Legislator Case Law & Legislation
542/2015 AI generated

542/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 542/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 10 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

542/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η έννοια της συνυπαιτιότητας είναι νομική και γι' αυτό η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την ύπαρξη ή μη συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος για την επέλευση της ζημίας του ή την έκτασή της, δηλαδή ως προς το αν τα περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανέλεγκτα ως αποδειχθέντα συγκροτούν ή όχι την έννοια της συνυπαιτιότητας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 Κ.Πολ.Δ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 542 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 542/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 10 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΚΤΩΡ Ανώνυμη Τεχνική Εταιρεία" και το διακριτικό τίτλο "ΑΚΤΩΡ Α.Τ.Ε." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Στυλιανό Σταματόπουλο και Θεόδωρο Κριθαρά.

Της αναιρεσίβλητης: Χ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κατράκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-2-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1766/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 6396/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-2-2014 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 31-10-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 922 Α.Κ. ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλο σε μία υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του. Η εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως προϋποθέτει: α) σχέση προστήσεως, η οποία υπάρχει όταν ο προστήσας διατηρεί το δικαίωμα να δίδει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα σε σχέση με τον τρόπο εκπληρώσεως της υπηρεσίας του, β) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια, πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 Α.Κ.

και γ) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας του ή ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής. Ζημιωθείς τρίτος κατά την έννοια της προαναφερθείσης διατάξεως μπορεί να είναι οποιοσδήποτε, ακόμη και άλλος προστηθείς του προστήσαντος τον ζημιώσαντα.

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 932 εδ.3 Α.Κ. σε περίπτωση θανατώσεως προσώπου η χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος. Στη διάταξη αυτή δεν γίνεται προσδιορισμός της έννοιας του όρου "οικογένεια του θύματος", προφανώς διότι ο νομοθέτης δεν θέλησε να διαγράψει δεσμευτικώς τα όρια ενός θεσμού ο οποίος από τη φύση του υφίσταται αναγκαίως τις επιδράσεις από τις κοινωνικές διαφοροποιήσεις στη διαδρομή του χρόνου.

Κατά τη σαφή όμως έννοια της πιο πάνω διατάξεως, που απορρέει από το σκοπό της θεσπίσεώς της, στην οικογένεια του θύματος περιλαμβάνονται οι εγγύτεροι και στενά συνδεόμενοι συγγενείς του θανατωθέντος που δοκιμάσθηκαν ψυχικά από την απώλειά του και προς ανακούφιση του πόνου αυτών, αδιάφορα αν συζούσαν με αυτόν ή διέμεναν χωριστά (Ολ.Α.Π.21/2000), πράγμα που λαμβάνεται υπόψη μόνο κατά τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως.

Τέλος κατά το άρθρο 300 παρ.1 εδ.α Α.Κ. αν εκείνος που ζημιώθηκε συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Από την πιο πάνω διάταξη προκύπτει ότι προϋποθέσεις εφαρμογής της είναι: α) η ύπαρξη υποχρεώσεως προς αποζημίωση και β) ο ζημιωθείς να συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία του ή την έκτασή της, δηλαδή η συμπεριφορά του να συνδέεται αιτιωδώς με την επέλευση ή την έκταση της ζημίας του.

Η έννοια της συνυπαιτιότητας είναι νομική και γι' αυτό η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την ύπαρξη ή μη συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος για την επέλευση της ζημίας του ή την έκτασή της, δηλαδή ως προς το αν τα περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανέλεγκτα ως αποδειχθέντα συγκροτούν ή όχι την έννοια της συνυπαιτιότητας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 Κ.Πολ.Δ.

Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: "Ο Δ. Κ., πατέρας της ενάγουσας [ήδη αναιρεσίβλητης], την 1-6-2005 προσλήφθηκε από την εναγομένη [ήδη αναιρεσείουσα] με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να παράσχει τις υπηρεσίες του ως τεχνίτης οικοδόμος στο εργοτάξιο εκείνης, η οποία είχε αναλάβει την κατασκευή της Εγνατίας Οδού στο τμήμα αυτής από έξοδο σήραγγας … έως ανισόπεδο κόμβο ....

Την 10-5-2007 ο Γ. Δ., αποθηκάριος της εναγομένης, έδωσε εντολή να εκφορτωθούν έξι δέματα με σιδηροσωλήνες από τη νταλίκα με αριθμό κυκλοφορίας ... στην ως άνω περιοχή, που οδηγούσε ο Β. Γ., ο οποίος εργάζεται στην εταιρεία "Μέκαλης Α.Ε." και είχε φορτώσει τα δέματα αυτά των σωλήνων για λογαριασμό της εναγομένης από την επιχείρηση "...".

Για το σκοπό αυτό χρησιμοποιήθηκε γερανοφόρο ανυψωτικό όχημα της εναγομένης με αριθμό κυκλοφορίας ... που χειριζόταν ο Π. Τ., που εργάζεται στην εναγομένη ως χειριστής γερανοφόρου ανυψωτικού μηχανήματος από 1-11-2006. Στο συγκεκριμένο χώρο όπου θα γινόταν η εκφόρτωση διέρχονταν ηλεκτροφόρα καλώδια της Δ.Ε.Η., οριζόντια και κάθετα με τον χρησιμοποιούμενο εργοταξιακό δρόμο, μέσης τάσης 20.000 βολτ.

Την εκφόρτωση ανέλαβαν ο Δ. Κ. (πατέρας της ενάγουσας) και ο Χ. Λ., οι οποίοι ανέβαιναν στην καρότσα της νταλίκας, έδεναν με ιμάντες το κάθε δέμα με τους σιδηροσωλήνες και στη συνέχεια ο γερανός μετέφερε το δέμα και το εναπέθετε στο σημείο που υπήρχαν και τα άλλα δέματα. Κατά τη μεταφορά από το γερανό του τελευταίου δέματος και αφού ο Κ.

και ο Λ. είχαν δέσει και προσαρμόσει το τελευταίο δέμα στο γερανό, κατέβηκαν από την καρότσα της νταλίκας και ο μεν Λ. πήγε να πάρει το τιμολόγιο για το συγκεκριμένο φορτίο από το Β. Γ., ο δε Κ. κατέβηκε από την πλευρά που ήταν το αριστερό πέδιλο του γερανού. Τη στιγμή που ο γερανός μετέφερε το τελευταίο δέμα προς το σημείο εναπόθεσης, τα συρματόσχοινα του βραχίονα του γερανού ήλθαν σε επαφή με τα εναέρια καλώδια της Δ.Ε.Η.

και τότε ο Κ., που τη στιγμή εκείνη ήταν σε επαφή με το γερανό, υπέστη ηλεκτροπληξία, συνεπεία της οποίας ως μόνης ενεργού αιτίας απεβίωσε. Από όλα τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι το ατύχημα οφείλεται στην αμελή συμπεριφορά της εναγομένης και ειδικότερα των τεχνικών ασφαλείας και εργοδηγών που είχαν προστηθεί από αυτή στην εκτέλεση του έργου, οι οποίοι παρέλειψαν να λάβουν τα κατάλληλα προστατευτικά μέτρα για την εκτέλεση της εργασίας χωρίς κίνδυνο για τους εργαζόμενους στο συγκεκριμένο σημείο όπου βρίσκεται ο ως άνω κάδος και ειδικότερα παρέλειψαν να διασφαλίσουν ότι η εργασία της εκφόρτωσης θα γινόταν σε ασφαλή εργοταξιακό χώρο, μακριά από τους ηλεκτροφόρους αγωγούς της Δ.Ε.Η.

ούτε είχαν λάβει πρόσθετα μέτρα ασφαλείας, όπως η εκτροπή των καλωδίων της Δ.Ε.Η. έξω από τη ζώνη εργασιών ή τοποθέτηση φραγμάτων και επισημάνσεων των καλωδίων ή να φροντίσουν για διακοπή του ρεύματος από τη Δ.Ε.Η. για όσο χρόνο απαιτούνταν για τη μεταφορά αυτή... Η αμελής δε αυτή συμπεριφορά των οργάνων αυτών της εναγομένης οφείλεται στο ότι, από έλλειψη της προσοχής που όφειλαν κατά τα κρατούντα στις συναλλαγές και μπορούσαν από τις περιστάσεις να καταβάλουν, προέβλεψαν ότι μπορούσε να συμβεί το ως άνω ατύχημα, ήλπισαν όμως ότι θα αποφευχθεί.

Αντίθετα δεν αποδείχθηκε ότι τον ενάγοντα [εννοείται: θανόντα] βαρύνει κάποια συνυπαιτιότητα στον τραυματισμό του, ο ισχυρισμός δε της εναγομένης ότι ευθύνεται αυτός γιατί ο ίδιος ως επικεφαλής της ομάδας εκφόρτωσης των υλικών επέλεξε το σημείο εκφόρτωσης χωρίς να φροντίσει ώστε αυτό να βρίσκεται σε επαρκή απόσταση από τα υπερκείμεντα καλώδια της Δ.Ε.Η.

ούτε φρόντισε να μη βρίσκεται ο ίδιος κάτω από τα μεταφερόμενα φορτία και πλησίον του γερανοφόρου οχήματος, δεν ευσταθεί γιατί ο χειριστής του γερανοφόρου μηχανήματος προσπάθησε να στήσει το γερανό όσο πιο μακριά μπορούσε από τα ηλεκτροφόρα καλώδια της Δ.Ε.Η. που διέρχονταν από το χώρο αυτό αλλά επειδή δεν μπορούσε να εδραστεί ασφαλώς λόγω του χαλαρού εδάφους, τελικά τον τοποθέτησε στο σημείο όπου έλαβε χώρα το ατύχημα.

Επομένως θα έπρεπε να είχε προηγηθεί είτε εκτροπή των καλωδίων είτε διακοπή του ρεύματος τη στιγμή της εκφόρτωσης, όσον δε αφορά τη θέση του θανόντος σε σχέση με τα μεταφερόμενα φορτία και το αποδιδόμενο σ' αυτόν ότι κακώς βρισκόταν πλησίον του γερανοφόρου μηχανήματος, δεν μπορεί να του αποδοθεί ευθύνη για το γεγονός αυτό, αφού εκ των πραγμάτων για τη μεταφορά των δεμάτων ήταν απαραίτητη η φυσική του παρουσία, ενώ πλησίον του γερανοφόρου μηχανήματος βρέθηκε μετά την ολοκλήρωση της πρόσδεσης των προς μεταφορά δεμάτων και την κάθοδό του από την ως άνω νταλίκα, αποχωρώντας από το χώρο αυτό...

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα κόρη του θανόντος, ηλικίας κατά το χρόνο του ατυχήματος 16 ετών, που ζει στην Αυστραλία με τη μητέρα της και πρώην σύζυγο του θανόντος, εξαιτίας του τραγικού γεγονότος της απώλειας του πατέρα της, δοκίμασε έντονη θλίψη και στενοχώρια, γεγονός που δεν αναιρείται από το ότι δεν τον είχε δει από τότε που ήταν πέντε ετών, γιατί οπωσδήποτε έτρεφε πάντα την ελπίδα ότι θα τον συναντούσε, τον αγαπούσε και επικοινωνούσε τακτικά μαζί του τηλεφωνικά και δεν είχε διαρραγεί ο δεσμός πατέρα και κόρης παρά τη μεγάλη απόσταση που τους χώριζε.

Ενόψει των συνθηκών του ατυχήματος, του βαθμού του πταίσματος των προστηθέντων από την εναγομένη, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των μερών και του βαθμού συγγενείας της ενάγουσας με τον αποβιώσαντα, το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη οφείλει στην ενάγουσα το ποσό των 80.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση της ψυχικής οδύνης που δοκίμασε, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι εξοφλήσεως".

Με βάση αυτές τις παραδοχές το εφετείο, το οποίο προηγουμένως είχε δεχθεί την έφεση της ενάγουσας κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή ως αόριστη) και είχε εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, δέχθηκε την αγωγή ως βάσιμη και απέρριψε την ένσταση της εναγομένης για συνυπαιτιότητα του αποβιώσαντος ως αβάσιμη, αναγνώρισε δε ότι η εναγομένη οφείλει στην ενάγουσα την προαναφερθείσα χρηματική ικανοποίηση.

Έτσι που έκρινε το εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 922 και 932 Α.Κ. δεχόμενο: α) ότι ο αποβιώσας ήταν τρίτος κατά την έννοια του άρθρου 922 Α.Κ. αφού, όπως προαναφέρθηκε, τρίτος κατά την έννοια της διατάξεως αυτής μπορεί να είναι και άλλος προστηθείς του προστήσαντος τον ζημιώσαντα και β) ότι η αναιρεσίβλητη περιλαμβανόταν στους οικείους του αποβιώσαντος που υπέστησαν ψυχική οδύνη από το θάνατό του αφού, κατά τα προεκτεθέντα, στους οικείους που αναφέρει το άρθρο 932 εδ.3 Α.Κ.

περιλαμβάνονται, ως εγγύτεροι συγγενείς (πρώτου βαθμού εξ αίματος), τα τέκνα του θανατωθέντος, τα οποία είναι δυνατόν να συνδέονται στενά με αυτόν ακόμα και αν δεν ζουν μαζί του. Εξάλλου με τις πιο πάνω παραδοχές, το εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νομίμου βάσεως αφού διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα κρίσιμα ζητήματα της ελλείψεως συνυπαιτιότητας του θανόντος στο ατύχημα και της ιδιότητας της αναιρεσείουσας ως μέλους της οικογενείας του που υπέστη ψυχική οδύνη από τη θανάτωσή του.

Συνεπώς οι πρώτος, δεύτερος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ.1 εδ.α Κ.Πολ.Δ. (με τους πρώτο και δεύτερο κατά το πρώτο σκέλος του) και 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ. (με τους δεύτερο κατά το δεύτερο σκέλος του και τέταρτο), υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.10 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 17 παρ.2 ν.2915/2001 και έχει εν προκειμένω εφαρμογή, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής καθιερώνεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο για πράγματα που δέχθηκε ως αληθινά δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη ή δεν έχει προσκομισθεί καμμιά απόδειξη.

Όμως η διάταξη αυτή δεν έχει την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας έχει υποχρέωση να αναφέρει από ποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο αποδείχθηκε κάθε επί μέρους παραδοχή του αλλά αρκεί η γενική μνεία των ληφθέντων υπόψη αποδεικτικών μέσων. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.10 Κ.Πολ.Δ., ισχυρίζεται ότι το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε τον αγωγικό ισχυρισμό ότι η ενάγουσα ως κόρη του αποβιώσαντος ανήκε στην οικογένεια αυτού και είχε αξίωση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τον ισχυρισμό αυτό και χωρίς να εκτίθεται από ποια αποδεικτικά μέσα αντλήθηκε η απόδειξή του.

Ότι εφόσον η ενάγουσα είχε να δει τον πατέρα της από την ηλικία των πέντε ετών και δεν ζούσαν πια μαζί, ο μόνος τρόπος να θεμελιώσει την αξίωσή της για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης ήταν να αποδείξει ότι παρά την απόσταση και το ότι δεν ζούσαν μαζί, διατηρούσαν μια συχνή επαφή, έστω και από τηλεφώνου και ότι υπήρχε ενδιαφέρον του ενός για τον άλλον με ταυτόχρονη προσδοκία συναντήσεώς τους.

Ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν αποδείχθηκε αλλά τον δέχθηκε το δικαστήριο χωρίς να προσκομισθεί κάποιο έγγραφο ή άλλο αποδεικτικό μέσο. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος διότι, όπως προαναφέρθηκε, το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να αναφέρει από ποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο αποδείχθηκε κάθε επί μέρους παραδοχή του αλλά και διότι με αυτόν η αναιρεσείουσα, υπό την κατ' επίφαση επίκληση του άρθρου 559 αριθ.10 Κ.Πολ.Δ., απαραδέκτως προβάλλει αιτιάσεις για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το εφετείο (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.).

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.8 περ.β Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Με τον όρο πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (επομένως στηρίζουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, όχι όμως και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που δεν είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π.2/1989). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ.Α.Π. 16/2006).

Η επίκληση περιστατικών που συνιστούν άρνηση της αγωγής δεν μπορεί να θεμελιώσει ένσταση από το άρθρο 281 Α.Κ., δεδομένου ότι η ένσταση αυτή προϋποθέτει την ύπαρξη δικαιώματος (η άσκηση του οποίου υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του) και όχι την ανυπαρξία του.

Στην προκειμένη περίπτωση με τις από 12-1-2011 έγγραφες προτάσεις που υπέβαλε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου η αναιρεσείουσα ισχυρίσθηκε ότι η άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης είναι καταχρηστική, για τη θεμελίωση δε του ισχυρισμού αυτού εξέθεσε τα εξής: Ότι η ίδια (η αναιρεσείουσα) κατέβαλε συμβιβαστικά στη χήρα του αποβιώσαντος (με την οποία ο τελευταίος είχε τελέσει γάμο μετά τη διάζευξή του με τη μητέρα της αναιρεσίβλητης) καθώς και στα ανήλικα τέκνα του από το δεύτερο γάμο του χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης.

Ότι η ενάγουσα, θυγατέρα του αποβιώσαντος από τον πρώτο γάμο του, διαμένοντας μόνιμα στην Αυστραλία με τη μητέρα της, ουδεμία σχέση διατηρούσε με τον πατέρα της ήδη από το έτος 1995, οπότε ήταν τριών ετών. Ότι ο αποβιώσας δεν επισκέφθηκε την ενάγουσα στην Αυστραλία μετά το διαζύγιό του με τη μητέρα της το 1995 ούτε η ενάγουσα τον επισκέφθηκε στην Ελλάδα ούτε διατηρούσαν οποιαδήποτε επαφή.

Ότι και μετά το θάνατό του δεν ήλθε από την Αυστραλία για την κηδεία ή το μνημόσυνό του ούτε για να επισκεφθεί τον τάφο του. Ότι από τα πιο πάνω συνάγεται ότι η ενάγουσα δεν διατηρούσε σχέσεις ή επαφές με τον αποβιώσαντα επί δώδεκα τουλάχιστον έτη και δεν είχε συναισθηματικό δεσμό με αυτόν ούτε έτρεφε γι' αυτόν αισθήματα αγάπης και στοργής, ώστε η απώλειά του να της προκαλέσει ψυχικό πόνο που να δικαιολογεί την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης.

Ο ισχυρισμός αυτός (που επαναφέρθηκε και ενώπιον του εφετείου με τις προτάσεις που υπέβαλε η αναιρεσείουσα ως εφεσίβλητη) ήταν μη νόμιμος, αφού το μεν γεγονός της συμβιβαστικής καταβολής χρηματικής ικανοποιήσεως από την αναιρεσείουσα προς τους λοιπούς δικαιούχους, αληθές υποτιθέμενο, δεν καθιστούσε την άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης να απαιτήσει και αυτή χρηματική ικανοποίηση καταχρηστική, τα δε λοιπά γεγονότα που επικαλέσθηκε η αναιρεσείουσα για τη θεμελίωσή του συνιστούσαν άρνηση της αγωγής.

Από δε το γεγονός ότι το δικαστήριο παρέλειψε να απαντήσει στον ανωτέρω μη νόμιμο ισχυρισμό της αναιρεσείουσας που δεν είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν μπορεί να θεμελιωθεί κατά τα προεκτεθέντα λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.8 περ.β Κ.Πολ.Δ.

Συνεπώς ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της μη λήψεως υπόψη του πιο πάνω ισχυρισμού της, είναι απαράδεκτος.

Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (η οποία κατέθεσε προτάσεις) σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10 Φεβρουαρίου 2014 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΚΤΩΡ Ανώνυμη Τεχνική Εταιρεία" για αναίρεση της 6396/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 2015.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στις 30 Απριλίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ