Supreme Court allows appeal against insurance contract judgment due to error in declaration of intent regarding contract start date.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against a first-instance judgment regarding an insurance contract dispute. The appellant argued that the lower court erred in accepting a specific date for the contract's commencement based on a flawed declaration of intent. The court agreed, ruling that the lower court failed to consider the actual intent of the parties as evidenced by the documents submitted during the proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 140, 141, 192 of the Civil Code; Article 559(8) of the Code of Civil Procedure: A declaration of intent is valid according to the true intention of the parties, and errors in the expression of that intent do not invalidate the act if the true intent is proven.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 542 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 542/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας:της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ" που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Παπαχρονόπουλο, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚπολΔ.
Της αναιρεσιβλήτου: της ανώνυμης τεχνικής εταιρίας με την επωνυμία "ΔΟΜΟΚΑΤ ΑΤΕΕ", που εδρεύει στΟ ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Μαρκούτη - Μπαντή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15 Οκτωβρίου 2001 προσεπίκληση - παρεπίμπουσα αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκε η απόφαση 2793/2003 του ιδίου δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3 Ιανουαρίου 2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 12 Ιανουαρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως κατά το δεύτερο σκέλος αυτού και του τρίτου λόγου της 1/3-1-2008 αιτήσεως για αναίρεση της 2793/10-4-2003 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη 1/3-1-2008 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 2793/10-4-2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.
Ειδικότερα, με την ενδιαφέρουσα την παρούσα αναιρετική διαδικασία 133003/8167/15-10-2001 παρεμπίπτουσα αγωγή εφέρετο προς διάγνωση αξίωση της δι' αυτής ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, απορρέουσα, κατάτους αγωγικούς ισχυρισμούς, από τη συνδέουσα αυτούς σύμβαση ασφαλίσεως, με διατυπούμενο δι' αυτής αίτημα να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης, σε περίπτωση παραδοχής της κατ' αυτής (εναγούσης) απευθυνόμενης κύριας αγωγής, να καταβάλει στους δι' αυτής ενάγοντες το ποσό το οποίο θα υποχρεωθεί να καταβάλει εκείνη, ως εναγομένη στην κύρια αγωγή, στους τελευταίους.
Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε, κατά παραδοχή της, η 2793/2003 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το διατακτικό της οποίας "Αναγνωρίζει ότι η παρεμπιπτόντως εναγομένη (αναιρεσείουσα) έχει υποχρέωση να καταβάλει στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) το ποσό των 29.347,03 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από της επομένης της ημέρας καταβολής, της από τους εναγομένους της κύριας αγωγής", την κρίση της δε αυτή στήριξε στις ακόλουθες, ενδιαφέρουσες τον αναιρετικό έλεγχο, ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της. "Περαιτέρω και όσον αφορά την παρεμπίπτουσα αγωγή απεδείχθησαν τα εξής:
Η δεύτερη εναγομένη παρεμπιπτόντως - ενάγουσα με την από 6-6-1997 αίτησή της, μέσω του ασφαλιστικού της πράκτορα, ΑΑ, που εξετάσθηκε ενόρκως ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, προς την παρεμπιπτόντως εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "Ευρωπαϊκή Πίστη ΑΕΓΑ" ασφάλισε το ένδικο έργο, που αφορούσε την τοποθέτηση καλωδίου οπτικών ινών ...-...-...-..., του οποίου την εκτέλεση είχε αναλάβει η παρεμπιπτόντως ενάγουσα και εξεδόθη σχετικά από την παρεμπιπτόντως εναγομένη το με αριθμό ...
ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Με το προαναφερθέν συμβόλαιο καλύπτονταν η πληρωμή αποζημίωσης: α) για σωματικές βλάβες κατά άτομο και κατά ατύχημα μέχρι 10.000.000 δραχμές, β) για ομαδικό ατύχημα (σωματικές βλάβες και υλικές ζημίες) μέχρι 30.000.000 δραχμές, γ) για υλικές ζημιές κατά ατύχημα μέχρι 5.000.000 δραχμές και δ) ασφαλιστικό κεφάλαιο για όλη την διάρκεια του συμβολαίου το ποσό των 40.000.000δραχμών.
Στο ως άνω συμβόλαιο, στο οποίο περιλαμβάνεται και καλύπτεται η πληρωμή αποζημιώσεως, συνέπεια σωματικών βλαβών περιλαμβανομένης και της ψυχικής οδύνης ή ηθικής βλάβης, αναγράφεται ως χρόνος κάλυψης της ασφάλισης από 1-7-1997 έως 30-10-1997, πλην όμως αυτό δεν είναι ορθό διότι δεν ανταποκρίνεται στην αληθινή βούληση των συμβαλλομένων.
Ειδικότερα η πρόταση για ασφάλιση του κινδύνου έγινε από την παρεμπιπτόντως ενάγουσα προς τον ασφαλιστικό πράκτορα της παρεμπιπτόντως εναγομένης, ΑΑ, στις 6-6-1997. Ο ανωτέρω ασφαλιστής διαβεβαίωσε την παρεμπιπτόντως ενάγουσα, μέσω του υπεργολάβου της και πρώτου εναγομένου, ΒΒ, ότι το υπό εκτέλεση έργο είναι ασφαλισμένο και ότι θα ακολουθήσει η διαδικασία έκδοσης του ασφαλιστηρίου συμβολαίου και θα την ενημέρωνε για το ποσό που θα κατέβαλε.
Σημειωτέον ότι η διαδικασία αυτή έκδοσης των ασφαλιστηρίων συμβολαίων μετά από κάποιο εύλογο χρόνο είναι σύνηθες φαινόμενο και εντός του πλαισίου των συναλλακτικών ηθών και της καλής πίστης. Η ασφάλιση του κινδύνου όμως άρχεται από την αποδοχή εκ μέρους της ασφαλιστικής εταιρείας της προτάσεως για ασφάλιση, η οποία στην προκείμενη περίπτωση έλαβε χώρα στις 6-6-1997 και όχι στις 1-7-1997, ως αναγράφεται εσφαλμένα στο ως άνω ασφαλιστήριο συμβόλαιο, σύμφωνα και με τα σχετικώς κατατεθέντα από τον εξετασθέντα μάρτυρα και τότε ασφαλιστικό πράκτορα της παρεμπιπτόντως εναγομένης και ενισχύεται από το γεγονός ότι το εκδοθέν στις 3-7-1997 ασφαλιστήριο συμβόλαιο ανατρέχει σε προγενέστερο χρόνο ισχύος της έκδοσής του, ήτοι στις 1-7-1997.
Εξάλλου, σύμφωνα με τις οδηγίες του ασφαλιστικού πράκτορα της εναγομένης, ΑΑ, η παρεμπιπτόντως ενάγουσα κατέβαλε στα χέρια του τελευταίου στις 28-6-1997, ημέρα Σάββατο, το ποσό των 145.000 δραχμών. Το οποίο ο προαναφερθείς ασφαλιστικός πράκτορας το κατέθεσε στις 30-6-1997 και εξεδόθη το υπ' αριθ. ... γραμμάτιο εισπράξεως της Τράπεζας Εργασίας.
Με βάση τα ανωτέρω συνεπώς καλώς πίστευε η παρεμπιπτόντως ενάγουσα ότι η ένδικη σύμβαση είχε καταρτιστεί από την ημερομηνία της αιτήσεώς της, ήτοι από τις 6-6-1997, και ότι το ένδικο έργο ήταν ασφαλισμένο, αφού την είχε διαβεβαιώσει για αυτό ο ασφαλιστικός πράκτορας της παρεμπιπτόντως εναγομένης. Έτσι κατ' αυτόν τον τρόπο η παρεμπιπτόντως εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία ευθύνεται, απορριπτομένων των αντιθέτων περί τούτου ισχυρισμών της ότι το έργο δεν ήταν ασφαλισμένο κατά τον κρίσιμο χρόνο του ενδίκου ατυχήματος περιορισμένα όμως και μέχρι του ισόποσου σε ευρώ ποσού των 10.000.000 δραχμών".
Κατά της αποφάσεως αυτής εναντιώνεται η ηττηθείσα εναγομένη με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι αναιρέσεως. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 559 αρ. 8α' Κ.πολ.Δ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 185, 189, 192 ΑΚ και 189, 192 του ΕμπΝ, που εφαρμόζεται, σύμφωνα με τις διαχρονικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 33 παρ. 2 και 34 του ν. 2496/1997, προκειμένης ασφαλιστικής περιπτώσεως, η οποία επήχθη πριν από την από 16-11-1997 έναρξη της ουσιαστικής αυτού ισχύος, για την κατάρτιση της ασφαλιστικής συμβάσεως απαιτείται ο ασφαλιστής να αποδεχθεί την πρόταση του ενδιαφερομένου για τη συνομολόγηση αυτής, η οποία μπορεί να υποδηλωθεί και σιωπηρώς, και αποδεικνύεται με το ασφαλιστήριο.
Αν μεταξύ προτάσεως και αποδοχής μεσολαβεί χρονικό διάστημα, τότε η σύμβαση ασφαλίσεως δεν συνάπτεται ενωρίτερα από την αποδοχή και κατά συνέπεια, αν κατά το ενδιάμεσο αυτό διάστημα επήλθε η ασφαλιστική περίπτωση, δεν καλύπτεται ασφαλιστικώς. Περαιτέρω, στο άρθρο 2 ν. 1569/1985, όπως διαμορφώθηκε με το άρθρο 11 ν. 2170/1993, προβλέπεται ότι ασφαλιστικός πράκτορας είναι το φυσικό πρόσωπο που έχει ως αποκλειστικό έργο την ανάληψη με σύμβαση, έναντι προμήθειας, ασφαλιστικών εργασιών στο όνομα και για λογαριασμό μιας ή περισσότερων ασφαλιστικών επιχειρήσεων, ότι ο ίδιος παρουσιάζει, προτείνει, προπαρασκευάζει, προσυπογράφει ή συνάπτει ο ίδιος ή διαμέσου άλλων διαμεσολαβούντων για λογαριασμό μιας ή περισσοτέρων ασφαλιστικών επιχειρήσεων ασφαλιστικές συμβάσεις και ότι ο ίδιος επίσης παρέχει στον ασφαλισμένο κάθε αναγκαία συνδρομή κατά τη διάρκεια της ασφαλιστικής συμβάσεως και ιδιαίτερα μετά την επέλευση της ασφαλιστικής περιπτώσεως.
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αφότου με σχετική σύμβαση μεταξύ κάποιου και ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας, νόμιμα αντιπροσωπευόμενης, προσληφθεί εκείνος από αυτήν ως ασφαλιστικός πράκτορας αυτής, είναι εκείνος, εκ του νόμου πλέον, άμεσος αντιπρόσωπος αυτής της εταιρίας, μάλιστα δε τέτοιος είτε κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων προς σύναψη συμβάσεως ασφαλίσεως μεταξύ αυτής και τρίτου για τις οικείες δηλώσεις ή πράξεις βουλήσεως, είτε κατά το στάδιο συνάψεως τέτοιας συμβάσεως, γι' αυτή τη σύναψη, είτε και κατά τα δύο εν λόγω στάδια.
Τέλος, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 140 και 141 ΑΚ επί πλάνης στην πράξη της δηλώσεως βουλήσεως, δηλαδή αν τα μέρη άλλο ήθελαν και άλλο δήλωσαν, η πλάνη δεν επιδρά στο κύρος της δικαιοπραξίας, η οποία ισχύει γι' αυτό που θέλησαν οι συμβαλλόμενοι. Τέτοια πλάνη στη δήλωση της βούλησης υπάρχει και οσάκις ο δηλών χρησιμοποιεί στη δήλωση του εσφαλμένως τα δηλωτικά μέσα, όπως επί παραδρομής κατά τη γραφή ή ατελούς διατύπωσης της δήλωσης βουλήσεως.
Η απόδειξη δε αυτού που θέλησαν οι συμβαλλόμενοι, που έχει ως σκοπό να αποσαφηνίσει το αληθινό περιεχόμενο της βούλησεώς τους, μπορεί να διεξαχθεί και με μάρτυρες, ακόμη και όταν ο νόμος τάσσει το έγγραφο ως αποδεικτικό τύπο, όπως το άρθρο 192 Εμπ.Ν, με τον οποίο το ιδιωτικό έγγραφο ως αποδεικτικό, τύπος για τη σύμβαση ασφαλίσεως, διότι η απόδειξη δε στρέφεται κατά του περιεχομένου του.
Με τον τρίτο και τέταρτο κατά σειρά λόγους αναιρέσεως βάσιμα αποδίδεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 8 Κ.πολ.Δ, ότι δέχθηκε πλάνη στην δήλωση βουλήσεως ως προς τον διατυπωθέντα στο ασφαλιστήριο χρόνο ουσιαστικής ενάρξεως της ασφαλιστικής συμβάσεως των δι' αυτής συμβληθεισών διαδίκων, ισχυρισμός το οποίο πράγματι δεν προβλήθηκε από την κατ' εκείνη δίκη με την παρεμπίπτουσααγωγή ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, επισκόπηση των υποβληθέντων από εκείνη διαδικαστικών εγγράφων κατ' ιδία της προσθήκης της στις προτάσεις, στην οποία ειδικώς περί τούτου αναφέρεται η τελευταία.
Η παραδοχή του λόγου αυτού αναιρέσεως, με αναιρετική εμβέλεια στο σύνολό της προσβαλλόμενης δι' αυτής αποφάσεως, καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των διατυπούμενων δι' αυτής λοιπών λόγων αναιρέσεως. Σε συνέπεια με τις παραδοχές αυτές, πρέπει, κατ' αποδοχή του λόγου αυτού αναιρέσεως, να αναιρεθεί η πληττόμενη δι' αυτής 2793/2003 απόφαση το Πολυμελές Πρωτοδικείου Αθηνών και παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση της ενώπιον του αυτού Πρωτοδικείο Αθηνών, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (Κ.Πολ.Δ 580 παρ. 3).
Τέλος πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2000,00 ευρώ (Κ.Πολ.Δ 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2793/10-4-2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση στο αυτό Πρωτοδικείο Αθηνών, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, προς περαιτέρω εκδίκαση της. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Φεβρουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαρτίου 2009 .
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ