Supreme Court dismisses appeal against final judgment in property ownership dispute over Ottoman public lands.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the final judgment of the Athens Court of First Instance regarding a property ownership dispute. The State argued that the land was public property under Ottoman law and subsequent treaties, preventing private ownership. The court ruled that the State's claim constituted a defense rather than a denial of the plaintiff's claim, thus failing to meet the burden of proof required for a substantive rejection. Consequently, the appeal was rejected, and the State was ordered to pay the legal costs of the heirs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 495, 552, 553, 556, 558, 560, 564, 566, 577 of the Code of Civil Procedure; A claim asserting public ownership as a defense does not shift the burden of proof to the defendant, and a failure to prove such a defense results in the rejection of the appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 541 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 541/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη-Εισηγήτρια, ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 22 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αργυρώ Κουσκουμβεκάκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Π. του Α. κατοίκου ..., 2) Μ. Π. του Α., συζύγου Κ. Λ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαγδαληνή Καπότη-Ταζεδάκη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-10-2016 αγωγή του ήδη αποβιώσαντος Α. Π., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8979/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6795/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 16-11-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι) Με την από 16-11-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η κατά την τακτική διαδικασία και κατ' αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα υπ' αριθμ.6795/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 9-10-2018 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 8979/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε κάνει δεκτή την από 25-10-2016 αγωγή αναγνωριστική κυριότητας και διόρθωσης κτηματολογικής εγγραφής του αρχικώς ενάγοντα Α. Π., τον οποίο μετά τον θάνατό του την 19-9-2021 διαδέχθηκαν οι ήδη αναιρεσίβλητοι- τέκνα του στη δικονομική του θέση, ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, μετά την γενομένη με την υπ' αριθμ. ... έκθεση του Ειρηνοδικείου Αθηνών αποποίηση της κληρονομίας του άνω αποβιώσαντος από (και) την εξ αδιαθέτου κληρονόμο του Β. Π., σύζυγό του. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 495, 552, 553, 556, 558, 560, 564 παρ. 1 566παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Είναι συνεπώς παραδεκτή (577παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
ΙΙ) Κατά τον Οθωμανικό νόμο της 7ης Ραμαζάν 1274 οι γαίες διακρίνονταν σε πέντε κατηγορίες: α) τις γαίες καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), των οποίων την κυριότητα είχε αυτός που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία μεταβίβασης, β) τις δημόσιες γαίες (μιριγιέ), των οπoίων η κυριότητα ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο και επί των οπoίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ), γ) τις αφιερωμένες γαίες (βακούφια), των οπoίων η χρήση και εκμετάλλευση γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού, δ) τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες (μετρουκέ), οι οποίες ήταν προορισμένες στην κοινή χρήση και ανήκαν στο Δημόσιο και ε) τις νεκρές γαίες (μεβάτ), οι οποίες αποτελούσαν γαίες που κανείς δε κατείχε, δεν εξουσίαζε και δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο Δημόσιο.
Μετά την απελευθέρωση με τις διατάξεις του πρωτοκόλλου της 21-1/3-2-1830 "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος", των ερμηνευτικών του εν λόγω πρωτοκόλλου των τριών προστάτιδων δυνάμεων από 4/16-6-1830 και 19-6/1-7-1830 πρωτοκόλλων του Λονδίνου, καθώς και της από 27-6/9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως, το Ελληνικό Δημόσιο υπεισήλθε ως διάδοχος στα δικαιώματα του Οθωμανικού Δημοσίου επί της γης.
Έτσι, οι δημόσιες γαίες και όσες άλλες ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο κατά τον προαναφερθέντα οθωμανικό νόμο περιήλθαν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, χωρίς όμως από την ανωτέρω διαδοχή να θιγούν τα αποκτηθέντα έως τότε εμπράγματα δικαιώματα των ιδιωτών επί των ακινήτων καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια) και τα αποκτηθέντα κατά τον ίδιο οθωμανικό νόμο δικαιώματα (τεσσαρούφ) επί των δημοσίων γαιών.
Το Ελληνικό Δημόσιο με τις παραπάνω ρυθμίσεις απέκτησε δυνάμει δικαιώματος πολέμου με αμάχητο τεκμήριο, την κυριότητα μόνον εκείνων των ιδιόκτητων γαιών, οι οποίες κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα του έτους 1821 έως τις 3-2-1830 είτε εγκαταλείφθηκαν από τους απελθόντες στο εξωτερικό Οθωμανούς κυρίους τους και καταλήφθηκαν από το Ελληνικό Δημόσιο, είτε δημεύθηκαν από τις ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις. (Ολ.ΑΠ 1/2013).
Δηλαδή, με βάση τις ρυθμίσεις που περιέχονται στο ως άνω πρωτόκολλο του Λονδίνου, στα ως άνω ερμηνευτικά αυτού πρωτόκολλα, στη συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως και στο άρθρο 16 του Ν. της 21-6/10-7-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", προκύπτει ότι στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου περιήλθαν εκείνα τα ακίνητα που βρίσκονταν εντός της ζώνης που μέχρι την 3-2-1830 είχε καταλάβει με τις στρατιωτικές του δυνάμεις και ανήκαν είτε στο Οθωμανικό Δημόσιο είτε σε Οθωμανούς ιδιώτες, καθώς και όσα εγκαταλείφθηκαν από τους Οθωμανούς ιδιοκτήτες τους και κατέστησαν αδέσποτα.
Η κτήση των ακινήτων αυτών έγινε δια δημεύσεως "πολεμικώ δικαιώματι". Έτσι, όσον αφορά τα Οθωμανικά κτήματα τα ευρισκόμενα κατά τον χρόνο διακηρύξεως της ανεξαρτησίας του νέου ελληνικού κράτους (3-2-1830) εντός εδαφών τελούντων υπό τουρκική στρατιωτική κατοχή, αλλά εν συνεχεία παραχωρηθέντων βάσει της Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως στην ελληνική κυριαρχία, όπως ήταν και η Αττική, όσα μεν εξ αυτών ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο περιήλθαν βάσει της ίδιας συνθήκης στο Ελληνικό Δημόσιο, ενώ όσα ανήκαν σε Οθωμανούς ιδιώτες παρέμειναν στην ιδιοκτησία τους με δικαίωμα πωλήσεώς τους εντός προθεσμίας.
Ακόμη, όσον αφορά τα ακίνητα που κατά την 3-2-1830 βρίσκονταν είτε στην ελληνική είτε στην τουρκική ζώνη κατοχής, εκείνων των εδαφών που τελικά αποτέλεσαν το πρώτο ελληνικό κράτος και κατέχονταν από Έλληνες ιδιώτες με διάνοια κυρίου, έστω και με άκυρο κατά το οθωμανικό δίκαιο τίτλο, (ήτοι ταπί, χοτζέτι ή βουγιουρδί), αυτά αναγνωρίσθηκαν ως ανήκοντα στους τελευταίους.
Ειδικότερα δε στην Αττική, η οποία παραχωρήθηκε στο ελληνικό κράτος στις 31-3-1833 βάσει της Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως, κατά την διάρκεια της τρίτης τουρκικής κατοχής (1827-1833) και συγκεκριμένα κατά το έτος 1829, ο Σουλτάνος, ως έχων κατά το οθωμανικό δίκαιο την κυριαρχία εφ' όλης της γης που ανήκε στο Οθωμανικό κράτος, αναγνώρισε στους υπηκόους του, Έλληνες και Τούρκους, που κατείχαν νόμιμα κατά το οθωμανικό δίκαιο ακίνητα, ιδιοκτησιακά δικαιώματα σε αυτά, τα οποία αργότερα με την περιέλευση της περιοχής στο Ελληνικό κράτος αναγνωρίσθηκαν και από αυτό δυνάμει της Συνθήκης της Κων/πόλεως και του πρωτοκόλλου της 3-2-1830.Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 1 του Β.Δ.
της 17/29-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών", σε συνδυασμό και προς τις διατάξεις των άρθρων 2 και 3 του ίδιου διατάγματος, αναγνωρίστηκε η κυριότητα του Δημοσίου επί των εκτάσεων που αποτελούσαν δάση, εκτός από εκείνες, οι οποίες πριν από την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα ανήκαν σε ιδιώτες και των οποίων οι τίτλοι ιδιοκτησίας ήθελαν αναγνωρισθεί από το Υπουργείο των Οικονομικών, στο οποίο έπρεπε να υποβληθούν μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του ανωτέρω διατάγματος, που έχει ισχύ νόμου.
Έτσι, με τις προμνησθείσες διατάξεις θεσπίσθηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου τεκμήριο κυριότητας επί των δασών που υπήρχαν στα όρια του Ελληνικού Κράτους κατά το χρόνο ισχύος του ανωτέρω διατάγματος, εφόσον δεν αναγνωρίστηκε η κυριότητα ιδιώτη, κατά τη διαδικασία του διατάγματος αυτού, προϋπόθεση όμως του τεκμηρίου τούτου είναι η ύπαρξη δάσους κατά το χρόνο ισχύος του εν λόγω διατάγματος.
Εξάλλου, κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων, θεωρείται δάσος κάθε έκταση εδάφους, η οποία καλύπτεται ολικά ή μερικά από άγρια ξυλώδη φυτά οποιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, τα οποία προορίζονται για την παραγωγή ξυλείας ή και άλλων προϊόντων, σύμφωνα με τον ορισμό του δάσους που περιέχεται στη διάταξη του άρθρου 1 του Ν.
ΑΧΝ/1888 "περί διακρίσεως και οριοθεσίας των δασών", η οποία περιλήφθηκε ως άρθρο 57 στο Ν. 3077/1924 "περί δασικού κώδικος" και βασικά δεν διαφέρει από τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 1 και 2 του Ν. 998/1979. Ακόμη, κατά το άρθρο 1 του Β.Δ. της 12-12-1833 "περί διορισμού του φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λιβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834", όλα τα λιβάδια, για την επικαρπία των οποίων δεν υπάρχει έγγραφο "ταπί" εκδοθέν επί τουρκοκρατίας, θεωρούνται δημόσια και η νομή τους παραμένει στο Δημόσιο.
Η διάταξη αυτή όμως αφορά την συντήρηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου, τα οποία προϋπήρχαν και δεν καθιστά ανεπίδεκτα νομής και ιδιωτικής κτήσεως στο μέλλον τα ακίνητα αυτά. Τούτο προκύπτει α) από το άρθρο 1 παρ. 2 του Ν. ΚΘ' της 31-1/18-2-1864, κατά το οποίο το Δημόσιο και οι Κοινότητες διατηρούν τα δικαιώματα που είχαν επί των αμφισβητουμένων λιβαδίων άνευ βλάβης των αποκτηθέντων δικαιωμάτων από τρίτους και β) από το άρθρο 3 του Ν.
ΨΗΖ' /1880, κατά το οποίο οι κοινότητες, ως προς τα κοινοτικά λιβάδια, διατηρούν έναντι των ιδιωτών την νομική κατοχή επί των βοσκοτόπων, επί των οποίων εγένοντο μέχρι το 1864 τοποθετήσεις ποιμνίων. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου των ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), 9 παρ. 1 Βασ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3), οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 51 του Εισ.Ν.Α.Κ., έχουν εφαρμογή για την απόκτηση κυριότητας, εφόσον τα δικαιογόνα γεγονότα έγιναν κατά το χρόνο που αυτές ίσχυαν (πριν από τις 23-2-1946) , ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε ακίνητα που ανήκαν στο Δημόσιο, ακόμη και αν αυτά ήταν δημόσια δάση ή δασικές εκτάσεις.
Προϋπόθεση της χρησικτησίας, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, ήταν η άσκηση νομής πάνω στο ακίνητο και χωρίς νόμιμο τίτλο, αλλ' απλώς με καλή πίστη, ήτοι με την ειλικρινή πεποίθηση του νομέα ότι με τη κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν.20 παρ. 12 Πανδ. (5.8), 27 Πανδ. (18.1), 10, 18 και 48 Πανδ. (41.3), 3 Πανδ. (41.10) και 109 Πανδ. (50.16) τη συνδρομή της οποίας, ενόψει της φύσης της ως ενδιάθετης κατάστασης, συνάγει ο δικαστής της ουσίας συμπερασματικώς από τα περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, καθώς και με διάνοια κυρίου, για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας με τη δυνατότητα του χρησιδεσπόζοντος να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφ' όσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού.
Οι διατάξεις αυτές δεν καταργήθηκαν με το νόμο της 21.6/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", στο άρθρο 21 του οποίου ορίσθηκε ότι "ως προς τον τρόπο κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων κτημάτων, εφαρμόζονται αι εν τω πολιτικώ νόμω διατάξεις". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων, προς εκείνες του ν.
ΔΞΗ /1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν σε εκτέλεσή του, και ακόμη του άρθρου 21 του ν. δ. της 22.4 /26.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του α.ν. 1 539 /1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", με τις οποίες απαγορεύθηκε κάθε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου επί των κτημάτων αυτού από τις 26.5.1926 και εφεξής, συνάγεται ότι, προκειμένου περί δημοσίων κτημάτων, όπως είναι και τα δημόσια δάση, είναι δυνατή η απόκτηση από άλλον κυριότητας σ' αυτά με έκτακτη χρησικτησία, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή αυτών, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11.9.1915 (Ολ.
Α.Π. 75/1987). Εφόσον δε, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, αποκτήθηκε κυριότητα σε δάσος ή σε δασική έκταση με έκτακτη χρησικτησία μέχρι τις 11.9.1915, δεν ασκεί έννομη επιρροή στην κυριότητα που αποκτήθηκε η μεταγενέστερη διάταξη του άρθρου 62 παρ. 1 του ν.998/1979 "περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της Χώρας", με την οποία ορίζεται ότι "σε κάθε φύσεως αμφισβητήσεις ή διενέξεις ή δίκες μεταξύ του Δημοσίου και φυσικού ή νομικού προσώπου, το οποίο επικαλείται ή αξιώνει οποιοδήποτε δικαίωμα, εμπράγματο ή όχι, επί των δασών, των δασικών εκτάσεων κ.λ.π., το ως άνω φυσικό ή νομικό πρόσωπο οφείλει να αποδείξει την ύπαρξη του δικαιώματος του" (Α.Π. 1142/2015, Α.Π. 52/2014, Α.Π.975 /2008).
Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του προϊσχύσαντος βζρδ των ν. 1, 23 Πανδ. (47.1), Εισ. 47 (2. 1), προϋπόθεση για την περιέλευση κάποιου πράγματος στην κατηγορία των αδέσποτων, δηλαδή, των πραγμάτων, τα οποία είναι μεν ικανά να τεθούν υπό την ανθρώπινη εξουσίαση, αλλά δεν υπάρχει κύριος τούτων, και τα οποία, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 16 του ν. 21.06/03.07.1837, ανήκουν κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο, είναι όχι μόνο η εγκατάλειψη της νομής του πράγματος (κινητού ή ακινήτου), αλλά και η βούληση εγκαταλείψεώς του, δηλαδή, απόφαση του κυρίου περί παραιτήσεως αυτού από την κυριότητα, χωρίς πρόθεση περαιτέρω μεταβιβάσεως του πράγματος σε συγκεκριμένο τρίτο πρόσωπο.
Η βούληση του κυρίου πρέπει να εκδηλώνεται υπό συνθήκες που δεν καθιστούν αυτή αμφίβολη και υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι ο παραιτούμενος ήταν κύριος του πράγματος. Για την εγκατάλειψη του ακινήτου με σκοπό παραιτήσεως από την κυριότητα, κατά το προϊσχύσαν βζρδ, δεν απαιτούνταν ο τύπος του συμβολαιογραφικού εγγράφου και μεταγραφή αυτού, όπως ήδη απαιτείται υπό την ισχύ του Α.Κ..
Ο νόμος "Περί διακρίσεως κτημάτων" τροποποίησε τον προϊσχύσαντα αυτού κανόνα του βζρδ, κατά τον οποίο όποιος καταλάμβανε αδέσποτο αποκτούσε την κυριότητά του (Πανδ. 41.1), έτσι ώστε να μην απαιτείται πλέον η πραγματική κατάληψη των αδέσποτων ακινήτων, προκειμένου να επέλθει κτήση της κυριότητας. Η τροποποίηση αυτή υπαγορεύτηκε από την ανάγκη να καταστεί ευχερής η κτήση από το Ελληνικό Δημόσιο της κυριότητας των κτημάτων, τα οποία είχαν εγκαταλειφθεί από τους Οθωμανούς ιδιοκτήτες τους, οι οποίοι αποχώρησαν από την Ελλάδα, λόγω του απελευθερωτικού αγώνα.
Έτσι, τα κτήματα αυτά αποκτήθηκαν "δικαιώματι πολέμου", ανεξαρτήτως της καταλήψεώς τους κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα από το Ελληνικό Δημόσιο ή τις Ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις (Α.Π.246/2023, Α.Π. 590/2019, Α.Π. 1840/2017). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 1033, 1192, 1194 και 1198 ΑΚ, προκύπτει ότι, αποκτά κάποιος κυριότητα ακινήτου με παράγωγο τρόπο, ύστερα από συμφωνία με τον κύριο του ακινήτου ότι μετατίθεται σε αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία, εφόσον η σχετική συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, επίσης, ότι μεταξύ των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με σύμβαση είναι, ότι ο μεταβιβάσας ήταν κύριος του ακινήτου που μεταβιβάστηκε. Περαιτέρω, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.
Με τις διατάξεις αυτές, για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, κατ' άρθρο 1051 ΑΚ.
Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σε αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει (Α.Π 1296/2020).
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ, προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση, τούτο δε συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992, Α.Π. 238/2017).
Τέλος κατά το άρθρο 559 αρ. 13 και Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, αναφορικά με το ρυθμιζόμενο στη διάταξη του άρθρου 338 Κ.Πολ.Δ, βάρος της αποδείξεως, σύμφωνα με την οποία (διάταξη) κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του.
Το βάρος της αποδείξεως διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό, προσδιορίζει τον διάδικο στον οποίο το δικαστήριο με παρεμπίπτουσα, περί αποδείξεως απόφαση, θα επιβάλλει την ευθύνη προσκομιδής των αποδεικτικών μέσων, προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό απόδειξης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων.
Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους απόδειξης έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής αποφάσεως. Το αντικειμενικό βάρος προσδιορίζει τον διάδικο που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή, ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων επέλευσης της επίδικης έννομης συνέπειας.
Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας, διαδίκου, στοιχειοθετεί τον παρόντα λόγο αναίρεσης. Ειδικότερα, εσφαλμένη επιβολή του αντικειμενικού βάρους υπάρχει όταν το δικαστήριο από τις προσαχθείσες αποδείξεις δεν σχηματίζει την δικανική πεποίθηση που απαιτεί ο νόμος για την παραδοχή ορισμένου αιτήματος, δηλαδή αμφιβάλλει για την ουσιαστική βασιμότητα κάποιου ισχυρισμού, που κατά νόμο θεμελιώνει το αίτημα της αγωγής, ενστάσεως κλπ και που οφείλει να αποδείξει ο διάδικος που υποβάλει το αίτημα, οπότε το δικαστήριο θα έπρεπε να απορρίψει το σχετικό αίτημα.
Εάν δεν το απορρίψει υποπίπτει στη νομική πλημμέλεια της ανωτέρω διατάξεως (Α.Π. 771/2021, Α.Π 148/2016). Οι ισχυρισμοί του Ελληνικού Δημοσίου, που προβάλλονται από αυτό προς αντίκρουση της εναντίον του ασκηθείσας αναγνωριστικής (ή διεκδικητικής) αγωγής κυριότητας ακινήτου ότι το επίδικο: ως δημόσια γαία του Οθωμανικού Δημοσίου σύμφωνα με το άρθρο 3 του Οθωμανικού Νόμου περί γαιών της 7ης Ραμαζάν, περιήλθε στην κυριότητά του ως διάδοχό του, δυνάμει του πρωτοκόλλου του Λονδίνου της 21-1/3-2-1830 "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδας και στα ερμηνευτικά αυτού πρωτόκολλα της 4/16-6-1830 και της 19-6/1-7-1830, σε συνδυασμό με τις ρυθμίσεις της από 27-6/9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως "περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος και του άρθρου 16, 18 και 21 του νόμου της 21-6/10-7-1837 περί " διακρίσεως δημοσίων κτημάτων" καθιστάμενο έκτοτε δημόσιο κτήμα που εξαιρούνταν της ιδιοκτησίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.
ΔΞΗ/1912, των διαταγμάτων που εκδόθηκαν σε εκτέλεση αυτού, του άρθρου 21 του ν.δ. της 22.4/16.5.1926 και των άρθρων 2 και 4 του αν.ν. 1539/1938 συνιστούν ενστάσεις ως γεγονότα διακωλυτικά της γένεσης του δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος και όχι αιτιολογημένη άρνηση μιας τέτοιας αγωγής (Α.Π 148/2016, Α.Π1527/2014). Επομένως, τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ιστορική βάση των ισχυρισμών (ενστάσεων) αυτών, πρέπει να επικαλεσθεί και αποδείξει το ενιστάμενο Ελληνικό Δημόσιο και για το λόγο αυτό τις συνέπειες της αμφιβολίας του δικαστηρίου περί της βασιμότητας των ισχυρισμών αυτών τις φέρει το ενιστάμενο Δημόσιο και όχι ο ενάγων.
Κατά συνέπεια, εάν δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη κυριότητας ή άλλου δικαιώματος του Δημοσίου η αγωγή δεν θα απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη (ΑΠ 771/2021, 148/2016).
ΙΙΙ) Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου της προσβαλλομένης υπ' αριθμ. 6795/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι τούτο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα: "Επίδικο καθίσταται ένα αγροτεμάχιο ευρισκόμενο στη θέση "..." ή "..." της κτηματικής περιφέρειας του ...
Σπάτων Αττικής, εμβαδού 227,50 τμ., και κατά νεότερη καταμέτρηση, εμβαδού 233,00 τμ., το οποίο εμφαίνεται: α) ως εμβαδικής επιφάνειας 227,50 τμ., με τον αριθμό 33 στο από 17.01.1966 σχεδιάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Κ. Σ., που προσαρτάται στο με αριθμό ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Π. (ακολουθεί περιγραφή του ακινήτου).....
με το επ' αυτού (αγροτεμαχίου) σταδιακά ανεγερθέν από το έτος 1976 και εντεύθεν ηλεκτροδοτούμενο κτίσμα, που αποτελείται από ισόγειο (πρώην υπόγειο)..... εμβαδικής επιφάνειας 31,33 τμ., δύο (2) χώρους βοηθητικής χρήσης (αποθήκη 1 και αποθήκη 2), συνολικής εμβαδικής επιφάνειας 25,55 τμ., και εξώστη προς τον ακάλυπτο χώρο του αγροτεμαχίου, καθώς και Α' όροφο, ...., συνολικής εμβαδικής επιφάνειας 97,31 τμ, τα οποία [ισόγειο (πρώην υπόγειο) και Α' όροφος] εμφαίνονται στην από Φεβρουάριου 2012 κάτοψη ισογείου (πρώην υπογείου) και Α' ορόφου κατοικίας αντίστοιχα, του πολιτικού μηχανικού Κ.
Λ.. Στο ανωτέρω αγροτεμάχιο ο ενάγων έχει αποκτήσει δικαίωμα κυριότητας δυνάμει του με αριθμό ... αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σπάτων (τ. ...), κατόπιν αγοράς από την Ελευθερία, σύζυγο Ε. Σ., το γένος Κ. Ν.. Η άμεση δικαιοπάροχός του είχε αποκτήσει αποκλειστικό δικαίωμα κυριότητας επ' αυτού δυνάμει του με αριθμό ...
αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σπάτων (τ. 69, α/α 5) σε συνδυασμό με τη με αριθμό 33394/1973 πράξη εξόφλησης υπολοίπου τιμήματος και άρσης διαλυτικής αίρεσης του ίδιου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σπάτων (τ. ...), κατόπιν αγοράς από τις Ε., σύζυγο Α.
Σ., το γένος Γ. Μ. και Ελευθερία, σύζυγο Α. Κ., το γένος Α. Γ.. Προηγουμένως οι ως άνω απώτερες δικαιοπάροχοι του ενάγοντα είχαν αποκτήσει αποκλειστικό δικαίωμα κυριότητας στο επίδικο ως τμήμα μεγαλύτερης έκτασης αφενός μεν δυνάμει του με αριθμό ... αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Κρωπίας Π.
Μ. που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κρωπίας (τ.97,α/α 42), κατόπιν αγοράς από τη Γ., σύζυγο Ι. Μ., αφετέρου δε δυνάμει του με αριθμό ... αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του ίδιου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κρωπίας (τ.97, α/α 43) κατόπιν αγοράς από τον Π.
Κ.. Τέλος η απώτατη δικαιοπάροχος του ενάγοντα, Γ. σύζυγος Ι. Μ., είχε αποκτήσει την αποκλειστική κυριότητα επί του εν λόγω ακινήτου- τμήματος μεγαλύτερης έκτασης δυνάμει κληρονομικής διαδοχής της μητρός της, Ελευθερίας, συζύγου Ε. Σ., το γένος Ν. Κ., αποβιώσασας στις 02.4.1921 και ανάμιξής της στην επαχθείσα σε αυτήν κληρονομιά, δυνάμει του με αριθμό ...
συμβολαίου του συμβολαιογράφου Κρωπίας Π. Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κρωπίας (τ. 18, α/α 1417), κατόπιν δωρεάς εν ζωή του πατρός της και συγκληρονόμου της μητρός της Ε. Σ. και δυνάμει του με αριθμό ... συμβολαίου του ίδιου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κρωπίας (τ. 18, α/α 1418), κατόπιν εξώδικης διανομής κληρονομιάς μεταξύ αυτής και του αδελφού της και συγκληρονόμου Σ.
Σ.. Στο με αριθμό ... συμβόλαιο αγοραπωλησίας, που προαναφέρθηκε, η αποκτηθείσα από τη μνησθείσα Γ., σύζυγος Ι. Μ., ευρύτερη έκταση, εντός της οποίας το επίδικο αγροτεμάχιο, περιγράφεται ως αγρός, κείμενος στη θέση "...", της περιφέρειας Σπάτων, εμβαδού 7.200,00 τμ., συνορεύων ανατολικά επί πλευράς 60,00 μ. με κληρονόμους Γ.
Κ., δυτικά επί πλευράς 60,00 μ. με υπόλοιπη ιδιοκτησία της εν λόγω δικαιοπαρόχου του ενάγοντα, βόρεια, επί πλευράς 120,00 μ., με ιδιοκτησία Π. Κ. και νότια επί πλευράς 120,00 μ. με ιδιοκτησία Ν. Ν.. Εξάλλου ο απώτατος δικαιοπάροχος του ενάγοντα, Π. Κ., είχε αποκτήσει την αποκλειστική κυριότητα επί του εν λόγω ακινήτου ως τμήματος μεγαλύτερης έκτασης, δυνάμει κληρονομικής διαδοχής του πατρός του, Ν.
Κ., αποβιώσαντος το Νοέμβριο 1919 και ανάμιξής του στην επαχθείσα σε αυτόν κληρονομιά, διανομής μεταξύ των λοιπών συγκληρονόμων και συνεχούς και αδιάλειπτης νομής του επ' αυτού με καλή πίστη. Στο με αριθμό ... συμβόλαιο αγοραπωλησίας, που προαναφέρθηκε, η αποκτηθείσα από τον Π. Κ. ευρύτερη έκταση, εντός της οποίας το επίδικο αγροτεμάχιο, περιγράφεται ως αγρός, κείμενος στη θέση "...", της περιφέρειας Σπάτων, εμβαδού 7.200,00 τμ., συνορεύων ανατολικά επί πλευράς 60,00 μ.
με κληρονόμους Γ. Κ., δυτικά επί πλευράς 60,00 μ. με υπόλοιπη ιδιοκτησία του εν λόγω δικαιοπαρόχου του ενάγοντα, βόρεια, επί πλευράς 120,00 μ., με ιδιοκτησία του ίδιου δικαιοπαρόχου του ενάγοντα, και νότια επί πλευράς 120,00 μ. με πρώην ιδιοκτησία Γ. Μ., και ήδη με ιδιοκτησία Ε., συζύγου Α. Σ., το γένος Γ. Μ. και Ε., συζύγου Α.
Κ., το γένος Α. Γ.. Η Ελευθερία, σύζυγος Ε. Σ., το γένος Ν. Κ., μητέρα και άμεση δικαιοπάροχος της Γεωργίας, συζύγου Ι. Μ., κατά τα προαναφερθέντα, είχε αποκτήσει την αποκλειστική κυριότητα στο ακίνητο που κληροδότησε, μεταξύ άλλων, στη θυγατέρα της, δυνάμει κληρονομικής διαδοχής του πατρός της, Ν. Κ., αποβιώσαντος το Νοέμβριο 1919 και ανάμιξής της στην επαχθείσα σε αυτήν κληρονομιά και διανομής μεταξύ των λοιπών συγκληρονόμων για την οποία συντάχθηκε το με αριθμό 31516/1921 διανεμητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κρωπίας Π.
Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κρωπίας (τ. ...). Περαιτέρω, από την αξιολόγηση του συνόλου του αποδεικτικού υλικού, αποδείχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο, ουδέποτε υπήρξε δάσος, .......έτσι, ώστε, εφόσον δεν αναγνωρίσθηκε νόμιμα ότι ανήκε σε ιδιώτες σύμφωνα με την προβλεπόμενη στο βασιλικό διάταγμα της 17/29-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών" διαδικασία δια της εμπρόθεσμης προσκομιδής οθωμανικών τίτλων ιδιοκτησίας στη γραμματεία των Οικονομικών, να ισχύει ως προς αυτό το τεκμήριο κυριότητας του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, όπως αυτό ισχυρίζεται, αλλά ούτε και λιβάδι ή βοσκότοπος σύμφωνα με το άρθρο 1 του ΒΔ της 12.12.1833, έτσι ώστε, εφόσον δεν υπάρχει έγγραφο για την επικαρπία επ' αυτών εκδοθέν επί Τουρκοκρατίας, να περιέρχεται στην κυριότητα του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου και οι σχετικοί ισχυρισμοί αυτού, που προβλήθηκαν πρωτοδίκως και επαναφέρονται με τον πρώτο λόγο και το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου έφεσης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι αυτό, όπως και η ευρύτερη περιοχή στην οποία ανήκει, είχε ανέκαθεν αγροτική μορφή και καλλιεργείτο συνεχώς από τους αμέσους, απώτερους και απώτατους δικαιοπαρόχους του ενάγοντα, ήδη από το έτος 1919 και εφεξής, ενώ την ίδια πράξη νομής άσκησε και ο ενάγων, όταν απέκτησε το εν λόγω ακίνητο προβαίνοντας σε καλλιέργεια δένδρων και συλλογή καρπών, όπως στη με αριθμό ...2017 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Α.
Π. ενώπιον της συμβολαιογράφου Κρωπίας Μ. Κ.. Μάλιστα ο ενάγων ανήγειρε εντός αυτού κατοικία αποτελούμενη από ισόγειο και Α' όροφο σε τρεις χρονικές φάσεις, ήτοι το έτος 1975, με την κατασκευή κελύφους από οπλισμένο σκυρόδεμα για τη θεμελίωση τμήματος του Α' ορόφου, το έτος 1979, με τη διαμόρφωση του εδάφους και την ολοκλήρωση των χώρων κύριας και βοηθητικής χρήσης του ισογείου και το έτος 1991, με την κατασκευή προστεγασμάτων περιμετρικά του κτιρίου και προσθήκης κατ' επέκταση στον Α' όροφο, σύμφωνα με την από 20.4.2012 τεχνική έκθεση του μηχανικού Κ.
Λ., ενώ, ακολούθως, το έτος 1977, δήλωσε στην Πολεοδομία τα αντίθετα με τους όρους των πολεοδομικών διατάξεων κτίσματα της κατοικίας του, ώστε να εξαιρεθούν της κατεδάφισης και να υπαχθούν στις προστατευτικές διατάξεις του ν. 720/1977 καταβάλλοντας το πρόστιμο νομιμοποίησης, όπως βεβαιώνεται από το με αριθμό ...
σημείωμα α' δόσης του τμήματος Ε' της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Ανατολικής Αττικής σε συνδ. με το με αριθμό ... τριπλότυπο είσπραξης της ΔΟΥ ΙΕ' Αθηνών, και, στις 21.01.2014, υπήγαγε την ιδιοκτησία στο ν. 4178/2013, σύμφωνα με τη σχετική βεβαίωση περαίωσης διαδικασίας υπαγωγής στο νόμο αυτό του Υπουργείου Περιβάλλοντος Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής.
Τέλος ο ενάγων συμπεριλαμβάνει αυτήν στη δήλωση φόρου ακίνητης περιουσίας και στη δήλωση ενιαίου φόρου ιδιοκτησίας ακινήτων. Ο αγροτικός, εξάλλου, χαρακτήρας του επίδικου γεωτεμαχίου διαπιστώνεται στην από 28.11.2016 τεχνική έκθεση φωτοερμηνείας του δασολόγου Ε. Κ., μετά από την εξέταση των στερεοζευγών αεροφωτογραφιών των χρονικών περιόδων 1939, 1945, 1960 και τη μονοεικονική εξέταση του ορθοφωτοχάρτη 2007, όπου καταγράφηκε απουσία δασικής βλάστησης διαχρονικά, σε όλες τις προαναφερόμενες χρονικές περιόδους, ενώ ο χαρακτήρας της ευρύτερης έκτασης εντός της οποίας βρίσκεται ως γεωργικώς καλλιεργήσιμης κατά τη χρονική περίοδο 1939-1959 και ως αστικής δομημένης περιοχής από το έτος 1971 μέχρι σήμερα αναφέρεται και στην από 12.10.2020 δικαστική πραγματογνωμοσύνη του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Ε.
Α., κατόπιν της 1513/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με αφορμή όμοια υπόθεση αφορώσα το όμορο με το επίδικο γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ..., ιδιοκτησίας της συζύγου του ενάγοντα, Β., συζύγου Α. Π., το γένος Γ. Τ.. Πρέπει να αναφερθεί ότι ιδιωτικά και όχι δημόσια δασικά κρίθηκαν και δύο (2) γεωτεμάχια με ΚΑΕΚ ...
και 050237214015/0/0 [κείμενα απέναντι του επίδικου και περιεχόμενα στους ίδιους τίτλους ιδιοκτησίας των απώτερων δικαιοπαρόχων του ενάγοντα], με την 206/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε με αφορμή -σχετική με την κρινόμενη- αγωγή των Σ. Μ. και Β. Μ. για την αναγνώριση της συγκυριότητάς τους κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου σε έκαστο και τη διόρθωση της πρώτης εγγραφής, στην οποία εμφανιζόταν το εναγόμενο αποκλειστικός κύριος.
Η ανωτέρω απόφαση κατέστη τελεσίδικη (βλ. με αριθμό 13226/2014 πιστοποιητικό της γραμματέως του τμήματος πολιτικών ένδικων μέσων του Πρωτοδικείου Αθηνών). Το εναγόμενο στην προσπάθειά του να στηρίξει τον ισχυρισμό του προσκομίζει το με αριθμό ... έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών Ανατολικής Αττικής στο οποίο αναφέρεται ότι το επίδικο γεωτεμάχιο περιλαμβάνεται στον Προσωρινό Κτηματικό Χάρτη (ΠΚΧ) και τον Προσωρινό Κτηματολογικό Πίνακα (ΠΚΠ) του Δήμου Αρτέμιδας, που αναρτήθηκαν στις 09.9.1985, και σημειώνεται ότι εμπίπτει στην έκταση με κωδικό αριθμό ..., που χαρακτηρίστηκε ως δημόσια έκταση, απεικονιζόμενη με κόκκινο χρωματισμό στο απόσπασμα του ΠΚΧ, που προσαρτήθηκε σε αυτό, στο εν λόγω απόσπασμα δε σημειώνεται η επίδικη περιοχή ως δασική στις αεροφωτογραφίες του 1937.
Ωστόσο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 27§4 ν. 2664/1998, μόνο οι οριστικοί χάρτες, οι οποίοι προκύπτουν από την κύρωση από το Γενικό Γραμματέα της οικείας περιφέρειας των προσωρινών χαρτών, αφού πρώτα εξεταστούν οι αντιρρήσεις που προβλήθηκαν μετά την ανάρτησή τους και συντελεστούν οι ανάλογες διορθώσεις έχουν πλήρη αποδεικτική ισχύ σε κάθε δικαστική ή διοικητική αρχή ενώ πρέπει να αναφερθεί ότι οι αναφερόμενες στο εν λόγω απόσπασμα του ΠΚΧ αεροφωτογραφίες του έτους 1937 ουδόλως προσκομίζονται.
Με βάση λοιπόν όσα προαναφέρθηκαν κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του κτηματολογίου στην περιοχή (27.4.2006) ο ενάγων είχε καταστεί κύριος του επιδίκου με παράγωγο τρόπο, ήτοι με νόμιμα μεταγεγραμμένο συμβολαιογραφικό έγγραφο αγοράς από αληθινό κύριο, που με τη σειρά του στήριξε την κυριότητά του σε διαδοχική αλληλουχία τίτλων (νόμιμα μεταγεγραμμένα συμβολαιογραφικά έγγραφα), σε κληρονομική διαδοχή λαβούσα χώρα υπό την ισχύ του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου και σε συνεχή νομή επί του επιδίκου με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, αλλά και με πρωτότυπο τρόπο, ήτοι με τις προαναφερθείσες εκ μέρους του ενάγοντα και των δικαιοπαρόχων του διακατοχικές πράξεις διανοία κυρίου, δηλαδή με τη βούληση να το έχουν ως αποκλειστικά δικό τους καθ' όλες του τις χρησιμότητες, κατά τρόπο σταθερό και διαρκή, και θέτοντας αυτό υπό την απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίασή τους, που, ανατρέχουν τουλάχιστον στο έτος 1919, και με τη σημείωση ότι στο πρόσωπο των δικαιοπαρόχων του ενάγοντα πληρούνται επιπλέον για τον πριν την ισχύ του ΑΚ χρόνο (πριν τις 23.02.1946) οι προϋποθέσεις που θέτει το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο, δηλαδή η συνεχής νομή του επιδίκου με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, ήτοι με την ειλικρινή πεποίθηση ότι με την κτήση νομής δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας του εναγομένου και οποιοσδήποτε άλλου.
Το εναγόμενο ισχυρίστηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου αφενός μεν ότι δεν συμπληρώθηκε τριακονταετής νομή στο πρόσωπο του ενάγοντα και των δικαιοπαρόχων του μέχρι τις 11.9.1915 και αφετέρου ότι η εκ μέρους του ενάγοντα απόκτηση κυριότητας στο επίδικο έγινε από δικαιοπαρόχους που δεν κατέστησαν κύριοι, διότι δεν είχαν τίτλους, όμως οι ανωτέρω ισχυρισμοί τυγχάνουν απορριπτέοι, διότι δεν απαιτείται η συμπλήρωση τριακονταετούς νομής στο πρόσωπο του ενάγοντα χρησιδεσπόζοντος ή των δικαιοπαρόχων του μέχρι την 11.9.1915, αφού δεν πρόκειται για δημόσιο κτήμα και επομένως είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και μετά την 11.9.1915,.....
ενώ οι απώτεροι και απώτατοι δικαιοπάροχοι του ενάγοντα στήριξαν την κυριότητά τους σε διαδοχική αλληλουχία τίτλων (νόμιμα μεταγεγραμμένα συμβολαιογραφικά έγγραφα),
σε κληρονομική διαδοχή υπό την ισχύ του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου για την οποία απαιτείται ο κληρονόμος να υπεισέλθει στην κληρονομιά με ρητή ή σιωπηρή δήλωσή του και να αναμειχθεί σ' αυτή με πρόθεση κληρονόμου και όχι να μεταγράψει τη συμβολαιογραφική δήλωση αποδοχής της επαχθείσας σε αυτόν κληρονομιάς .....
και σε έκτακτη χρησικτησία υπό την ισχύ του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου για την οποία απαιτείται συνεχής νομή του επιδίκου με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, και από τις 23.02.1946 υπό την ισχύ του ΑΚ, σύμφωνα με όσα αποδείχθηκαν ανωτέρω. Επίσης το εναγόμενο ισχυρίστηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ότι σε κάθε περίπτωση η κυριότητα του εν λόγω επιδίκου ανήκει σ' αυτό α) ως κτήμα ανήκον στο Οθωμανικό Δημόσιο βάσει της Συνθήκης Κων/πόλεως, β) ως αδέσποτο δ) ως περιελθόν με τακτική, άλλως έκτακτη χρησικτησία από συστάσεως του Ελληνικού Κράτους.
Όμως ο ισχυρισμός ότι το επίδικο περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο, διότι μετά την υπογραφή των Πρωτοκόλλων του Λονδίνου (1830) και της Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης (1832) υπεισήλθε στην κυριότητα των κτημάτων που ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο, τα οποία είτε καταλήφθηκαν, είτε δημεύθηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου, είτε εγκαταλείφθηκαν από τους κυρίους τους, που αποχώρησαν, είναι μη νόμιμος, καθώς το επίδικο γεωτεμάχιο ευρισκόμενο στην Αττική δεν κατακτήθηκε με όπλα, αλλά παραχωρήθηκε στο Ελληνικό Κράτος την 31.3.1833 με βάση την από 27-6/9.7.1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως και κατόπιν σχετικών συμφωνιών μεταξύ των ελληνικών και τουρκικών αρχών, ενώ εξάλλου κατά την διάρκεια της τρίτης τουρκικής κυριαρχίας στην Αττική (από 25.5.1827 έως 31.3.1833) και ειδικότερα κατά το έτος 1829 ο κυρίαρχος Σουλτάνος είχε εκδώσει θέσπισμα, με το οποίο παρεχώρησε δωρεάν στους Αθηναίους (Οθωμανούς και Έλληνες) την κυριότητα των ήδη κατεχομένων από αυτούς ακινήτων της Αττικής....... , και ως εκ τούτου το εναγόμενο δεν έγινε καθολικός διάδοχος του Τουρκικού Κράτους.
Ακόμη, ο ισχυρισμός ότι το επίδικο κατελήφθη υπό του εναγομένου ως αδέσποτο, επιχειρούμενος να θεμελιωθεί στις διατάξεις των άρθρων 16 βδ της 21- 5/10.7.1837 "Περί διακρίσεως κτημάτων" και των άρθρων 2 παρ. 1 του Ν. 1539/1938 και 972 του ΑΚ, είναι προδήλως αόριστος, καθόσον δεν αναφέρεται η βούληση εγκατάλειψης αυτού, υπό του κυρίου του, ούτε γίνεται σαφής επίκληση οποιοσδήποτε άλλου περιστατικού θα επέτρεπε την κρίση ότι στην προκειμένη περίπτωση εφαρμόζονται οι ανωτέρω διατάξεις.
Τέλος ο ισχυρισμός περί τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού δεν προέκυψαν οιεσδήποτε διακατοχικές πράξεις διανοία κυρίου ασκηθείσες από το εναγόμενο συνεχώς και αδιάλειπτως από την απελευθέρωση του Ελληνικού Κράτους. Περαιτέρω, αφού η περιοχή του Δήμου Αρτέμιδας Αττικής κηρύχθηκε υπό κτηματογράφηση, με τη με αριθμό ...2006 απόφαση του ΔΣ του ΟΚΧΕ (ΦΕΚ 527/Β/27.4.2006) διαπιστώθηκε η ολοκλήρωση της διαδικασίας καταχώρησης των πρώτων εγγραφών στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Σπάτων για το Δήμο αυτό, ορίστηκε δε η 27.4.2006 ως ημερομηνία έναρξης του Κτηματολογίου στην περιοχή.
Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας κτηματογράφησης στον ως άνω Δήμο η ως άνω ιδιοκτησία του ενάγοντα έχει λάβει ως γεωτεμάχιο, εμβαδού 233,00 τμ., τον ΚΑΕΚ ..., πλην όμως φέρεται στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Σπάτων εσφαλμένα ως ιδιοκτησία του εναγομένου. Επομένως πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη η αγωγή του ενάγοντος-εφεσιβλήτου, έχοντος άμεσο έννομο συμφέρον στην άσκησή της, και να αναγνωριστεί το δικαίωμα αποκλειστικής του κυριότητας επ' αυτού, να διαταχθεί δε η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα οικεία βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Σπάτων, ώστε να καταχωρηθεί ο ενάγων-εφεσίβλητος ως δικαιούχος του εγγραπτέου δικαιώματος της κυριότητας επ' αυτού.
Συνεπώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε τα ίδια, αν και με ελλιπή αιτιολογία, που συμπληρώνεται, κατ' άρθρο 534 Κ.Πολ.Δ., από την ανωτέρω, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι -εκτός από τους προαναφερθέντες πρώτο και πρώτο σκέλος του τρίτου- και οι δεύτερος και τρίτος, ως προς τα υπόλοιπα σκέλη του, λόγοι έφεσης με τους οποίους το εναγόμενο - εκκαλούν επαναφέροντας τους προδιαληφθέντες ισχυρισμούς που προέβαλε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου υποστηρίζει τα αντίθετα." Δέχθηκε δηλαδή το Εφετείο ότι το επίδικο ακίνητο, όπως αυτό λεπτομερώς περιγράφεται κατά θέση, όρια και έκταση, ουδέποτε υπήρξε δάσος, αλλά ούτε και λιβάδι ή βοσκότοπος, αλλά αντίθετα αυτό, όπως και η ευρύτερη περιοχή στην οποία ανήκει είχε ανέκαθεν αγροτική μορφή, ότι ο αρχικώς ενάγων Α.
Π. είχε καταστεί ήδη κατά το χρόνο έναρξης του κτηματολογίου στην περιοχή των Σπατών του Δήμου Αρτέμιδας Αττικής (27-4-2006) κύριος αυτού, με παράγωγο τρόπο, ήτοι με νόμιμα μεταγεγραμμένο συμβολαιογραφικό έγγραφο αγοράς από αληθινό κύριο, που με τη σειρά του στήριξε την κυριότητά του σε διαδοχική αλληλουχία τίτλων (νόμιμα μεταγεγραμμένα συμβολαιογραφικά έγγραφα), σε κληρονομική διαδοχή λαβούσα χώρα υπό την ισχύ του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου και σε συνεχή νομή επί του επιδίκου με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, αλλά και με πρωτότυπο τρόπο, ήτοι με τις προαναφερθείσες εκ μέρους του ενάγοντα και των δικαιοπαρόχων του διακατοχικές πράξεις διανοία κυρίου, δηλαδή με τη βούληση να το έχουν ως αποκλειστικά δικό τους καθ' όλες του τις χρησιμότητες, κατά τρόπο σταθερό και διαρκή, και θέτοντας αυτό υπό την απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίασή τους, που, ανατρέχουν τουλάχιστον στο έτος 1919, και με τη σημείωση ότι στο πρόσωπο των δικαιοπαρόχων του ενάγοντα πληρούνται επιπλέον για τον πριν την ισχύ του ΑΚ χρόνο (πριν τις 23.02.1946) οι προϋποθέσεις που θέτει το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο, δηλαδή η συνεχής νομή του επιδίκου με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, ήτοι με την ειλικρινή πεποίθηση ότι με την κτήση νομής δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας του εναγομένου και οποιοσδήποτε άλλου, ενώ απέρριψε τους ισχυρισμούς του ήδη αναιρεσείοντος ότι ο αρχικώς ενάγων δεν είχε καταστεί κύριος της επίδικης εκτάσεως και ότι η έκταση αυτή, ανήκει στην αποκλειστική κυριότητά του α) λόγω του είδους αυτής ως δασικής, για την οποία δεν προσκομίστηκαν τίτλοι ιδιοκτησίας στην επί των Οικονομικών Γραμματεία, β) με τη συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως και τα σχετικά πρωτόκολλα του Λονδίνου, ως ανήκουσα στο Τουρκικό Δημόσιο και περιελθούσα έκτοτε με κυριαρχικό δικαίωμα στην κυριότητά του, ως δάσους, άλλως ως λιβαδιού ή βοσκότοπου, γ) άλλως ως αδέσποτης και δ) άλλως με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, τον μεν πρώτο ως αβάσιμο, καθώς δεν πρόκειται περί δημοσίου κτήματος, και επομένως είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και μετά την 11-9-1915, ενώ οι απώτεροι και απώτατοι δικαιοπάροχοι του αρχικώς ενάγοντος στήριξαν την κυριότητά τους σε διαδοχική αλληλουχία τίτλων (νόμιμα μεταγεγραμμένα συμβολαιογραφικά έγγραφα), σε κληρονομική διαδοχή υπό την ισχύ του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου για την οποία απαιτείται ο κληρονόμος να υπεισέλθει στην κληρονομιά με ρητή ή σιωπηρή δήλωσή του και να αναμειχθεί σ' αυτή με πρόθεση κληρονόμου και όχι να μεταγράψει τη συμβολαιογραφική δήλωση αποδοχής της επαχθείσας σε αυτόν κληρονομιάς και σε έκτακτη χρησικτησία υπό την ισχύ του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου για την οποία απαιτείται συνεχής νομή του επιδίκου με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, και από τις 23.02.1946 υπό την ισχύ του ΑΚ, το δεύτερο ως μη νόμιμο, για το λόγο ότι το επίδικο μη δασικό ακίνητο ως ευρισκόμενο στην Αττική, δεν κατακτήθηκε με όπλα, αλλά παραχωρήθηκε στο Ελληνικό Κράτος την 31.3.1833 με βάση την από 27-6/9.7.1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως και κατόπιν σχετικών συμφωνιών μεταξύ των ελληνικών και τουρκικών αρχών, ενώ εξάλλου κατά την διάρκεια της τρίτης τουρκικής κυριαρχίας στην Αττική (από 25.5.1827 έως 31.3.1833) και ειδικότερα κατά το έτος 1829 ο κυρίαρχος Σουλτάνος είχε εκδώσει θέσπισμα, με το οποίο παρεχώρησε δωρεάν στους Αθηναίους (Οθωμανούς και Έλληνες) την κυριότητα των ήδη κατεχομένων από αυτούς ακινήτων της Αττικής και ως εκ τούτου το εναγόμενο δεν έγινε καθολικός διάδοχος του Τουρκικού Κράτους, τον τρίτο ως αόριστο, καθόσον δεν αναφέρεται η βούληση εγκατάλειψης αυτού, υπό του κυρίου του, ούτε γίνεται σαφής επίκληση οποιουδήποτε άλλου σχετικού περιστατικού και τον τέταρτο ως αβάσιμο καθώς δεν προέκυψαν διακατοχικές πράξεις διανοία κυρίου, ασκηθείσες από το ήδη αναιρεσείον συνεχώς και αδιαλείπτως από την απελευθέρωση του Ελληνικού Κράτους.
Ακολούθως απέρριψε ως ουσία αβάσιμη την έφεση του εκκαλούντος- αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που έκανε δεκτή την αγωγή του αρχικώς ενάγοντος και αφού αναγνώρισε την κυριότητά του επί του επιδίκου ακινήτου διέταξε την διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα οικεία βιβλία του κτηματολογικού γραφείου Σπατών, ώστε να καταχωρηθεί ο αρχικώς ενάγων ως δικαιούχος του εγγραπτέου δικαιώματος της κυριότητας επ' αυτού.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ του πλαγίου, τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των από 3/22-2-1830, 4/16-6-1830 και 19.6/1-7-1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου, των ερμηνευτικών των εν λόγω Πρωτοκόλλων κειμένων των τριών προστάτιδων δυνάμεων, και της από 9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως, καθώς και τις διατάξεις του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου των νόμων 8 παρ.1 Κωδ. (7.39), 9 παρ.1 Βασ. (50.14), 2 παρ.20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ.1 Πανδ. (18.1), 7 παρ.3 Πανδ. (23.3), των άρθρων 1,2,3 του β.δ.
της 17/29.11.1836 "περί ιδιωτικών δασών", των άρθρων 18 και 21 του νόμου της 21.6/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", τις διατάξεις του ν. ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτό το νόμο και του άρθρου 21 του ν.δ/τος της 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", και των περί έκτακτης χρησικτησίας διατάξεων 974, 976, 1045 και 1051 του Α.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στη νομική σκέψη, που προηγήθηκε και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σε αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης της κυριότητας του ένδικου ακινήτου από τον αρχικώς ενάγοντα τόσο με παράγωγο τρόπο όσο και με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία), κατά τις διατάξεις του ΒΡΔ και του ΑΚ και της μη απόδειξης ότι το επίδικο περιήλθε ποτέ στην κυριότητα του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου ως δάσος, ή με χρησικτησία, ή αδέσποτο, καθόσον ανέκαθεν είχε αγροτικό και όχι δασικό χαρακτήρα, επί του οποίου ο ενάγων και οι δικαιοπάροχοί του άσκησαν πράξεις νομής με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, κατά τις πιο πάνω, διακρίσεις.
Συνεπώς, οι πρώτος και τρίτος λόγοι της αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Ειδικότερα, οι διαλαμβανόμενες στο πρώτο αναιρετικό λόγο αιτιάσεις ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις άνω διατάξεις τις οποίες ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα δεχθέν ότι το επίδικο ακίνητο ευρισκόμενο στην Αττική δεν κατακτήθηκε με όπλα αλλά ως μη δασική έκταση παραχωρήθηκε στο Ελληνικό Κράτος με τις αναφερόμενες συνθήκες και κατόπιν σχετικών συμφωνιών μεταξύ των ελληνικών και των τουρκικών αρχών και ότι το έτος 1829 ο κυρίαρχος Σουλτάνος είχε εκδώσει θέσπισμα με το οποίο παρεχώρησε δωρεάν στους Αθηναίους την κυριότητα των ήδη κατεχομένων απ' αυτούς ακινήτων της Αττικής και ως εκ τούτου το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο δεν έγινε καθολικός διάδοχος του Τουρκικού κράτους, απορρίπτοντας τους σχετικούς ισχυρισμούς του, ότι δηλαδή οι γαίες που ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο και ευρισκόταν κατά το χρόνο διακηρύξεως της ανεξαρτησίας του νέου ελληνικού κράτους εντός εδαφών τελούντων υπό στρατιωτική κατοχή , αλλά εν συνεχεία παραχωρηθέντων βάσει τη Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως στην ελληνική κυριαρχία, όπως η Αττική, περιήλθαν βάσει της ίδιας συνθήκης στο Ελληνικό Δημόσιο και έτσι το επίδικο περιήλθε στην κυριότητά του κατά διαδοχή του Ελληνικού Κράτους, είναι κατά τα παραπάνω αναφερθέντα αβάσιμες, παρεκτός του ότι είναι απορριπτέες και ως στηριζόμενες επί εσφαλμένης προϋπόθεσης.
Και τούτο διότι το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από το ανωτέρω περιεχόμενό της έκρινε ανέλεγκτα ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα είναι τμήμα μείζονος αγροτικής έκτασης, περιελθούσης στον ενάγοντα κατά τον προαναφερόμενο τρόπο και όχι δημόσιο κτήμα (δασικό ή εξ υπαρχής αδέσποτο) η κρίση του δε αυτή δεν πλήττεται επιτυχώς με τον ρηθέντα αναιρετικό λόγο.
Με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως και με την επίκληση της διατάξεως του αριθμού 13 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της εσφαλμένης επιβολής του αντικειμενικού βάρους της αποδείξεως ως προς τον προταθέντα από το αναιρεσείον-εναγόμενο ισχυρισμό, περί αποκτήσεως από αυτό της κυριότητας του επιδίκου, καθώς αυτό αποτελούσε δημόσια γαία του Οθωμανικού Δημοσίου που περιήλθε στην κυριότητά του ως διάδοχό του, δυνάμει του πρωτοκόλλου του Λονδίνου της 21-1/3-2-1830 "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδας και των ερμηνευτικών αυτού πρωτόκολλων της 4/16-6-1830 και της 19-6/1-7-1830, σε συνδυασμό με τις ρυθμίσεις της από 27-6/9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως "περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος και του άρθρου 16, 18 και 21 του νόμου της 21-6/10-7-1837 περί "διακρίσεως δημοσίων κτημάτων" καθιστάμενο έκτοτε δημόσιο κτήμα που εξαιρούνταν της ιδιοκτησίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.
ΔΞΗ/1912, των διαταγμάτων που εκδόθηκαν σε εκτέλεση αυτού, του άρθρου 21 του ν.δ. της 22.4/16.5.1926 και των άρθρων 2 και 4 του αν.ν. 1539/1938, με συνέπεια να μην είναι επιτρεπτή η κτήση κυριότητας αυτού από ιδιώτη, παρά μόνο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του ΒΡΔ, συμπληρωθείσας μέχρι και την 11-9-1915, την κατάλυση της οποίας κυριότητας δεν απέδειξε ο (αρχικώς) ενάγων με τη συνδρομή των προϋποθέσεων του ΒΡΔ, ισχυρισμό τον οποίο, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο αφενός έκρινε ότι συνιστά ένσταση και αφετέρου τον έκρινε αναπόδεικτο και απορριπτέο και, στη συνέχεια, έκρινε ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν υπέπεσε στη νομική πλημμέλεια της εσφαλμένης επιβολής του αντικειμενικού βάρους της αποδείξεως, καθόσον ο ισχυρισμός αυτός περί ιδίας κυριότητας σύμφωνα με όσα στην οικεία νομική σκέψη αναφέρονται συνιστά ένσταση, ως γεγονός διακωλυτικό της γενέσεως του δικαιώματος κυριότητας του ήδη αποβιώσαντος αρχικού ενάγοντος, προς αντίκρουση της εναντίον του ασκηθείσας αγωγής, και όχι αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, και επομένως τις συνέπειες του μη σχηματισμού πλήρους δικανικής πεποιθήσεως των επικαλουμένων γεγονότων ότι το επίδικο ανήκε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, τις έφερε το ενιστάμενο-αναιρεσείον και όχι ο αναιρεσίβλητος-ενάγων.
Ενόψει τούτων ο λόγος αυτός, είναι αβάσιμος.
ΙV) Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος των αναιρεσιβλήτων, το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα αυτών, τα οποία θα καταλογισθούν μειωμένα (άρθρα 176, 183, 191παρ.2 Κ.Πολ.Δ. 22 παρ.1, 3 του ν.3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμός 18 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., όπως τούτο ισχύει μετά την έκδοση της Κ.Υ.Α. 134423ΟΙΚ./08.12.1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (Φ.Ε.Κ. Β` 11/20.01.1993) που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 5παρ.12 του ν. 1738/1987). κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 16-11-2021 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της υπ' αριθ. 6795/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό διακοσίων ενενήντα τριών (293) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Μαρτίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Μαρτίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ