542/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ : Α. Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Δερνιτσιώτη.
Legislator headnote
AI generated542/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στο άρθρο 11 του Συμφώνου αυτού ορίζεται, ότι "κανείς δεν φυλακίζεται αποκλειστικά λόγω της αδυναμίας του να εκπληρώσει συμβατική υποχρέωση". Η ίδια η διατύπωση του κανόνα τούτου δηλώνει λεκτικά και νοηματικά, ότι δεν υπήρξε επιθυμία των συντακτών του Συμφώνου να καταργήσουν την προσωπική κράτηση, αλλά μόνο να ορίσουν, ως εξαίρεση, πως σε περίπτωση αδυναμίας δεν πρέπει ο οφειλέτης να προσωποκρατείται για χρέη.
Full text
Απόφαση 542 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 542/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Ελένη Παναγιωτάη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Α. Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Δερνιτσιώτη.
Της αναιρεσίβλητης : Ψ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Σπηλιώτη.
Β. Της αναιρεσείουσας: Ψ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Σπηλιώτη.
Του αναιρεσιβλήτου: Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Δερνιτσιώτη, ο οποίος δήλωσε ότι διορθώνει το όνομα και το πατρώνυμο του αναιρεσιβλήτου από το εσφαλμένο που ανεγράφη στο αναιρετήριο ..... στο ορθόν ......
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2001 αγωγή της Ψ1, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 3352/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 2966/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των παραπάνω αποφάσεων ζητεί ο υπό στοιχεία Α. αναιρεσείων με την από 14 Ιουνίου 2005 αίτησή του και της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η υπό στοιχεία Β. αναιρεσείουσα με την 29 Ιουνίου 2005 της και τους από 30 Νοεμβρίου 2006 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Διονύσιος Γιαννακόπουλος ανέγνωσε την από 23 Ιανουαρίου 2007 κοινή έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε α) την παραδοχή των : πρώτου κυρίου λόγου της δεύτερης (από 29-6-2005) αιτήσεως αναιρέσεως και των, πρώτου και δευτέρου προσθέτων λόγων αναιρέσεως κατά το δεύτερο μέρος τους και β) την απόρριψη των λοιπών κυρίων και προσθέτων λόγων. Ο πληρεξούσιος του υπό στοιχεία Α. αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της από 14-6-2005 αιτήσεως, την απόρριψη της αντίθετης και των προσθέτων λόγων αυτής, ο πληρεξούσιος της υπό στοιχεία Β. αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της από 29-6-2005 αιτήσεως, των προσθέτων λόγων αναιρέσεως και την απόρριψη της αντίθετης και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες αντίθετες κύριες αιτήσεις αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι (αναιρέσεως), με τους οποίους, μεταξύ των άλλων, παραδεκτώς διορθώνεται το όνομα και το πατρώνυμο του αναιρεσιβλήτου στην από 29.6.2005 αίτηση αναιρέσεως της Ψ1 από τα εσφαλμένα "....." στα ορθά "..... ", πρέπει, αφού στρέφονται κατά της αυτής αποφάσεως, να συνεκδικασθούν, σύμφωνα με το άρθρο 246 ΚΠολΔ, που έχει εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία, κατά το άρθρο 573 του ιδίου Κώδικα, διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της όλης δίκης, αλλά και επέρχεται και μείωση των δικαστικών εξόδων.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 1047 παρ. 1 ΚΠολΔ, η προσωπική κράτηση διατάσσεται, εκτός από τις περιπτώσεις που ορίζει ρητά ο νόμος και "κατά εμπόρων για εμπορικές απαιτήσεις". Εξ άλλου, με το ν. 2462/1997 κυρώθηκε το "Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα", που συνάφθηκε μεταξύ των Κρατών μελών του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη στις 16-12-1966 και από την επικύρωσή του αποτελεί διάταξη κανόνα υπέρτερης νομικής βαθμίδας, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος.
Στο άρθρο 11 του Συμφώνου αυτού ορίζεται, ότι "κανείς δεν φυλακίζεται αποκλειστικά λόγω της αδυναμίας του να εκπληρώσει συμβατική υποχρέωση". Η ίδια η διατύπωση του κανόνα τούτου δηλώνει λεκτικά και νοηματικά, ότι δεν υπήρξε επιθυμία των συντακτών του Συμφώνου να καταργήσουν την προσωπική κράτηση, αλλά μόνο να ορίσουν, ως εξαίρεση, πως σε περίπτωση αδυναμίας δεν πρέπει ο οφειλέτης να προσωποκρατείται για χρέη.
Συνεπώς, το μεν άρθρο 1047 παρ. 1 ΚΠολΔ εξακολουθεί να προβλέπει την προσωπική κράτηση ως μέσο αναγκαστικής εκτελέσεως επί εμπόρων για ενοχικές απαιτήσεις, το δε άρθρο 11 του ανωτέρω Συμφώνου εισάγει δικαιοκωλυτικό κανόνα που αποκλείει την απαγγελία προσωπικής κράτησης κατ' εμπόρου για ενοχικές οφειλές, όταν η μη εξόφληση των συμβατικών υποχρεώσεών του οφείλεται αποκλειστικά σε αδυναμία αυτού προς εκπλήρωση. Από τις ανωτέρω διατάξεις, συνδυαζόμενες με αυτές των άρθρων 216 στοιχ. α' και 338 ΚΠολΔ, που ορίζουν, αντίστοιχα, ότι κάθε διάδικος βαρύνεται με την επίκληση και απόδειξη εκείνων των γεγονότων που δικαιολογούν, σύμφωνα με το νόμο, την αξιούμενη από αυτόν δικαστική προστασία, συνάγεται, ότι για να είναι ορισμένη η αγωγή, με την οποία
διώκεται η προσωπική κράτηση εμπόρου για εμπορικές απαιτήσεις, δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνεται στο δικόγραφό της, ότι ο εναγόμενος, παρόλο που έχει τη δυνατότητα, δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του, αλλά υπόκειται στον εναγόμενο να ισχυρισθεί και να αποδείξει, ότι η μη εκπλήρωση οφείλεται αποκλειστικά σε αδυναμία του.
Αντίστοιχα δε, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, με την οποία διατάσσεται η προσωπική κράτηση εμπόρου για εμπορική οφειλή, δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνει στις πραγματικές παραδοχές της και ότι ο εναγόμενος, παρόλο που έχει τη δυνατότητα, από κακοπιστία δεν εκπληρώνει την υποχρέωσή του (ολομ.
Α.Π. 23/2005).- Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, ότι ο αναιρεσείων, "κατά το χρόνο των επιδίκων συναλλαγών, ήταν έμπορος, καθόσον αποδείχθηκε, ότι αυτός ασκούσε, κατά το χρόνο αυτό, κατά κύριο επάγγελμα, πράξεις εμπορικές, και δη αγόραζε προς μεταπώληση και μεταπωλούσε με κέρδος προς τρίτους υγρά καύσιμα, η επίδικη δε απαίτηση της ενάγουσας προέκυψε από τη δραστηριότητά του αυτή".
Ακολούθως, το Εφετείο, αφού, κατά παραδοχή της εφέσεως της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε τη πρωτόδικη απόφαση ως προς τον αναιρεσείοντα Χ1, δέχθηκε την αγωγή και ως προς το παρεπόμενο αίτημα περί απαγγελίας κατ' αυτού, ως μέσου αναγκαστικής εκτελέσεως, προσωπικής κρατήσεως, την οποία και διέταξε με την προσβαλλομένη απόφασή του.
Με τη κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1047 παρ. 1 ΚΠολΔ, 28 παρ. 1 του Συντάγματος και 11 του Διεθνούς Συμφώνου των Ηνωμένων Εθνών για τα ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, με το να μη εκτίθεται στην αγωγή α) η δυνατότητα του αναιρεσείοντος να εκπληρώσει την υποχρέωσή του και β) η νομική ή πραγματική αδυναμία ή υπέρμετρη δυσχέρεια της αναιρεσείουσας να προβεί σε αναγκαστική εκτέλεση με κατάσχεση της περιουσίας του αναιρεσείοντος, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων (Χ1) προς θεμελίωση των πρώτου και δεύτερου λόγων αναιρέσεως, από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Συνεπώς, και οι δύο αυτοί λόγοι αναιρέσεως, της πρώτης εκ των συνεκδlκαζομένων αιτήσεων αναιρέσεως (από 14-6-2005), πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, αναιρείται η απόφαση, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει, όταν το δικαστήριο κάνει διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση) και αποδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό έγγραφο, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ.
ΚΠολΔ, περιεχόμενο διαφορετικό από το πραγματικό, όχι, όμως, όταν, εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο, προβαίνει στην εκτίμηση του περιεχομένου του, δηλαδή σε αποδεικτική αξιολόγησή του. Η παραμόρφωση πρέπει να είναι προφανής και το έγγραφο να προσκομίζεται για την απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού.
Το δε δικαστήριο πρέπει να μόρφωσε τη γνώμη του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο του εγγράφου, που παραμόρφωσε (Α.Π. 437/2005 Ελλ. Δνη 46.1065).- Στην εξεταζόμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων Χ1 με το τρίτο (και τελευταίο) λόγο αναιρέσεως, προκειμένου να αμφισβητήσει τη παθητική του νομιμοποίηση αναφορικά με το ότι οφείλει όχι στην αναιρεσίβλητη, αλλά στην εταιρία ΑVIΝΟΙL, μετά της οποίας και έχει συμβληθεί, μέμφεται τη προσβαλλομένη απόφαση, ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 31-7-1992 "Ιδιωτικού Συμφωνητικού Εμπορικής Συνεργασίας και Χρησιδανείου" μεταξύ αυτού και της εν λόγω εταιρίας, ως κυρίως συμβαλλομένων και των εκ τρίτων συμβαλλομένων Χ2 και της αναιρεσίβλητης Ψ1 και συγκεκριμένα τα άρθρα 1 και 5 αυτού, κατά τα οποία το μεν πρώτο "τα καύσιμα θα παραδίδονται είτε απ' ευθείας από την AVIN OIL, είτε μέσω της παραπάνω δευτέρας εκ τρίτης συμβαλλομένης κ.
Ψ1 παραγγελιοδόχου", το δε δεύτερο "η εταιρεία δικαιούται να καταγγείλει τη σύμβαση αυτή στις εξής περιπτώσεις: α) εάν ο πρατηριούχος υπεύθυνα παύσει να εφοδιάζεται με υγρά καύσιμα προελεύσεως της εταιρείας.... και β) εάν καταληφθεί να εφοδιάζει το πρατήριό του με υγρά καύσιμα προελεύσεως τρίτων". Ειδικότερα, ότι εξ αυτών προκύπτει, ότι πωλήτρια των επιδίκων ποσοτήτων καυσίμων είναι όχι η αναιρεσίβλητη Ψ1, η οποία απλώς μεσολάβησε για τη παράδοση των καυσίμων αυτών, αλλά η παραπάνω εταιρεία.
Όπως διατυπώνεται ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και εντεύθεν απορριπτέος, διότι, όπως προκύπτει από τη παραδεκτή επισκόπηση της αναιρεσψαλλομένης, το περί ού πρόκειται έγγραφο, που περιέχει τα ανωτέρω άρθρα, εκτιμήθηκε κατά το περιεχόμενό του ως αποδεικτικό μέσον μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, με αποτέλεσμα το δικάσαν Εφετείο να έχει μορφώσει τη γνώμη του όχι αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο του ιδιωτικού αυτού εγγράφου, που φέρεται ως παραμορφωθέν.
Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, υπό αιτιάσεις παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου και όχι κατά τον έλεγχο των αποδείξεων, για να είναι ορισμένος πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο και τα ίδια τα διδάγματα της κοινής πείρας, όπως και ο κανόνας δικαίου στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποποιήθηκαν, ενώ έπρεπε να χρησιμοποιηθούν ή χρησιμοποιήθηκαν μεν αλλά εσφαλμένα (Α.Π. 1271/2005 ΝοΒ 54.214).
Εξ άλλου, κατά το ίδιο άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, στους οποίους περιλαμβάνονται και αυτοί των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ.. Οι εν λόγω κανόνες εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, που διαπιστώνεται από το δικαστήριο, έστω και εμμέσως, ότι υπάρχει κενό στη σύμβαση ή αμφιβολία για τις βουλήσεις που δηλώθηκαν.
Η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας της ύπαρξης κενού ή αμφιβολίας δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.- Στη περίπτωση, που ερευνάται, με τον πρώτο κύριο λόγο αναιρέσεως της δεύτερης αιτήσεως αναιρέσεως (της Ψ1) και τους πρώτο και δεύτερο προσθέτους λόγους, πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά μεν το πρώτο μέρος τους για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, που αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου, κατά δε το δεύτερο μέρος τους, διότι, προκειμένου να ερευνήσει την ύπαρξη ή μη εγγυητικής ευθύνης του αναιρεσίβλητου, όπως κατά το ονοματεπώνυμο παραδεκτά διορθώθηκε, εκ του μεταξύ τους, αλλά και άλλων συμβληθέντων, από 31-7-1992 "ιδιωτικού συμφωνητικού εμπορικής συνεργασίας και χρησιδανείου" και να καταλήξει στη μη ύπαρξη τοιαύτης, κατέφυγε στην ερμηνεία του εν λόγω ιδιωτικού συμφωνητικού και στην εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., χωρίς, όμως, προηγουμένως να διαπιστώσει την ύπαρξη κενού σ΄ αυτό.
Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι κατά μεν το πρώτο μέρος τους ως αόριστοι, αφού δεν εκτίθεται στα αναιρετήρια (κύριο και πρόσθετο) ποιά είναι τα φερόμενα ως παραβιασθέντα με την αναιρεσιβαλλόμενη διδάγματα της κοινής πείρας, ούτε και οι κανόνες δικαίου στην εξειδίκευση των οποίων δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένως, κατά δε το δεύτερο μέρος τους, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, ως αβάσιμοι, διότι το δικαστήριο, έστω και εμμέσως, δέχθηκε την ύπαρξη κενού στη περί ής πρόκειται σύμβαση αναφορικά με τη βούληση των εκεί συμβληθέντων και έτσι κατέφυγε στην εφαρμογή των ουσιαστικών (ερμηνευτικών) διατάξεων των προαναφερθέντων άρθρων 173 και 200 ΑΚ, καθότι, σχετικά με το κρίσιμο άρθρο 7, το Εφετείο, που δίκασε, δέχθηκε, ότι "από το άρθρο αυτό της συμβάσεως, ερμηνευόμενο, όπως απαιτεί η καλή πίστη, λαμβανομένων υπόψη των συναλλακτικών ηθών, σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της συμβάσεως αυτής, προκύπτει ότι ο δεύτερος εκκαλών-εναγόμενος εγγυήθηκε μόνο την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του πρώτου εκκαλούντος-εναγομένου προς την εταιρεία "ΑVIΝ ΟΙL", οι οποίες απέρρεαν από τη σύμβαση της εμπορικής συνεργασίας και τη σύμβαση του χρησιδανείου, που συνήψε αυτός με αυτή και όχι την εξόφληση του τιμήματος των αγοραζομένων από αυτόν από την εφεσίβλητη-ενάγουσα προϊόντων. .Η ερμηνεία και η κρίση αυτή του Δικαστηρίου είναι σύμφωνη με το όλο περιεχόμενο της συμβάσεως αυτής, το οποίο, όπως αναφέρθηκε, ρυθμίζει τις σχέσεις μόνο μεταξύ του πρώτου εκκαλούντος-εναγομένου και της παραπάνω εταιρείας και όχι τις σχέσεις αυτού με την εφεσίβλητη-ενάγουσα.
Ούτε μπορεί να δοθεί διαφορετική ερμηνεία στο άρθρο αυτό της συμβάσεως από το ότι ορίσθηκε στη σύμβαση, ότι τα καύσιμα θα παραδίδονταν στον πρώτο εκκαλούντα-εναγόμενο είτε απ' ευθείας από την εταιρεία "AVIN OIL", είτε μέσω της εκ τρίτου συμβαλλόμενης εφεσίβλητη ς-ενάγουσας, αφού η σχέση της εμπορικής συνεργασίας της εφεσίβλητης-ενάγουσας με την εταιρεία "AVIN OIL" είναι τελείως διαφορετική από τη σχέση του πρώτου εκκαλούντος-εναγομένου με την ίδια εταιρεία και ρυθμίζεται από τη σύμβαση, που αναφέρθηκε, στη σύμβαση δε αυτή μεταξύ του πρώτου εκκαλούντος-εναγομένου και της εταιρείας "ΑVIΝ ΟΙL" δεν περιέχεται οποιαδήποτε ρύθμιση της σχέσης του πρώτου εκκαλούντος-εναγομένου με την εφεσίβλητη-ενάγουσα".
Με βάση δε τις παραδοχές αυτές (το Εφετείο) απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την αγωγή του δευτέρου των εναγομένων και αναιρεσιβλήτου στη δεύτερη των ανωτέρω αιτήσεων αναιρέσεως. Τέλος, και όσον αφορά το τρίτο (και τελευταίο) πρόσθετο λόγο, με τον οποίον αποδίδεται στη προσβαλλομένη απόφαση αιτίαση εκ του αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι "η αναιρεσιβαλλόμενη παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 31-7-1992 συμφωνητικού εμπορικής συνεργασίας, που συνήφθη μεταξύ της AVIN ΟΙL και του Χ2, στον οποίον συνέπραξαν ως εκ τρίτου συμβαλλόμενοι η αναιρεσείουσα και ο αναιρεσίβλητος", αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι ουδόλως εκτίθεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο του φερομένου ως παραμορφωθέντος ιδιωτικού εγγράφου, προκειμένου το δικαστήριο να κρίνει, αν πράγματι με όσα δέχθηκε το Εφετείο με τη μη ύπαρξη εγγυητικής ευθύνης του αναιρεσιβλήτου έγινε παραμόρφωση του περιεχομένου του υπό την προεκτεθείσα στη δεύτερη εκ των, ως άνω σκέψεων, έννοια, αν;
δηλαδή, παρέλειψε να το αναγνώσει και να λάβει υπόψη ουσιώδες τμήμα του εγγράφου, που μετέβαλε την έννοια του περιεχομένου, που δέχθηκε ή αν εκτίμησε ανέλεγκτα το σύνολο τούτου και ανέφερε απλώς το ουσιώδες περιεχόμενό του, την έννοια του οποίου δεν μετέβαλε το τμήμα του εγγράφου, που δεν αναφέρθηκε ειδικώς.
Ενόψει όλων αυτών, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως (κύριος ή πρόσθετος) για έρευνα, πρέπει οι συνεκδικαζόμενες κύριες αιτήσεις αναιρέσεως και πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως να απορριφθούν στο συνολό τους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει α) την από 14.6.2005 αίτηση αναιρέσεως του Χ1. β) την από 29.6.2005 αίτηση αναιρέσεως της Ψ1 και γ) τους από 30.11.2006 προσθέτους λόγους αναιρέσεως της Ψ1 κατά της υπ΄ αριθμ. 2966/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Διορθώνει την υπό στοιχ. β΄, ως άνω, αίτηση αναιρέσεως ως προς το όνομα και το πατρώνυμο του έκτου αναιρεσιβλήτου από τα εσφαλμένα ".... ", στα ορθά ".....".
Απορρίπτει την υπό στοιχ. α΄ αίτηση αναιρέσεως.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία καθορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Απορρίπτει την υπό στοιχ. β΄ αίτηση αναιρέσεως και τους υπό στοιχ. γ΄ πρόσθετους λόγους.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία καθορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Μαρτίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ