542/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη - Εισηγητή, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated542/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Α. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 62. Χ. Χ. του Ι. , κατοίκου ..., 63. Β. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 64. Δ. Ι. του Α., κατοίκου ..., 65. Α. Ο. του Χ., κατοίκου ..., 66. Μ. Χ. του Ν., κατοίκου ..., 67. Κ. Α. του Ν. , κατοίκου ..., 68. Τ. Σ. του Φ., κατοίκου ..., 69. Σ. Δ. του Σ., κατοίκου ..., 70. Α. Β. του Δ., κατοίκου ..., 71. Β. Μ. του Χ., κατοίκου ..., 72. Α. Χ. του Δ., κατοίκου ..., 73.Β.
Full text
Απόφαση 542 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 542/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη - Εισηγητή, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 12 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καθού η κλήση: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "1η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής" (1η Δ.Υ.Π.Ε.), που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στέφανο Μουζουράκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων - καλούντων: 1. Ε. Κ. του Α., κατοίκου ..., 2. Ν. Ζ. του Δ., κατοίκου ...,3. Χ. Π. του Ν., κατοίκου ..., 4. Ε. Ν. του Ε., κατοίκου ..., 5. Χ. Χ. του Ι., κατοίκου ..., 6. Π. Π. του Π., κατοίκου ..., 7.Α. Π. του Β., κατοίκου ..., 8.Χ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., 9. Ε. Ρ. του Κ., κατοίκου ..., 10.Ν. Μ. του Ν., κατοίκου ..., 11. ..., κατοίκου ..., 12 Π. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 13.
Α. Π. του Α., κατοίκου ..., 14. Ι. Λ. του Μ., κατοίκου ..., 15. Ι. Χ. του Μ., κατοίκου ..., 16. Ε. Χ. του Σ., κατοίκου ..., 17. Μ. Σ. του Ι., κατοίκου ..., 18. Χ. Σ. του Γ., κατοίκου ..., 19. Β. Τ. του Β., κατοίκου ...-..., 20. Ά. Σ. του Ι., κατοίκου ... , 21. Π. Μ. του Α., κατοίκου ...-..., 22. Α. Τ. του Σ., κατοίκου ..., 23. Π. Τ. του Φ., κατοίκου ..., 24. Σ. Π. του Α., κατοίκου ..., 25.
Θ. Ρ. του Ι., κατοίκου ..., 26. Δ. Χ. του Ε., κατοίκου ..., 27. Τ. Κ. του Δ., κατοίκου ... 28. Κ. Σ. του Α., κατοίκου ... 29.Ι. Α. του Γ., κατοίκου ..., 30.Γ. Μ. του Μ., κατοίκου ..., 31.Ά. Κ. του Α., κατοίκου ... 32.Ε. Τ. του Δ., κατοίκου ... Αττικής, 33. Δ. Τ. του Ε., κατοίκου ...; 34.Β. Μ. του Ζ., κατοίκου ..., 35.Χ. Μ. του Α., κατοίκου ..., 36.Ε. Π. του Α., κατοίκου ..., 37.
Γ. Π. του Π., κατοίκου ..., 38. Ε. Σ. - Τ. του Γ., κατοίκου ..., 39. Π. Ν. του Θ., κατοίκου ..., 40. Π. Μ. του Μ., κατοίκου ..., 41.Α. Β. του Ν., κατοίκου ..., 42.Κ. Π. του Σ., κατοίκου ..., 43.Δ. Χ. του Γ., κατοίκου ..., 44.Δ. Γ. του Σ., κατοίκου ..., 45. Γ. Π. του Ι., κατοίκου ..., 46. Π. Π. του Α., κατοίκου ..., 47. Α. Α. του Π., κατοίκου ... 48.Σ. Ξ. του Η., κατοίκου ..., 49.Α.
Β. του Κ., κατοίκου ..., 50. Β. Μ. του Α., κατοίκου ..., 51.Κ. Φ. του Χ. , κατοίκου ..., 52. Ι. Π. του Ε., κατοίκου ..., 53. Δ. Α. του Θ., κατοίκου ... Αττικής, 54. Δ. Γ. του Ε., κατοίκου ... Αττικής, 55. Π. Λ. του Γ., κατοίκου ..., 56. Μ. Κ. του Μ., κατοίκου ..., 57. Σ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., 58. Α. Β. του Γ. , κατοίκου ..., 59. Θ. Π. του Θ., κατοίκου ... (...), 60. Σ. Π. του Α., κατοίκου ..., 61.
Α. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 62. Χ. Χ. του Ι. , κατοίκου ..., 63. Β. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 64. Δ. Ι. του Α., κατοίκου ..., 65. Α. Ο. του Χ., κατοίκου ..., 66. Μ. Χ. του Ν., κατοίκου ..., 67. Κ. Α. του Ν. , κατοίκου ..., 68. Τ. Σ. του Φ., κατοίκου ..., 69. Σ. Δ. του Σ., κατοίκου ..., 70. Α. Β. του Δ., κατοίκου ..., 71. Β. Μ. του Χ., κατοίκου ..., 72. Α. Χ. του Δ., κατοίκου ..., 73.Β.
Α. του Α., κατοίκου ..., 74. Ε. Β. του Α., κατοίκου ..., 75. Ε. Μ. του Κ., κατοίκου ..., 76. Ν. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 77. Σ.-Β. Μ. του Σ., κατοίκου ..., 78. Α. Α. του Ι., κατοίκου ..., 79. Α. Γ. του Α., κατοίκου ..., 80. Κ. Ρ. του Λ., κατοίκου ..., 81. Δ. Β. του Ν., κατοίκου ..., 82. Η. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 83. Ε. Δ. του Ι., κατοίκου ..., 84. Β. Ε. του Ε., κατοίκου ..., 85.
Μ. Π. του Γ., κατοίκου ..., 86. Ξ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., 87. Δ. Π., κατοίκου ..., 88. Χ. Α. του Α., κατοίκου ..., 89. Χ. Π. του Ν., κατοίκου ..., 90. Ε. Κ. του Μ., κατοίκου ..., 91. Δ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., 92.Δ. Π. του Γ., κατοίκου ..., 93. Χ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., 94. Γ. Σ. του Γ., κατοίκου ..., 95. Κ. Ζ. του Ι., κατοίκου ..., 96. Ι. Σ. του Ν., κατοίκου ..., 97.Μ. Γ. του Ν., κατοίκου ..., 98.
Ε. Ν. του Κ., κατοίκου ..., 99. Γ. Α. του Β., κατοίκου ..., 100. Ε. Π. του Γ., κατοίκου ..., 101. Ο. Μ. του Α., κατοίκου ... Αττικής, 102. Δ. Σ. του Μ., κατοίκου ..., 103. Ε. Π. του Α., κατοίκου ..., 104. Α. Α. του Κ., κατοίκου ..., 105.Γ. Α. του Π., κατοίκου ..., 106. Β. - Ά. Σ. του Ι., κατοίκου ..., 107. Δ. Μ. του Β., κατοίκου ..., 108.Χ. Κ. του Γ., κατοίκου ...-..., 109. Π. Σ. του Α., κατοίκου ..., 110.Χ.
Λ. του Ν., κατοίκου ..., 111.Γ. Π. του Κ., κατοίκου ... 112. Ν. Τ. του Μ., κατοίκου ... 113. Ν. Σ. του Ε., κατοίκου ..., 114. Σ. Μ. του Κ., κατοίκου ..., 115. Α. Κ. του Α., κατοίκου ..., 116. Α. Β. του Μ., κατοίκου ..., 117. Θ. Π. του Α., κατοίκου ..., 118.Μ. Α.-Μ. του Α., κατοίκου ... - ..., 119.Ε. Β. του Β., κατοίκου ..., 120.Μ. Α. του Κ., κατοίκου ..., 121.Θ. Μ. του Α., κατοίκου ..., 122.Μ.
Κ. του Α., κατοίκου ..., 123 Β. Σ. του Γ., κατοίκου ... - ..., 124.Η. Σ. του Γ., κατοίκου ..., 125. Θ. Μ. του Ε., κατοίκου ..., 126. Γ. Β. του Χ., κατοίκου ..., 127.Π. Ι. του Α., κατοίκου ..., 128. Ε. Κ. του Σ., κατοίκου ..., 129. Γ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 130 Δ. Σ. του Ε., κατοίκου ..., 131. Ζ. Τ. του Ν., κατοίκου ..., 132. Κ. Θ. του Χ., κατοίκου ..., 133. Χ. Χ. του Π., κατοίκου ..., 134.Ε.
Σ. του Μ., κατοίκου ..., 135. Γ. Μ. του Α., κατοίκου ... και 136.Α. Χ. του Ε., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο - Ελευθέριο Τάγαρη, ο οποίος δήλωσε ότι οι 58ος (Α. Β.) και 136η (Α. Χ.) έχουν αποβιώσει και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι α)Δ. Τ., )Ά. Β. και γ)Μ. Β. για τον Α. Β. και οι α)Γ. Μ., )Α.
Μ. και )Ε. Μ. για την Α. Χ., οι οποίοι εκπροσωπούνται από τον ίδιο, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/02/2014 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι τη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 99/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 3682/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 21/11/2017 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1, 2, 4 και 576 παρ. 1 - 3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, εάν κατά την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως απολείπεται ή δεν μετέχει προσηκόντως ο αναιρεσείων ή ο αναιρεσίβλητος, ενώ μετέχει προσηκόντως ο αντίδικος αυτού, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο ποίος διάδικος έχει επισπεύσει την συζήτηση, εάν δε την συζήτηση έχει επισπεύσει ο απολειπόμενος ή μη μετέχων προσηκόντως της συζητήσεως διάδικος, ερευνάται εάν η επίσπευση από αυτόν της συζητήσεως έχει γίνει εγκύρως, επί αρνητικής δε περιπτώσεως εξετάζεται περαιτέρω εάν ο εν λόγω διάδικος έχει κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως, οπότε, εάν δεν προκύπτει νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 3 και 104 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ενώπιον του Αρείου Πάγου έχουν υποχρέωση οι διάδικοι να παρίστανται δια πληρεξουσίου δικηγόρου, ότι ως προς τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως της συζητήσεως επ' ακροατηρίου θεωρείται ότι υφίσταται πληρεξουσιότης, ενώ ως προς την συζήτηση απαιτείται ρητή πληρεξουσιότης, η οποία δίδεται μόνον δια συμβολαιογραφικής πράξεως ή δια προφορικής δηλώσεως του διαδίκου καταχωριζομένης στα πρακτικά ή στην έκθεση και προκειμένου περί υποθέσεων εργατικών διαφορών και δι' ιδιωτικού εγγράφου φέροντος βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημοσία ή δημοτική αρχή και ότι ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως κατά πάσα στάση της δίκης την ύπαρξη πληρεξουσιότητος, της οποίας η έλλειψη ή η μη προσήκουσα χορήγηση συνεπάγεται την μη προσήκουσα παράσταση του διαδίκου κατά την συζήτηση της υποθέσεως και την κήρυξη ως ακύρων όλων των προπαρασκευαστικών πράξεων και των κλήσεων.
Συνεπώς, εάν ο παριστάμενος κατά την συζήτηση ως πληρεξούσιος δικηγόρος του επισπεύδοντος την συζήτηση διαδίκου δεν αποδεικνύει την νόμιμη προς αυτόν χορήγηση πληρεξουσιότητος προς παράσταση, ο εν λόγω διάδικος θεωρείται μη παριστάμενος, οπότε συμφώνως προς τα ανωτέρω, εάν παρίσταται προσηκόντως ο αντίδικος αυτού, ερευνάται εάν υπήρχε πληρεξουσιότης του υπογράφοντος την παραγγελία προς επίδοση της κλήσεως προς συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δικηγόρου, επί αρνητικής δε περιπτώσεως, η κλήση κηρύσσεται άκυρη και, εάν δεν προκύπτει ότι ο εν λόγω διάδικος έχει κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως από άλλον διάδικο, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη.
Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 74, 75, 76 παρ. 1 και 576 παρ. 3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, εκτός της περιπτώσεως της συνδρομής αναγκαίας ομοδικίας, εάν κάποιος από τους ομοδίκους απολείπεται ή δεν μετέχει προσηκόντως της συζητήσεως και δεν έχει κλητευθεί νομίμως, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν και χωρεί νομίμως ως προς τους άλλους ομοδίκους, οι οποίοι μετέχουν προσηκόντως της συζητήσεως ή έχουν κλητευθεί νομίμως.
Aναγκαία ομοδικία κατά την προαναφερομένη διάταξη του άρθρου 76 παρ. 1 ΚΠολΔ υπάρχει όταν η διαφορά επιδέχεται ενιαία μόνον ρύθμιση ή η ισχύς της αποφάσεως, η οποία θα εκδοθεί, εκτείνεται επί πάντων των ομοδίκων ή όταν οι ομόδικοι μόνον από κοινού δύνανται να εναγάγουν ή να εναχθούν ή λόγω των συντρεχουσών περιστάσεων δεν δύνανται να υπάρχουν αντίθετες αποφάσεις έναντι αυτών.
Επί αγωγής περισσοτέρων εργαζομένων προς επιδίκαση υπέρ εκάστου μισθολογικών αξιώσεων, η ομοδικία είναι απλή.
Εν προκειμένω, κατά την συζήτηση της υπό κρίση από 21ης Νοεμβρίου 2017 αιτήσεως αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμόν 3682/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, τους 54ο, 63η, 67ο, 75η, 78η και 98ο των αναιρεσιβλήτων εκπροσώπησε ο δικηγόρος Δημήτριος - Ελευθέριος Τάγαρης, ο οποίος ως πληρεξούσιος δικηγόρος αυτών υπογράφει την από 29ης Μαΐου 2019 κλήση προς συζήτηση της υποθέσεως κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο, μετά την ματαίωση της συζητήσεως κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 28ης Μαΐου 2019 λόγω διενεργείας ευρωεκλογών και δημοτικών - περιφερειακών εκλογών και έχει δώσει και την από 23ης Ιουλίου 2019 έγγραφη παραγγελία προς επίδοση του δικογράφου της κλήσεως προς το αναιρεσείον, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμόν .../2019 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού της περιφερείας του Εφετείου Αθηνών Ι. Γ.. Όμως, δεν αποδεικνύεται ότι οι ως άνω αναιρεσίβλητοι έχουν χορηγήσει κατά νόμιμο τρόπο πληρεξουσιότητα προς παράσταση ή προς επίσπευση της συζητήσεως στον ως άνω παραστάντα κατά την συζήτηση της υποθέσεως δικηγόρο, αφού ουδέν νομιμοποιητικό έγγραφο προσκομίζεται σχετικώς.
Συνεπώς, οι εν λόγω αναιρεσίβλητοι θεωρούνται μη παριστάμενοι ως μη μετέχοντες προσηκόντως της συζητήσεως περαιτέρω δε κηρύσσεται άκυρη ως προς τους αυτούς και η ένδικη κλήση, ενώ δεν προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας ότι οι εν λόγω αναιρεσίβλητοι έχουν κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως από το αναιρεσείον, το οποίο παρέστη προσηκόντως κατά την συζήτηση, ή από άλλον διάδικο. Επομένως ως προς αυτούς η συζήτηση δεν είναι παραδεκτή. Περαιτέρω, η προκειμένη διαφορά αντικείμενο έχει την επιδίκαση υπέρ των αναιρεσιβλήτων μισθολογικών αξιώσεων, ως εκ τούτου η αξίωση εκάστου είναι αυτοτελής έναντι των αξιώσεων των άλλων και δεν υφίσταται μεταξύ αυτών δεσμός αναγκαίας ομοδικίας.
Συνεπώς παραδεκτώς, συμφώνως προς τα ανωτέρω, χωρεί η συζήτηση ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους. Κατ' ακολουθίαν πρέπει να διαταχθεί ο χωρισμός της υποθέσεως ως προς τους αναιρεσιβλήτους Δ. Γ. του Ε., Β. Κ. του Ν., Κ. Α. του Ν., Ε. Μ. του Κ., Α. Α. του Ι. και Ε. Ν. του Κ. και να κηρυχθεί ως προς αυτούς απαράδεκτη η συζήτηση, να ερευνηθεί δε περαιτέρω η υπόθεση ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 286, 287, 288 και 576 παρ. 3 ΚΠολΔ, οι οποίες εφαρμόζονται και επί της διαδικασίας της κατ' αναίρεση δίκης συμφώνως προς την διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται εάν μέχρι του τέλους της συζητήσεως, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, αποβιώσει κάποιος από τους διαδίκους, ότι η διακοπή επέρχεται από της γνωστοποιήσεως του θανάτου προς τον αντίδικο του θανόντος από πρόσωπο δικαιούμενο να επαναλάβει την δίκη ή από τον μέχρι του χρόνου του θανάτου πληρεξούσιο δικηγόρο του θανόντος, ότι η γνωστοποίηση γίνεται μόνον δια της επιδόσεως δικογράφου ή δια των προτάσεων ή δια προφορικής δηλώσεως επ' ακροατηρίου ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξεως, εάν δε γίνει κατ' άλλον τρόπο, πάσχει ακυρότητα και δεν επάγεται έννομα αποτελέσματα, και ότι, εκτός της περιπτώσεως της συνδρομής αναγκαίας ομοδικίας, ο θάνατος ομοδίκου δεν επάγεται την διακοπή της δίκης ως προς τους άλλους ομοδίκους, οπότε η υπόθεση χωρίζεται ως προς αυτόν.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 118, 119 παρ. 1, 2, 290 και 291 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η επανάληψη της διακοπείσης δίκης δύναται να γίνει είτε αναγκαστικώς από τον αντίδικο ή τον ομόδικο του θανόντος δια της κοινοποιήσεως προσκλήσεως προς τον δικαιούμενο να επαναλάβει την δίκη είτε εκουσίως δια ρητής δηλώσεως ή σιωπηρώς από τον διάδικο, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, όπως δια της επιδόσεως κλήσεως προς συζήτηση της υποθέσεως.
Προκειμένου να είναι παραδεκτή η εν λόγω δήλωση πρέπει να περιέχει τα ονόματα και τα λοιπά στοιχεία των επαναλαμβανόντων την δίκη ως και την ιδιότητα αυτών ως μόνων κληρονόμων εκ διαθήκης ή εξ αδιαθέτου ή κληροδόχων κλπ του αποβιώσαντος.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα οικεία πρακτικά, κατά την συζήτηση της υποθέσεως, ο ως άνω δικηγόρος Δημήτριος - Ελευθέριος Τάγαρης εδήλωσε προφορικώς ότι οι 58ος και 136η των αναιρεσιβλήτων, Α. Β. του Γ. και Α. Χ. του Ε. αντιστοίχως, έχουν αποβιώσει και την βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι κληρονόμοι αυτών, του μεν Α. Β., Δ. Τ., Ά. Β. και Μ. Β., της δε Α. Χ., Γ. Μ., Α. Μ. και Ε. Μ. Η εν λόγω δήλωση συνιστά μεν έγκυρη δήλωση διακοπής της δίκης καθ' όσον αφορά τους προαναφερομένους αναιρεσιβλήτους από τον μέχρι του θανάτου πληρεξούσιο δικηγόρο αυτών, όχι όμως και παραδεκτή δήλωση επαναλήψεως της δίκης, αφού δεν αναφέρονται ούτε τα πλήρη στοιχεία των επαναλαμβανόντων την δίκη, ούτε η ιδιότης αυτών ως μόνων εκ διαθήκης ή εξ αδιαθέτου κληρονόμων των αποβιωσάντων, κατά πάσα δε περίπτωση δεν προσκομίζονται αποδεικτικά έγγραφα της εν λόγω ιδιότητος αυτών ως κληρονόμων. Η γνωστοποίηση δε του θανάτου των ως άνω αναιρεσιβλήτων δεν επάγεται την διακοπή της δίκης και ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους, αφού κατά τα ανωτέρω η ομοδικία είναι απλή.
Συνεπώς, πρέπει να διαταχθεί ο χωρισμός της υποθέσεως ως προς τους αναιρεσιβλήτους Α. Β. του Γ. και Α. Χ. του Ε. και να κηρυχθεί βιαίως διακοπείσα ως προς αυτούς η δίκη, να ερευνηθεί δε περαιτέρω η υπόθεση ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους.
Επειδή, οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν μετ' άλλων, μη διαδίκων κατά την προκειμένη αναιρετική δίκη, την από 12ης Φεβρουαρίου 2015 αγωγή κατά του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., με την οποία, επικαλούμενοι ότι υπηρέτησαν ως ιατροί υπό ειδική σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου σε μονάδες υγείας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και εν συνεχεία της 1ης Δ.Υ.ΠΕ Αττικής, εζήτησαν την επιδίκαση του νοσοκομειακού επιδόματος του άρθρου 8 Ν. 3205/2003.
Κατά την συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου υπεισήλθε στην θέση του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. το αναιρεσείον και συνέχισε χωρίς διακοπή την δίκη συμφώνως προς την διάταξη του άρθρου 21 παρ. 9 εδ. α', β' Ν 4238/2014 "Πρωτοβάθμιο Εθνικό Δίκτυο Υγείας (Π.Ε.Δ.Υ.), αλλαγή σκοπού Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και λοιπές διατάξεις" (Φ.Ε.Κ.
Α' 38/17 Φεβρουαρίου 2014), κατά την οποία "Η νόμιμη εκπροσώπηση των μονάδων που μεταφέρονται, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, δικαστική και εξώδικη ανήκει στους διοικητές των οικείων Υγειονομικών Περιφερειών. Εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις των εντασσομένων μονάδων, του ιατρικού, νοσηλευτικού και λοιπού προσωπικού που μετατάσσεται ή μεταφέρεται, συνεχίζονται από τις Διοικήσεις των Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.ΠΕ.), χωρίς να επέρχεται διακοπή δίκης".
Εξεδόθησαν η υπ' αρ. 99/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως προς τους αναιρεσιβλήτους, και η προαναφερομένη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, αντιμωλία των διαδίκων, με την οποία απερρίφθησαν η ασκηθείσα από 5ης Ιανουαρίου 2016 έφεση της 1ης Δ.Υ.ΠΕ.
και η ασκηθείσα δια των προτάσεων αντέφεση των αναιρεσιβλήτων. Εν συνεχεία το αναιρεσείον άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως. Η εν λόγω αίτηση έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 552, 553, 556, 558, 564 και 566 ΚΠολΔ και πρέπει, κατά την διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1, 14 παρ. 1 εδ. α' και 15 παρ. 1 Ν. 1397/1983 "Εθνικό Σύστημα Υγείας" (Φ.Ε.Κ. Α' 143/7 Οκτωβρίου 1983), εκ των οποίων τα άρθρα 14 και 15 είχαν καταργηθεί δια του άρθρου 132 Ν. 2071/1992 "Εκσυγχρονισμός και Οργάνωση Συστήματος Υγείας" (Φ.Ε.Κ. Α' 123/1992 - διόρθωση σφαλμάτων Α' 149/1992), επανήλθαν όμως εν ισχύι δια του άρθρου 1 περ.
β' Ν. 2194/1994 "Αποκατάσταση του Εθνικού Συστήματος Υγείας και άλλες διατάξεις" (Φ.Ε.Κ. Α' 34/1994), ορίζεται αντιστοίχως: "Η περίθαλψη διακρίνεται σε πρωτοβάθμια, δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια, παρέχεται δε από δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς", "Με κοινή απόφαση των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης, Οικονομικών και Υγείας και Πρόνοιας, συνιστώνται σε κάθε νομό κέντρα υγείας, ως αποκεντρωμένες οργανικές μονάδες των νοσοκομείων του νομού και περιφερειακά ιατρεία ως αποκεντρωμένες μονάδες των κέντρων υγείας" και "Σκοπός των κέντρων υγείας είναι:
α) Η παροχή ισότιμης πρωτοβάθμιας περίθαλψης στο σύνολο του πληθυσμού της περιοχής τους και σε όσους προσωρινά διαμένουν σε αυτή. β) Η νοσηλεία και παρακολούθηση αρρώστων που βρίσκονται στο στάδιο της ανάρρωσης ή μετά την έξοδό τους από το νοσοκομείο. γ) Η παροχή πρώτων βοηθειών και η νοσηλεία σε έκτακτες περιπτώσεις έως τη διακομιδή των αρρώστων στο νοσοκομείο.
δ) Η διακομιδή αρρώστων με ασθενοφόρο αυτοκίνητο ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο μεταφοράς σε έκτακτες περιπτώσεις, στο κέντρο υγείας ή στο νοσοκομείο. ε) Η οδοντιατρική περίθαλψη. στ) Η άσκηση προληπτικής ιατρικής ή οδοντιατρικής και η υγειονομική διαφώτιση του πληθυσμού. ζ) Η ιατροκοινωνική και επιδημιολογική έρευνα.
η) Η ιατρική της εργασίας. θ) Η παροχή υπηρεσιών σχολικής υγιεινής ι) Η ενημέρωση και διαφώτιση για θέματα οικογενειακού προγραμματισμού. ια) Η εκπαίδευση των γιατρών και του λοιπού προσωπικού υγείας. ιβ) Η παροχή υπηρεσιών κοινωνικής φροντίδας. ιγ) Η παροχή φαρμάκων σε δικαιούχους, αν δεν λειτουργεί φαρμακείο στην περιοχή τους", ενώ από την διάταξη του άρθρου 16 παρ. 1 Ν. 2071/1992 ορίζεται: "Σκοπός των μονάδων πρωτοβάθμιας φροντίδας και πρόληψης είναι:
α) Η παροχή πρωτοβάθμιας φροντίδας στο σύνολο του πληθυσμού της περιοχής ευθύνης τους και όσους προσωρινά διαμένουν σε αυτήν. β) Η εφαρμογή των προγραμμάτων αγωγής υγείας και πρόληψης του Υπουργείου Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. γ) Η νοσηλεία και παρακολούθηση των αρρώστων, που βρίσκονται στο στάδιο της ανάρρωσης ή μετά την έξοδό τους από το νοσοκομείο στο σπίτι.
δ) Η παροχή πρώτων βοηθειών και η νοσηλεία σε έκτακτες περιπτώσεις έως τη διακομιδή των αρρώστων στο νοσοκομείο. ε) Η διακομιδή αρρώστων με ασθενοφόρο αυτοκίνητο ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο μεταφοράς, σε έκτακτες περιπτώσεις, στο κέντρο υγείας ή στο νοσοκομείο. στ) Η παροχή υπηρεσιών οδοντιατρικής φροντίδας.
ζ) Η άσκηση προληπτικής ιατρικής ή οδοντιατρικής. η) Η ιατροκοινωνική και επιδημιολογική έρευνα. θ) Η ιατρική της εργασίας. ι) Η παροχή υπηρεσιών σχολικής υγείας. ια) Η ενημέρωση και διαφώτιση για θέματα οικογενειακού προγραμματισμού, με διαλέξεις και επιστημονικές συναντήσεις. ιβ) Η εκπαίδευση των ιατρών και του νοσηλευτικού προσωπικού.
ιγ) Η παροχή υπηρεσιών κοινωνικής φροντίδας. ιδ) Η παροχή φαρμάκων σε δικαιούχους, αν δε λειτουργεί φαρμακείο στην περιοχή τους, καθοριζόμενης της περιοχής με απόφαση του οικείου νομάρχη. ιε) Η συνεργασία με την τοπική αυτοδιοίκηση καθώς και με ιατρούς ελεύθερους επαγγελματίες της περιοχής για αποδοτικότερη προσφορά υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας και πρόληψης".
Αφ' ετέρου, το "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ (Ι.Κ.Α.)" ιδρύθη δια του Ν. 6298/1934 "Περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων" (Φ.Ε.Κ. Α' 346/1934) και εν συνεχεία μετωνομάσθη δια του άρθρου 5 παρ. 1 Ν. 3029/2002 "Μεταρρύθμιση Συστήματος Κοινωνικής Ασφάλισης" (Φ.Ε.Κ. Α' 160/11 Ιουλίου 2002) σε "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ / ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ / Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.", αποτελεί δε συμφώνως προς την διάταξη του άρθρου 11 Α.Ν. 1846/1951 "Περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων" (Φ.Ε.Κ.
Α' 14/21 Ιουνίου 1951) αυτόνομο Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου, το οποίο τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργού Εργασίας. Από τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 1, 2, 3 και 10 του Οργανισμού του Ιδρύματος, ο οποίος ενεκρίθη δια του Π.Δ. 266/1989 (Φ.Ε.Κ. Α' 127/1989), εκδοθέντος δυνάμει νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως των άρθρων 24 παρ. 5 Ν. 1558/1985 "Κυβέρνηση και Κυβερνητικά Όργανα" (Φ.Ε.Κ.
Α' 137/1985) και 2 Ν. 51/1975 "Περί αναδιοργανώσεως των δημοσίων πολιτικών υπηρεσιών" (Φ.Ε.Κ. Α' 125/26 Ιουνίου 1975), ως η παράγραφος 10 αντικατεστάθη αρχικώς δια της παρ. 1 του άρθρου 3 Π.Δ. 363/1992 (Φ.Ε.Κ. Α' 184/1992), εκδοθέντος δυνάμει νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 6 παρ. 5 Ν. 2026/1992 "Ρύθμιση θεμάτων οργάνωσης και προσωπικού της δημόσιας διοίκησης και άλλες διατάξεις" (Φ.Ε.Κ.
Α' 43/23 Μαρτίου 1992), και εν συνεχεία δια του άρθρου 1 Π.Δ. 144/2003 (Φ.Ε.Κ. Α' 120/20 Μαΐου 2003), εκδοθέντος δυνάμει νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 20 παρ. 1 Ν. 2503/1997 "Διοίκηση, οργάνωση, στελέχωση της Περιφέρειας, ρύθμιση θεμάτων για την τοπική αυτοδιοίκηση και άλλες διατάξεις" (Φ.Ε.Κ. Α' 107/30 Μαΐου 1997), ορίζονται αντιστοίχως τα εξής: "Διακρίσεις και μορφή οργάνωσης Περιφερειακών Υπηρεσιών Υγείας 1.
Νομαρχιακές Μονάδες Υγείας: Οι μονάδες αυτές είναι επιπέδου διεύθυνσης και λειτουργούν κυρίως ως μονάδες υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας για την περιοχή τους και ως μονάδες λειτουργικής υποστήριξης των Τοπικών Μονάδων Υγείας του Νομού τους. Ειδικότερα, ως έργο έχουν: α) Την παροχή πλήρων υπηρεσιών οδοντιατρικής και ιατρικής περίθαλψης, συμπεριλαμβανομένης και της εργαστηριακής εξυπηρέτησης, ως και πλήρων υπηρεσιών υγιεινής και πρόνοιας.
β) Τη λειτουργική υποστήριξη των Τοπικών Μονάδων Υγείας του Νομού. Η λειτουργική υποστήριξη αφορά μόνο στη συμπλήρωση των υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας των Τοπικών Μονάδων, όπου αυτό απαιτείται. 2. Τοπικές Μονάδες Υγείας: Οι μονάδες αυτές είναι επιπέδου διεύθυνσης και λειτουργούν κυρίως ως μονάδες παροχής υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας για την περιοχή τους.
Ειδικότερα, ως έργο έχουν την παροχή πλήρων υπηρεσιών οδοντιατρικής και ιατρικής περίθαλψης και μερικών υπηρεσιών εργαστηριακής εξυπηρέτησης και υγιεινής και πρόνοιας. Για τη συμπλήρωση των υπηρεσιών εργαστηριακής εξυπηρέτησης και υγιεινής και πρόνοιας υποστηρίζονται από τη Νομαρχιακή Μονάδα Υγείας της περιοχής τους. 3.
Τοπικά Ιατρεία: Τα Τοπικά Ιατρεία αποτελούν αποκεντρωμένες γεωγραφικά μονάδες, επιπέδου τμήματος, των Νομαρχιακών και Τοπικών Μονάδων Υγείας, στις οποίες υπάγονται. Ως έργο έχουν την επιτόπου παροχή πλήρων υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας τουλάχιστον όσον αφορά τα παθολογικά και παιδιατρικά περιστατικά. 10.
Υπηρεσίες Νοσοκομειακής Υποστήριξης: Οι Υπηρεσίες αυτές είναι επιπέδου Διεύθυνσης και ως έργο έχουν την παροχή υπηρεσιών Δευτεροβάθμιας Περίθαλψης στους ασφαλισμένους του Ιδρύματος. Οι Υπηρεσίες αυτές είναι (5) και ειδικότερα: 1ο Νοσοκομείο ΙΚΑ Αθήνας, Νοσοκομείο Βραχείας Νοσηλείας ΙΚΑ Αθήνας, Ογκολογικό Νοσοκομείο ΙΚΑ Αθήνας ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ, 7ο Νοσοκομείο ΙΚΑ Αθήνας, 2ο Νοσοκομείο ΙΚΑ Θεσσαλονίκης", ενώ από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 2 και 3 και 2 παρ. 1 Ν. 3235/2004 "Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας" (Φ.Ε.Κ.
Α' 53/18 Φεβρουαρίου 2004), του οποίου η ισχύς άρχισε συμφώνως προς την διάταξη του άρθρου 16 αυτού από της δημοσιεύσεώς του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ορίζεται αντιστοίχως: "Σκοπός, έννοια και περιεχόμενο της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας 1. Ως Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας, στο πλαίσιο εφαρμογής του νόμου αυτού, νοείται το σύστημα παροχής σε ατομικό και οικογενειακό επίπεδο δέσμης βασικών και ολοκληρωμένων υπηρεσιών φροντίδας υγείας. 2.
Η Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας αποτελεί το πρώτο σημείο επαφής του ατόμου με το σύστημα υγείας της χώρας, του οποίου αποτελεί αναπόσπαστο μέρος και υπηρετεί τους γενικούς και ειδικούς στόχους του. 3. Η Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας περιλαμβάνει: α. τις υπηρεσίες υγείας, που δεν απαιτούν εισαγωγή σε νοσηλευτικό ίδρυμα, β.
την εκτίμηση των αναγκών υγείας των πολιτών και το σχεδιασμό και υλοποίηση μέτρων για την πρόληψη των νοσημάτων και την προαγωγή της υγείας, γ. τον οικογενειακό προγραμματισμό, δ. τις απαραίτητες υποδομές για την εξασφάλιση και τη διαχείριση όλων των ιατρικών πληροφοριών και δεδομένων του πληθυσμού, ε.
την οδοντιατρική φροντίδα, με έμφαση στην προληπτική οδοντιατρική, στ. τις υπηρεσίες μετανοσοκομειακής φροντίδας και τις υπηρεσίες αποκατάστασης, ζ. την παρακολούθηση χρονίως πασχόντων, για τους οποίους δεν απαιτείται νοσηλεία σε νοσοκομείο, η. τις υπηρεσίες κοινωνικής φροντίδας" και "Παροχή υπηρεσιών Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας 1.
Η Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας παρέχεται από: α. τα Κέντρα Υγείας του Ε.Σ.Υ. και τα περιφερειακά τους ιατρεία, β. τις μονάδες πρωτοβάθμιας φροντίδας των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης (Ο.Κ.Α.), που μετονομάζονται σε Κέντρα Υγείας του οικείου Ο.Κ.Α., γ. τα εξωτερικά ιατρεία των νοσοκομείων του Ε.Σ.Υ., δ. τις μονάδες παροχής υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, καθώς και ε.
από άλλους φορείς που συνδέονται οργανωτικά ή λειτουργικά με τις υπηρεσίες του Ε.Σ.Υ.". Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1, 5 και 10 Ν.Δ. 1204/1972 "Περί του τρόπου παροχής ιατρικών φροντίδων υπό του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων" (Φ.Ε.Κ. Α' 18/21 Ιουλίου 1972), 24 παρ. 1 εδ. γ' Ν. 3232/2004 "Θέματα κοινωνικής ασφάλισης και άλλες διατάξεις" (Φ.Ε.Κ.
Α' 48/12 Φεβρουαρίου 2004) και 1 παρ. 1, 2, 3 Ν. 119/1975 "Περί μονιμοποιήσεως των ιατρών του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων, συστάσεως Γενικής Διευθύνσεως Υγειονομικών Υπηρεσιών παρ' αυτώ και άλλων τινών διατάξεων" (Φ.Ε.Κ. Α' 19/20 Αυγούστου 1975) ορίζονται αντιστοίχως τα εξής: "Αι ιατρικαί φροντίδες (προληπτικαί - διαγνωστικαί - θεραπευτικαί), ων δικαιούνται κατά την νομοθεσίαν του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων οι εις τούτο ησφαλισμένοι πραγματοποιούνται υπό θεράποντος ιατρού της ελευθέρας εκλογής του ησφαλισμένου ως και ιατρών ειδικοτήτων κατά τα εν τοις επομένοις άρθροις οριζόμενα", "1.
Η μετά του ΙΚΑ σχέσις θεραπόντων ιατρών μη συνιστώσα σχέσιν ή σύμβασιν εργασίας διέπεται αποκλειστικώς υπό των διατάξεων του παρόντος και των εις εκτέλεσιν τούτου εκδοθησομένων Κανονισμών. Οι θεράποντες ιατροί δεν κωλύονται υπό του παρόντος να παρέχουν ιατρικάς φροντίδας ελευθέρως και εις πρόσωπα μη δικαιούμενα παροχών ασθενείας εκ του ΙΚΑ. 2.
Οι θεράποντες ιατροί δεν αποτελούν προσωπικόν του ΙΚΑ ο δε χρόνος παροχής υπ' αυτών ιατρικών φροντίδων δεν λογίζεται ως χρόνος υπηρεσίας ιατρού εν τω Ιδρύματι", "Εφ' όσον αι τοπικαί συνθήκαι ή έτεροι σοβαροί λόγοι δεν καθιστούν δυνατήν την εφαρμογήν των άρθρων 2, 8 και 9 του παρόντος επιτρέπεται η σύναψις ειδικών συμβάσεων μετά θεραπόντων ιατρών ή ιατρών ειδικοτήτων δι' αόριστον χρόνον επ' αμοιβή του ιατρού οριζομένη είτε αναλόγως του αριθμού των δικαιούχων είτε άλλως πως άνευ περιορισμού τινος εκ των περί αμοιβής των ιατρών διατάξεων.
Αι εν τω προηγουμένω εδαφίω συμβάσεις δύναται να καταγγέλωνται εκατέρωθεν οποτεδήποτε τηρουμένης μηνιαίας προθεσμίας προειδοποιήσεως. Αι διατάξεις των άρθρων 3 και 5 του παρόντος εφαρμόζονται αναλόγως και επί των περί ων το παρόν άρθρον ιατρών", "Η αληθής έννοια του άρθρου 10 του Ν.Δ. 1204/1972 (ΦΕΚ 123 Α), που προβλέπει ειδικές συμβάσεις ιατρών και οδοντιάτρων του Ι.Κ.Α.
Ε.Τ.Α.Μ. είναι ότι οι συμβάσεις αυτές είναι εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου" και "1. Το μόνιμον Ιατρικόν Προσωπικόν του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων αποτελείται: α) Εξ Ιατρών Θεραπευτών. β) Εξ Ιατρών Ελεγκτών. γ) Εξ Υγειονομικών Διευθυντών. 2. Το περί ων η προηγουμένη παράγραφος προσωπικόν κατατάσσεται εις θέσεις μισθολογικής κλίμακος αντιστοίχου της βαθμίδος των μονίμων διοικητικών υπαλλήλων του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ως ακολούθως:
α) Ιατροί Θεραπευταί επί μισθώ 6ου έως και 3ου βαθμού. β) Ιατροί Ελεγκταί επί μισθώ 3ου έως και 2ου βαθμού. γ) Ιατροί Υγειονομικοί Διευθυνταί επί μισθώ 2ου βαθμού. 3. Πάσα μεταβολή των βασικών μισθών των βαθμών των μονίμων διοικητικών υπαλλήλων του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων εφαρμόζεται και επί των μισθολογικών κλιμακίων του περί ου η προηγουμένη παράγραφος προσωπικού".
Βάσει των ως άνω διατάξεων οι αποδοχές του μονίμου ιατρικού προσωπικού του Ι.Κ.Α. είχαν καθορισθεί από τους Ν. 1505/1984 "Αναδιάρθρωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις" (Φ.Ε.Κ. Α' 3/3 Δεκεμβρίου 1984) και 1810/1988 "Για τη συμπλήρωση και βελτίωση του Ν. 1505/1984 και άλλες διατάξεις" (Φ.Ε.Κ.
Α' 5/5 Οκτωβρίου 1988), όπως ίσχυσαν μέχρι της ενάρξεως ισχύος του Ν. 2470/1997. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 18 παρ. 1, 2 Ν. 2150/1993 "Εθνικό Ινστιτούτο Εργασίας" (Φ.Ε.Κ. Α' 98/1993), "1. Οι υπηρετούντες στο Ι.Κ.Α. γιατροί με σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή με ειδική σύμβαση, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, εξομοιώνονται μισθολογικά με τους μόνιμους θεραπευτές γιατρούς του Ιδρύματος.
Ο χρόνος υπηρεσίας τους στο Ι.Κ.Α. υπολογίζεται για τη μισθολογική εξέλιξή τους. 2. Οι εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις ως προς τα καθήκοντα, τις πάσης φύσεως άδειες, το ωράριο εργασίας, τις τοποθετήσεις - μετακινήσεις - αποσπάσεις - μεταθέσεις και τα πειθαρχικά αδικήματα που ισχύουν για τους μόνιμους γιατρούς του Ι.Κ.Α.
στο εξής θα ισχύουν και για τους γιατρούς όπως αυτοί αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου", ενώ κατά τις διατάξεις των άρθρων 1, 8, 24 Ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις" (Φ.Ε.Κ. Α' 40/21 Μαρτίου 1997), ως το άρθρο 8 συνεπληρώθη δια της παρ. 1 του άρθρου 25 Ν. 2716/1999 "Ανάπτυξη και εκσυγχρονισμός των υπηρεσιών ψυχικής υγείας και άλλες διατάξεις" (Φ.Ε.Κ.
Α' 96/17 Μαΐου 1999), οι οποίες ίσχυσαν μέχρι της 31ης Δεκεμβρίου 2003, "1. Στις διατάξεις του νόμου αυτού υπάγονται οι μόνιμοι και δόκιμοι πολιτικοί υπάλληλοι: α) του Δημοσίου, β) της Γραμματείας των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών, των Εμμίσθων Υποθηκοφυλακείων και Κτηματολογικών Γραφείων της χώρας, γ) των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδοίκησης (Ο.Τ.Α.) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.). 2.
Δεν υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος νόμου: ... δ) οι γιατροί του Εθνικού Συστήματος Υγείας (Ε.Σ.Υ.) ...", "Πέρα από το βασικό μισθό του κάθε μισθολογικού κλιμακίου, όπως αυτός ορίζεται στο προηγούμενο άρθρο, χορηγούνται και τα εξής τακτικά επιδόματα, κατά μήνα: ... 7. Νοσοκομειακό Επίδομα, για το προσωπικό των νοσοκομείων, Κέντρων Υγείας, Κέντρων Ψυχικής Υγείας και Θεραπευτηρίων της χώρας, καθώς και του Εθνικού Κέντρου 'Αμεσης Βοήθειας (Ε.Κ.Α.Β.) ... 10.
Τα επιδόματα των προηγούμενων παραγράφων 7, 8 και 9 καταβάλλονται με την απαραίτητη προϋπόθεση ότι οι δικαιούχοι αυτών προσφέρουν υπηρεσία με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους χώρους ή στις ειδικότητες που δικαιολογούν την καταβολή τους. Για τη συνδρομή όλων των ανωτέρω προϋποθέσεων εκδίδεται, κάθε μήνα, βεβαίωση του οικείου προϊσταμένου, η οποία συνοδεύει τη μισθοδοτική κατάσταση.
Η χορήγηση των επιδομάτων αυτών διακόπτεται σε περίπτωση απομάκρυνσης των δικαιούχων από τους χώρους για τους οποίους δικαιολογείται η καταβολή τους" και "Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού, οι διατάξεις του νόμου αυτού μπορεί να επεκτείνονται, εν όλω ή εν μέρει, και σε προσωπικό του Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ.
ή Ο.Τ.Α. που δεν υπάγεται στις διατάξεις του παρόντος, πλην όμως έχει βαθμολογική ή μισθολογική αντιστοιχία με μόνιμους υπαλλήλους Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ. ή Ο.Τ.Α., καθώς και σε διαβαθμισμένους κληρικούς και δικηγόρους με σχέση έμμισθης εντολής. Οι αποφάσεις αυτές εκδίδονται εντός εξαμήνου από τη δημοσίευση του παρόντος και ισχύουν από 1.1.1997".
Βάσει της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως της προηγουμένης διατάξεως εξεδόθησαν οι Κοινές Αποφάσεις των Υφυπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων 2043269/6792/0022/1 Ιουλίου 1997 και η αντικαταστήσασα αυτή 2052675 /5630/0022/10 Αυγούστου 1998 (Φ.Ε.Κ. Β' 587/1997, 944/1998 αντιστοίχως), δια των οποίων επεξετάθησαν από 1ης Ιανουαρίου 1997 οι διατάξεις του Ν. 2470/1997 "στους μόνιμους ιατρούς του Ιδρύματος (Ι.Κ.Α.) που οι αποδοχές τους καθορίζονται από το ν. 1505/1984 και το ν. 1810/1988 και στους με σύμβαση ιατρούς (ν. 1476/1984, ν. 1579/1985, ν. 1057/1980, ν.δ. 1204/1972), που έχουν εξομοιωθεί μισθολογικά με τους μόνιμους ιατρούς με το ν. 2150/1993".
Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 8 Ν. 3205/2003 "Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α., μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις" (Φ.Ε.Κ. Α' 297/23 Δεκεμβρίου 2003) ορίζεται: "Επιδόματα Εκτός από το βασικό μισθό του κάθε μισθολογικού κλιμακίου, όπως αυτός ορίζεται στο προηγούμενο άρθρο, χορηγούνται και τα εξής Επιδόματα κατά μήνα:
Α.1. ... 5. Νοσοκομειακό και τροφής, για το προσωπικό των Νοσοκομείων, των Μονάδων Κοινωνικής Φροντίδας της χώρας, του Εθνικού Κέντρου Άμεσης Βοήθειας (Ε.Κ.Α.Β.), των Κέντρων Υγείας, των Ν.Π.Δ.Δ. του Τομέα Πρόνοιας και των Κέντρων Ψυχικής Υγείας, οριζόμενο ως εξής: α. Για το προσωπικό νοσηλευτικής υπηρεσίας, εργαστηρίων, των κλάδων ΤΕ Φυσικοθεραπευτών, ΔΕ Βοηθών Φαρμακείου και Καθαριότητας, σε διακόσια σαράντα ευρώ (240 Ε) ...
Β.1. Τα Επιδόματα των παραγράφων 4, 5 ,6, 7, 11, 12, 13, 14, 15, 16, 17, 19 και 21 καταβάλλονται με την απαραίτητη προϋπόθεση ότι οι δικαιούχοι αυτών προσφέρουν υπηρεσία με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους χώρους και στις ειδικότητες που δικαιολογούν την καταβολή τους. Επίσης καταβάλλονται και για όσο διάστημα οι υπάλληλοι τελούν σε θεσμοθετημένες άδειες (κανονικές, συνδικαλιστικές, ειδικές, εκπαιδευτικές μικρής διάρκειας έως δύο (2) μηνών, διευκόλυνσης υπαλλήλων με οικογενειακές υποχρεώσεις, μητρότητας και ανατροφής παιδιού), σε βραχυχρόνια αναρρωτική άδεια έως έξι (6) ημέρες κατ' έτος, καθώς και αυτής που χορηγείται από δημόσια νοσοκομεία, κέντρα υγείας του Δημοσίου, πανεπιστημιακές κλινικές, νοσηλευτικούς σχηματισμούς του Ι.Κ.Α.
και ιδιωτικές κλινικές, εφόσον έχει προηγηθεί νοσηλεία σε αυτές, η οποία αποδεικνύεται με σχετικό παραστατικό στοιχεία (εισαγωγή, εξιτήριο κ.λπ.). Για τη συνδρομή όλων των ανωτέρω προϋποθέσεων εκδίδεται κάθε μήνα βεβαίωση του οικείου προϊσταμένου, η οποία συνοδεύει τη μισθοδοτική κατάσταση. Σε περίπτωση απομάκρυνσης των υπαλλήλων, για οποιονδήποτε λόγο (όπως ενδεικτικά, μετακίνηση, απόσπαση, μετάθεση, μετάταξη, διάθεση) από τα καθήκοντα, τις θέσεις και τις συνθήκες, οι οποίες δικαιολογούν τη χορήγησή τους, διακόπτεται ισοχρόνως η καταβολή τους με ευθύνη του οικείου προϊσταμένου, με την επιφύλαξη της παραγράφου 5 του άρθρου 22 του Ν. 3156/2003 (ΦΕΚ 157 Α)", ενώ κατά μεν την διάταξη του άρθρου 1 παρ. 7 Ν. 3554/2007 "Εισοδηματική πολιτική έτους 2007, φορολογικές και άλλες διατάξεις" (Φ.Ε.Κ.
Α' 80/16 Απριλίου 2007), "Τα ποσά των περιπτώσεων α' και β' της παρ. 5 του άρθρου 8 του Ν. 3205/2003, για τις αναφερόμενες σε αυτές κατηγορίες δικαιούχων, αναπροσαρμόζονται, κατά μήνα, ως εξής: α.i. Από 1.1.2007, σε διακόσια πενήντα επτά ευρώ και πενήντα λεπτά (257,50). ii. Από 1.7.2007, σε διακόσια εβδομήντα πέντε ευρώ (275). iii. Από 1.1.2008, σε τριακόσια δέκα ευρώ (310). iv.
Από 1.1.2009 και εφεξής, σε τριακόσια σαράντα πέντε ευρώ (345). Τα ανωτέρω ποσά δικαιούνται, από 1.1.2007 και οι ιατροί υπηρεσίας υπαίθρου, καθώς και οι μόνιμοι αγροτικοί ιατροί", βάσει δε των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 2 και 20 παρ. 1 Ν. 3833/2010 "Προστασία της εθνικής οικονομίας - Επείγοντα μέτρα για την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης" (Φ.Ε.Κ.
Α' 40/15 Μαρτίου 2010) και 3 παρ. 1 και 7 παρ. 1 Ν. 3845/2010 "Μέτρα για την εφαρμογή του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας από τα κράτη - μέλη της Ζώνης του ευρώ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο" (Φ.Ε.Κ. Α' 65/6 Μαΐου 2010) τα ως άνω ποσά του νοσοκομειακού επιδόματος εμειώθησαν αντιστοίχως κατά ποσοστό 12% από 1ης Ιανουαρίου 2010 και περαιτέρω κατά ποσοστό 8% από 1ης Ιουνίου 2010.
Από δε την διάταξη του άρθρου 21 Ν. 3205/2003 ορίζεται: "Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, οι διατάξεις του Μέρους Α' του παρόντος νόμου μπορεί να επεκτείνονται, εν όλω ή εν μέρει, και σε προσωπικό του Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ.
ή Ο.Τ.Α. που δεν υπάγεται στις διατάξεις του Μέρους αυτού, πλην όμως έχει βαθμολογική ή μισθολογική αντιστοιχία με μόνιμους υπαλλήλους Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ. ή Ο.Τ.Α., καθώς και σε διαβαθμισμένους κληρικούς και δικηγόρους με σχέση έμμισθης εντολής. ... Οι αποφάσεις αυτές εκδίδονται εντός εξαμήνου από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου και ισχύουν από 1.1.2004".
Κατ' εξουσιοδότηση της εν λόγω διατάξεως εξεδόθη η Κοινή Απόφαση των Υφυπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης 2/4302/0022/28 Ιανουαρίου 2004 (Φ.Ε.Κ. Β' 250), δια της οποίας επεξετάθησαν από 1ης Ιανουαρίου 2004 οι διατάξεις του Α' μέρους του Ν. 3205/2003 "στους μόνιμους γιατρούς του ΙΚΑ που οι αποδοχές τους καθορίζονται από τον Ν. 2470/97 και στους με σύμβαση γιατρούς (Ν. 1476/84, Ν. 1579/85, Ν. 1057/80 και ΝΔ 1204/72), που έχουν εξομοιωθεί μισθολογικά με τους μόνιμους γιατρούς με τον Ν. 2150/93". 'Οπως προκύπτει από τις ως άνω διατάξεις, οι νομαρχιακές και οι τοπικές μονάδες υγείας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ έχουν από της 18ης Φεβρουαρίου 2004 εξομοιωθεί προς τα Κέντρα Υγείας, οπότε τα ισχύοντα ως προς την μισθολογική μεταχείριση των ιατρών των Κέντρων Υγείας, οι οποίοι λαμβάνουν το νοσοκομειακό επίδομα, τυγχάνουν ευθείας εφαρμογής και ως προς τους ιατρούς των μονάδων υγείας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, στους οποίους έχει βάσει της Κ.Υ.Α. 2/4302/0022/28 Ιανουαρίου 2004 επεκταθεί η ισχύς του Ν. 3205/2003.
Επομένως οι ιατροί των μονάδων υγείας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, οι οποίοι προσφέρουν υπηρεσία πλήρους και αποκλειστικής απασχολήσεως, δικαιούνται του νοσοκομειακού επιδόματος, το οποίο προβλέπεται από το άρθρο 8 του ως άνω Νόμου. Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, εάν έχει παραβιασθεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αντιθέτως, εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι εν λόγω προϋποθέσεις, ως επίσης εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η δε παραβίαση γίνεται είτε δια ψευδούς ερμηνείας, είτε εσφαλμένης υπαγωγής. Εάν το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση συντελείται ειδικότερα, εάν το δικαστήριο εφήρμοσε τον νόμο, παρ' ότι τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έκρινε ως αποδειχθέντα, δεν ήσαν επαρκή προς τούτο, ή αντιθέτως δεν εφήρμοσε τον νόμο, παρ' ότι τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ήσαν επαρκή, ως επίσης εάν προέβη σε υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας τα περιστατικά αυτά δεν υπήγοντο.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση συγχωρείται εάν η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως και ιδίως εάν στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες επί ζητήματος ασκούντος ουσιώδη επιρροή ως προς την έκβαση της δίκης. Τούτο συμβαίνει όταν η ελάσσων πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν περιέχει παντελώς πραγματικά περιστατικά ή τα περιεχόμενα δεν καλύπτουν όλα τα απαιτούμενα στοιχεία προς εφαρμογή της εφαρμοσθείσης διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου, ή αντιφάσκουν μεταξύ τους.
Εν προκειμένω, από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο εδέχθη ότι οι αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι υπηρέτησαν ως ιατροί υπό ειδική σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου σε διάφορες νομαρχιακές μονάδες υγείας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και εν συνεχεία της 1ης Δ.Υ.ΠΕ Αττικής, υπό πλήρη και αποκλειστική απασχόληση, μισθοδοτούμενοι βάσει του Ν. 3205/2003, εδικαιούντο ευθέως εκ του νόμου του νοσοκομειακού επιδόματος του άρθρου 8 Ν. 3205/2003 κατά το διάστημα από 15ης Φεβρουαρίου 2009 μέχρι 31ης Οκτωβρίου 2011, συνολικού ποσού 9888,77 ευρώ.
Υπό τις ως άνω παραδοχές απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, το οποίο είχε δεχθεί εν μέρει την αγωγή και είχε επιδικάσει υπέρ εκάστου αναιρεσιβλήτου το αυτό ποσόν. Με την εν λόγω κρίση το Μονομελές Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 8 Α' αρ. 5 Ν. 3205/2003 και 2 παρ. 1 περ.
β' Ν. 3235/2004, δεχόμενο ότι οι ιατροί οι υπηρετούντες στις νομαρχιακές και τοπικές μονάδες υγείας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ εδικαιούντο συμφώνως προς τα ανωτέρω του νοσοκομειακού επιδόματος, καθ' όσον οι εν λόγω μονάδες έχουν από της 18ης Φεβρουαρίου 2004 εξομοιωθεί προς τα Κέντρα Υγείας, οπότε τα ισχύοντα ως προς την μισθολογική μεταχείριση των ιατρών των Κέντρων Υγείας, οι οποίοι λαμβάνουν το νοσοκομειακό επίδομα, τυγχάνουν ευθείας εφαρμογής έκτοτε και ως προς τους ιατρούς των μονάδων υγείας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, στους οποίους βάσει της Κ.Υ.Α. 2/4302/0022/28 Ιανουαρίου 2004 έχει επεκταθεί η ισχύς του Ν. 3205/2003, διέλαβε δε πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες καθιστώσες εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων.
Συνεπώς, ο λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, δια του οποίου προσάπτονται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' και 19 ΚΠολΔ, της παραβιάσεως των προαναφερομένων διατάξεων και της ανεπαρκούς αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 40 παρ. 6 του ως άνω Α.Ν. 1846/1951, "Περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων", όπως αντικατεστάθη αρχικώς με το άρθρο 15§2 του Ν.4476/1965 και εν συνεχεία με το άρθρο 7 του Ν.825/1978, ορίζεται: "πάσαι αι αξιώσεις εκ παροχών εις χρήμα της ασφαλίσεως ασθενείας παραγράφονται μετά εξ μήνας ... Πάσα άλλη οιαδήποτε κατά του ΙΚΑ απαίτησις παραγράφεται μετά πενταετίαν ...", στις δε διατάξεις των άρθρων 48 παρ.1, 2, 3 και 56 Ν.Δ. 496/1974 "Περί Λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου" (Φ.Ε.Κ.
Α'204/19 Ιουλίου 1974), ως το άρθρο 56 έχει αντικατασταθεί δια του άρθρου 15 Ν.369/1976 "Περί συμπληρώσεως και τροποποιήσεως του Ν.Δ. 496/1974" (Φ.Ε.Κ. Α' 164/29 Ιουνίου 1976), ορίζονται τα εξής: "1. Ο χρόνος παραγραφής των χρηματικών αξιώσεων κατά του ν.π.δ.δ. είναι πέντε ετών, εφ' όσον δεν ορίζεται άλλως υπό του παρόντος. 2. Ο χρόνος παραγραφής των χρηματικών αξιώσεων κατά του ν.π.
δι' αχρεωστήτως ή παρανόμως καταβληθέντα ποσά είναι τριών ετών. 3. Ο χρόνος παραγραφής των κατά του ν.π. αξιώσεων των υπαλλήλων τούτου των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου μετ' αυτού συνδεομένων, εκ καθυστερουμένων αποδοχών ή άλλων πάσης φύσεως απολαυών ή αποζημιώσεων εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού είναι δύο ετών" και "1.
Εξαιρούνται της εφαρμογής του παρόντος α) οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοικήσεως και τα εξ αυτών εξαρτώμενα νομικά πρόσωπα και ιδρύματα και β) τα κοινωφελή ιδρύματα και αι κοινωφελείς περιουσίαι, τα διεπόμενα υπό του Α.Ν. 2039/1939 "περί τροποποιήσεως, συμπληρώσεως και κωδικοποιήσεως των νόμων περί εκκαθαρίσεως και διοικήσεως των εις το Κράτος και υπέρ κοινωφελών σκοπών καταλειπομένων κληρονομιών, κληροδοσιών και δωρεών" 2.
Δια Προεδρικών Διαταγμάτων, εκδιδομένων μέχρι της 31ης Δεκεμβρίου 1977, προτάσει του Υπουργού των Οικονομικών και του αρμοδίου κατά περίπτωσιν Υπουργού, δύναται να εξαιρούνται εκ των διατάξεων του παρόντος, εν όλω ή εν μέρει, και έτερα Ν.Π.Δ.Δ. εφ' όσον ειδικοί λόγοι επιβάλλουν τούτο. Τα ως άνω Διατάγματα επιτρέπεται όπως καταργούνται κατά την αυτήν διαδικασίαν, εάν εκλείψουν οι λόγοι δι' ους εξεδόθησαν".
Βάσει της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως της προηγουμένης διατάξεως εξεδόθη το Π.Δ. 437/1977 (Φ.Ε.Κ. Α' 134/18 Μαΐου 1977), δια του άρθρου μόνου του οποίου ορίζεται: "Εξαιρούνται της εφαρμογής του Ν. Δ/τος 496/1974 "περί Λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου" ως ετροποποιήθη υπό του Ν. 369/1976 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του Ν.Δ. 496/1974 περί Λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου", ως ετροποποιήθη μεταγενεστέρως, οι Ασφαλιστικοί Οργανισμοί οι υπαγόμενοι εις την εποπτείαν του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών", προς τούτοις, δια του άρθρου μόνου Π.Δ. 305/1985 (Φ.Ε.Κ.
Α' 113/31 Μαΐου 1985), ως αντικατεστάθη δια του άρθρου μόνου Π.Δ. 192/1986 (Φ.Ε.Κ. Α' 78/18 Ιουνίου 1986), τα οποία Π.Δ. εξεδόθησαν αμφότερα βάσει της αυτής ως άνω νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως, ορίζεται: "Οι διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 7 και του άρθρου 43 του Ν.Δ. 496/74 "Περί λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου" όπως η τελευταία διαμορφώθηκε με τους Νόμους 369/76 και 578/77, καθώς και οι διατάξεις του κατ' εξουσιοδότηση του ως άνω άρθ. 43 εκδοθέντος Π.Δ/τος 715/79, εφαρμόζονται και για τους ασφαλιστικούς Οργανισμούς που υπάγονται στο Υπουργείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων πλην ΙΚΑ και ΟΓΑ, καταργουμένης της εξαίρεσης που θεσπίστηκε για τα θέματα αυτά, με το Π.
Διάταγμα 437/77". Όπως προκύπτει από τις ως άνω διατάξεις, οι μισθολογικές αξιώσεις του προσωπικού του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ κατ' αυτού υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή και όχι σε διετή, αφού το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ έχει εξαιρεθεί από την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 48 παρ. 1, 2, 3 και 56 Ν.Δ. 496/1974, οι οποίες προβλέπουν διετή παραγραφή των μισθολογικών αξιώσεων κατά των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου.
Τούτο δεν αναιρείται ούτε από την διάταξη του άρθρου 5 εδ. α' Ν. 3210/1955 "Περί τροποποιήσεως της περί του Ι.Κ.Α. νομοθεσίας" (Φ.Ε.Κ. Α' 115/6 Μαΐου 1955), κατά την οποία "Το ΙΚΑ απολαύει όλων των διαδικαστικών προνομίων του Δημοσίου, επί τούτου δε ως ενάγοντος ή εναγομένου εφαρμόζονται άπασαι αι δια το Δημόσιον εκάστοτε ισχύουσαι αντίστοιχοι διαδικαστικαί διατάξεις του Κώδικος περί δικών του Δημοσίου, της Πολ.
και Ποιν. Δικονομίας", αφού η εν λόγω διάταξη αφορά διαδικαστικά προνόμια, ενώ η σύντομη παραγραφή των δύο ετών συνιστά ουσιαστικό προνόμιο, ούτε από τις διατάξεις των άρθρων 19 παρ. 1 εδ. α' Α.Ν. 1846/1951 και 33 παρ. 7 Ν. 3918/2011 "Διαρθρωτικές αλλαγές στο σύστημα υγείας και άλλες διατάξεις" (Φ.Ε.Κ. Α' 31/2 Μαρτίου 2011), κατά τις οποίες αντιστοίχως, "Το Ι.Κ.Α.
απαλλάσσεται παντός δημοσίου, δημοτικού, κοινοτικού ή λιμενικού φόρου, αμέσου ή εμμέσου, παντός τέλους ταχυδρομικού ως και δικαστικού εις πάσαν δίκην του και απολαύει ανεξαιρέτως απασών των ατελειών και προνομίων δικαστικών, διοικητικών και οικονομικών, ως εάν είναι αυτό το Δημόσιον" και "Μέχρι την έκδοση της κοινής υπουργικής απόφασης για τα θέματα οικονομικής οργάνωσης και λογιστικής λειτουργίας του Οργανισμού, εφαρμόζονται αναλογικά οι αντίστοιχες γενικές διατάξεις που διέπουν τα Ν.Π.Δ.Δ., εφόσον αυτές δεν αντίκεινται στις διατάξεις του παρόντος νόμου", αφού έναντι των διατάξεων αυτών κατισχύει η προαναφερομένη ειδική ρύθμιση του άρθρου 40 παρ. 6 Α.Ν. 1846/1951.
Εν προκειμένω, από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει περαιτέρω ότι το Μονομελές Εφετείο εδέχθη ότι οι αξιώσεις των αναιρεσιβλήτων υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή και απέρριψε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι οι εν λόγω αξιώσεις είχαν παραγραφεί ως υποκείμενες σε διετή παραγραφή. Με την εν λόγω κρίση το Μονομελές Εφετείο ορθώς ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 40 παρ. 6 Α.Ν. 1846/1951 και 48 παρ. 1, 2, 3 και 56 Ν.Δ. 496/1974, αφού, συμφώνως προς τα ανωτέρω, το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ έχει εξαιρεθεί από την εφαρμογή των διατάξεων του Λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, οι οποίες προβλέπουν διετή παραγραφή των μισθολογικών αξιώσεων, και τυγχάνει εφαρμογής επ' αυτού η ως άνω ειδική διάταξη του άρθρου 40 παρ. 6 Α.Ν. 1846/1951, η οποία θεσπίζει πενταετή παραγραφή των εν λόγω αξιώσεων.
Συνεπώς, ο έτερος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, δια του οποίου προσάπτεται η αιτίαση εκ του αρ. 1 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Μονομελές Εφετείο, δεχόμενο την πενταετή παραγραφή, παρεβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατ' ακολουθίαν, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους.
Eπειδή, συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 176, 180 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, ως προς τους οποίους απορρίπτεται η αναίρεση, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αυτών, ως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει τον χωρισμό της υποθέσεως ως προς τους αναιρεσιβλήτους, Δ. Γ. του Ε., Β. Κ. του Ν., Κ. Α. του Ν., Ε. Μ. του Κ., Α. Α. του Ι., Ε. Ν. του Κ., Α. Β. του Γ. και Α. Χ. του Ε..
Κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση της από 21ης Νοεμβρίου 2017 αιτήσεως αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμόν 3682/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τους αναιρεσιβλήτους Δ. Γ. του Ε., Β. Κ. του Ν., Κ. Α. του Ν., Ε. Μ. του Κ., Α. Α. του Ι. και Ε. Ν. του Κ..
Κηρύσσει βιαίως διακοπείσα την δίκη ως προς τους αναιρεσιβλήτους Α. Β. του Γ. και Α. Χ. του Ε..
Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, ως προς τους οποίους απορρίπτεται η αναίρεση, ποσού χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Απριλίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Μαΐου 2020.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ