Legislator Case Law & Legislation
541/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding free evaluation of evidence and expert reports.

Case Number 541/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision regarding a will's validity. The appellant argued the expert report was unreliable and failed to examine the testator's mental state, but the court held that evidence evaluation is a matter for the trial court. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible because it challenged the court's free assessment of facts rather than a legal error.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court's review is limited to legal errors, not the free evaluation of evidence or expert reports by the court of first instance.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal free evaluation of evidence expert report reliability mental capacity assessment will validity code of civil procedure appellate review limits

Cited Legislation

AI generated
Article 559, paragraphs 10, 12, and 13 of the Code of Civil Procedure
Article 561, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 541 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 541/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή-Εισηγήτρια, Γεώργιο Παπανδρέου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 27 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Π. του Γ. και Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κυριακή Κουφοπούλου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Λ. - Τ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Κωνσταντίνου Θεοδωρόπουλου και κατέθεσε προτάσεις, 2) Π.-Λ. Π. του Σ. και Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Θεοδωρόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-2-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1493/2016, 4798/2017 μη οριστικές, 1609/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6585/2019 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18-2-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Ο αναιρεσείων είχε ασκήσει στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών την από 27-2-2015 αγωγή του, που ζητούσε (κατ' εκτίμηση του αιτητικού) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 29-7-2012 ιδιόγραφης διαθήκης του αδελφού του Φ. Π., που είχε αποβιώσει την 3-10-2012, α)γιατί δεν είχε γραφεί και υπογραφεί από το διαθέτη και β)γιατί ο τελευταίος κατά τη σύνταξή της δεν είχε συνείδηση των πράξεών του.

Το πιο πάνω δικαστήριο είχε δικάσει για την υπόθεση αυτή αντιμωλία των ήδη αναιρεσίβλητων-εναγόμενων και του ένα του εναγόμενου και ερήμην των λοιπών εναχθέντων που δεν είναι τώρα διάδικοι. Με την 1493/2016 απόφασή του (το δικαστήριο εκείνο, μεταξύ άλλων) απέρριψε την αγωγή ως προς τον 9ο εναγόμενο λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης και διέταξε το χωρισμό των αντικειμενικά σωρευθεισών στο ίδιο δικόγραφο πιο πάνω αγωγών.

Στη συνέχεια, ο αναιρεσείων, παραιτήθηκε από την κατά τα ως άνω σωρευθείσα αγωγή για αναγνώριση της ακυρότητας της διαθήκης, επειδή φερόταν ότι δεν ήταν γραμμένη και υπογεγραμμένη από το διαθέτη. Η παραίτηση αυτή έγινε με την κλήση του αναιρεσείοντος στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την 4798/2017 απόφασή του, που εκδόθηκε αντιμωλία των νυν αναιρεσιβλήτων και ερήμην των λοιπών εναγόμενων αφού δέχθηκε (με οριστική διάταξη) τεκμήριο ομολογίας της αγωγής για τους ερημοδικασθέντες εναγόμενους, οι οποίοι συνδέονται με απλή ομοδικία με τις (αντιμωλία δικασθείσες) αναιρεσίβλητες, στη συνέχεια διέταξε ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη.

Το ίδιο δικαστήριο με την 1609/2019 οριστική απόφασή του ως προς αυτές (αναιρεσίβλητες) απέρριψε κατ' ουσία την αγωγή. Το δε Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη, 6585/2019 απόφασή του απέρριψε στην ουσία την έφεση του αναιρεσείοντος κατά των πρωτόδικων αποφάσεων 4798/2017 και 1609/2019.

ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ. 8α ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια αυτή νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση (επομένως στηρίζουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι οι ισχυρισμοί των διαδίκων που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε και η επίκληση αποδεικτικού μέσου ή του περιεχομένου του.

Εξάλλου, κατά το αρθ. 559 αρ. 10 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Στην προκειμένη περίπτωση, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 8α και 10 ΚΠολΔ, αναφέρεται στη μη λήψη υπόψη από το Εφετείο: 1)Του δικαστικού τεκμηρίου σε βάρος των αναιρεσίβλητων, ότι (εκτός από αυτούς) όλοι οι εναγόμενοι αποδέχθηκαν ότι ο διαθέτης δεν ήταν σε θέση να συντάξει διαθήκη, 2)των καταθέσεων των μαρτύρων, της ομολογίας της αγωγής από όλους τους κληρονόμους, εκτός των αντιδίκων και 3)της βεβαίωσης του νοσοκομείου περί του ότι δεν ακολουθήθηκε η προβλεπόμενη από το νοσοκομείο διαδικασία για τη σύνταξη διαθήκης, είναι απαράδεκτος, καθόσον η επίκληση των προαναφερομένων αποδεικτικών μέσων δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 και 10ΚΠολΔ.

ΙΙΙ. Κατά τον αρ. 11γ του παραπάνω άρθρου αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τα άρθρα 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα απ' τους διαδίκους.

Επίσης, ο από τον αρ. 20 του ίδιου άρθρου λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, δηλαδή ισχυρισμού που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.

Ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων θεμελιώνει τον πιο πάνω λόγο αναίρεσης, θεωρούνται τα αναφερόμενα στα άρθρα 339 και 432 ΚΠολΔ ως αποδεικτικά μέσα και μπορεί να είναι είτε ιδιωτικά, είτε δημόσια και χρησιμεύουν προς άμεση ή έμμεση απόδειξη και προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Επομένως, δεν αποτελούν έγγραφα με την έννοια των παραπάνω άρθρων, εκείνα στα οποία αποτυπώνονται άλλο αποδεικτικό μέσο, όπως είναι τα πρακτικά συνεδρίασης που περιέχουν καταθέσεις μαρτύρων.

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, μέρος α', υποστηρίζει ότι το Εφετείο υπέπεσε στην υπ' αρ. 11γ πλημμέλεια, διότι δεν έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις των μαρτύρων Α. Π. και Σ. Π., (απόδειξης και ανταπόδειξης αντίστοιχα), που περιέχονται στα 1493/2016 πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.

Ο λόγος κατά το μέρος αυτό είναι αβάσιμος, καθόσον (ρητά) μνημονεύεται στην αρχή του αποδεικτικού πορίσματος της προσβαλλόμενης απόφασης ότι έγινε επανεκτίμηση των καταθέσεων των παραπάνω μαρτύρων, η λήψη υπόψη των οποίων καθίσταται αδιστάκτως βέβαιη, (και) από όλο το περιεχόμενο της απόφασης. Περαιτέρω, με τον ίδιο λόγο, μέρος β', ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο και την υπ' αρ. 20 πλημμέλεια, γιατί ισχυρίζεται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραμόρφωσε τα πρακτικά συνεδρίασης 1222/2013 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (τμ.

Διαθηκών) και τα πιο πάνω 1493/2016 του πρωτόδικου δικαστηρίου (Πολ. Πρ. Αθ.), σε σχέση με τις περιεχόμενες σε αυτά καταθέσεις μαρτύρων. Ο λόγος, κατά το β' μέρος του, είναι απαράδεκτος καθόσον, τα πρακτικά συνεδρίασης δεν είναι έγγραφα κατά την έννοια του αρ. 20 του άρθ. 559 ΚΠολΔ αφού σε αυτό αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο και δη οι καταθέσεις των μαρτύρων.

IV. Ο από τον αρ. 12 του πιο πάνω άρθρου λόγος αναίρεσης της παραβίασης των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσδίδει σε αποδεικτό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που προσδίδει σ' αυτό ο νόμος, ενώ δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο, συνεκτιμώντας, ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα κατά νόμο αποδεικτικά μέσα.

Ωσαύτως, κατά τον αρ. 13 του άνω άρθρου, ως εσφαλμένη εφαρμογή των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης, που θεμελιώνει λόγο αναίρεσης, νοείται η παρά τους ορισμούς του άρθρου 338 ΚΠολΔ κατανομή του (υποκειμενικού) βάρους απόδειξης, που προϋποθέτει την έκδοση παρεπίπτουσας απόφασης περί απόδειξης.

Τέτοια απόφαση δεν εκδίδεται, μετά την κατάργηση του άρθρου 341ΚΠολΔ, με το άρθρο 5 του ν. 2195/2001, από τα δικαστήρια της ουσίας, ενώπιον των οποίων, σύμφωνα με το άρθρο 270 παρ. 7 ΚΠολΔ, όπως αντικ/κε με το άρθρ. 12 ν. 2915/2001 και τυγχάνει εφαρμογής και στη δευτεροβάθμια δίκη, η οριστική απόφαση εκδίδεται με βάση τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι έχουν προσκομίσει και τις αποδείξεις που έχουν διεξαχθεί στο ακροατήριο.

Σε κάθε όμως περίπτωση, και αν ήθελε γίνει δεκτό, ότι μετά την κατάργηση της προδικαστικής, οπότε, η έννοια του υποκειμενικού βάρους απόδειξης απώλεσε τη σημασία της, α από τον αρ. 13 αναιρετικός έλεγχος περιορίζεται μόνο στην παραβίαση του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, (που καθορίζει το διάδικο που φέρει τις συνέπειες της μη πλήρους απόδειξης των κρίσιμων για τη θεμελίωση του ισχυρισμού του περιστατικών), ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης καθίσταται απαράδεκτος, όταν με αυτόν, υπό την επίκληση της ως άνω διάταξης, πλήττεται η εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας πραγματικών γεγονότων η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (αρθρ. 561 παρ. 1ΚΠολΔ).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο (τελευταίο) λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 10, 12 και 13 ΚΠολΔ, ψέγει το Εφετείο, διότι έκρινε ως αξιόπιστη την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Γ. Δ., ο οποίος δεν τον κάλεσε για να λάβει πληροφορίες ως προς την κατάσταση της υγείας του διαθέτη, ούτε τον ενημέρωσε ότι ο τεχνικός σύμβνουλος που είχε διορίσει ο ίδιος (αναιρεσείων) δεν ανταποκρίθηκε, λόγω φόρτου εργασίας, χωρίς να κληθεί εκ νέου, ούτε κάλεσε τους θεράποντες ιατρούς του διαθέτη που θα μπορούσαν να βεβαιώσουν για το αν ο τελευταίος ήταν ικανός να συντάξει διαθήκη, με αποτέλεσμα η πιο πάνω έκθεση να είναι μονοσήμαντη και, ως εκ τούτου, δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη και να γίνει δεκτή από το δικαστήριο της ουσίας.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, ως προς όλες τις αποδιδόμενες αιτιάσεις, καθόσον η πραγματογνωμοσύνη, ακόμη και αν έχει ανακρίβειες ή εσφαλμένες κρίσεις ή δεν λήφθηκαν υπόψη από τον πραγματογνώμονα κρίσιμα αποδεικτικά στοιχεία, εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, στο οποίο εναπόκειται συνεκτιμώντας και τις λοιπές αποδείξεις να της προσδώσει την προσήκουσα αποδεικτική βαρύτητα, χωρίς να υποχρεούται να αιτιολογήσει ειδικά την κρίση του γι' αυτή του την εκτίμηση.

V. Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς διερεύνηση, πρέπει: 1)Η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί, 2)το παράβολο να εισαχθεί στο Δημόσιο Ταμείο και 3)να επιβληθούν στον ηττώμενο αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή του αιτήματός τους, (άρθρα 176, 183, 191, παρ. 2, 495 παρ. 3ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-2-2020 αίτηση του Π. Π. για αναίρεση της 6585/2019 απόφασης του Εφετείου (Τριμελούς) Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου.

Και

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, το ποσό των οποίων ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια ευρώ (2700).

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 27 Απριλίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ