοχή ορισμένου αιτήματος, δηλαδή, αμφιβάλλει για την ουσιαστική βασιμότητα κάποιου ισχυρισμού, που κατά νόμο θεμελιώνει το αίτημα της αγωγής, ενστάσεως κλπ και που οφείλει να αποδείξει ο υποβαλών το αίτημα διάδικος.

Ο λόγος απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο αγωγικός ισχυρισμός έγινε δεκτός, όχι εξαιτίας μη (αντ)αποδείξεως του αντιθέτου (αρνητικού ισχυρισμού) του αναιρεσείοντος, αλλά επειδή θεωρήθηκαν επαρκείς οι προσκομισθείσες αποδείξεις (ΑΠ 1287/2019,ΑΠ 2305/2009,ΑΠ 319/ 2009). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με το αντίστοιχο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις και από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων αναφέροντας επί λέξει τα εξής: "...

Επιπρόσθετα στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης... δεν αναφέρονται με σαφήνεια και πληρότητα τα αποδεικνυόμενα πραγματικά περιστατικά και δη τόσο η άκρως πειστική ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (εκ παραδρομής αναφερόμενου, εσφαλμένα, αντί της ορθής αναφοράς του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου) κατάθεση (βλ.

προσκομιζόμενα και επικληθέντα υπ' εμού πρακτικά Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου)του πληρεξουσίου Δικηγόρου της επίδικης ναυλομεσιτικής αλλοδαπής εταιρίας ¨A. S. CO S.A .¨ της οποίας τη περαίωση των δραστηριοτήτων ΣΑΣ ΚΑΘΟΜΟΛΟΓΗΣΕ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΙΩ-και μέσω αυτής ΚΑΤΑΠΟΝΤΙΣΤΗΚΕ Η ΟΠΟΙΑ οικονομική μου ευρωστία-στις αρχές Μαρτίου 2015 όσο και η υπό ΑΒΜ ... (κατόπιν των προαναφερόμενων από τα έτη 2013-2014 ¨ΑΣΦΑΙΡΩΝ¨ΚΑΛΟΠΡΟΑΙΡΕΤΩΝ ΕΞΩΔΙΚΩΝ ΜΟΥ) μήνυσή μου κατ' αυτής (ήδη αναιρεσίβλητης) για την υπ' αυτής τελεσθείσα υπεξαίρεση...

του επίδικου τζιπ αυτοκινήτου μου-αξίας κατά τον χρόνο υπεξαίρεσης 13.000 €-υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... εργοστασίου DAIMLER JEEP CHRYSLER, που μεγιστοποιούν ΤΗΝ ¨ΑΝΑΙΡΕΤΙΚΗ ΑΤΑΣΘΑΛΙΑ¨ ΤΗΣ ΕΠΙΔΙΚΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ!! Από όλα τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι η αναιρεσιβαλλόμενη υπέπεσε σε σφάλματα και ως εκ τούτου πρέπει να γίνει δεκτός ο ανωτέρω λόγος αναίρεσής μου...".

Ο εν λόγω ερευνώμενος, όμως, κατά το προαναφερόμενο σκέλος του, λόγος με το προαναφερθέν περιεχόμενο κρίνεται απαράδεκτος, προεχόντως, ως αόριστος, καθόσον δεν διαλαμβάνονται σ' αυτόν σωρευτικά: α) Η κατά το νόμο αποδεικτική δύναμη των επικαλούμενων συγκεκριμένης μαρτυρικής κατάθεσης και συναγόμενων δικαστικών τεκμηρίων εκ της αναφερομένης εγγράφου μηνύσεως και η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε σ' αυτά από το δικαστήριο.

β) Το σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την αποδεικτική δύναμη των εν λόγω επικαλούμενων αποδεικτικών μέσων. Και, γ) ο πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου προσκομίστηκαν τα αποδεικτικά αυτά μέσα, καθώς και η επίδραση που αυτός θα ασκούσε στην έκβαση της δίκης, ώστε να μπορεί να αξιολογηθεί αν είναι ουσιώδης.

Αλλά και, πέραν τούτου, διότι οι επικαλούμενες με αυτόν αιτιάσεις ότι από τα ως άνω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα συνάγεται αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που έγινε δεκτό, πλήττει την, κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, ανέλεγκτη αναιρετικά αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων. Περαιτέρω ο αναιρεσείων, με το αντίστοιχο σκέλος του τρίτου λόγου της αίτησης αναίρεσης, με επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, προσάπτει στο Εφετείο την πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης, επικαλούμενος ότι, ενώ είχε το βάρος απόδειξης της επικληθείσας ένστασης συμψηφισμού του εν γένει χρηματικού ποσού που είχε καταβάλει για μισθώματα στέγασης των τέκνων του, εκ συνολικού ποσού 8.000 ευρώ, καθώς και των επιπρόσθετων μισθωτικών, ηλεκτροδοτικών και τηλεφωνικών εξόδων του για την κατοικία της συζύγου και των τέκνων, ανερχομένων στο ποσό των 4.337,91 ευρώ, δηλαδή συνολικού προς συμψηφισμό ποσού ανερχομένου σε 12.337,91 ευρώ, έναντι των όποιων διαφορών διατροφής των τελευταίων, και τις οποίες δαπάνες του απέδειξε με τα ειδικότερα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, εν τούτοις το Εφετείο απέρριψε την ένστασή του αυτή, δεχόμενο τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης, ενώ θα έπρεπε να τους είχε απορρίψει ως αναπόδεικτους.

Ο λόγος, όμως, αυτός, κατά το προαναφερόμενο αντίστοιχο σκέλος του, είναι αβάσιμος, γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, η ανωτέρω ένσταση που απερρίφθη πρωτόδικα και την επανέφερε ο αναιρεσείων στο Εφετείο με τον τρίτο λόγο της έφεσής του παραπονούμενος ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο "δεν ανέγνωσε και δεν εκτίμησε ορθά τα πραγματικά περιστατικά και τα προσαγόμενα έγγραφα", απορρίφθηκε από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, επειδή δέχθηκε ότι ο παραπάνω προβληθείς λόγος έφεσης στηριζόταν επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, γιατί το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την ως άνω ένσταση ως αόριστη και όχι κατ' ουσίαν, με εσφαλμένη εφαρμογή των ορισμών του νόμου ως προς την κατανομή του βάρους της απόδειξής της.

Επίσης, με επάλληλη σκέψη, το Εφετείο έκρινε, σε κάθε περίπτωση, ως αλυσιτελώς προβαλλόμενη την ανωτέρω ένσταση, δεχόμενο ότι η ένδικη απαίτηση της αναιρεσίβλητης ως ακατάσχετη, δεν υπόκειται σε συμψηφισμό.

Τέλος, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί, στο σύνολό της, η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρ.106,176,183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ). Εξάλλου, λόγω της φύσεως της διαφοράς, δεν έχει κατατεθεί παράβολο, ώστε να τίθεται θέμα εισαγωγής του στο δημόσιο ταμείο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 12.02.2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3401/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Απριλίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ