Legislator Case Law & Legislation
542/2017 AI generated

542/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 542/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/12/1999 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 28/12/1999 ανακοπή και τους από 7/11/2000 πρόσθετους λόγους ανακοπής του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν.

Legislator headnote

AI generated

542/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Πέππας ανέγνωσε την από 6/3/2015 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Δημητρίου Γεώργα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως κατά της 327/2013 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Keywords

AI generated
withdrawal of social benefits administration of disability benefits cessation of disability pension priority of rehabilitation over pension indigence loss of financial support
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 542 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 542/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεράσιμο Φουρλάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Πέππα, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Π. του Δ., κατοίκου ..., οριστικού συνδίκου πτώχευσης της εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στη …, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας και μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Σταμάτιου Κουμάνη και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και εν προκειμένω και από τους Προϊσταμένους των Ε, Γ, Β, Α ..., του ..., της ..., το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Εμμανουέλα Πανοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/12/1999 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 28/12/1999 ανακοπή και τους από 7/11/2000 πρόσθετους λόγους ανακοπής του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11857/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 754/2003 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το ήδη αναιρεσίβλητο με την από 4/3/2006 αίτησή του επί της οποίας εκδόθηκε η 776/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 754/2003 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 327/2013 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26/9/2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Πέππας ανέγνωσε την από 6/3/2015 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Δημητρίου Γεώργα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως κατά της 327/2013 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 327/2013 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ): Με την από 23/12/1999 ανακοπή και το από 7/11/2000 δικόγραφο προσθέτων λόγων αυτής, το ανακόπτον και ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, εξέθετε ότι, στις 29/9/1999, εκπλειστηριάσθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Βασιλικών Θεσσαλονίκης Κ.

Π.-Κ. και με επίσπευση της Τράπεζας με την επωνυμία "..." (... ΑΕ), η ακίνητη και κινητή περιουσία της οφειλέτριας εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", η οποία κηρύχθηκε σε πτώχευση με την 1367/1991 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Ότι αυτό, έχοντας απαιτήσεις προερχόμενες από οφειλές της καθής η εκτέλεση προς τις αναφερόμενες στην ανακοπή δημόσιες Υπηρεσίες του, αναγγέλθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην υπάλληλο του πλειστηριασμού, για τις ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις των υπηρεσιών του, δια των Διευθυντών των τελωνείων και των Προϊσταμένων Δ.Ο.Υ, για συνολικό ποσό 1.230.345.794 δραχμών.

Ότι η υπάλληλος του πλειστηριασμού συνέταξε τον προσβαλλόμενο ....11.1999 πίνακα κατάταξης, στον οποίο, στο ποσό των 338.187.501 δραχμών, που απέμεινε μετά την αφαίρεση των εξόδων εκτέλεσης, κατέταξε προνομιακά και οριστικά τους εργαζομένους στην οφειλέτρια εταιρία για απαιτήσεις τους από παροχή εξαρτημένης εργασίας και ειδικότερα τον οριστικό σύνδικο της πτώχευσης για λογαριασμό τους, στη συνέχεια δε, κατέταξε τον οριστικό σύνδικο της πτώχευσης για απαίτησή του από αντιμισθία ύψους 29.953.313 δραχμών προνομιακά αλλά τυχαία και για έξοδα διαχείρισης της πτωχευτικής περιουσίας ύψους 1.000.000 δραχμών, προνομιακά και οριστικά και τέλος στο 1/3 του εναπομείναντος ποσού, τον οριστικό σύνδικο της πτώχευσης για λογαριασμό του ...

και Ε ..., της Δ.Ο.Υ ΦΑΕ και ..., προνομιακά και οριστικά, καθώς και στα 2/3 την επισπεύδουσα τράπεζα, ως ενεχυρούχο και ενυπόθηκη δανείστρια. Περαιτέρω, ισχυρίσθηκε, ότι ο οριστικός σύνδικος της πτώχευσης, κακώς κατατάχθηκε στον πίνακα κατάταξης, προνομιακά, ατομικά, για την απαίτηση του από προσωρινή αντιμισθία και έξοδα διοίκησης της πτωχευτικής περιουσίας, γιατί οι απαιτήσεις του δεν επιδικάσθηκαν με τελεσίδικη απόφαση.

Στη συνέχεια, με το δικόγραφο των προσθέτων λόγων, ισχυρίσθηκε, ότι κακώς κατατάχθηκε στον πίνακα κατάταξης ο σύνδικος, για τα προαναφερθέντα ποσά, γιατί η αντιμισθία του συνδίκου, καθώς και τα έξοδα δεν αποτελούν δικηγορικές αμοιβές και δεν κατατάσσονται προνομιακά. Με βάση τα περιστατικά αυτά, το Ελληνικό Δημόσιο, ζήτησε να μεταρρυθμισθεί ο προσβαλλόμενος πίνακας, ώστε να αποβληθεί απ’ αυτόν ο καθ’ ου και να καταταγεί το ίδιο στην θέση του, για τις απαιτήσεις των ανωτέρω Δημοσίων υπηρεσιών του, συμμέτρως.

Επί της ανακοπής αυτής και των προσθέτων λόγων, εκδόθηκε η 11857/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία έκανε δεκτό τον πρόσθετο λόγο της ανακοπής και μεταρρύθμισε μερικώς τον προσβαλλόμενο πίνακα κατάταξης, διέταξε την αποβολή του καθού, οριστικού συνδίκου της πτώχευσης, ως προς την ατομική του κατάταξη για το ποσό των 29.953.313 δραχμών, από προσωρινή αντιμισθία, καθώς και για το ποσό του 1.000.000 δραχμών, για έξοδα διοίκησης της πτωχευτικής περιουσίας και κατέταξε στο ποσό αυτό το Ελληνικό Δημόσιο.

Κατά της πιο πάνω απόφασης, άσκησε ο σύνδικος την έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η 754/2003 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση, εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση και εν συνεχεία απορρίφθηκε, τόσο η ανακοπή του Ελληνικού Δημοσίου, όσο και ο πρόσθετος λόγος αυτής. Κατά της πιο πάνω αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε αίτηση αναίρεσης, με μοναδικό λόγο τη μη νομιμότητα της προαφαίρεσης της αντιμισθίας και τις λοιπές δαπάνες του συνδίκου από το πλειστηρίασμα.

Επί αυτής εκδόθηκε η 776/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η 754/2003 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το πιο πάνω τμήμα της και παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Θεσσαλονίκης. Μετά την έκδοση της απόφασης του Αρείου Πάγου, με κλήση του, το αναιρεσίβλητο-ανακόπτον, έφερε νόμιμα, ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης, προς νέα συζήτηση, την προαναφερόμενη έφεση του αντιδίκου του, προς έρευνα της βασιμότητας του λόγου της έφεσης, που αποτέλεσε το ερευνηθέν, στο πλαίσιο της αναιρετικής απόφασης, αντικείμενο της δίκης.

Ο λόγος αυτός της έφεσης ήταν μόνον ο λόγος της, ως προς τον οποίο έγινε δεκτή η αναίρεση του εφεσιβλήτου, με τον οποίο, ο τότε εκκαλών παραπονέθηκε, ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, εσφαλμένα, δέχθηκε τη βασιμότητα του πρόσθετου λόγου της ανακοπής του Ελληνικού Δημοσίου, ήτοι ότι η αντιμισθία του συνδίκου, καθώς και τα έξοδα, δεν αποτελούν δικηγορικές αμοιβές και δεν κατατάσσονται προνομιακά και απέβαλε αυτόν από τον προσβαλλόμενο πίνακα, κατέταξε δε στη θέση του το Ελληνικό Δημόσιο.

Σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 4 ΚΠολΔ, οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση, ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν. Επομένως, οι αποφάσεις αυτές είναι δεσμευτικές και για τον ίδιο τον Άρειο Πάγο, αν επανέλθει σ’ αυτόν η υπόθεση, ύστερα από νέα αναίρεση κατά της απόφασης του δικαστηρίου της παραπομπής, αλλά η δέσμευση αυτή περιορίζεται μόνο στα νομικά ζητήματα που έλυσε ο Άρειος Πάγος, με την παραδοχή ή απόρριψη λόγων αναιρέσεως, τα οποία μπορεί να ανάγονται, είτε στο ουσιαστικό, είτε στο δικονομικό δίκαιο.

Όταν δε το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση, δηλαδή δεν ακολούθησε, όσον αφορά το νομικό ζήτημα για το οποίο απαγγέλθηκε η αναίρεση, τη λύση που δόθηκε από τον Άρειο Πάγο, ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 18 ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, με την 776/2009 αναιρετική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, αναφορικά με τα σχετιζόμενα με την ένδικη υπόθεση νομικά ζητήματα, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 660 του ΕμπΝ, τα έξοδα και οι καταβολές που έγιναν για τη διοίκηση της πτωχευτικής περιουσίας, μεταξύ των οποίων και η απαίτηση του συνδίκου για την οφειλόμενη σ’ αυτόν αντιμισθία, αποτελούν ομαδικό πίστωμα, το οποίο προηγείται στην ικανοποίηση από τα πτωχευτικά πιστώματα, δηλαδή από τις απαιτήσεις των αποτελούντων την ομάδα των πιστωτών και μάλιστα όχι μόνο των εγχειρογράφων αλλά και των γενικών προνομιούχων.

Η προτίμηση αυτή, που γίνεται με προαφαίρεση από το σύνδικο, κατά τη διανομή χρημάτων που προέρχονται από την εκποίηση όχι μόνο των κινητών πραγμάτων της πτωχευτικής περιουσίας, αλλά και των ακινήτων, υπάρχει μόνο έναντι της ομάδας των δανειστών, οι οποίοι εκ του απομένοντος υπολοίπου προς διανομή λαμβάνουν ποσό κατ’ αναλογίαν των επαληθευθεισών απαιτήσεων τους, δεν ισχύει δε και έναντι των εκείνων που δεν μετέχουν στην ομάδα των πτωχευτικών πιστωτών και των οποίων οι απαιτήσεις ασφαλίζονται με ειδικό προνόμιο επί του πράγματος.

Έτσι, στην περίπτωση, κατά την οποία συνεχίζεται ή επισπεύδεται η εκτέλεση από ενυπόθηκο δανειστή στο ακίνητο του πτωχεύσαντος οφειλέτη, τόσο ο επισπεύδων, όσο και οι εκπροσωπούμενοι από τον σύνδικο εγχειρόγραφοι και γενικοί προνομιούχοι δανειστές, κατατάσσονται στον πίνακα που συντάσσει ο υπάλληλος του πλειστηριασμού, κατά την τάξη που προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 975 επ.

ΚΠολΔ, με τις οποίες, όμως, δεν αναγνωρίζεται προνόμιο υπέρ της απαιτήσεως του συνδίκου από αντιμισθία και έξοδα διαχειρίσεως της πτωχεύσεως. Εάν, επομένως, ο επί του πλειστηριασμού υπάλληλος κατατάξει προνομιακά τον σύνδικο της πτωχεύσεως για απαιτήσεις του από αντιμισθία και έξοδα διαχειρίσεως της πτωχεύσεως και, στη συνέχεια, διαχωρίζοντας κατ’ άρθρο 977 ΚΠολΔ το εναπομείναν πλειστηρίασμα σε ποσοστά 1/3 και 2/3, λόγω συνδρομής απαιτήσεων εκ των άρθρων 975 και 976 του ίδιου Κώδικα, κατατάξει στο 1/3 του πλειστηριάσματος, δια του συνδίκου, πτωχευτικό πιστωτή για μέρος της αναγγελθείσας και απολαύουσας γενικού προνομίου απαιτήσεώς του και στα 2/3 αυτού τον επισπεύδοντα για μέρος της αναγγελθείσας ενυπόθηκης απαιτήσεώς του, τότε εκ της κατατάξεως αυτής βλάπτεται, όχι μόνον ο ενυπόθηκος δανειστής, ως προς τον οποίο οι ανωτέρω απαιτήσεις του συνδίκου της πτωχεύσεως είναι αδιάφορες, αλλά και ο γενικός προνομιούχος πιστωτής.

Η βλάβη του τελευταίου συνίσταται στην εκ της κατατάξεως του συνδίκου μείωση του πλειστηριάσματος και εντεύθεν στη μείωση του ποσού της κατατάξεώς του, η οποία συνεπάγεται περαιτέρω την λήψη μικρότερου χρηματικού ποσού κατά την εκ μέρους του συνδίκου διανομή του προϊόντος εκποιήσεως της πτωχευτικής περιουσίας".

Ωσαύτως, με την ως άνω 776/2009 απόφασή του το Δικαστήριο τούτο δέχτηκε, ότι από τις διατάξεις των άρθρων 534, 644, 647, 648, 665 και 667 του Εμπ.Ν. προκύπτει, ότι η κήρυξη της πτωχεύσεως του οφειλέτη επάγεται την αναστολή των εναντίον του ατομικών διώξεων και, κυρίως, της αναγκαστικής εκτελέσεως. Ο κανόνας αυτός ισχύει έναντι των εγχειρόγραφων και των γενικών προνομιούχων δανειστών, που περιλαμβάνονται στην ομάδα των πτωχευτικών πιστωτών, ενώ αντιθέτως, δεν δεσμεύει τους ενυπόθηκους, ενεχυρούχους και ειδικούς προνομιούχους δανειστές, οι οποίοι δικαιούνται να συνεχίσουν την αρξάμενη πριν από την πτώχευση αναγκαστική εκτέλεση ή να αρχίσουν νέα, εφόσον η κατάσχεση έλαβε χώρα πριν από το στάδιο της ενώσεως.

Στην περίπτωση συνεχίσεως ή επισπεύσεως εκτελέσεως από ενυπόθηκο δανειστή σε ακίνητο πτωχεύσαντος οφειλέτη, τόσο ο επισπεύδων, όσο και οι εκπροσωπούμενοι από τον σύνδικο εγχειρόγραφοι και γενικοί προνομιούχοι δανειστές κατατάσσονται στον συντασσόμενο πίνακα του υπαλλήλου του πλειστηρισμού κατά την οικεία τάξη και στο προβλεπόμενο κατά περίπτωση ποσοστό πλειστηριάσματος, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 975 ΚΠολΔ.

Το ποσό δε που αναλογεί στους εκπροσωπούμενους από τον σύνδικο πιστωτές διανέμεται κατά την πτωχευτική διαδικασία, βάσει λογαριασμού διανομής του συνδίκου που εγκρίνεται από τον Εισηγητή της πτωχεύσεως.

Συνεπώς, μόνο ως προς τις ανωτέρω ενέργειες του συνδίκου εφαρμόζονται, κατ’ εξαίρεση και κατά προσαρμογή στην κοινή διαδικασία εκτελέσεως, οι διατάξεις του πτωχευτικού δικαίου, οι οποίες δεν έχουν εφαρμογή επί προνομίων κατατάξεως, εκτός εκείνων που αναγνωρίζονται στις γενικές περί εκτελέσεως διατάξεις.

Έτσι, δεν θα ληφθούν υπόψη προνόμια υπέρ άλλων απαιτήσεων που προηγούνται κατά σειρά ικανοποιήσεως στην πτωχευτική διαδικασία, όπως είναι οι αναφερόμενες στα έξοδα διαχειρίσεως και εκκαθαρίσεως της περιουσίας του πτωχεύσαντος, στα οποία ανήκει και η αντιμισθία του συνδίκου. Ειδικότερα, για την αντιμισθία, που δεν αποτελεί δικηγορική αμοιβή, δεν προβλέπεται στο άρθρο 975 ΚΠολΔ προνομιακή κατάταξη, αλλ’ ούτε και δικαιολογείται η προτίμηση ή προαφαίρεση αυτής στην περίπτωση της επισπεύσεως εκτελέσεως, επί ακινήτου πτωχεύσαντος οφειλέτη από ενυπόθηκο δανειστή, καθόσον τα έξοδα της πτωχευτικής διαχειρίσεως δεν θεωρείται, ότι έγιναν προς όφελός του, αφού δεν ήταν αναγκαία προς τούτο η διαδικασία της πτωχεύσεως.

Αντίθετη εκδοχή δεν δύναται να υποστηριχθεί με βάση τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 18 εδ. ιη’ του ν. 2479/1997, κατά την οποία, "εάν πριν περατωθεί η πτώχευση, υπάρξει μετάβαση σε άλλη μορφή συλλογικής αναγκαστικής εκτέλεσης, τότε τα έξοδα που δημιουργήθηκαν από τη λειτουργία και κατά τη διάρκεια της πτώχευσης, διατηρούν τον χαρακτήρα τους αυτόν, ως οιονεί ομαδικά πιστώματα και προαφαιρούνται αμέσως μετά την προαφαίρεση των εξόδων που δημιουργήθηκαν από τη λειτουργία και κατά τη διάρκεια της νέας αυτής μορφής συλλογικής αναγκαστικής εκτέλεσης".

Και τούτο, διότι, όπως προκύπτει από την εν λόγω διάταξη, η εφαρμογή της προϋποθέτει μετάβαση από συλλογική αναγκαστική εκτέλεση σε άλλη μορφή συλλογικής αναγκαστικής εκτέλεσης και, συνεπώς, δεν εφαρμόζεται επί ατομικής αναγκαστικής εκτέλεσης, όπως είναι η επισπευδόμενη από τον ενυπόθηκο δανειστή σε βάρος ακινήτου του πτωχεύσαντος (ΑΠ 776/2009).

Επομένως, ο σύνδικος, ο οποίος κατατάσσεται στον πίνακα κατάταξης για λογαριασμό των πτωχευτικών πιστωτών, θα αφαιρέσει, στον κατά την πτωχευτική διαδικασία λογαριασμό διανομής, από το ποσό που εισέπραξε (για λογαριασμό των γενικών προνομιούχων) τα προς διαχείριση και εκκαθάριση της πτωχευτικής περιουσίας δαπανήματα, μεταξύ των οποίων και την αντιμισθία του, καθόσον αυτά υπερισχύουν των απαιτήσεων των γενικών προνομιούχων δανειστών.

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου, είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ’ αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ’ επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται, είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.

Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην ένδικη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Κατά του ...1999 πίνακα κατάταξης δανειστών της συμβολαιογράφου Βασιλικών Θεσσαλονίκης Κ.

Π.-Κ., άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης: α) την υπ’ αριθμ. .../21-12-1999 ανακοπή ο Γ. Π., οριστικός σύνδικος της πτωχευσάσης εταιρίας με την επωνυμία ... ΑΕ, κατά της επισπεύδουσας τράπεζας ..., ως εκπρόσωπος δύο εργαζομένων στην πιο πάνω εταιρία, για τις απαιτήσεις τους από την εργασία τους, β) την υπ’ αριθμ. .../28-12-1999 ανακοπή και τον υπ’ αριθμ. .../7-11-2000 πρόσθετο λόγο, το Ελληνικό Δημόσιο κατά του οριστικού συνδίκου Γ.

Π.. Με την ανακοπή του, ο μεν Γ. Π. ισχυριζόταν ότι κατά τον πλειστηριασμό που διενεργήθηκε στις 29-9-1999 και με επίσπευση της ενυπόθηκης δανείστριας ..., σε βάρος της ακίνητης περιουσίας της εταιρείας με την επωνυμία ... ΑΕ, η οποία κηρύχθηκε σε πτώχευση με την υπ’ αριθμ. 1367/1991 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και ο ίδιος διορίσθηκε οριστικός σύνδικος, αναγγέλθηκε μεταξύ των άλλων για τις εκεί αναφερόμενες απαιτήσεις των εργαζομένων Γ.

Α. και κληρονόμων Π. Μ., τις οποίες η υπάλληλος του πλειστηριασμού στον πιο πάνω πίνακα που συνέταξε, μετά την αφαίρεση των εξόδων εκτέλεσης, αν και κατέταξε προνομιακά τους υπόλοιπους εργαζομένους στην οφειλέτρια εταιρία για απαιτήσεις τους από παροχή εξαρτημένης εργασίας, δεν περιέλαβε στη σειρά αυτή και δεν τις κατέταξε στη σειρά των προνομίων του άρθρου 975 αριθμ. 3, ζήτησε δε να μεταρρυθμισθεί ο προσβαλλόμενος πίνακας, ώστε να αποβληθεί η καθ’ ης απ’ αυτόν και να καταταγεί ο ίδιος στη θέση της για λογαριασμό των εν λόγω εργαζομένων, μέχρι το ύψος των απαιτήσεων των.

Με την ανακοπή του, καθώς και με το πρόσθετο λόγο το Ελληνικό Δημόσιο, εξέθετε, ότι αυτό, έχοντας απαιτήσεις προερχόμενες από οφειλές της καθ’ ης η εκτέλεση προς τις αναφερόμενες στην ανακοπή δημόσιες υπηρεσίες του, αναγγέλθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην υπάλληλο του πλειστηριασμού για τις ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις των υπηρεσιών του δια των διευθυντών των τελωνείων και των προϊσταμένων Δ.Ο.Υ.

ότι η υπάλληλος του πλειστηριασμού, στον προσβαλλόμενο πίνακα κατάταξης, στο ποσό των 338.187.501 δραχμών που απέμεινε μετά την αφαίρεση των εξόδων εκτέλεσης, κατέταξε προνομιακά και οριστικά τους εργαζομένους στην οφειλέτρια εταιρία για απαιτήσεις τους από παροχή εξαρτημένης εργασίας και ειδικότερα τον οριστικό σύνδικο της πτώχευσης για λογαριασμό τους, ενόψει του γεγονότος ότι η τελευταία κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης και εν συνεχεία κατέταξε τον οριστικό σύνδικο της πτώχευσης για απαίτηση του από αντιμισθία ύψους 29.953.313 δραχμών προνομιακά, αλλά τυχαία και έξοδα διαχείρισης της πτωχευτικής περιουσίας ύψους 1.000.000 δραχμών, προνομιακά και οριστικά, τέλος δε, αφού διαχώρισε το πλειστηρίασμα σε 1/3 και 2/3, κατέταξε τον οριστικό σύνδικο στο 1/3 για λογαριασμό των υπηρεσιών του Ελληνικού Δημοσίου και ειδικότερα Β’ Τελωνείου Πειραιώς, Α, Β, Γ και Ε ..., Δ.Ο.Υ ΦΑΕ και ...

και στα 2/3 την επισπεύδουσα τράπεζα ..., ως ενεχυρούχο και ενυπόθηκο δανείστρια. Ότι κακώς κατατάχθηκε ο οριστικός σύνδικος της πτώχευσης στον πίνακα κατάταξης προνομιακά, ατομικά για απαίτησή του από προσωρινή αντιμισθία και έξοδα διοίκησης της πτωχευτικής περιουσίας, γιατί οι απαιτήσεις του δεν επιδικάσθηκαν με τελεσίδικη απόφαση, με το δικόγραφο δε των προσθέτων λόγων, ισχυρίσθηκε, ότι, κακώς κατατάχθηκε στον πιο πάνω πίνακα κατάταξης ο σύνδικος για τα παραπάνω ποσά, γιατί η αντιμισθία του συνδίκου καθώς και τα έξοδα δεν αποτελούν δικηγορικές αμοιβές και δεν κατατάσσονται προνομιακά.

Βάσει δε αυτών, ζήτησε να μεταρρυθμισθεί ο προσβαλλόμενος πίνακας, ώστε να αποβληθεί ο καθ’ ου απ’ αυτόν και να καταταγεί το ίδιο στη θέση του, για απαιτήσεις των ανωτέρω Δημοσίων υπηρεσιών του συμμέτρως. Επί των ανακοπών αυτών, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ 11857/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία έκανε δεκτή κατά ένα μέρος την ανακοπή του Γ.

Π. για λογαριασμό των εργαζομένων, μεταρρύθμισε και αναμόρφωσε τον πίνακα, αποβάλλοντας την καθ’ ης -..., σε ποσοστό 2/3 των απαιτήσεων των προαναφερθέντων εργαζομένων, κατατάσσοντας το σύνδικο για λογαριασμό των δύο εργαζομένων, στο ποσό αυτό. Αναφορικά δε με την ανακοπή του Ελληνικού Δημοσίου, έκρινε μη νόμιμο το λόγο της ανακοπής και τον απέρριψε, εν συνεχεία δε έκανε δεκτό, ως νόμιμο και ουσιαστικά βάσιμο τον προβαλλόμενο με το δικόγραφο των προσθέτων λόγων, λόγο, και απέβαλε τον καθ’ ου οριστικό σύνδικο της πτώχευσης, αναφορικά με την ατομική του κατάταξη για απαίτησή του από αντιμισθία ύψους 29.953.313 δραχμών, καθώς και από έξοδα διοίκησης της πτωχευτικής περιουσίας ύψους 1.000.000 δραχμών και στο συνολικό ποσό των 30.953.313 δραχμών, κατέταξε δε το Ελληνικό Δημόσιο, σύμμετρα για τις απαιτήσεως των πιο πάνω δημόσιων υπηρεσιών του.

Κατά της απόφασης αυτής του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ασκήθηκαν εφέσεις από τους ανακόπτοντες και τους καθών. Το παρόν δικαστήριο, συγκείμενο από άλλους δικαστές, με την 754/2003 απόφασή του, αφού συνεκδίκασε τις πιο πάνω εφέσεις και με την από 24-7-2001 έφεση που ασκήθηκε από την επισπεύδουσα ... κατά του Γ. Π. και των εκπροσωπουμένων απ’ αυτόν, ως οριστικού συνδίκου, 106 εργαζομένων, η οποία στρεφόταν κατά της υπ’ αριθμ 11860/2001 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και η οποία αφορούσε τον ίδιο με αριθμό ...1999 πίνακα κατάταξης της πιο πάνω συμβολαιογράφου, ειδικότερα αναφορικά με την απόρριψη του λόγου της ανακοπής της (...) που έπληττε την προνομιακή κατάταξη των εν λόγω εργαζομένων και για τους τόκους των απαιτήσεων τους, εν συνεχεία, δεδομένου ότι εκδόθηκαν δύο αποφάσεις επί του προσβαλλόμενου πίνακα, οι οποίες δεν πλήχθηκαν από όλους τους δανειστές που συμμετείχαν σ’ αυτόν, ώστε να μπορεί να γίνει σύγκριση των απαιτήσεων και των προνομίων μετά την αποδοχή ή απόρριψη των ανακοπών που αυτοί έχουν ασκήσει, έκανε δεκτή την έφεση της ...

κατά του Γ. Π., ως οριστικού συνδίκου της πτώχευσης και για λογαριασμό των εκπροσωπούμενων από αυτόν εργαζομένων και την έφεση του Γ. Π., αναφορικά με την ατομική του κατάταξη, μόνο κατά του Ελληνικού Δημοσίου. Μετά την παραδοχή αυτών των εφέσεων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε την ανακοπή του Ελληνικού Δημοσίου κατά του Γ.

Π., αναφορικά με την προνομιακή κατάταξη του ιδίου και δέχθηκε εν μέρει την ανακοπή της ... κατά του Γ. Π., ως συνδίκου και για λογαριασμό των εργαζομένων και εν συνεχεία μεταρρύθμισε τον ...1999 πίνακα κατάταξης της συμβολαιογράφου Βασιλικών Θεσσαλονίκης Κ. Π.-Κ., κατατάσσοντας στο απομένον, μετά την αφαίρεση των εξόδων, πλειστηρίασμα του ποσού των 338.187.501 δραχμών: 1) οριστικώς και προνομιακώς τον οριστικό σύνδικο για λογαριασμό των 106 εργαζομένων και για το ποσό των 120.9979.584 δρχ. , 2) τον οριστικό σύνδικο, ατομικά για το ποσό της προσωρινής αντιμισθίας του, όπως αυτό επιδικάσθηκε με την υπ’ αριθμ. 30794/1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, δηλαδή για το ποσό των 4.000.000 δραχμών, 3) ύστερα δε από διαχωρισμό του υπολοίπου εκ δραχμών 268.766.546 σε 1/3 και 2/3:

α) το Ελληνικό Δημόσιο οριστικώς και προνομιακώς, ως γενικό προνομιούχο πιστωτή στο 1/3, β) την επισπεύδουσα τράπεζα ..., οριστικώς προνομιακώς, ως ενεχυρούχο και ενυπόθηκη δανείστρια, στα 2/3, διευκρινίζοντας ότι από το ποσό, στο οποίο η τελευταία κατατάχθηκε, θα πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 533.333 δραχμών και να καταταγούν οι 2 εργαζόμενοι που αναφέρονται στην υπ’ αριθμ. 11857/2001 απόφαση και να καταταγεί αυτή (...) για το επιπλέον ποσό των 55.558.729 δρχ., που θα αφαιρεθεί από το ποσό στο οποίο κατατάχθηκαν οι 106 εργαζόμενοι.

Επιπλέον, όρισε ότι πρέπει να συνταχθεί συμπληρωματικός πίνακας κατάταξης για το ποσό των 25.953.313 δραχμών, που απέμεινε εκκρεμότητα λόγω της τυχαίας κατάταξης του συνδίκου, μετά την έκδοση της πιο πάνω απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, η οποία, όπως προαναφέρθηκε επιδίκασε ως προσωρινή αντιμισθία του συνδίκου μόνο το ποσό των 4.000.000 δραχμών, κατατάσσοντας στο συμπληρωματικό αυτό πίνακα τον σύνδικο για λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου κατά το 1/3 και την ...

στα υπόλοιπα 2/3. Το εφεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, άσκησε κατά του οριστικού συνδίκου και κατά της αμέσως προαναφερόμενης εφετειακής απόφασης, αίτηση αναίρεσης, με μοναδικό λόγο αυτής, την ευθεία παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 975 αρ.6, 976, 977, 1007, ως προς την προνομιακή κατάταξη του συνδίκου της πτώχευσης, χωρίς να προσβληθούν με αναίρεση τα λοιπά κεφάλαια της απόφασης, ως προς τα οποία κατέστη αμετάκλητη...".

Στη συνέχεια το εφετείο, αφού αναφέρθηκε στις παραπάνω εκτεθείσες νομικές παραδοχές της 776/2009 απόφασης του Αρείου Πάγου, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Με τις παραδοχές αυτές, με την πιο πάνω απόφαση του Αρείου Πάγου, έγινε δεκτό ότι έχει έννομο συμφέρον το Ελληνικό Δημόσιο, ως γενικός προνομιούχος πιστωτής, να ασκήσει αίτηση αναιρέσεως κατά της πιο πάνω εφετειακής απόφασης που κατέταξε τον σύνδικο της πτωχεύσεως προνομιακά για την αντιμισθία του και κατά λογική αντιστοιχία έχει έννομο συμφέρον και για τους ίδιους λόγους το Ελληνικό Δημόσιο, ως γενικός προνομιούχος πιστωτής, στην άσκηση ανακοπής κατά του πίνακα κατάταξης, που κατέταξε τον σύνδικο της πτωχεύσεως προνομιακά για την αντιμισθία του, η βλάβη του δε συνίσταται, όπως προαναφέρθηκε, στην εκ της κατατάξεως του συνδίκου μείωση του πλειστηριάσματος και εντεύθεν στη μείωση του ποσού της κατατάξεώς του, η οποία συνεπάγεται περαιτέρω την λήψη μικρότερου χρηματικού ποσού κατά την εκ μέρους του συνδίκου διανομή του προϊόντος εκποιήσεως της πτωχευτικής περιουσίας...Περαιτέρω με την ως άνω αναιρετική απόφαση κρίθηκε ότι με την ανακοπή του εφεσιβλήτου (αναιρεσείοντος) Ελληνικού Δημοσίου και τον πρόσθετο λόγο αυτής, ζητείτο η αποβολή του καθ’ ου η ανακοπή-οριστικού συνδίκου και η κατάταξη του ιδίου (Δημοσίου) στο απελευθερούμενο μέρος του πλειστηριάσματος, θα έπρεπε δε το Εφετείο, δεδομένου ότι η αντιμισθία και λοιπές δαπάνες του συνδίκου δεν ήταν προαφαιρετέες από το πλειστηρίασμα, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα πρόταση, να μην κατατάξει αυτόν (σύνδικο) προνομιακά για αντιμισθία και λοιπές δαπάνες.

Σύμφωνα με την αναιρετική απόφαση, το Εφετείο που δέχθηκε την έφεση του οριστικού συνδίκου κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε γίνει δεκτή η ανακοπή του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά του υπ’ αριθμ ...1999 πίνακα της συμβολαιογράφου Βασιλικών Θεσσαλονίκης Κ. Π.-Κ., συνταχθέντος κατόπιν πλειστηριασμού, διενεργηθέντος με επίσπευση της ..., ως ενυπόθηκης δανείστριας της πτωχευσάσης οφειλέτριας εταιρίας και είχε αποβληθεί ο οριστικός σύνδικος

της πτώχευσης της προαναφερθείσας εταιρίας, καθ’ ο μέρος αυτός είχε καταταγεί προνομιακά για αντιμισθία και λοιπές δαπάνες, στη συνέχεια δε, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης κατά το παραπάνω κεφάλαιο, απέρριψε την ανακοπή του Ελληνικού Δημοσίου και κατέταξε τον Γ. Π., προνομιακά ως οριστικό σύνδικο, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 975, 976, 977, 1007 ΚΠολΔ, και υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Μετά από αυτά, έγινε δεκτή η αίτηση αναιρέσεως και αναιρέθηκε εν μέρει η προσβληθείσα ως άνω εφετειακή απόφαση, ως προς την ως άνω κατάταξη, έναντι ειδικώς του Ελληνικού Δημοσίου. Οι παραδοχές και διατάξεις της υπ’ αριθμ. 754/2003 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης που αναφέρονται: α) στο παραδεκτό της ανακοπής του εκκαλούντος Γ. Π. ως οριστικού συνδίκου και για λογαριασμό των εργαζομένων Γ. Α. και κληρονόμων Π. Μ. και εν συνεχεία την αφαίρεση από το ποσό στο οποίο κατατάχθηκε η ..., του ποσού των 533.333 δραχμών (333.333

δρχ+200.000 δρχ) και την κατάταξη σ’ αυτό των πιο πάνω εργαζομένων, β) στην εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, ως προς την απόρριψη της ανακοπής της ... κατά της προνομιακής κατάταξης των 106 εργαζομένων και την παραδοχή αυτής (ανακοπής) για το ποσό των 55.558.729 δραχμών, που αφορά την προνομιακή κατάταξή τους, για το ποσό των τόκων των απαιτήσεών τους, γ) στη διακράτηση και εκδίκαση της ανακοπής τους από το παρόν δικαστήριο, δ) στην εν μέρει αποβολή από τον πίνακα των 106 εργαζομένων κατά το ποσό των 55.558.729 δραχ.

και την κατάταξη στο ποσό αυτό της ..., καθώς και την εν μέρει αποβολή από τον πίνακα της ... κατά το ποσό των 533.333 δραχμών και την κατάταξη σ’ αυτό του συνδίκου για λογαριασμό των δυο εργαζομένων, στις οποίες (παραδοχές) αναφέρεται και το παρόν δικαστήριο υπό τη νέα του σύνθεση, και ουδόλως εθίγησαν από την προαναφερόμενη αναιρετική απόφαση.

Μετά δε την εν μέρει αναίρεση της ως άνω απόφασης για τον προαναφερόμενο λόγο, πρέπει η κρατηθείσα και δικαζόμενη ανακοπή, να γίνει δεκτή, ως προς τον πρόσθετο λόγο της, ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν και να μεταρρυθμισθεί ο προσβληθείς πίνακας. Στο εναπομένον, μετά την αφαίρεση των εξόδων (ανερχομένων σε 2.813.499δρχ), προς διανομή πλειστηρίασμα ποσό των 338.187.501 δραχμών, πρέπει να καταταγούν: 1) οριστικά και προνομιακά ο σύνδικος για λογαριασμό 106 εργαζομένων, 2) στο 1/3 του απομένοντος, μετά από την αμέσως προαναφερόμενη κατάταξη, το Ελληνικό Δημόσιο προνομιακώς και οριστικώς για την ικανοποίηση μέρους της αναγγελθείσας απαίτησής του, 3) στα 2/3 του ως άνω ποσού, η ενυπόθηκη δανείστρια ..., από το ποσό όμως αυτό θα πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 533.333 δραχμών και να προστεθεί το ποσό των 55.558.729 δραχμών.

Περαιτέρω, στο ποσό στο οποίο θα καταταγεί κατά τα προαναφερθέντα το Ελληνικό Δημόσιο, θα πρέπει να προστεθεί και το ποσό των 30.953.313 δραχμών, που αφορούσε την προσωρινή αντιμισθία του συνδίκου και τις λοιπές δαπάνες του συνδίκου, ποσό, το οποίο κατά τα προεκτεθέντα δεν ήταν προαφαιρετέο από το πλειστηρίασμα και στο οποίο πρέπει να καταταγεί μόνο το Ελληνικό Δημόσιο, δια του συνδίκου, ως γενικός προνομιούχος πιστωτής, σύμμετρα για απαιτήσεις των δημοσίων υπηρεσιών του, διότι μόνο αυτού έγινε δεκτή η ανακοπή ως προς την προνομιακή κατάταξη του συνδίκου, ζητώντας την αποβολή του και όχι η ενυπόθηκη δανείστρια ...

της οποίας η με άλλο περιεχόμενο ανακοπή κατά της κατάταξης του συνδίκου, έχει ήδη απορριφθεί, χωρίς να ασκήσει η τελευταία ένδικα μέσα κατά της απόφασης. Βάσει των παραπάνω παραδοχών, και για τον πρόσθετο αυτό λόγο, έχει έννομο συμφέρον το Ελληνικό Δημόσιο για την άσκηση της κρινόμενης ανακοπής, δεδομένου ότι θα εισπράξει κατά τα προεκτεθέντα, πλέον του ποσού στο οποίο θα έπρεπε να καταταγεί το ίδιο μετά την αποβολή του συνδίκου και το ποσό στο οποίο θα έπρεπε να καταταγεί η ενυπόθηκη δανείστρια ..., η οποία όπως προαναφέρθηκε δεν άσκησε ένδικα μέσα κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή της και συνεπώς δεν θα καταταγεί, στο ποσό αυτό.

Όπως προαναφέρεται, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, απέβαλε τον εκκαλούντα, από τον προσβαλλόμενο πίνακα κατάταξης, κρίνοντας ορθά, ότι δεν υφίσταται προνομιακός χαρακτήρας της καταταγείσας απαίτησής του, κατά παραδοχή του σχετικού προσθέτου λόγου της ανακοπής. Πρέπει, επομένως, ν’ απορριφθεί ο λόγος της έφεσης, που υποστηρίζει τα αντίθετα και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος της, προς έρευνα, πρέπει ν’ απορριφθεί η έφεση, ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν...".

Το Εφετείο, με την κρίση του, ότι ο αναιρεσείων σύνδικος της πτώχευσης δεν δικαιούται να καταταγεί προνομιακώς στον προσβαλλόμενο πίνακα διανομής πλειστηριάσματος, για την αντιμισθία του και τα έξοδα της πτώχευσης, δεν παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη μη εφαρμογή τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 551 και 660 Εμπ.Ν, όπως ίσχυαν κατά το χρόνο κατάρτισης του προσβαλλόμενου πίνακα.

Τούτο δε, διότι αυτά (αντιμισθία και λοιπά έξοδα), αποτελούντα ομαδικά πιστώματα, βαρύνοντα μόνον την ομάδα των πιστωτών, θα αφαιρεθούν από το σύνδικο από το ποσό που θα εισπράξει, με την κατάταξή του στον πίνακα, για λογαριασμό των γενικών προνομιούχων δανειστών και, στη συνέχεια, θα διανείμει με τον κατά την πτωχευτική διαδικασία λογαριασμό διανομής.

Συνεπώς, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως, με τους οποίους ο αναιρεσείων, ισχυριζόμενος τα αντίθετα, μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη για την πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. Ωσαύτως, με την ανωτέρω κρίση του, το Εφετείο, συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση, διότι, όσον αφορά το νομικό ζήτημα για το οποίο απαγγέλθηκε η αναίρεση, ακολούθησε τη λύση που δόθηκε από τον Άρειο Πάγο με την 776/2009 αναιρετική του απόφαση, με αποτέλεσμα να μην ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 18 ΚΠολΔ.

Συνεπώς, ο πέμπτος λόγος της αιτήσεως και ο όγδοος, κατά το οικείο μέρος του, με τους οποίους ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ως άνω διάταξη προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Αντιφατικότητα αιτιολογίας υπάρχει, όταν το δικαστήριο δέχεται, ως αποδειχθέντα, γεγονότα, τα οποία αλληλοαποκλείονται ή όταν δεν είναι σαφές, ποία είναι εκείνα τα οποία θεμελιώνουν το διατακτικό. Εξάλλου, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 17 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν η ιδία απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις.

Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, πρέπει η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων της προσβαλλόμενης απόφασης να υπάρχει στο διατακτικό αυτής, ούτως ώστε να καθίσταται, εξ αιτίας τούτου, αδύνατη η εκτέλεσή της, ή να εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου. Με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως, υπό την επίκληση της πλημμέλειας από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι διαλαμβάνει αντιφατικές αιτιολογίες, καθόσον, ενώ δέχεται το χαρακτήρα της απαίτησης του συνδίκου για την αντιμισθία του, ως ομαδικού πιστώματος, που προηγείται οποιασδήποτε πτωχευτικής απαίτησης, στη συνέχεια κατατάσσει (στον προσβαλλόμενο πίνακα), κατά προτεραιότητα, την προνομιακή απαίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, αποκλείοντας (από τον πίνακα κατάταξης) την απαίτηση του αναιρεσείοντος συνδίκου, αποδίδεται, αληθώς, πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγω εσφαλμένης υπαγωγής των περιστατικών της ένδικης περίπτωσης στις σχετικές με την κατάταξη διατάξεις του νόμου, που καταλήγει σε εσφαλμένο, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, συμπέρασμα.

Με βάση δε τα ήδη αναφερθέντα, ο λόγος είναι αβάσιμος, εφόσον δεν είναι επιτρεπτή η κατάταξη του συνδίκου στον πίνακα διανομής του πλειστηριάσματος, για την αντιμισθία του και τα έξοδα της πτώχευσης. Ωσαύτως, στον ίδιο λόγο, γίνεται επίκληση και της πλημμέλειας από τον αρ. 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, χωρίς, όμως, αναφορά συγκεκριμένων διατάξεων του διατακτικού της αναιρεσιβαλλομένης, ως αντιφατικών, κατά την εκτεθείσα έννοια, αλλά με επίκληση των προσβαλλόμενων ως αντιφατικών αιτιολογιών αυτής.

Εντεύθεν, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά την ως άνω αιτίαση, όπως προβάλλεται, είναι απαράδεκτος. Από τις διατάξεις των άρθρων 972 παρ. 1 και 974 έως 979 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι με την ανακοπή που ασκείται κατά του πίνακα κατάταξης, προβάλλονται αιτιάσεις, οι οποίες αφορούν την ορθότητα του πίνακα κατάταξης και μπορούν να στηρίζονται, είτε στο ουσιαστικό δίκαιο, αναγόμενες στη γένεση ή την ύπαρξη της απαιτήσεως του καθού η ανακοπή, η οποία έχει αναγγελθεί, είτε στο δικονομικό δίκαιο και αναφέρονται στον προνομιούχο χαρακτήρα και την τάξη της κατάταξης.

Έννομο συμφέρον, για άσκηση ανακοπής κατά πίνακα κατάταξης, έχει όποιος αμφισβητεί την ύπαρξη της απαιτήσεως εκείνου, κατά του οποίου στρέφει την ανακοπή του, ή προβάλλει, ότι προηγείται του τελευταίου που κατετάγη στον πίνακα, και επιδιώκει την αποβολή του και την κατάταξη στην θέση του, στρέφεται δε κατά των δανειστών των οποίων προσβάλλεται η κατάταξη (άρθρ. 972 παρ 2 εδ.

β’ ΚΠολΔ). Το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή, περιορίζεται, μέσα στα όρια του αιτήματος αυτής και ερευνά την προσβαλλόμενη απαίτηση και την κατάταξη του καθού η ανακοπή, δεδομένου δε ότι η διαδικασία της κατατάξεως είναι ενιαία, όχι όμως και αδιαίρετη, η ισχύς και το δεδικασμένο της αποφάσεως περιορίζεται μεταξύ των διαδίκων και δεν επιδρά στους μη μετασχόντες της δίκης άλλους δανειστές.

Επομένως, κατά την προκύπτουσα από τη διάταξη του άρθρου 979 ΚΠολΔ αρχή της προλήψεως, εάν ευδοκιμήσει η ανακοπή, στο αποδεσμευόμενο ποσό θα καταταγεί μόνο ο ανακόπτων, χωρίς να ωφελείται άλλος δανειστής ο οποίος δεν άσκησε ανακοπή, έστω και αν έχει μείζον προνόμιο κατατάξεως. Το αυτό θα ισχύσει, για την ταυτότητα του νομικού λόγου και στην περίπτωση που η ανακοπή πλήττει τον πίνακα για τα έξοδα εκτελέσεως, παρά το ότι δεν γίνεται κατάταξη γι’ αυτά (ΑΠ 756/2001, 175/2011).

Τέλος, ανακοπή κατά του τυχαίως καταταγέντος δικαιούται να ασκήσει, τόσο ο επικουρικώς καταταγείς, όσο και άλλος δανειστής, που επιδιώκει την κατάταξή του στη θέση του τυχαίως καταταγέντος.

Συνεπώς, στην ένδικη περίπτωση, το Εφετείο, με την κρίση του, ότι ο αναιρεσείων σύνδικος δεν δικαιούται να καταταγεί στον προσβαλλόμενο πίνακα διανομής πλειστηριάσματος, για την αντιμισθία του και τα έξοδα της πτώχευσης που δεν ήταν προαφαιρετέα από το πλειστηρίασμα, και ότι στο ποσό κατά το οποίο αποβάλλεται από αυτόν δικαιούται να καταταγεί το ανακόπτον-αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, δια του συνδίκου, ως γενικός προνομιούχος πιστωτής, διότι μόνον αυτού έγινε δεκτή η ανακοπή, ως προς την προνομιακή κατάταξη του συνδίκου, ζητώντας την αποβολή του και όχι η ενυπόθηκη δανείστρια ..., της οποίας η με άλλο περιεχόμενο ανακοπή κατά της κατάταξης του συνδίκου έχει ήδη απορριφθεί, χωρίς να ασκήσει η τελευταία ένδικα μέσα κατά της απόφασης, δεν παραβίασε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου (με ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες) τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 975 έως 977 ΚΠολΔ, αναφορικά με τη σειρά των ειδικών και γενικών προνομίων.

Επομένως, ο τρίτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων, ισχυριζόμενος τα αντίθετα, αποδίδει την αναιρεσιβαλλομένη πλημμέλειες από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Επιπροσθέτως δε, απαραδέκτως, χωρίς έννομο συμφέρον, προς στοιχειοθέτηση των ανωτέρω πλημμελειών, επικαλείται ωφέλεια του Ελληνικού Δημοσίου (με την εγκατάστασή του στο σύνολο του απελευθερούμενου ποσού) σε βάρος της μη διαδίκου, ειδικής προνομιούχου επισπεύδουσας τράπεζας (...).

Με τον έκτο λόγο της αιτήσεως αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλομένη οι πλημμέλειες: 1) από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα από τον αναιρεσείοντα στην κατ’ έφεση δίκη ισχυρισμό του, περί καθορισμού της οριστικής του αντιμισθίας, με την 30794/1999 αμετάκλητη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, στο ποσό των 4.000.00 δραχμών, για το οποίο κατετάγη στον 1730/3.7.2003 συμπληρωματικό πίνακα, ενώ το υπόλοιπο ποσό (25.953.313 δραχμών) από την τυχαία κατάταξη της αντιμισθίας του στον αρχικό πίνακα κατανεμήθηκε, με τον συμπληρωματικό πίνακα, κατά τα 2/3 στην επισπεύδουσα ενυπόθηκη δανείστρια και κατά το 1/3 στο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, 2) από τον αρ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που ο αναιρεσείων επικαλέστηκε και προσκόμισε στην κατ’ έφεση δίκη και, συγκεκριμένα, την ως άνω 30794/1999 αμετάκλητη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, 3) από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση, ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της 30794/1999 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ως προς το περιεχόμενο της οριστικής του αντιμισθίας, καθόσον στον αναδιαμορφωμένο από την αναιρεσιβαλλομένη πίνακα δεν περιέχει το ποσό που αναγράφεται στην απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και 4) από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση, ότι διαλαμβάνει αντιφατικές αιτιολογίες, καθόσον, αφενός αναφέρεται στην οριστική του αντιμισθία και στη σύνταξη του συμπληρωματικού πίνακα, αφετέρου τον αποβάλλει από το "ανύπαρκτο" ποσό 30.953.313 δραχμών που αφορά την προσωρινή του αντιμισθία και τα έξοδα της πτώχευσης.

Ο λόγος, καθ’ όλες τις επιχειρούμενες θεμελιώσεις αναιρετικών πλημμελειών, είναι αλυσιτελής, προβαλλόμενος χωρίς έννομο συμφέρον, εφόσον η απαίτηση του αναιρεσείοντος συνδίκου για την αντιμισθία του δεν προαφαιρείται, ούτε κατατάσσεται προνομιακά στον πίνακα διανομής του πλειστηριάσματος. Αντικείμενο δε της επί της κρινόμενης ανακοπής δίκης, είναι η γενόμενη από την υπάλληλο του πλειστηριασμού κατάταξη στον προσβαλλόμενο πίνακα του αναιρεσείοντος για την αντιμισθία του και τα έξοδα της πτώχευσης, προσβληθείσα από το μόνο ωφελούμενο, σε περίπτωση ευδοκίμησής της και αποδέσμευσης των καταταγέντων ποσών, αναιρεσίβλητο-ανακόπτον Ελληνικό Δημόσιο, όχι δε ο συμπληρωματικός πίνακας που υπόκειται αυτοτελώς σε προσβολή με σχετική κατ’ αυτού ανακοπή.

Με τον έβδομο λόγο της αιτήσεως αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση, ότι επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν. Τούτο δε καθόσον, ενώ το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, με την αίτηση αναιρέσεως κατά της 754/2003 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρετική 776/2009 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, εξέθετε, ότι η τυχαία κατάταξη του τότε αναιρεσείοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου κατέστη οριστική μόνο για το ποσό των 4.000.000 δραχμών και για το υπόλοιπο ποσό των 25.953.313 δραχμών συντάχτηκε συμπληρωματικός πίνακας, με τον οποίο κατατάχτηκαν το Ελληνικό Δημόσιο στο 1/3 αυτού, ποσού 25.222,40 ευρώ και η ...

στα 2/3 αυτού, ποσού 50.444,81 ευρώ και ότι ασκεί, με έννομο συμφέρον, την αναίρεσή του για την ανατροπή της οριστικής κατάταξης του αναιρεσιβλήτου για το υπόλοιπο ποσό των 5.000.000 δραχμών, η αναιρεσιβαλλομένη τον απέβαλε από το "ανύπαρκτο" ποσό των 29.953.313 δραχμών. Όμως, ανεξάρτητα από το ότι, όπως προκύπτει από το επισκοπούμενο περιεχόμενο της από 4/5/2006 αιτήσεως αναιρέσεως του τότε αναιρεσείοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, με αυτήν το Ελληνικό Δημόσιο ζήτησε, τελικώς, να αναιρεθεί και εξαφανιστεί η 754/2003 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με σκοπό να απορριφθεί η έφεση του αντιδίκου του (συνδίκου), ακόμη κι αν δοθεί στο περιεχόμενο αυτής (αιτήσεως αναιρέσεως) το αποδιδόμενο από τον αναιρεσείοντα νόημα, ο λόγος προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα χωρίς έννομο συμφέρον και εντεύθεν είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος.

Τούτο, διότι ως προς το ποσό των 25.953.313 δραχμών που αποτελεί μέρος της προσβληθείσας τυχαίας κατάταξής του, κατά το οποίο αποβάλλεται (πέραν του ποσού των 4.000.000 δραχμών για αντιμισθία και του ποσού του 1.000.000 δραχμών για έξοδα πτωχεύσεως) και κατά το οποίο φέρεται, ότι το Εφετείο επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν, κατατάσσοντας στο αποδεσμευόμενο ποσό το αναιρεσίβλητο, δεν υφίσταται, κατά τους αναιρετικούς ισχυρισμούς, δική του αξίωση για αντιμισθία, ώστε να μάχεται κατά της κατ’ αποκλεισμό του κατάταξης του αναιρεσείοντος στο ποσό αυτό, εφόσον η δική του αξίωση περιορίστηκε στα 4.000.000 δραχμές.

Γιαυτήν δε, καθώς και για τα έξοδα πτώχευσης, σε κάθε περίπτωση, δεν ήταν επιτρεπτή η κατάταξή του στον προσβαλλόμενο πίνακα, κατά τα παραπάνω αναφερθέντα.

Με τον όγδοο λόγο, κατά το υπόλοιπο μέρος του, ο αναιρεσείων αποδίδει στην αναιρεσιβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση, ότι με την κρίση της παραβίασε ευθέως τη δικονομική διάταξη του άρθρου 581 παρ. 2 ΚΠολΔ. Ο λόγος είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, διότι η αναιρετική πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναφέρεται σε παραβίαση κανόνα ουσιαστικού και όχι δικονομικού δικαίου, όπως η επικαλουμένη.

Από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324, 330 και 331 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι δεδικασμένο δημιουργείται και από τις αιτιολογίες της τελεσίδικης αποφάσεως, όταν δηλαδή οι αιτιολογίες αυτές αποτελούν στοιχεία του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη και έτσι ανήκουν στο διαγνωστικό μέρος της αποφάσεως, στο οποίο υπάρχει η κρίση του δικαστηρίου, καταφατική ή αποφατική, για το δικαίωμα, έχοντας έτσι τα προσόντα διατακτικού.

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε, ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίσθηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε, ως ανύπαρκτη. Πρόκειται, δηλαδή, για απόφαση, η οποία παραβιάζει τις διατάξεις των άρθρων 321, 324 ΚΠολΔ.

Για να θεμελιωθεί, όμως, ο παραπάνω λόγος προϋποτίθεται, ότι το δικαστήριο της ουσίας επιλήφθηκε αυτεπάγγελτα ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους της έρευνας για τη συνδρομή ή όχι των συντεταγμένων του δεδικασμένου. Άρα, είναι ανάγκη η προσβαλλόμενη απόφαση να περιέχει θετική ή αρνητική κρίση για παραδοχή ή όχι δεδικασμένου.

Με τον ένατο λόγο της αιτήσεως, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση, ότι, παρά το νόμο, παραβίασε το δεδικασμένο, που προκύπτει από την 754/2003 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το μη αναιρεθέν μέρος της και, ειδικότερα, ως προς την κρίση της, περί διανομής του ποσού των 25.953.313 δραχμών που απομένει μετά τον δικαστικό προσδιορισμό της αντιμισθίας του συνδίκου στο ποσό των 4.000.000 δραχμών, κατά τα 2/3 στην επισπεύδουσα ενυπόθηκη ...

και κατά τα το 1/3 στο Ελληνικό Δημόσιο. Ο λόγος τυγχάνει απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, διότι στην αναιρεσιβαλλομένη δεν περιέχεται θετική ή αρνητική κρίση για παραδοχή ή όχι δεδικασμένου, σχετικά με το επικαλούμενο από τον αναιρεσείοντα ζήτημα. Ανεξαρτήτως τούτου, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της μερικώς αναιρεθείσας 754/2003 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, το Εφετείο, με αυτήν, δεν προέβη σε μεταρρύθμιση του επίδικου πίνακα κατάταξης, αναφορικά με την τυχαία κατάταξη του αναιρεσείοντος συνδίκου, με βάση το επιδικασθέν ποσό της αντιμισθίας του.

Αντιθέτως, δέχτηκε την έφεσή του, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κατά το μέρος που τον είχε αποβάλει από το ποσό των 30.953.313 δραχμών (29.953,313 δραχμές για την τυχαία κατάταξη της αντιμισθίας και 1.000.000 δραχμές για την οριστική κατάταξη των εξόδων της πτώχευσης) και απέρριψε την ανακοπή του ήδη αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, εμμένοντας, έτσι, στη γενόμενη από την υπάλληλο του πλειστηριασμού τυχαία (για την αντιμισθία) και οριστική (για τα έξοδα) κατάταξη, υποδεικνύοντας πλεοναστικώς, στο σκεπτικό του, την κατάρτιση συμπληρωματικού πίνακα από την υπάλληλο του πλειστηριασμού για το ποσό των 25.953.313 δραχμών.

Όμως, οι πλεοναστικές αυτές υποδείξεις του Εφετείου, που δεν πήραν τη μορφή διατάξεων του διατακτικού της απόφασης και μη έχουσες προσόντα διατακτικού, δεν οδήγησαν σε δημιουργία δεδικασμένου περί τούτων, ώστε να τίθεται θέμα παραβίασής του. Με το άρθρο 581 ΚΠολΔ ορίζεται, ότι στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση εισάγεται και συζητείται με κλήση, η δε υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις κατά το άρθρο 237, ήδη δε 524 παρ. 1 εδ.

β’ . Σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, ενώπιον του εφετείου, ως δικαστηρίου της παραπομπής, προβάλλονται, παραδεκτώς, νέοι ισχυρισμοί υπό τους περιορισμούς των άρθρων 527 και 269 παρ. 2 ΚΠολΔ και είναι επιτρεπτή η άσκηση από τον εκκαλούντα πρόσθετων λόγων εφέσεως υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις του άρθρου 520 παρ. 2 ΚΠολΔ, με χρονική αφετηρία την ημερομηνία της μετ’ αναίρεση συζητήσεως της υποθέσεως στο δικαστήριο της παραπομπής (Ολ.ΑΠ 27/2007) που επιλαμβάνεται του αντικειμένου της δίκης μέσα στα όρια που διαγράφει η αναιρετική απόφαση.

Με τον δέκατο και τελευταίο λόγο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά τον νόμο, κήρυξε απαράδεκτο το από 27/9/2011 δικόγραφο πρόσθετων λόγων που ο αναιρεσείων άσκησε, μετά την έκδοση της αναιρετικής απόφασης, στο Εφετείο, ως δικαστήριο παραπομπής, με την αιτιολογία, ότι η απόφαση του Εφετείου αναιρέθηκε μερικώς και όχι στο σύνολό της.

Όπως δε προκύπτει από το επισκοπούμενο περιεχόμενο των πρόσθετων λόγων, με αυτούς, ο αναιρεσείων επικαλέστηκε έλλειψη έννομου συμφέροντος του ανακόπτοντος-αναιρεσιβλήτου προς άσκηση της ένδικης ανακοπής και πρότεινε πως πρέπει, κατά την άποψή του, να αναδιαρθρωθεί, στο σύνολό του, οι προσβαλλόμενος πίνακας.

Όμως, ήδη, με την 776/2008 αναιρετική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, κρίθηκε η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος του γενικού προνομιούχου πιστωτή (στην προκείμενη περίπτωση του Ελληνικού Δημοσίου) στην άσκηση ανακοπής κατά του πίνακα κατάταξης, που κατέταξε τον σύνδικο της πτωχεύσεως, προνομιακά, για την αντιμισθία του, ο οποίος (πίνακας) με την ευδοκίμηση της ανακοπής δεν αναδιαρθρώνεται, συνολικά, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει ο αναιρεσείων, αλλά στο αποδεσμευόμενο ποσό κατατάσσεται ο ανακόπτων που νίκησε και στον οποίο πίνακα, σε κάθε περίπτωση ο αναιρεσείων δεν δικαιούται να καταταγεί για την αντιμισθία του.

Συνεπώς, ο προκείμενος λόγος αλυσιτελώς και χωρίς έννομο συμφέρον προβάλλεται. Κατόπιν τούτων, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν’ απορριφθεί στο σύνολό της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου σε βάρος του αναιρεσειόντος, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τ’ αναφερόμενα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26/9/2014 αίτηση του Γ. Π., για αναίρεση της 327/2013 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως παραβόλου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Μαρτίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Απριλίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ