Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to lack of specific facts regarding statute of limitations in the appeal brief.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the State's appeal against a lower court decision that rejected the State's claim due to the statute of limitations. The State argued the lower court failed to consider that the defendants' claims had expired under Article 90 of the Public Accounting Law. The court ruled the appeal inadmissible because the brief did not specify the factual assumptions regarding the limitation period that the lower court had already accepted.
Legislator headnote
AI generatedArticles 90, 93, 94 of Law 2362/1995; An appeal is inadmissible if the brief fails to state the factual assumptions of the lower court regarding the statute of limitations, preventing the review of whether the court considered the argument.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 542 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 542/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου, Λουκά Μόρφη και Όλγα Σχετάκη-Μπονάτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καθού η κλήση: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών και ήδη από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, ως εκπροσώπου του Δημοσίου, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Παπίδα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ, που κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων - καλουσών: 1)… 32), oι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Βασιλείου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/6/2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 894/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 4807/2013 του Εφετείου Αθηνών. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν δύο αιτήσεις αναιρέσεις και εκδόθηκε η 398/2015 απόφαση του Β1' Τμήματος του Αρείου Πάγου, που τις συνεκδίκασε και αναίρεσε την 4807/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές για περαιτέρω εκδίκαση. Κατόπιν αυτής εκδόθηκε η 2980/2016 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζήτησε το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 8/3/2017 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 765/2018 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, που διέταξε την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, με σκοπό να προσκομισθούν τα αναφερόμενα στο σκεπτικό έγγραφα. Η υπόθεση επαναφέρεται με την από 30/5/2018 κλήση των καλούντων.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 30-5-2018 κλήση των αναιρεσιβλήτων φέρεται προς συζήτηση η από 8-3-2017 αίτηση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, μετά την έκδοση της 765/2018 απόφασης του Αρείου Πάγου, με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης της αναίρεσης, με σκοπό να προσκομισθούν με επιμέλεια του αναιρεσείοντος τα αναφερόμενα σε αυτή έγγραφα, για την απόδειξη της τελεσιδικίας της εκδοθείσας ερήμην του εκκαλούντος - εναγομένου - και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 2980/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε κατ' ουσίαν, λόγω ερημοδικίας ως ανυποστήρικτη, την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της 894/ 2011 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, εκτός των άλλων, είχε γίνει εν μέρει δεκτή κατ' ουσία η από 10-6-2009 αγωγή των εκ των τριάντα δύο (32) εναγουσών και ήδη αναιρεσιβλήτων, από τις συνολικά αρχικά εκατόν μία (101) ενάγουσες.
Ήδη από την από 10-2-2017 επισημείωση της δικαστικής επιμελήτριας Α. Δ. στο αντίγραφο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι αυτή επιδόθηκε με επιμέλεια των εναγουσών - εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων στις 10-2-2017 ,ενώ από το από 26-11-2018 πιστοποιητικό περί κατάθεσης ενδίκων μέσων του Γραμματέως του Εφετείου Αθηνών προκύπτει ότι δεν ασκήθηκε ανακοπή ερημοδικίας εντός δέκα πέντε ημερών από την επίδοσή της (άρθρο 503 παρ. 1 ΚΠΟΛΔ) και συνεπώς αυτή είχε ήδη τελεσιδικήσει από 25-2-2017.
Περαιτέρω, αφού κατά το χρόνο ασκήσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, που κατατέθηκε αρμοδίως την 9-3-2017, η προσβαλλόμενη απόφαση είχε τελεσιδικήσει, παραδεκτά προσβάλλεται με λόγους αναιρέσεως, οι οποίοι αναφέρονται και σε σφάλματα του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 524 παρ. 3 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται, συνάγεται ότι η απόρριψη της έφεσης λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος δεν είναι τυπική, αλλά γίνεται κατ' ουσίαν, διότι αν και στην πραγματικότητα οι λόγοι της έφεσης δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους, ωστόσο θεωρούνται κατά πλάσμα του νόμου ότι είναι αβάσιμοι και για την αιτία αυτή πάντοτε απορριπτέοι, αφού το δικαστήριο δεν έχει τη δυνατότητα να εκδώσει αντίθετη απόφαση, δεχόμενο κάποιον από αυτούς.
Επομένως, στην περίπτωση απόρριψης της έφεσης λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος με αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται μόνον η τελεσίδικη απόφαση του εφετείου, δηλαδή αυτή που δεν υπόκειται πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας (ΚΠολΔ 553 παρ.1), στην οποία ενσωματώνεται έκτοτε η πρωτόδικη απόφαση. Έτσι, τα τυχόν σφάλματα της πρωτόδικης απόφασης, που με την έννοια αυτή επικυρώνεται από το εφετείο, μπορούν με την αίτηση αναίρεσης να προταθούν ως σφάλματα της εφετειακής απόφασης, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους παραδεκτά προβαλλόμενους (ΟλΑΠ 16/1990, ΑΠ 1492/2018, ΑΠ 364/2018, ΑΠ 1440/2018).
Από τις διατάξεις των άρθρων 286 παρ. α', 287, 291 και 292 Κ.Πολ.Δ, που εφαρμόζονται κατ' άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στην αναιρετική δίκη, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.
Η διακοπή επέρχεται από την γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου, κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης, από εκείνον που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.
Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός διάδοχος δηλ. ο κληρονόμος. Η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί μπορεί να γίνει εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι διαδικαστική πράξη, που ασκήθηκε στο όνομα προαποβιώσαντος προσώπου, είναι απαράδεκτη και πρέπει αυτή να είχε ασκηθεί από τους κληρονόμους του, όπως για την αναίρεση ειδικότερα ορίζει το άρθρ. 556 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 306/2020,ΑΠ 102/ 2020, 64/2020, ΑΠ 47/2020, ΑΠ 517/2001).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62 εδ. α', 73, 159 αριθ. 2, 160 αριθ. 1, 556 αριθ. 1 ΚΠολΔ, καθώς και της διάταξης του άρθρου 35 ΑΚ, η οποία ορίζει την παύση της ύπαρξης του φυσικού προσώπου με το θάνατο αυτού, συνάγεται ότι αναίρεση μπορεί να ασκήσει, κατά το άρθρο 556 παρ. 1 ΚΠολΔ, το φυσικό πρόσωπο που βρίσκεται ακόμη στη ζωή κατά το χρόνο άσκησης του ενδίκου αυτού μέσου, πράγμα που σημαίνει ότι δικόγραφο αναίρεσης, το οποίο φέρει ως αναιρεσείοντα πρόσωπο που πέθανε πριν από το χρόνο της κατάθεσής του, με την οποία κατ' άρθρο 495 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ συντελείται η άσκηση της αναίρεσης, είναι άκυρο και η ακυρότητά του αυτή, αναγόμενη σε έλλειψη της κατά το άρθρο 62 εδ.
α' ΚΠολΔ διαδικαστικής προϋπόθεσης, δηλαδή της ικανότητας του προσώπου να είναι διάδικος, απαγγέλλεται από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως, σύμφωνα με το άρθρο 73 ΚΠολΔ (ΑΠ 1193/2012).
Συνεπώς η αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε στο όνομα διαδίκου, ο οποίος είχε ήδη αποβιώσει κατά την άσκησή της, ήτοι κατά το χρόνο κατάθεσης αυτής στη γραμματεία του εκδώσαντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου (άρθ. 495 παρ.1 του ΚΠολΔ), είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη για έλλειψη αναγκαίας διαδικαστικής προϋπόθεσης, δηλαδή του ίδιου του υποκειμένου της διαδικαστικής πράξης (ΑΠ 45/2018, ΑΠ 1611/2011, ΑΠ 448/2011, ΑΠ 1641/2006). Στην περίπτωση αυτή, στάδιο συνέχισης της δίκης από τους κληρονόμους του ήδη αποβιώσαντος αναιρεσείοντος, είτε αυτοβούλως με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου ότι συνεχίζουν τη δίκη, είτε με κλήτευση αυτών εκ μέρους του αντιδίκου τους, δεν υφίσταται, διότι οι διατάξεις των άρθρων 286, 287, 290 και 291 του ΚΠολΔ προϋποθέτουν επελθόντα θάνατο του διαδίκου μετά την άσκηση της διαδικαστικής πράξης, ήτοι εν προκειμένω μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, και κατά συνέπεια αυτοί απαραδέκτως συμμετέχουν στη δίκη, ως κληρονόμοι του προαποβιώσαντος διαδίκου (ΑΠ 1681/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας και ειδικότερα από τα προσκομιζόμενα από τις αναιρεσίβλητες έγγραφα προκύπτει ότι η δέκατη τέταρτη (14η) των εναγουσών - αναιρεσιβλήτων Γ. Α. του Χ. αποβίωσε στις 26 Νοεμβρίου 2017 (βλ. με αριθ. …/…/2017 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξίαρχου του Δήμου Καλαμπάκας ,νομού Τρικάλων), ήτοι σε χρόνο μετά την άσκηση στις 9-3-2017 της ένδικης από 8 Μαρτίου 2017 και με αριθ.
κατ.147 /2017 αίτησης αναίρεσης, που κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλομένη απόφαση δικαστηρίου στις 9 Μαρτίου 2017. Επομένως η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε παραδεκτά από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο ως προς την αρχική δέκατη τέταρτη (14η) των εναγουσών - αναιρεσιβλήτων Γ. Α. του Χ., εφόσον αυτή απεβίωσε μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.
Απαράδεκτα όμως φέρεται προς συζήτηση η από 8-3-2017 αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου, μετά την έκδοση της 765/2018 απόφασης του Αρείου Πάγου, με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης της, ως προς την δεκάτη τετάρτη των καλούντων - αναιρεσιβλήτων, με την από 30-5-2018 κλήση των αναιρεσιβλήτων-εναγουσών , εφόσον είναι άκυρη η από 30-5-2018 κλήση ως προς την παραπάνω δεκάτη τετάρτη των καλουσών-αναιρεσιβλήτων- εναγουσών, επειδή αυτή (δεκάτη τετάρτη των καλουσών-αναιρεσιβλήτων- εναγουσών Α.
Γ.) απεβίωσε στις 26-11-2017,δηλαδή πριν την κατάθεση στις 8-6-2018 της ως άνω κλήσης των αναιρεσιβλήτων- εναγουσών.
Συνεπώς η από 30-5-2018 κλήση, που ασκήθηκε στο όνομα αυτής της διαδίκου, η οποία είχε ήδη αποβιώσει κατά το χρόνο κατάθεσης της κλήσης στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου, είναι ως προς την δεκάτη τετάρτη των καλούντων - αναιρεσιβλήτων άκυρη για έλλειψη αναγκαίας διαδικαστικής προϋπόθεσης, δηλαδή του ίδιου του υποκειμένου της διαδικαστικής πράξης (ΑΠ 306/2020, ΑΠ 18/20200).
Η εκ μέρους του κληρονόμου της ως άνω θανούσας (τέκνου της Χ. Τ.) και υπό την ιδιότητά του αυτή παροχή ρητής πληρεξουσιότητας στον παραστάντα κατά την παρούσα συζήτηση της αίτησης αναίρεσης πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Βασιλείου, δυνάμει του …/…-11-2017 ειδικού πληρεξουσίου του συμβολαιογράφου Καλαμπάκας Νικολάου Δημητρίου Αδάμου, για την παράσταση αυτού κατά τη συζήτηση της ως άνω αίτησης αναίρεσης κατά την ορισθείσα ή μετ’ αναβολή δικάσιμο και για την έγκριση των γενομένων από τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδικαστικών πράξεων, δεν ασκεί έννομη επιρροή, ούτε καθιστά έγκυρη την συνέχιση της αναιρετικής δίκης, με την από 30-5-2018 κλήση των αναιρεσιβλήτων, που ανοίχθηκε παραδεκτά ως προς την δεκάτη τετάρτη των αναιρεσιβλήτων - εναγόντων με την αίτηση αναίρεσης δίκη, λόγω του θανάτου της ως άνω διαδίκου κατά το χρόνο κατάθεσης της κλήσης, ενώ περαιτέρω απαράδεκτα εκπροσωπήθηκε κατά την παρούσα δικάσιμο από τον ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο η αποβιώσασα αρχική δέκατη τέταρτη των εναγόντων ήδη δέκατη τέταρτη των αναιρεσιβλήτων (ΑΠ 536/2020).
Επομένως, η επίσπευση της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης με την από 30-5-2018 κλήση των αναιρεσιβλήτων - εναγουσών είναι απαράδεκτη ως προς την δέκατη τέταρτη των αναιρεσιβλήτων - εναγόντων και αφού χωρισθεί η υπόθεση ως προς αυτή λόγω της συνδέουσας τους αναιρεσιβλήτους σχέσης της απλής ομοδικίας πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς την δέκατη τέταρτη των αναιρεσιβλήτων, και περαιτέρω ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους, που παρίστανται [(31) πλέον, συνολικά], να χωρήσει η συζήτηση της αναιρέσεως.
Διάταξη περί δικαστικών εξόδων σε βάρος της δεκάτης τετάρτης των αναιρεσιβλήτων ως προς την οποία κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση της αναίρεσης και υπέρ του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, δεν ορίζεται, διότι η απόφαση αυτή ως προς αυτήν δεν είναι οριστική (ΑΠ ΟΛ 4/2013). Με την από 8.3.2017 αίτηση αναιρέσεως (Γενικός αριθμός κατάθεσης 1663/9-3-2017 και Ειδικός αριθμός κατάθεσης 147/9-3-2017) προσβάλλεται η εκδοθείσα ερήμην του εκκαλούντος, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών(άρθρα 663 επ.
ΚΠΟΛΔ, όπως ίσχυσαν πριν από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α' 87/23.7.2015), ισχύον για την ειδική αυτή διαδικασία, από 1.1.2016, κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο ν. 4335/2015), με αριθ. 2980/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση, μετά από αναίρεση με την υπ' αριθ. 398/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου της 4807/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, απορρίφθηκε από το Εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, κατ' ουσία η από 10-6-2011 (αριθ.
κατάθ. 4006/2011) έφεση του εκκαλούντος - εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της 894/2011 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως ανυποστήρικτη λόγω ερημοδικίας του, επειδή αυτό δεν παρέστη κανονικά, λόγω μη υπογραφής των προτάσεων του από την πληρεξούσια δικηγόρο του.
Με την 894/2011 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκτός των άλλων, είχε γίνει εν μέρει δεκτή κατ' ουσία η από 10-6-2009 (αριθ. κατάθ. 103282/2911/2009) αγωγή των τριάντα δύο (32) εκ των εναγουσών και ήδη αναιρεσιβλήτων για εργατικές αξιώσεις, από τις συνολικά εκατό μία (101) ενάγουσες. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ.1, 144 ΚΠΟΛΔ).
Είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠΟΛΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι τριάντα δύο (32) ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες επί συνόλου εκατόν μία (101) εναγουσών, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, με την από 10-6-2009 αγωγή τους, ισχυρίσθηκαν ότι προσλήφθηκαν από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο και απασχολήθηκαν τα αναφερόμενα χρονικά διαστήματα καθεμία ως καθαρίστριες σχολείων της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, του Νομού Αττικής αρχικά με συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που το εναγόμενο προσχηματικά χαρακτήριζε ως μισθώσεις έργου, και στη συνέχεια από το Δεκέμβριο του έτους 2006 και τον Ιανουάριο του έτους 2007,κατά τις εκεί διακρίσεις, με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, οπότε με τις υπ' αριθ. 12 και 13/2005 πράξεις του Κεντρικού Υπηρεσιακού Συμβουλίου Διοικητικού Προσωπικού του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων και στη συνέχεια από το ΑΣΕΠ κρίθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις υπαγωγής τους στο Π.Δ. 164/2004 και ότι κατ' ακολουθία αυτών κατατάχθηκαν και τοποθετήθηκαν σε οργανικές θέσεις του εναγομένου με σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου κατά τα έτη 2006 και 2007 κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή.
Ζήτησαν δε, μετά από παραδεκτό μερικό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος σε εν μέρει αναγνωριστικό, τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά για τα έτη 2001 έως και 2008 ως διαφορές αποδοχών συγκριτικά με τις νόμιμες αποδοχές του τακτικού προσωπικού του εναγομένου, συνυπολογιζομένου και του χρόνου εργασίας τους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που χαρακτηρίζονταν ως συμβάσεις έργου, κυρίως κατ" εφαρμογή των αρχών της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης, άλλως λόγω της απασχόλησής τους στο εναγόμενο με σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και σύμφωνα με τις εφαρμοζόμενες και στο προσωπικό αυτό διατάξεις του μισθολογίου του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης, άλλως και επικουρικά με τις περί αδικαιολογήτου πλουτιμού διατάξεις, νομιμότοκα από τότε που κάθε κονδύλιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής.
Επί της αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 894/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσία την αγωγή ως προς τις ενάγουσες -αναιρεσίβλητες κατά τη βάση της που στηρίζεται στις διατάξεις του Π.Δ. 164/2004 και του Ν. 3320/2005,ενώ θεώρησε ότι δεν έχει ασκηθεί η αγωγή λόγω παραίτησης από το δικόγραφο της αγωγής ως προς τις υπόλοιπες ενάγουσες.
Κατά της απόφασης αυτής το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την από 10-6-2011 έφεσή του επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 4807/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή έγινε τυπικά και κατ’ ουσία δεκτή η έφεση, εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη και αφού δικάσθηκε κατ’ ουσία η υπόθεση, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως προς τις ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες, για τις διαφορές αποδοχών των ετών 2006, 2007 και 2008, ενώ απορρίφθηκε η αγωγή τους κατά τα λοιπά ως αβάσιμη κατ' ουσία λόγω παραγραφής.
Κατά της υπ' αριθ. 4807/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών ασκήθηκαν αντίθετες αναιρέσεις με αριθ. 135/2014 από τις ήδη αναιρεσίβλητες- ενάγουσες και με αριθ. 168/2014 από το ήδη αναιρεσείον- εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο. Επί των αναιρέσεων αυτών εκδόθηκε η υπ' αριθ. 398/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία απορρίφθηκε η με αριθμό 168/2014 αναίρεση του αναιρεσείοντος - εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, ενώ έγινε δεκτή η με αριθμό 135/2014 αναίρεση των εναγουσών, αναιρέθηκε στο σύνολο της για αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμού 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠΟΛΔ η υπ' αριθ. 4807/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για εσφαλμένη ερμηνεία κα εφαρμογή καθώς και εσφαλμένη υπαγωγή με αντιφατικές αιτιολογίες των πραγματικών διαπιστώσεων στο εννοιολογικό περιεχόμενο του νομικού κανόνα του άρθρου 1 παρ.1 και 4 του Ν. 3320/2005, σύμφωνα με τον οποίο ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου των κατατασσόμενων λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού, διότι η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 4807/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ερμηνεύοντας εσφαλμένα την πιο πάνω διάταξη, δέχεται ότι ο χρόνος παροχής υπηρεσίας με σύμβαση έργου, στις περιπτώσεις των εναγουσών καθαριστριών, λαμβάνεται μεν υπόψη ως υπηρεσία για τη μισθολογική τους εξέλιξη στα αντίστοιχα κλιμάκια, ενώ, αντίθετα, δεν λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό των αιτουμένων διαφορών αποδοχών τους, για το χρονικό διάστημα πριν την κατάταξή τους στα μισθολογικά κλιμάκια.
Μετά την αναίρεση, η υπόθεση εισήχθη εκ νέου στο Εφετείο Αθηνών, προκειμένου αυτό να δικάσει ως δικαστήριο της παραπομπής την από 10-6-2011 έφεση του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου κατά της 894/2011 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, μετά την αναίρεση εν όλω της υπ' αριθ. 4807/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Εφετείο ως Δικαστήριο παραπομπής εξέδωσε την ήδη προσβαλλομένη 2980/2016 απόφασή του, με την οποία έγιναν δεκτά τα εξής: "....Με την από 27-1-2016 (αριθ. κατ. 1742/2016) κλήση των καλουσών - εναγουσών-εφεσιβλήτων νόμιμα εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου της παραπομπής (άρθρο 581 παρ.1 ΚΠΟΛΔ) η ένδικη υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου της παραπομπής, που συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την ως άνω με αριθμ. 398/2015 αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις κατά το άρθρο 237 δεδομένου ότι η με αρ. 4807/2013 απόφαση του παρόντος δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου αναιρέθηκε ολικώς, συνακόλουθα η αναιρεθείσα με αριθμ. 4807/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών απέβαλε την ισχύ της και θεωρείται ως άκυρη, μη παράγουσα δεδικασμένο επί οποιονδήποτε ζητήματος έκρινε, στο σύνολο της, αφού στο σύνολο της αναιρέθηκε και συνεπώς καταργηθείσης της συζητήσεως κατά την οποία εκδόθηκε η εν λόγω ολικώς αναιρεθείσα απόφαση, και οι κατ' αυτήν υποβληθείσες προτάσεις των διαδίκων συνακυρώθηκαν και δεν λαμβάνονται υπόψη από το παρόν Δικαστήριο που δικάζει εκ νέου την υπόθεση, έστω και αν γίνεται νόμιμη επίκλησή τους κατ' άρθρο 240 ΚΠολΔ, αλλά απαιτείται η υποβολή νέων εμπρόθεσμων προτάσεων κατά την προκειμένη μετ’ αναίρεση συζήτηση, αφού στο εφετείο επί υποθέσεων που εκδικάστηκαν πρωτοδίκως κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, οι διάδικοι πρέπει για την προσήκουσα παράστασή τους, να καταθέσουν έγγραφες προτάσεις το αργότερο ως την έναρξη της συζητήσεως της υποθέσεως (ΑΠ 638/2013) και η παράλειψη ή η μη προσήκουσα κατάθεση αυτής συνεπάγεται την ερημοδικία του υπόχρεου διαδίκου και την υποχρέωση του δικαστηρίου να ερευνήσει κατ' άρθρο 272 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 591 παρ. 1, 524 παρ. 1 και 679 του ιδίου Κώδικα, αν η κλήση για συζήτηση επιδόθηκαν σ' αυτόν νομίμως και εμπροθέσμως και σε θετική περίπτωση, εάν πρόκειται για τον εκκαλούντα, να εφαρμόσει τα οριζόμενα στο άρθρο 674 παρ. 2 του ΚΠολΔ και να απορρίψει την έφεσή του.
Στην προκειμένη δε περίπτωση την παρούσα συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου της παραπομπής επισπεύδουν με την ως άνω από 27-1-2016 κλήση τους οι ενάγουσες - εφεσίβλητες - καλούσες εφόσον έχουν έννομο συμφέρον, καλούν με την εν λόγω από 27-1-2016 κλήση τους το εναγόμενο - εκκαλούν προς μετ' αναίρεση συζήτηση της εφέσεώς του που στρέφεται κατ' αυτών, μετά την παραδοχή της αίτησης αναίρεσή τους και την ολική αναίρεση της παραπάνω με αρ. 4807/2013 αποφάσεως του Εφετείου, χωρίς να ασκεί επιρροή το γεγονός ότι απορρίφθηκε με την ανωτέρω 398/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου η από 7-3-2014 αίτηση αναίρεσης του εναγομένου - εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου ως απαράδεκτη ως προς τις ενάγουσας εφεσίβλητες.
Επί της ως άνω από 27-1-2016 (με αρ. πρωτ. προσδ. 1742/2016) κλήσης των καλουσών - εναγουσών εφεσιβλήτων ορίστηκε δικάσιμος για τη μετ’ αναίρεση συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου της παραπομπής η προκειμένη δικάσιμος της 11ης - 10-2016. Από την με αρ. …/…-5-2016 έκθεση επιδόσεως της Δικαστικής Επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών Α.
Δ. που επικαλούνται και προσκομίζουν οι εκκαλούσες - ενάγουσες εφεσίβλητες, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της ανωτέρω από 27-1-2016 κλήσεως, με πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ανωτέρω δικάσιμο (11-10-2016) επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από όλες τις καλούσες ενάγουσες εφεσίβλητες που επισπεύδουν τη συζήτηση, στο καθού η κλήση - εναγόμενο.
εκκαλούν. Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι μεν εφεσίβλητες, εκπροσωπήθηκαν νόμιμα από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους και κατέθεσαν όλες νέες έγγραφες προτάσεις, το δε εκκαλούν εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του πλην όμως δεν έλαβε μέρος κανονικά και προσηκόντως στη συζήτηση εφόσον δεν κατέθεσε, όπως είχε υποχρέωση, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, νόμιμα, νέες έγγραφες προτάσεις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου.
Ειδικότερα το εναγόμενο - εκκαλούν στις προτάσεις του, κατά την μετ' αναίρεση συζήτηση, ενσωμάτωσε αφενός μεν αυτούσιες τις προτάσεις της προηγούμενης συζήτησης (δευτεροβάθμιας δίκης) ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση και οι οποίες (προτάσεις) συνακυρώθηκαν, όπως προαναφέρθηκε, το δε ενσωμάτωσε και τις πρωτόδικες προτάσεις, χωρίς όμως να καλύπτονται αυτές (προτάσεις) της νυν δευτεροβάθμιας δίκης, από την υπογραφή της πληρεξούσιας δικηγόρου του.
Επόμενος το εκκαλούν, σύμφωνα με τα όσα αναφέρθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας, δεν παρέστη προσηκόντως και νομίμως κατά την προκειμένη συζήτηση της κρινομένης έφεσής του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, που επανεκδικάζει την έφεση αυτή, και συνεπώς το εκκαλούν θεωρείται δικονομικά απόν ως προς τις εφεσίβλητες.
Κατόπιν αυτών, εφόσον το εκκαλούν έχει κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παραστεί κατά τη συζήτηση της κρινομένης έφεσής του, πλην όμως δεν παραστάθηκε νομίμως και προσηκόντως κατά τη συζήτηση αυτή, πρέπει να δικαστεί ερήμην και να απορριφθεί η έφεσή του, ως ανυποστήρικτη...." Με βάση την αιτιολογία αυτή το Εφετείο απέρριψε την από 10-6-2011 έφεση του εκκαλούντος- εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, ως ανυποστήρικτη, λόγω ερημοδικίας του, επειδή δεν παρέστη κανονικά, λόγω μη υπογραφής των προτάσεών του από την πληρεξούσια δικηγόρο του.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, κατά δε το άρθρο 562 παρ. 3 του ως άνω κώδικα κανείς δεν μπορεί να δημιουργήσει λόγο αναίρεσης από δικές του πράξεις ή από παραλείψεις προσώπων που ενεργούν στο όνομά του εκτός αν πρόκειται για λόγους που αφορούν τη δημόσια τάξη. Τέλος, το άρθρο 227 ΚΠολΔ ορίζει ότι: "1. αν υπάρχουν τυπικές παραλείψεις που μπορούν να αναπληρωθούν, ο πρόεδρος οποιουδήποτε πολυμελούς δικαστηρίου ή ο εισηγητής ή ο δικαστής μονομελούς δικαστηρίου καλεί να τις συμπληρώσει και μετά τη συζήτηση τον πληρεξούσιο δικηγόρο ή διάδικο, εφόσον παρίσταται αυτοπροσώπως, τάσσοντας εύλογη κατά την κρίση του προθεσμία. 2. η πρόσκληση γίνεται τηλεφωνικώς, ο δε γραμματέας βεβαιώνει με σημείωση στο εσωτερικό του φακέλου το χρόνο ειδοποιήσεως, τα ζητούμενα στοιχεία και την προθεσμία".
Εν προκειμένω, το αναιρεσείον με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το πρώτο μέρος προσάπτει στο Εφετείο, κατ' εκτίμηση του Δικαστηρίου την αιτίαση από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη, παραβίαση από το Εφετείο της διατάξεως του άρθρου 227 ΚΠολΔ για παράλειψη του καθήκοντος του, στα πλαίσια της καθοδηγητικής του διαδίκου λειτουργίας του, να καλέσει την πληρεξούσια δικηγόρο του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου να συμπληρώσει την τυπική παράλειψη αυτής να υπογράψει τις προτάσεις που το εκκαλούν κατέθεσε κατά τη συζήτηση της έφεσής ενώπιον του, που δίκαζε ως εκ παραπομπής δικαστήριο. Η παράλειψη όμως του δικαστηρίου να καλέσει την πληρεξούσια δικηγόρο του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου για τη συμπλήρωση των τυπικών ελλείψεων, και δη για να υπογράψει τις προτάσεις αυτού και κήρυξη περαιτέρω εξ αυτού του λόγου απαραδέκτου, δεν ιδρύει την αναιρετική πλημμέλεια απ' το άρθρο 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού κανείς δεν μπορεί να δημιουργήσει λόγο αναίρεσης από δικές του πράξεις ή από παραλείψεις προσώπων που ενεργούν στο όνομά του και δεν αφορούν τη δημόσια τάξη, όπως εν προκειμένω, αλλά μόνο ως λόγο έφεσης μπορεί να την επικαλεστεί ο διάδικος (ΑΠ 1261/2019, ΑΠ 1412/2019, ΑΠ 986/2009, ΑΠ 1892/2006, ΑΠ 1526/2001).
Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η εκ του αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠΟΛΔ πλημμέλεια είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επίσης ο πρώτος λόγος κατά το μέρος που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠΟΛΔ πλημμέλεια για την προαναφερόμενη αιτία (παράλειψη του δικαστηρίου για συμπλήρωση τυπικής παράλειψης) και συγκεκριμένα παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 237, 240, 579 παρ.1, 580 παρ. 3 581 παρ1 και 2 ΚΠΟΛΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού οι διατάξεις αυτές είναι δικονομικού δικαίου και δεν ιδρύεται η εν λόγω αναιρετική πλημμέλεια. Τέλος ο πρώτος λόγος κατά το μέρος που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠΟΛΔ πλημμέλεια είναι προεχόντως απορριπτέος ως αβάσιμος διότι δεν προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Για ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).
Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με τη προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 2173/2007).
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών (ή αντιφατικών) αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1184/2015).Συνακόλουθα η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 παρ 1 του ΚΠολΔ) οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, και η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθ. 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ) πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν κατά τα ήδη προεκτεθέντα στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 27/1998).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995 περί Δημοσίου Λογιστικού, που ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, "Η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ’ αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της".
Κατά τη διάταξη δε του άρθρο 93 περ. α του παραπάνω Ν. 2362/1995, η παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου διακόπτεται και με την υποβολή της υπόθεσης στο δικαστήριο ή σε διαιτητές, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων, του δικαστηρίου ή των διαιτητών.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 94 εδ. δ' (τελευταίο) του ίδιου ως άνω νόμου, "Η παραγραφή λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα από τα δικαστήρια". Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις του Ν. 2362/1995, συνάγεται σαφώς, ότι η παραγραφή αξίωσης κατά του Δημοσίου λαμβάνεται υπόψη και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο της ουσίας, ενώ η διακοπή της παραγραφής αυτής, που συντελείται με έναν από τους αναφερόμενους στο άνω άρθρο 93 του Ν. 2362/1995 τρόπους, μεταξύ των οποίων και η υποβολή της υπόθεσης στο δικαστήριο, συνιστά αντένσταση, την οποία πρέπει να προτείνει, παραδεκτώς και νομίμως, ο διάδικος που αποκρούει την παραγραφή, και δεν μπορεί να λάβει υπόψη του αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο.
Η αυτεπάγγελτη, κατ’ άρθρο 94 εδάφ. δ' του Ν. 2362/1995, λήψη υπόψη από το δικαστήριο της παραγραφής των κατά του Δημοσίου αξιώσεων, ρύθμιση (αυτεπάγγελτης λήψης) η οποία δεν ισχύει για τη διακοπή της παραγραφής, δεν αντίκειται στην συνταγματική αρχή της ισότητας, ούτε στις διατάξεις των άρθρων 20 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 110 παρ. 1 του ΚΠολΔ, (και) για το λόγο ότι η διασφαλιζόμενη με τις διατάξεις αυτές δικαστική προστασία δεν έχει σχέση με την αυτεπάγγελτη εξέταση και λήψη υπόψη της παραγραφής από τα δικαστήρια, αφού η αυτεπάγγελτη αυτή ενέργεια του δικαστηρίου δεν στερεί τους αντιδίκους του Δημοσίου από τη δυνατότητα να προβάλλουν (ακόμη και καθ' υποφοράν, ενόψει του εκ του νόμου γνωστού σ' αυτούς αυτεπαγγέλτου της λήψης υπόψη της παραγραφής) όλες τις αντενστάσεις που τους παρέχει το ουσιαστικό και δικονομικό δίκαιο για την απόκρουση της παραγραφής (Ολ.ΑΠ 11/2003, ΑΠ 593/2015).
Βέβαια η έννοια της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 94 εδ. τελευτ. είναι ότι για να λάβει το δικαστήριο υπόψη οίκοθεν, δηλαδή χωρίς την υποβολή σχετικού ισχυρισμού εκ μέρους του Δημοσίου, την παραγραφή της απαίτησης, η οποία κατάγεται σε δίκη από κάποιο δικαιούχο, πρέπει και αρκεί να έχουν τεθεί ενώπιον αυτού τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία συνάγεται αφ' ενός η γέννηση της αξίωσης και, εντεύθεν, η έναρξη του χρόνου παραγραφής κατά τις διακρίσεις που αναφέρονται στην προηγούμενη σκέψη και αφ’ ετέρου η συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής, που είναι ζήτημα απλής εφαρμογής του εν χρήσει ημερολογίου, πριν από την άσκηση της αξίωσης, ήτοι, κατά το σύνηθες συμβαίνον, πριν από την επίδοση της σχετικής αγωγής (ΑΠ 533/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης από τους αριθμούς 8, κατ' εκτίμηση του Δικαστηρίου, και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία απέρριψε όπως προαναφέρθηκε κατ' ουσίαν την έφεση αυτού (ως εναγομένου), λόγω της ερημοδικίας του, κατά της υπ’ αριθ. 894/2011 πρωτόδικης αποφάσεως που δέχθηκε εν μέρει την αγωγή των εναγουσών-αναιρεσιβλήτων, τις πλημμέλειες ότι δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό του περί παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων των εναγουσών- αναιρεσιβλήτων , και παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ειδικότερα αυτές των άρθρων 90 παρ. 3, 93 παρ.1 και 94 εδ.
τελ. του Ν. 2362/1995 περί Δημοσίου Λογιστικού. Ειδικότερα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι αφενός μεν δεν έλαβε υπόψη της ότι οι ένδικες απαιτήσεις των αναιρεσιβλήτων - εναγουσών, οι οποίες αφορούσαν τα χρονικά διαστήματα από 1-1-2001 έως 16-6-2007 κατά το χρόνο επίδοσης της κρινόμενης αγωγής τους στο αναιρεσείον-εναγόμενο (24.6.2009) είχαν ήδη υποκύψει στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995, ενόψει του χρόνου γέννησης αυτών, πράγμα το οποίο λαμβάνεται υπ’ υπόψη και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο, και αυτό είχε προτείνει νόμιμα στο πρωτοβάθμιο και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με λόγο έφεσης , αφετέρου δε διότι η προσβαλλομένη απόφαση διαλαμβάνει ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της παραγραφής.
Με το περιεχόμενο αυτό, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος και ως προς τα δύο μέρη του, διότι στο δικόγραφο της αναίρεσης ουδόλως διαλαμβάνονται οι παραδοχές της πρωτόδικης απόφασης περί παραγραφής, που επικυρώθηκαν κατ' αποτέλεσμα με την ήδη προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση.
Συγκεκριμένα δεν διαλαμβάνονται στον αναιρετικό λόγο τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από την με την προσβαλλόμενη απόφαση επικυρωθείσα απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ως προς το ζήτημα της παραγραφής των επίδικων αξιώσεων των εναγουσών και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη στον λόγο αναίρεσης παράβαση των επικαλουμένων κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του τον επικαλούμενο περί παραγραφής ισχυρισμό του και τι δέχθηκε σε περίπτωση που τον έλαβε υπόψη του, που αποτελεί προϋπόθεση για τη θεμελίωση των εκ του αριθμού 8 και 19 πλημμελειών για μη λήψη υπόψη ουσιώδους ισχυρισμού και για ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Επομένως, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα εν γένει δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (ΚΠΟΛΔ 176, 183 και 191 παρ. 2), της παρούσας αναιρετικής δίκης μειωμένα σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 22 παρ. 1 και 3 του ν. 3693/ 1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 5 παρ. 12 του ν. 1738/1987 και 2 της ΚΥΑ 134423/1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης ως προς την δέκατη τέταρτη (Γ. Α.), των αναιρεσιβλήτων
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 8-3-2017 και με αριθμό κατάθεσης 147/9-3-2017 αίτησης για αναίρεση της 2980/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών ως προς την παραπάνω αναιρεσίβλητη
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως προς τις λοιπές αναιρεσίβλητες.
Καταδικάζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα των παραπάνω αναιρεσιβλήτων, που ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Νοεμβρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ