Supreme Court dismisses appeal claiming lower court distorted medical expert report in labor injury compensation case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision regarding labor injury compensation. The appellant argued the appellate court distorted witness testimony and a specific medical report issued by the National Organization for Maritime Safety. The court ruled that the lower court correctly interpreted the documents and reached a different factual conclusion based on a holistic assessment of all evidence, which is not subject to appellate review.
Legislator headnote
AI generatedArticles 561, 564, 566, 577 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court does not re-evaluate evidence but checks for procedural errors, and a different factual finding based on correct document interpretation does not constitute an appealable error.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 541 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 541/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη - Εισηγητή, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 22 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Α. του Α., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αριστείδη Τσαβδαρίδη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: ναυτικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Τζήμα, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/7/2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3674/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 438/2017 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6/11/2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, με την υπό κρίση από 6ης Νοεμβρίου 2018 αίτηση διώκεται η αναίρεση της υπ' αριθμόν 438/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Αρχικώς ο αναιρεσείων άσκησε κατά της καθ' ης ναυτικής εταιρίας την από 14ης Ιουλίου 2014 αγωγή, με την οποία, επικαλούμενος ότι είχε απασχοληθεί δυνάμει συμβάσεως ναυτολογήσεως ως ναυτόπαις του επιβατηγού - τουριστικού πλοίου "..." πλοιοκτησίας της καθ' ης, εζήτησε την επιδίκαση αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω εργατικού ατυχήματος, μισθού ασθενείας και διαφοράς δεδουλευμένων αποδοχών.
Εξεδόθησαν η υπ' αρ. 3674/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία απερρίφθη κατ' ουσίαν η αγωγή, και, κατόπιν ασκήσεως της από 10ης Νοεμβρίου 2015 εφέσεως του αναιρεσείοντος, η προαναφερομένη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, αντιμωλία των διαδίκων, με την οποία απερρίφθη η έφεση ως προς τα κεφάλαια της εκκαλουμένης αποφάσεως τα αφορώντα την αποζημίωση, την χρηματική ικανοποίηση και τον μισθό ασθενείας, ενώ έγινε δεκτή ως προς το κεφάλαιο το αφορών την διαφορά των δεδουλευμένων αποδοχών, ως προς το οποίο και έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή μετά μερική εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως.
Εν συνεχεία ο αναιρεσείων άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως. Η εν λόγω αίτηση έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 552, 553, 556, 558, 564 και 566 ΚΠολΔ, και πρέπει, κατά την διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 66 ΚΙΝΔ και 38 ΕισΝΑΚ ορίζεται αντιστοίχως: "Ο ναυτικός ασθενήσας, δικαιούται εις μισθόν και νοσηλεύεται δαπάναις του πλοίου, εάν δε η σύμβασις ναυτολογήσεως λυθή λόγω της ασθενείας και νοσηλεύεται ούτος εκτός του πλοίου, δικαιούται εις τα νοσήλια και εις μισθόν εφ' όσον διαρκεί η ασθένεια, ουχί όμως πέραν των τεσσάρων μηνών.
Αι ανωτέρω διατάξεις εφαρμόζονται και επί ατυχημάτων εκ βιαίου συμβάντος, εάν δε ο ναυτικός υπέστη εξ αυτών ανικανότητα προς εργασίαν, ως και εν περιπτώσει θανάτου αυτού, εφαρμόζονται και αι ειδικαί διατάξεις περί αποζημιώσεως των εξ ατυχημάτων εν τη εργασία παθόντων. Προς υπολογισμόν των κατά το παρόν άρθρον απαιτήσεων επιτρέπεται να συνομολογείται ειδικός μισθός" και "Εξακολουθούν να ισχύουν και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα όλοι οι νόμοι και τα διατάγματα που αφορούν συλλογικές συμβάσεις εργασίας, καταγγελία συμβάσεων εργασίας ιδιωτικών υπαλλήλων, εργατών, υπηρετών, τεχνιτών, την πληρωμή ή τις κρατήσεις μισθών και ημερομισθίων τους, τις ώρες και τα χρονικά όρια εργασίας, την ανάπαυση της Κυριακής, τα εργατικά ατυχήματα, την ασφάλεια και την υγιεινή των εργαζομένων, τη θέση τους σε περίπτωση επιστράτευσης ή άλλοι ειδικοί νόμοι που αφορούν τη σύμβαση εργασίας", από δε τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3 και 16 παρ. 1 Ν. 551/1914 "Περί ευθύνης προς αποζημίωσιν των εξ ατυχήματος εν τη εργασία παθόντων εργατών ή υπαλλήλων" (Φ.Ε.Κ.
Α' 11/8 Ιανουαρίου 1915), ο οποίος, τροποποιηθείς ως προς επί μέρους διατάξεις αυτού δια των Ν. 2114/1920 ""Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του νόμου ΒΩΜΑ" (Φ.Ε.Κ. Α' 67/18 Μαρτίου 1920) και 2193/1920 "Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως διατάξεων εργατικών τινών νόμων" (Φ.Ε.Κ. Α' 129/13 Ιουνίου 1920), έχει κωδικοποιηθεί δια του Β.Δ.
της 24ης Ιουλίου/25ης Αυγούστου 1920 "Περί κωδικοποιήσεως των νόμων περί ευθύνης προς αποζημίωσιν των εξ ατυχήματος εν τη εργασία παθόντων εργατών ή υπαλλήλων" (Φ.Ε.Κ. Α' 191/25 Αυγούστου 1920) δυνάμει εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 11 Ν. 2193/1920 και διατηρηθείς εν ισχύι συμφώνως προς την προαναφερομένη διάταξη του άρθρου 38 ΕισΝΑΚ, εφαρμόζεται επί των ατυχημάτων των ναυτικών κατά την ως άνω διάταξη του άρθρου 66 ΚΙΝΔ, ορίζονται αντιστοίχως τα εξής: "Ατύχημα εκ βιαίου συμβάντος, επερχόμενον εις εργάτην ή υπάλληλον των εν τω άρθρω 2 εργασιών και επιχειρήσεων, εν τη εκτελέσει της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής, παρέχει εις τα κατά τας διατάξεις του παρόντος νόμου δικαιούμενα πρόσωπα δικαίωμα αποζημιώσεως απέναντι του κυρίου της επιχειρήσεως, εάν η εις τον παθόντα εκ του ατυχήματος προελθούσα διακοπή της εργασίας διήρκεσε πλέον των τεσσάρων ημερών, εξαιρουμένης μόνον της περιπτώσεως καθ' ην ο παθών εκ προθέσεως προεκάλεσε το επελθόν ατύχημα", "Εις την κατά το άρθρον 1 αποζημίωσιν υποχρεούνται: ...
οι κύριοι επιχειρήσεων μεταφοράς δια γης ή ύδατος ..." και "Η κατά το άρθρ. 1 αποζημίωσις: 1. Εν περιπτώσει πλήρους διαρκούς ανικανότητος περιλαμβάνει εξ (6) ετών μισθούς και δεν είναι κατωτέρα των πέντε χιλιάδων δραχμών, εάν δε το σύνολον των μισθών των εξ (6) ετών υπερβαίνη τας δέκα χιλιάδας δραχμάς, προστίθεται εις το ποσόν των δέκα χιλιάδων δραχμών το εν τέταρτον της τοιαύτης υπερβάσεως. 2.
Εν περιπτώσει μερικής διαρκούς ανικανότητος περιλαμβάνει το εξαπλάσιον του ποσού καθ' ο ηλαττώθη ή δύναται να ελαττωθή το ετήσιον εκ μισθού εισόδημα του παθόντος, ουδέποτε δε είναι ολιγώτερον των δραχμών χιλίων πεντακοσίων. Επί ελαττώσεως δε υπερβαινούσης τας πέντε χιλιάδας δραχμάς προστίθεται εις το ποσόν των πέντε χιλιάδων το εν τέταρτον της τοιαύτης υπερβάσεως. 3.
Εν περιπτώσει πλήρους προσκαίρου ανικανότητος, μη παρατεινομένης πέρα των δύο ετών είναι ημερησία και ίση προς το ήμισυ του μισθού τον οποίον ελάμβανεν ο παθών κατά την ημέραν του ατυχήματος. Καταβάλλεται δε από της πέμπτης μετά το ατύχημα ημέρας ή από της ημέρας του ατυχήματος, προκειμένου περί ανικανότητος διαρκεσάσης πλέον των δέκα ημερών.
Μετά την παρέλευσιν των δύο ετών η ανικανότης θεωρείται διαρκής και το καταβληθέν λόγω προσκαίρου ανικανότητος ποσόν εκπίπτεται εκ του ποσού της δια διαρκή ολικήν ανικανότητα, κατά τον παρόντα νόμον, προσηκούσης αποζημιώσεως. 4. Εν περιπτώσει μερικής προσκαίρου ανικανότητος, μη παρατεινομένης πέρα των δύο ετών είναι ημερησία και ίση προς το ήμισυ της ελαττώσεως την οποίαν εξ αυτής υφίσταται ή δύναται να υποστή ο μισθός ον ελάμβανεν ο παθών κατά την ημέραν του ατυχήματος, καταβάλλεται δε από της πέμπτης μετά το ατύχημα, ημέρας ή από της ημέρας του ατυχήματος, προκειμένου περί ανικανότητος διαρκεσάσης πέρα των δέκα ημερών.
Μετά την παρέλευσιν των δύο ετών η ανικανότης θεωρείται ως διαρκής και το καταβληθέν λόγω προσκαίρου ανικανότητος ποσόν εκπίπτεται εκ του ποσού της δια διαρκή μερικήν ανικανότητα, κατά τον παρόντα νόμον προσηκούσης αποζημιώσεως. 5. Εν περιπτώσει θανάτου περιλαμβάνει πέντε ετών μισθούς, ουδέποτε δε ολιγώτερον των έξι χιλιάδων δραχμών.
Εάν το σύνολον των μισθών των πέντε ετών υπερβαίνη τας δέκα χιλιάδας δραχμάς προστίθεται εις το ποσόν των δέκα χιλιάδων δραχμών το εν τέταρτον της τοιαύτης υπερβάσεως" και "Οι παθόντες εξ ατυχήματος του άρθρ. 1, δυναμένου ν' αποδοθή εις δόλον του εργοδότου ή του υπ' αυτού προστηθέντος προσώπου, ως και τα αντ' αυτών κατά τας διατάξεις του άρθρ. 6 δικαιούμενα πρόσωπα έχουσι το εκλεκτικόν δικαίωμα ν' ασκώσι είτε την εκ του παρόντος νόμου είτε την εκ του κοινού Αστικού Δικαίου προσήκουσαν αυτοίς προς αποζημίωσιν αξίωσιν.
Το αυτό ισχύει και διά την περίπτωσιν καθ' ην το ατύχημα επήλθεν εν εργασία ή επιχειρήσει εν η δεν ετηρήθησαν αι διατάξεις ισχυόντων νόμων, διαταγμάτων, ή κανονισμών περί των όρων ασφαλείας και ένεκα της μη τηρήσεως τούτων", ενώ τα ως άνω κατώτατα και ανώτατα όρια της αποζημιώσεως του άρθρου 3, αναπροσαρμοσθέντα αρχικώς δια της διατάξεως του άρθρου 1 Ν. 4705/1930 "Περί τροποποιήσεως του Β.Δ. "περί κωδικοποιήσεως των νόμων περί ευθύνης προς αποζημίωση των εξ ατυχήματος εν τη εργασία παθόντων εργατών ή υπαλλήλων, ως και του νόμου ΒΩΜΑ περί ταμείου μεταλλευτών και των τροποποιησάντων αυτόν μεταγενέστερων νόμων και διαταγμάτων"" (Φ.Ε.Κ.
Α' 160/14 Μαΐου1930) και εν συνεχεία δια των Κοινών Αποφάσεων 20240/1778/6 Μαρτίου 1968 των Υπουργών Οικονομικών, Δημοσίων Έργων, Συγκοινωνιών, Εμπορικής Ναυτιλίας και Εργασίας (Φ.Ε.Κ. Β' 134/18 Μαρτίου 1968) και 15231/873/3 Απριλίου 1974 των Υπουργών Οικονομικών, Απασχολήσεως, Δημοσίων Έργων, Μεταφορών και Επικοινωνιών και Εμπορικής Ναυτιλίας (Φ.Ε.Κ.
Β' 402/9 Απριλίου 1974), εκδοθεισών κατά νομοθετική εξουσιοδότηση του άρθρου 7 εδ. α' Ν. 1224/1944 "Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως της περί προσωπικού ξενοδοχείων ύπνου νομοθεσίας και άλλων τινών διατάξεων" (Φ.Ε.Κ. Α' 37/26 Φεβρουαρίου 1944), ορίζονται πλέον από την Κοινή Απόφαση των Υφυπουργών Οικονομικών, Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Εμπορικής Ναυτιλίας και Μεταφορών και Επικοινωνιών 12406/5 Αυγούστου 1998 (Φ.Ε.Κ.
Β' 884/19 Αυγούστου 1998), εκδοθείσα βάσει της αυτής νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως, στα ποσά των τριακοσίων πενήντα χιλιάδων δραχμών (1027,15 ευρώ) και ενός εκατομμυρίου δραχμών (2934,70 ευρώ) αντιστοίχως. Αφ' ετέρου, από τις διατάξεις των άρθρων 914, 922 και 932 εδ. α' και γ' ΑΚ, ορίζεται αντιστοίχως: "'Οποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει", "Ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μια υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του" και "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. ...
Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική αυτή ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Όπως προκύπτει από τις προπαρατεθείσες διατάξεις, ναυτεργατικό ατύχημα εκ βιαίου συμβάντος, το οποίο ιδρύει δικαίωμα αποζημιώσεως κατά τις ως άνω διακρίσεις του άρθρου 3, συνιστά και η πρόκληση μερικής ή ολικής ανικανότητος προς εργασία του ναυτικού, η οποία διήρκεσε πλέον των τεσσάρων ημερών, συνεπεία εκτάκτως και αιφνιδίως επενεργήσαντος εξωτερικού αιτίου κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής, ασχέτου προς την σύσταση και την βαθμιαία και προοδευτική εξασθένηση και φθορά του οργανισμού του παθόντος και τους δυσμενείς εγγενείς της ναυτικής εργασίας όρους (ΑΠ 1000/2018).
Εάν η εν λόγω ανικανότης είναι ολική και διήρκεσε πλέον των δύο ετών, η οφειλομένη αποζημίωση περιλαμβάνει τους μισθούς έξι ετών και δεν δύναται να υπολείπεται των 1027,15 ευρώ, εάν δε υπερβαίνει το ποσόν των 2934,70 ευρώ, προστίθεται επί του ποσού τούτου το τέταρτο της υπερβάσεως. Η ευθύνη του εργοδότη (πλοιοκτήτη - εφοπλιστή) ως προς την εν λόγω αποζημίωση είναι αντικειμενική, ανεξαρτήτως πταίσματος, ενώ, εάν το ατύχημα προήλθε εκ δόλου αυτού ή των προστηθέντων του ή συνδέεται αιτιωδώς προς την μη τήρηση διατάξεων ισχυόντων νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών περί των όρων ασφαλείας των εργαζομένων, δύναται να ασκηθεί η περί αποζημιώσεως αγωγή διαζευκτικώς, βάσει είτε του άρθρου 3 Ν. 551/1914 είτε των άρθρων 914 και 922 ΑΚ, άλλως, εάν δεν συντρέχει περίπτωση δόλου ή μη τηρήσεως των νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών περί των όρων ασφαλείας, δύναται να ασκηθεί η αγωγή αποζημιώσεως μόνον βάσει του Ν. 551/1914. 'Οταν δε η ζημιογόνος συμπεριφορά συνίσταται σε παράλειψη, πταίσμα υφίσταται και γεννάται εντεύθεν υποχρέωση αποζημιώσεως, μόνον εφ' όσον συνέτρεχε υποχρέωση του παραλείψαντος προς ενέργεια της παραλειφθείσης πράξεως βάσει του νόμου ή δικαιοπραξίας ή της καλής πίστεως κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη ιδίως εάν από προηγηθείσα συμπεριφορά του υπαίτιου είχε δημιουργηθεί κατάσταση επιβάλλουσα την λήψη μέτρων προς αποτροπή του απειλουμένου κινδύνου.
Εκτός της εν λόγω αποζημιώσεως του Ν. 551/1914 ή του ΑΚ, δύναται να επιδικασθεί υπέρ του παθόντος και χρηματική ικανοποίηση υπό την προϋπόθεση ότι υφίσταται πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων αυτού υπό μορφή είτε δόλου είτε αμελείας ως προς την τήρηση όρων επιβαλλομένων τόσον από ειδική διάταξη νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών όσον και από την κοινή αντίληψη, την καλή πίστη, την υποχρέωση προνοίας και την απαιτουμένη επιμέλεια κατά τις συναλλαγές.
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση συγχωρείται εάν η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως και ιδίως εάν στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες επί ζητήματος ασκούντος ουσιώδη επιρροή ως προς την έκβαση της δίκης. Τούτο συμβαίνει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται παντελώς πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, τα οποία απαιτούνται προς εφαρμογή της εφαρμοσθείσης διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου, ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους.
Εν προκειμένω, από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο εδέχθη τα εξής: "Ο ενάγων απογεγραμμένος έλληνας ναυτικός με αριθμό μητρώου ... κατάρτισε σύμβαση ναυτικής εργασίας με την εναγόμενη εταιρία πλοιοκτήτρια του υπό ελληνική σημαία ε/γ-τ/ρ πλοίου "...", κ.ο.χ. 199,97 στο οποίο ναυτολογήθηκε την 3-5-2011 με την ειδικότητα του ναυτόπαιδα αντί κλειστού μηνιαίου μισθού 1.200 ευρώ.
Το πλοίο αυτό εκτελούσε καθημερινά τουριστικούς πλόες πέριξ της νήσου Ζακύνθου όπως και την επόμενη της ναυτολόγησης του ενάγοντα, την 4-5-2011, κατά την οποία το πλοίο επέστρεψε στο ορισμένο σημείο ελλιμενισμού του περί ώρα 17.00 και αφού προσδέθηκε, αποχώρησε ο πλοίαρχος προκειμένου να θεωρήσει το ημερολόγιο του πλοίου στο Λιμεναρχείο.
Ο ενάγων και ο Β. Φ., ναυτολογημένος ως ναύτης στο ίδιο πλοίο ασχολήθηκαν με την ασφαλέστερη πρόσδεση του πλοίου και όταν ο πρώτος ανέβηκε στο πλαγιοδετημένο δίπλα στο "..." πλοίο "..." για να δώσει κάβο στον δεύτερο ώστε να προσδεθεί το πλοίο χιαστί, βρέθηκε στη θάλασσα από ύψος περίπου ενάμιση μέτρων, στη συνέχεια ωστόσο βγήκε μόνος του στην ξηρά και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο Ζακύνθου όπου υποβλήθηκε σε εξετάσεις και σύμφωνα με τις καταθέσεις των μαρτύρων ανταπόδειξης εξήλθε αυθημερόν καθώς δεν διαπιστώθηκε κάποιο πρόβλημα σ' αυτόν απότοκο της πτώσης του ωστόσο το βράδυ της ίδιας ημέρας παραπονέθηκε για ζάλη και ο πλοίαρχος τον μετέφερε εκ νέου στο νοσοκομείο όπου παρέμεινε μέχρι την 10-5-2011 και εξήλθε με αναρρωτική άδεια δέκα πέντε ημερών.
Από τις προσκομισθείσες από την εναγόμενη ένορκες βεβαιώσεις του πλοιάρχου του πλοίου, του προαναφερόμενού Β. Φ. που είχε προταθεί από τον ενάγοντα, κατά την διεξαχθείσα από το Λιμεναρχείο Ζακύνθου, προανάκριση, ως μάρτυρας για το ένδικο περιστατικό, του Ο. Χ. ναυτικού, την ένορκη στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατάθεση της μάρτυρος Γ.
Χ. σε συνδυασμό με την από 17-3-2012 έκθεση ένορκης προανάκρισης, αποδεικτικά μέσα που δεν αντικρούονται από άλλα αντίθετα και αξιόπιστα αποδεικτικά μέσα καθώς ο ενάγων προς απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών του προσκόμισε την ένορκη βεβαίωση του Σ. Τ. ο οποίος δεν έχει προσωπική αντίληψη του ένδικου περιστατικού αλλά εκθέτει όσα του διηγήθηκε ο ίδιος ο ενάγων, σ' αντίθεση με τους μάρτυρες της εναγόμενης που έχουν άμεση και προσωπική αντίληψη για όσα καταθέτουν, αφού μεταξύ αυτών είναι ο πλοίαρχος και μέλος του πληρώματος καταστρώματος καθώς και ο άνω Ο.
Χ., ναυτικός και συγχωριανός του ενάγοντα, ο οποίος μάλιστα είχε μεσολαβήσει στην πλοιοκτήτρια εταιρία για να τον προσλάβει, αποδείχθηκε ότι την 4-5-2011 ο ενάγων κατά την πρόσδεση του πλοίου της εναγόμενης ήτοι κατά την εκτέλεση της εργασίας που του είχε ανατεθεί έπεσε στη θάλασσα από το κατάστρωμα του πλοίου "..." από ύψος περίπου ενάμιση μέτρων.
Η πτώση του ενάγοντα από το πλοίο αυτό στη θάλασσα δεν αμφισβητείται από κανέναν μάρτυρα, μάλιστα στην ένορκη βεβαίωσή του ο πλοίαρχος Π. Κ., επιβεβαιώνει την πτώση ως γεγονός και συνεχίζει καταθέτοντας ότι η εργασία που έκαναν, η πρόσδεση του πλοίου κατά τον άνω αναφερόμενο τρόπο ήταν πολύ απλή, συνηθισμένη και στα πλαίσια των καθηκόντων του πληρώματος καταστρώματος του πλοίου, ενώ και στην 5262/2015 ένορκη βεβαίωσή του ο έτερος ναυτόπαις Β.
Φ. με τον οποίο από κοινού εκτελούσαν την εργασία πρόσδεσης του πλοίου επιβεβαιώνει την πτώση και σαφώς την σύμφωνα με τα καθήκοντά τους εκτέλεση της εν λόγω εργασίας. Ουδείς εξ αυτών επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό της εναγόμενης ότι ο ενάγων αποφάσισε με δική του πρωτοβουλία να προσδεθεί το πλοίο χιαστί-σπρινγκ, ούτε θα μπορούσε άλλωστε να έχει τέτοια πρωτοβουλία αφού είχε ναυτολογηθεί μόλις την προηγούμενη ημέρα με την ειδικότητα του ναυτόπαιδα μετά από μακροχρόνια απουσία από την άσκηση του ναυτικού επαγγέλματος.
Περαιτέρω, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι η πτώση του ενάγοντα οφείλεται σε δόλο της εναγόμενης και των προστηθέντων της ή στην από μέρους τους παραβίαση ισχυόντων νόμων, κανονισμών ή διατάξεων που αφορούν όρους ασφαλείας των εργαζομένων ενώ ο επικαλούμενος από τον ενάγοντα "Κανονισμός προλήψεως εργατικών ατυχημάτων" (π.δ. 1349/1981) αφορά πλοία χωρητικότητας μεγαλύτερης των 200 κ.ο.χ.
και δεν εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση αφού η χωρητικότητα του πλοίου της εναγομένης είναι 199,97 κ.ο.χ και 119,96 κ.κ.χ.. Οι δε αναφερόμενοι στην αγωγή ως παραβιασθέντες όροι ασφαλείας ήτοι αντιολισθητικά υποδήματα, ανάθεση εντολής σε λιγότερα άτομα, εποπτεία και έλεγχος του χώρου όπου εκτελείτο η ανατεθειμένη σ' αυτόν εργασία δεν προβλέπονται από ειδική διάταξη νόμου, διατάγματος ή κανονισμού αλλά επιβάλλονται από την κοινή αντίληψη, την υποχρέωση πρόνοιας και την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια.
Ωστόσο από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ότι στο πλοίο "..." στο οποίο ανέβηκε ο ενάγων για να εκτελέσει μια συνήθη και απλή εργασία, αντίστοιχη με τα εργασιακά του καθήκοντα, υπήρχαν, όπως ισχυρίζεται, λάδια, σκοινιά ή νερά τα οποία προκάλεσαν την πτώση του στη θάλασσα και αντίθετη κρίση του Δικαστηρίου δεν μπορεί να στηριχθεί με ασφάλεια στην προσκομισθείσα από τον ενάγοντα ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα ο οποίος αναπαρήγε σ' αυτήν τις πληροφορίες που του είχε δώσει ο ίδιος ο ενάγων.
Ο δε τελευταίος στην από 3-11-2011 έκθεση ένορκης εξέτασής του κατά την διάρκεια της προανάκρισης δεν καταθέτει με βεβαιότητα για το αίτιο της πτώσης του, λέγοντας χαρακτηριστικά "....πριν προλάβω να πάρω τον κάβο γλίστρησα και χτύπησα και στη συνέχεια έπεσα στη θάλασσα.... Γλίστρησα πάνω στο κατάστρωμα, δεν ξέρω αν είχε νερά ή λάδια...".
Όλοι οι λοιποί μάρτυρες με σαφή και κατηγορηματικό τρόπο αναφέρουν στις καταθέσεις τους ότι κανείς δεν μπορεί να εξηγήσει το λόγο για τον οποίο ο ενάγων βρέθηκε στη θάλασσα αποκλείοντας ομοίως κατηγορηματικά την ύπαρξη των ανωτέρω υλικών στο πλοίο "...", τα οποία σύμφωνα με την αγωγή αποτέλεσαν την αιτία της πτώσης και δεν επιβεβαιώνονται από κανένα έγγραφο ή άλλο αποδεικτικό μέσο.
Με βάση τα ανωτέρω η πτώση του ενάγοντα στη θάλασσα δεν συνιστά ατύχημα, αποδιδόμενο σε δόλο ή ειδική αμέλεια της εναγόμενης ή των προστηθέντων της όπως όλως αβάσιμα ισχυρίζεται με την αγωγή του ο ενάγων, αφού δεν αποδείχθηκαν συγκεκριμένα περιστατικά θεμελιωτικά υπαίτιας συμπεριφοράς της εναγόμενης εταιρίας ή παράβασης όρων ασφαλείας από μέρους της ή των προστηθέντων της, ούτε η αιτιώδης σύνδεση μεταξύ της πτώσης και της έλλειψης αντιολισθητικών υποδημάτων αφού υγρά στο κατάστρωμα του "..." δεν υπήρχαν, ούτε επομένως η αναφερόμενη στην αγωγή έλλειψη ελέγχου του χώρου εργασίας (του καταστρώματος) και αληθής αν υποτεθεί δεν συνδέεται αιτιωδώς με την πτώση του, ενώ τέλος αόριστα αναφέρει στην αγωγή ότι η απουσία του ναύκληρου και τρίτου ατόμου συνδέεται με την πτώση του χωρίς να εκθέτει συγκεκριμένα περιστατικά αιτιώδους συνδέσμου δεδομένου ότι, όπως αποδεικνύεται από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, η πτώση του αυτή οφείλεται σε δική του απροσεξία.
Μετά ταύτα η κρινόμενη αγωγή είναι ουσιαστικά αβάσιμη και απορριπτέα κατά την κύρια βάση της που αφορά την καταβολή αποζημίωσης του κοινού δικαίου σύμφωνα με το άρθρο 16 του ν. 551/15 και τις οικείες διατάξεις των άρθρων 914, 926, 932 Α.Κ., όπως απορριπτέα είναι και η απαίτηση για την καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ενόψει του ότι δεν αποδείχθηκε αφενός μεν ότι παραβιάστηκαν ειδικοί κανόνες ή όροι ασφαλείας κατά την εργασία του ενάγοντα στο πλοίο και κατά συνέπεια δεν θεμελιώνεται ευθύνη της εναγομένης προς αποζημίωση αυτού με βάση τις διατάξεις του κοινού δικαίου και αφετέρου δεν αποδείχθηκε η από υπαιτιότητα της εναγόμενης ή των προστηθέντων της πτώση του ενάγοντα στη θάλασσα ώστε να γεννάται ευθύνη της προς αποζημίωση της εν λόγω (ηθικής) βλάβης του, σύμφωνα και με όσα εκτίθενται στην υπό στοιχείο I σκέψη.
Θα πρέπει στη συνέχεια να ερευνηθεί η επικουρική βάση της αγωγής η οποία στηρίζεται στην αντικειμενική ευθύνη της εργοδότριας χωρίς να αίρεται από την αμέλεια του ίδιου του ενάγοντος που επέφερε την πτώση του, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στις ίδιες ως άνω σκέψεις και να ερευνηθεί περαιτέρω αν προκλήθηκαν σωματικές βλάβες στον ενάγοντα λόγω της πτώσης του στη θάλασσα, γεγονός που αμφισβητείται σφόδρα από την εναγόμενη.
Όπως εκτίθεται ανωτέρω ο ενάγων μεταφέρθηκε άμεσα στο νοσοκομείο και αφού εξετάστηκε εξήλθε την ίδια ημέρα αλλά επανήλθε βραδινές ώρες παραπονούμενος για ζάλη, προσκομίζει δυο πιστοποιητικά του ίδιου ως άνω νοσοκομείου και της ίδιας χειρουργικής κλινικής, υπογεγραμμένα από τον ίδιο γιατρό, στο ένα εξ αυτών αναγράφεται ότι ο ενάγων "...εισήχθη στην χειρουργική κλινική με κεκ-αυχεναλγία συνεπεία εργατικού ατυχήματος, εξέρχεται σήμερα 10-5-2011 με οδηγίες, χρήζει αναρρωτικής για διάστημα δέκα πέντε ημερών..." και στο έτερο πιστοποιητικό "ο ασθενής Α.
Ι. εισήλθε στην χ/ε στις 4-5-2011 εξήλθε στις 10-5-2011 ... διάγνωση αναφερόμενη κεκ-αυχεναλγία συνεπεία αναφερόμενου εργατικού ατυχήματος". Προσκομίζει περαιτέρω πιστοποιητικά από διαφορετικά νοσοκομεία εκδοθέντα καθ' όλα τα επόμενα έτη, στα οποία αναφέρονται διαφορετικές παθήσεις, οσφυαλγία, κεφαλαλγία, κάκωση ΑΜΣΣ (σπονδυλικής στήλης) και ΟΜΣΣ (οσφυϊκής μοίρας), μετατραυματικό σύνδρομο υπεύθυνο για πονοκεφάλους ενώ με την από 27-10-2015 γνωμάτευση της Ανωτάτης Υγειονομικής Επιτροπής του Ναυτικού (ΑΝΥΕ) κρίθηκε ισόβια ανίκανος για το ναυτικό επάγγελμα επειδή παρουσιάζει μεικτή, αγχώδη και καταθλιπτική διαταραχή και επίσης προσβολή κατώτερων οσφυϊκών και ιερών ριζών με ήπια μυελοπάθεια και σοβαρές λειτουργικές διαταραχές.
Από την επισκόπηση των πιστοποιητικών αυτών και ειδικότερα του έτους 2011 προκύπτει ότι διαπιστώνονται από τους γιατρούς που εξέτασαν τον ενάγοντα προβλήματα κυρίως στο κεφάλι - ζάλη, αυχεναλγία, κεφαλαλγίες, αναφέρουν ως αιτία της εξέτασης του ενάγοντα βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση, χωρίς όμως να προκύπτει αν η διάγνωση στηρίζεται σε προηγηθείσες εξετάσεις ή στην από τον ίδιο τον ενάγοντα αναφορά του ιστορικού του.
Από τα ίδια ως άνω ιατρικά πιστοποιητικά προκύπτει ότι δεν επαληθεύονται οι εν λόγω διαγνώσεις με τις απεικονιστικές εξετάσεις στις οποίες υποβλήθηκε ο ενάγων (όπως στο από 22-6-2011 πιστοποιητικό όπου αναφέρεται ότι υποβλήθηκε σε νέα CT - αξονική εγκεφάλου με φυσιολογικά ευρήματα) ενώ στο από 31-8-2011 πιστοποιητικό του νοσοκομείου "Γ.
ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ" της Θεσσαλονίκης πιστοποιείται ότι υποβλήθηκε σε δυο αξονικές απεικονίσεις και μια μαγνητική εγκεφάλου χωρίς ευρήματα, για αναφερόμενη ζάλη - κεφαλαλγία. Προσκομίζεται και το από 20-6-2011 πιστοποιητικό του ίδιου νοσοκομείου όπου διαγιγνώσκεται οσφυαλγία η οποία σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας πάθηση η οποία εμφανίζεται κυρίως είτε μετά από απότομη κίνηση ή άρση βάρους ή τέλος οφείλεται σε εκφυλιστική αλλοίωση λόγω ηλικίας ή παθήσεων των σπονδύλων.
Στα δε μεταγενέστερα, εκδοθέντα μετά το 2011, ιατρικά πιστοποιητικά διαπιστώνεται πρόβλημα στην σπονδυλική στήλη προερχόμενο από τις προαναφερόμενες αλλοιώσεις, που ωστόσο δεν είχε διαπιστωθεί κατά τις εξετάσεις του έτους 2011. Εξάλλου δεν προσκομίζει ο ενάγων ιατρικές εξετάσεις ή γνωματεύσεις κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του στο νοσοκομείο της Ζακύνθου όπου κατά τους ισχυρισμούς του νοσηλεύθηκε τραυματισθείς στη μέση, στην μέση σπονδυλική στήλη και αυχένα.
Από τα ανωτέρω αποδεικνυόμενα σε συνδυασμό με, α) ότι η πτώση στη θάλασσα του ενάγοντα έγινε από μικρό ύψος, έως ενάμιση μέτρο. Ο ίδιος στην αγωγή του αναφέρει ότι το ύψος ήταν τέσσερα μέτρα πλην όμως στην έφεσή του ανασκευάζοντας το εν λόγω στοιχείο αναφέρει ότι έπεσε από ύψος μεγαλύτερο του ενάμιση μέτρου, χωρίς άλλη περαιτέρω διευκρίνιση του ακριβούς ύψους, που είναι σημαντικά μικρότερο από εκείνο των τεσσάρων μέτρων.
Από την προσκομιζόμενη φωτογραφία του πλοίου "..." της οποίας η γνησιότητα δεν αμφισβητήθηκε, καθίσταται σαφές ότι δεν θα μπορούσε επιβαίνων στο κύριο κατάστρωμα του πλοίου να βρεθεί στη θάλασσα από ύψος τεσσάρων μέτρων καθώς φέρει προστατευτικά πλευρικά κιγκλιδώματα (ρέλια) σε ύψος πλέον των 80 εκατοστών που εμποδίζουν την τυχαία πτώση στη θάλασσα και ειδικά προσώπου που γλιστρά πριν την πτώση του.
Επομένως η πτώση μόνο από το άνοιγμα στο πλαϊνό του πλοίου μπορεί να έγινε, όπου η απόσταση από την επιφάνεια της θάλασσας είναι περίπου ενάμιση μέτρο, β) την 5261/2015 ένορκη βεβαίωση του Ο. Χ., ναυτικού καταγόμενου από το ίδιο χωριό με τον ενάγοντα, ο οποίος απερίφραστα βεβαιώνει αφενός μεν το ότι ο ενάγων και μετά το φερόμενο ατύχημά του που κατά τους ισχυρισμούς του τον έχει καταστήσει ανίκανο προς εργασία επί τέσσερα έτη, απασχολήθηκε σε αγροτικές εργασίες στον Εχίνο Ξάνθης το 2012, ως μικροπωλητής στη Βέροια το 2013 ενώ από κοινού το έτος 2014 αναζήτησαν εργασία σε ναυτικές εταιρίες στον Πειραιά, αφετέρου δε ότι όπως ο ίδιος ο ενάγων του έχει εκμυστηρευτεί προφασίζεται πως έχει πρόβλημα υγείας για να κυνηγήσει τον πλοιοκτήτη και να πάρει αποζημίωση ενώ στην έφεσή του ο ενάγων δεν διαψεύδει τα ανωτέρω και ειδικά τα αναφερόμενα για την απασχόληση του ενάγοντα τα έτη μετά το ένδικο περιστατικό, γ) την μικρής διάρκειας αναρρωτική άδεια που του χορηγήθηκε αρχικά από το νοσοκομείο Ζακύνθου η οποία δεν επαρκεί για να αναρρώσει ασθενής από κρανιοεγκεφαλική κάκωση (ΚΕΚ) και μάλιστα βαριά, για την οποία ο ενάγων δεν επικαλείται ότι επιβεβαιώνεται από ιατρική εξέταση ούτε εξάλλου προσκομίζει σχετική εξέταση ενώ και στα εν λόγω πιστοποιητικά δεν αναφέρεται η υποβολή του σε παρόμοια εξέταση, δ) την αποστολή από τον ενάγοντα στην λιμενική αρχή Ζακύνθου μέσω τηλεομοιοτυπίας δύο όπως εκ των υστέρων διαπιστώθηκε πλαστών ιατρικών γνωματεύσεων που φέρονται εκδοθείσες με αριθμό μητρώου 1081/16-5-2011 και 1081/24-5-2011 του Περιφερειακού Γενικού Νοσοκομείου Αλεξανδρούπολης, το οποίο όμως με το 15183/1510/9-9-2011 έγγραφό του προς την άνω Αρχή, ενημέρωσε ότι οι εν λόγω ιατρικές γνωματεύσεις δεν είναι έγκυρες καθόσον η πρωτότυπη γνωμάτευση δεν αναφέρει, εκτός άλλων, ημέρες αναρρωτικής άδειας ούτε την ημέρα εισαγωγής και εξιτηρίου.
Σύμφωνα δε με το από 9-9-2011 έγγραφο του ορθοπαιδικού τμήματος του άνω νοσοκομείου που διευκρινίζει το αληθές περιεχόμενο της πρωτότυπης γνωμάτευσης, αναγραφόταν σ' αυτήν "αυχενοβραχιόνιο σύνδρομο χωρίς νευρολογική σημειολογία", εξ αυτού συνάγεται ότι οι γιατροί που εξέτασαν τον ενάγοντα είκοσι ημέρες μετά το ένδικο περιστατικό δεν διέγνωσαν ότι η κατάσταση της υγείας του απαιτεί τη συνέχιση της αποχής από την εργασία του, ούτε διαπίστωσαν την ύπαρξη σωματικών βλαβών στην μέση ή τη σπονδυλική στήλη αυτού, ε) το γεγονός το οποίο βεβαιώνει το αρμόδιο Λιμεναρχείο στην από 17-3-2012 έκθεση προανάκρισης σύμφωνα με το οποίο όταν ο ίδιος ο ενάγων προσκόμισε σ' αυτό την από 10-5-2011 ιατρική γνωμάτευση του νοσοκομείου Ζακύνθου, υπέγραψε δυο υπεύθυνες δηλώσεις του ν. 1599/1986,τις οποίες προσκομίζει η εναγόμενη και στις οποίες δήλωνε ότι δεν έχει απαίτηση για περαιτέρω διερεύνηση του (ένδικου) περιστατικού, ότι ούτε η πλοιοκτήτρια ούτε ο πλοίαρχος (ή) και κάποιο άλλο μέλος του πληρώματος έφερε κάποια ευθύνη για αυτό και δεν επιθυμεί την ποινική και πειθαρχική δίωξη κανενός.
Βέβαια ο ενάγων ισχυρίζεται όψιμα και αναπόδεικτα ότι πιέστηκε να υπογράψει τις εν λόγω δηλώσεις. Με βάση όλα τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι συνεπεία της πτώσης του ενάγοντα ναυτικού από το πλοίο "..." στη θάλασσα δεν υπέστη αυτός τις αναφερόμενες στην κρινόμενη αγωγή σωματικές βλάβες αλλά αυχεναλγία η οποία μπορεί να προκαλέσει και ζάλη, για την οποία του χορηγήθηκε αναρρωτική άδεια δεκαπέντε ημερών.
Δεν αναιρείται δε η κρίση αυτή α) από τις γνωματεύσεις της ΑΝΥΕ με τις οποίες έχει αποφανθεί ότι ο ενάγων παρουσιάζει "κρανιοεγκεφαλική κάκωση προ δεκαμήνου (στην 931/2-3-2012) με μεταδιασειστικό σύνδρομο και λειτουργικές διαταραχές, μετατραυματική οσφυαλγία" καθώς η εν λόγω Επιτροπή δεν προέβη σε διερεύνηση των γενεσιουργών αιτίων της διαπιστωμένης από αυτήν κατάστασης της υγείας του ενάγοντα, αν αυτά ανάγονται στο ένδικο περιστατικό, σε άλλο περιστατικό ή σε προϋπάρχουσα πάθηση του ενάγοντα, από τον οποίο αντλεί και τις πληροφορίες για το ιστορικό της υγείας του, δεν αποδείχθηκε δηλαδή ότι τα προβλήματα υγείας για τα οποία κρίθηκε ανίκανος προς άσκηση του ναυτικού επαγγέλματος συνδέονται αιτιωδώς με την πτώση του, άλλωστε δεν νοσηλεύτηκε σε νοσοκομείο τους επόμενους μήνες εκτός των επτά ημερών που παρέμεινε στο νοσοκομείο της Ζακύνθου κυρίως για παρακολούθηση άλλωστε, όπως ήδη σημειώνεται παραπάνω, δεν προσκομίζονται εξετάσεις ή η θεραπευτική αγωγή που τυχόν ακολούθησε κατ' αυτήν, β) από την απαλλαγή του ενάγοντα λόγω αμφιβολιών από το Πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο Ε.Ν.
όπου παραπέμφθηκε από το Λιμεναρχείο Ζακύνθου για παράβαση των άρθρων 216 παρ.1 και 2, 217 παρ.1 και 2 Π.Κ. και 249 1β ΚΔΝΔ (για τα νοθευμένα πιστοποιητικά του νοσοκομείου Αλεξανδρούπολης). Το εν λόγω Συμβούλιο κατέληξε στην ανωτέρω κρίση επειδή, όπως εκτίθεται στην Α231/ΔΚ/32221/21-10-20-13 απόφασή του, "έχει κριθεί με δύο αποφάσεις ΑΝΥΕ ανίκανος για ναυτική εργασία".
Κατά την απολογία του ο ενάγων, ανέφερε, αντιφάσκοντας πλήρως με τα ιστορούμενα στην αγωγή και στην προανακριτική του κατάθεση, ότι γλίστρησε γιατί υπήρχαν λάδια στο κατάστρωμα, ότι κτύπησε στο κεφάλι, περιστατικό που αναφέρει για πρώτη φορά και (μετά) έπεσε στη θάλασσα, αφού, κατά την αγωγή, γλίστρησε, έπεσε στη θάλασσα και κτύπησε σε αυχένα, μέση και σπονδυλική στήλη.
Περαιτέρω ανέφερε ότι νοσηλεύτηκε 2-3 ημέρες στο νοσοκομείο αλλά απειλήθηκε από τον καπετάνιο και βγήκε, συνέχισε την εργασία του αλλά ζαλίστηκε και έκανε εμετό με συνέπεια να πάει πάλι στο νοσοκομείο, ενώ στην αγωγή αναφέρει ότι νοσηλεύτηκε επί επτά ημέρες από 4-5-2011 έως 10-5-2011, όπως άλλωστε πιστοποιείται και στο εξιτήριο του νοσοκομείου Ζακύνθου.
Δικαιολογεί στη συνέχεια την αποστολή των πλαστών πιστοποιητικών του νοσοκομείου Ζακύνθου, επιρρίπτοντας ευθύνη για τη νόθευσή τους στον γαμπρό του, του οποίου δεν μνημονεύει το όνομα, δηλαδή σε παράνομη πράξη τρίτου και όχι δική του, ως προς δε τις άνω αναφερόμενες υπεύθυνες δηλώσεις δικαιολογεί την από μέρους του υπογραφή ισχυριζόμενος ότι η αρμόδια λιμενική αρχή τον υποχρέωσε προς τούτο, επικαλούμενος και πάλι παράνομη πράξη και μάλιστα δημόσιας αρχής.
Κατά συνέπεια των ανωτέρω αποδειχθέντων ο ενάγων δεν δικαιούται να λάβει από την εναγομένη την κατά την επικουρική βάση της αγωγής αξιούμενη αποζημίωση του άρθρου 3 του ν. 551/15 καθώς δεν υπέστη τραυματισμό ή άλλη σωματική βλάβη, πέραν της αυχεναλγίας, που τον κατέστησε πρόσκαιρα ολικά ανίκανο προς εργασία, συνδεόμενη αιτιωδώς με το ένδικο περιστατικό.
Ωστόσο επειδή η διάρκεια της εργασιακής του σύμβασης ήταν μικρότερη του ενός μήνα δικαιούται να λάβει σύμφωνα με το άρθρο 60 ΚΙΝΔ έναν πλήρη μισθό που αντιστοιχεί στις προβλεπόμενες στην εφαρμοστέα σσνε αποδοχές του, χωρίς να δικαιούται να αξιώνει μισθούς ασθενείας, αφού δεν αποδεικνύεται περαιτέρω νοσηλεία του, πλην εκείνης στο νοσοκομείο Ζακύνθου.
Για τον πρώτο μήνα από 3-5-2011 έως 3-6-2011 ο ενάγων δικαιούται μόνο τον ως άνω μισθό καθώς εάν ικανοποιείτο η αξίωσή του για μισθό ασθένειας θα καθίστατο πλουσιότερος, περιερχόμενος σε καλύτερη περιουσιακή κατάσταση από εκείνη στην οποία βρισκόταν πριν το ζημιογόνο γεγονός, λαμβάνοντας δυο μισθούς. Για τους υπόλοιπους μήνες δεν αποδείχθηκε ότι νοσηλεύθηκε και είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη η εν λόγω ένδικη αξίωσή του, για καταβολή μισθών ασθένειας, για το μετά τον πρώτο μήνα διάστημα".
Υπό τις ως άνω παραδοχές, επί των οποίων εστήριξε την απορριπτική της εφέσεως του αναιρεσείοντος ως προς τους λόγους αυτής αναφορικώς με την αποζημίωση, την χρηματική ικανοποίηση και τους μισθούς ασθενείας, κρίση του το Μονομελές Εφετείο, διέλαβε επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες καθιστώσες εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των προπαρατεθεισών διατάξεων των άρθρων 66 ΚΙΝΔ, 914, 922 και 932 ΑΚ και 1, 2, 3 και 16 παρ. 1 Ν. 551/1914, ενώ οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, βασιζόμενες επί επιχειρημάτων και συμπερασμάτων συναγομένων από το αποδεικτικό υλικό, αφορούν την μη ελεγκτή αναιρετικώς ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου αφ' ενός ότι η πτώση αυτού στην θάλασσα δεν οφείλεται σε δόλο του πλοιάρχου ή του πληρώματος του πλοίου ούτε στην μη τήρηση παρ' αυτών διατάξεων ισχυόντων νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών περί των όρων ασφαλείας, ή όρων επιβαλλομένων από την κοινή αντίληψη, την καλή πίστη και την υποχρέωση προνοίας, αφ' ετέρου ότι ο αναιρεσείων δεν υπέστη τις αναφερόμενες στην αγωγή σωματικές βλάβες και δεν κατέστη διαρκώς ολικώς ανίκανος προς εργασία, αλλά μόνον ζάλη και αυχεναλγία, νοσηλευθείς επί επταήμερο στο Νοσοκομείο Ζακύνθου, μη δικαιούμενος μισθού ασθενείας, αλλά μόνον της οφειλομένης διαφοράς του πλήρους μισθού του ενός μηνός, ποσού 971,65 ευρώ, την οποία και επιδίκασε το Μονομελές Εφετείο.
Γίνεται δε στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση εκτενής συναξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού και αναφέρονται αναλυτικώς οι λόγοι, οι οποίοι ωδήγησαν στον σχηματισμό της εν λόγω αρνητικής ως προς τους αγωγικούς ισχυρισμούς πεποιθήσεως του Δικαστηρίου, όπως οι αντιφατικές καταθέσεις και δηλώσεις του αναιρεσείοντος σχετικώς με τις συνθήκες του ατυχήματος, η έλλειψη παθολογικών ευρημάτων στις απεικονιστικές εξετάσεις, η υποβολή στο Λιμεναρχείο Ζακύνθου κατά την διενεργουμένη προανάκριση δύο νοθευμένων γνωματεύσεων του Νοσοκομείου Αλεξανδρουπόλεως κλπ, παραδοχές, οι οποίες στηρίζουν αυτοτελώς το αποδεικτικό πόρισμα, χωρίς να προσαπαιτείται να διαλάβει το Δικαστήριο και κρίση αφ' ενός βάσει ποίων περιστατικών προκύπτει ότι το ατύχημα προήλθε εξ ιδίας απροσεξίας του αναιρεσείοντος, αφού η εν λόγω παραδοχή έχει κατά πάσα περίπτωση διαληφθεί ως εκ περισσού, διότι μόνη η κρίση, ότι ως προς το ατύχημα δεν συνέτρεξε υπαιτιότης του πλοιάρχου ή του πληρώματος, στηρίζει αυτοτελώς την απόρριψη της αγωγής ως προς τα αιτήματα αυτής εκ των άρθρων 914, 922 και 932 ΑΚ, χωρίς να ενδιαφέρει η συνδρομή ή μη απροσεξίας του αναιρεσείοντος, ούτε αφ' ετέρου εκ ποίων λόγων προέβη αυτός μετά το ατύχημα στην δήλωση ότι δεν θεωρεί υπαιτίους τον πλοίαρχο και το πλήρωμα, αφού το Μονομελές Εφετείο απέρριψε ως μη αποδειχθέντα τον προβληθέντα ισχυρισμό ότι υπέγραψε ο αναιρεσείων τις εν λόγω δηλώσεις κατόπιν πιέσεως.
Συνεπώς, οι λόγοι της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, δια των οποίων προσάπτεται η αναιρετική πλημμέλεια, εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, της ανεπαρκούς αιτιολογίας ως προς την παραδοχή ότι η πτώση του αναιρεσείοντος προήλθε από αμέλεια του ιδίου και ως προς τον λόγο, ένεκα του οποίου ο αναιρεσείων υπέγραψε τις δηλώσεις του Ν. 1599/1986, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του ως προς τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπ' όψιν πάντα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν. Αφ' ετέρου, δεν απαιτείται να γίνεται στο σκεπτικό της αποφάσεως ειδική μνεία ενός εκάστου αποδεικτικού μέσου, αλλά αρκεί να αναφέρεται ότι ελήφθησαν υπ' όψιν πάντα τα νομίμως μετ' επικλήσεως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, τα οποία πρέπει να προσδιορίζονται κατ' είδος, χωρίς να υφίσταται ανάγκη και ειδικής αξιολογήσεως ενός εκάστου και διακρίσεως εάν παρέχει άμεση απόδειξη ή αποτελεί δικαστικό τεκμήριο, εάν όμως από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως καταλείπεται αμφιβολία εάν ελήφθη υπ' όψιν συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο αφορών ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό, ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 11 εδ. γ' ΚΠολΔ, ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπ' όψιν νομίμως μετ' επικλήσεως προσκομισθέν αποδεικτικό μέσον.
Εν προκειμένω, δια της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται επίσης κατά της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως η αιτίαση ότι δεν προκύπτει ανενδοιάστως ότι ελήφθησαν υπ' όψιν τα εξής έγγραφα: το ναυτικό φυλλάδιο του αναιρεσείοντος ως προς την σελίδα υπ' αρ. 45, στην οποία υφίσταται η εγγραφή ότι ο αναιρεσείων απελύθη λόγω τραυματισμού, το ημερολόγιο του πλοίου "..." ως προς τις εγγραφές της 4ης και της 10ης Μαΐου 2011, στις οποίες αντιστοίχως αναφέρει ο πλοίαρχος σχετικώς με τον αναιρεσείοντα ότι "ενημερώθηκε ότι είχε κτυπήσει κατά την διάρκεια πρόσδεσης πρόσθετου σκοινιού του πλοίου" και "προσήλθε με ιατρική γνωμάτευση από το νοσοκομείο Ζακύνθου που αναφέρει κεκ - αυχεναλγία και χρήζει δεκαπενθήμερης αναρρωτικής αδείας, μετά το διάστημα αυτό θα γίνει επανέλεγχος", τις υπ' αρ. 2463/4 Ιουνίου 2014, 4869/25 Οκτωβρίου 2013 και 2185/26 Απριλίου 2013 γνωματεύσεις της Α.Ν.Υ.Ε., στις οποίες διαλαμβάνεται ότι "διαπιστώνεται κρανιοεγκεφαλική κάκωση και κάκωση αυχενικής, θωρακικής και οσφυικής μοίρας σπονδυλικής στήλης από τριετίας/διετίας", το από 13ης Ιανουαρίου 2012 πιστοποιητικό του Γενικού Νοσοκομείου Νικαίας "ΑΓΙΟΣ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ", στο οποίο αναγράφεται ότι ο αναιρεσείων "εξετάστηκε στο Νευροχειρουργικό Τμήμα και πάσχει:
Στις 4 Μαΐου 2011 κλειστή κρανιοεγκεφαλική κάκωση, κάκωση αυχένος συνεπεία πτώσης εξ ύψους. Ενοσηλεύθη εις το Νοσοκομείο Ζακύνθου. Νευροχειρουρ-γικός έλεγχος αρνητικός για νευροχειρουργικά ευρήματα. Ακολουθούν ενοχλήματα μετατραυματικού συνδρόμου (όπως κεφαλαλγία, ζάλη, αστάθεια και αυχεναλγία) έως και σήμερα που δεν επιτρέπουν στον ασθενή να εργαστεί ...", την από 14ης Ιουλίου 2011 ιατρική γνωμάτευση του Γενικού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης "Γεώργιος Παπανικολάου", στην οποία αναγράφεται ότι ο αναιρεσείων "πάσχει από έντονη κεφαλαλγία συνεπεία βαριάς κλειστής κεκ από μηνών.
Χρήζει αποφυγή εργασίας για ένα μήνα", την υπ' αρ. 4134Α/13 Ιουλίου 2016 γνωμάτευση της Α.Ν.Υ.Ε., στην οποία διαλαμβάνεται ότι ο αναιρεσείων παρουσιάζει "α) Μικτή αγχώδη και καταθλιπτική διαταραχή υπό φαρμακευτική αγωγή. β) Εκφυλιστική νόσο ΟΜΣΣ με προσβολή οσφυικών ριζών και ήπια μυελοπάθεια με λειτουργικές διαταραχές.
γ) Ιστορικό ΚΕΚ και κάκωσης ΑΜΣΣ χωρίς χειρουργικά προβλήματα. Είναι απολύτως ανίκανος προς εργασία. Υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πάθησης και της εργασίας του στο πλοίο " ..."" και την υπ' αρ. 1888/26 Σεπτεμβρίου 2016 απόφαση του Διευθυντού Παροχών του ΝΑΤ, από την οποία προκύπτει ότι απενεμήθη σύνταξη στον αναιρεσείοντα ως απολύτως ανίκανο προς εργασία συνεπεία ατυχήματος στο πλοίο "...".
Όμως, οι λόγοι της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, δια των οποίων προσάπτεται η ως άνω αναιρετική πλημμέλεια, εκ του αριθμού 11 εδ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν, αφού, όπως προκύπτει από το προπαρατιθέμενο σκεπτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Μονομελές Εφετείο μνημονεύει ότι έλαβε υπ' όψιν προς σχηματισμό της κρίσεώς του και όλα τα μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενα αποδεικτικά έγγραφα, από την εν λόγω δε μνεία και το όλο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στην οποία περιέχονται ειδικώτερες αιτιολογίες επί των προβαλλομένων ισχυρισμών, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Μονομελές Εφετείο έλαβε υπ' όψιν προς σχηματισμό της κρίσεώς του και συναξιολόγησε και τα προαναφερόμενα έγγραφα, ενώ οι εκφερόμενες προς απόδειξη ότι δεν ελήφθησαν υπ' όψιν τα εν λόγω έγγραφα επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ως προς την εν λόγω αξιολόγηση αφορούν πραγματικά περιστατικά και επιχειρήματα, τα οποία το Μονομελές Εφετείο απέρριψε σιωπηρώς, εκ του πράγματος, δεχόμενο ως αποδειχθέντα αντίθετα περιστατικά.
Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση συγχωρείται εάν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου δεχόμενο πραγματικά γεγονότα προφανώς διάφορα των αναφερομένων στο εν λόγω έγγραφο. Προϋποθέσεις της ιδρύσεως του προαναφερομένου αναιρετικού λόγου είναι να πρόκειται αποδεικτικό έγγραφο κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ και αφ' ενός η παραμόρφωση να εντοπίζεται σε προφανές διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου, το οποίο να προκύπτει από την σύγκριση του φερομένου ως περιεχομένου του εγγράφου και του αληθούς κατά λέξη περιεχομένου αυτού, αφ' ετέρου δε το επίδικο έγγραφο να προσέκτησε πρωτεύοντα λόγο κατά τον σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεως, ούτως ώστε να υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του σφάλματος αναγνώσεως του δικαστηρίου και του επιζημίου αποδεικτικού πορίσματος ως προς την ύπαρξη ή μη κρισίμων πραγματικών γεγονότων θεμελιούντων ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό.
Eπομένως, εάν το δικαστήριο απλώς συνεξετίμησε το έγγραφο με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενο αυτού εν σχέσει με το αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε, ο ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος, ενώ δεν ιδρύεται ο εν λόγω λόγος, εάν το φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο αφορά απόδειξη ισχυρισμού μη ασκούντος ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ή εάν το δικαστήριο της ουσίας εξετίμησε απλώς το περιεχόμενο του εγγράφου μετά από ορθή ανάγνωση αυτού και κατέληξε σε πόρισμα διάφορο εκείνου, το οποίο επικαλείται ο αναιρεσείων, ή εάν πρόκειται περί μη αυτοτελούς αποδεικτικού εγγράφου, ως είναι τα έγγραφα, στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο, όπως τα πρακτικά του δικαστηρίου, καθ' ο μέρος περιέχουν καταθέσεις μαρτύρων, ή οι εκθέσεις ενόρκων βεβαιώσεων, καθ' ο μέρος περιλαμβάνουν τα ενόρκως βεβαιούμενα, ή οι εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης (ΑΠ 625/2018), αφού άλλως ο Άρειος Πάγος θα προέβαινε σε εκτίμηση αποδείξεων, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικώς (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Εν προκειμένω, δια της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται κατά της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως τέλος η αιτίαση ότι το Μονομελές Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο αφ' ενός της καταθέσεως της μάρτυρος Γ. Χ., η οποία περιέχεται στα πρακτικά της συνεδριάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, και των ενόρκων βεβαιώσεων του Ο.
Χ. και του πλοιάρχου Π. Κ., αφ' ετέρου της υπ' αρ. 931/2 Μαρτίου 2012 γνωματεύσεως της Α.Ν.Υ.Ε., στην οποία διαλαμβάνεται: " Η Α.Ν.Υ.Ε. ... αφού μελέτησε τον ιατρικό του φάκελο και εξέτασε αυτοπροσώπως τον Α. Ι. του Α. διαπίστωσε ότι παρουσιάζει "Κρανιοεγκεφαλική κάκωση προ δεκαμήνου με μεταδιασεισικό σύνδρομο ... και λειτουργικές διαταραχές.
Μετατραυματική οσφυαλγία". Αποφαίνεται ότι ο ανωτέρω είναι ανίκανος για τη συνέχιση της ασκήσεως του ναυτικού επαγγέλματος για έξι μήνες", την οποία, εάν είχε αναγνώσει ορθώς, θα κατέληγε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι διερεύνησε και διεπίστωσε η ιδία η επιτροπή ότι το αίτιο της ανικανότητος προς εργασία υπήρξε η κρανιοεγκεφαλική κάκωση, την οποία υπέστη κατά το ένδικο ατύχημα.
Όμως, αφ' ενός τα πρακτικά της συνεδριάσεως του δικαστηρίου, καθ' ο μέρος περιέχουν καταθέσεις μαρτύρων, και οι εκθέσεις ενόρκων βεβαιώσεων, καθ' ο μέρος περιέχουν τα βεβαιούμενα, δεν υπόκεινται, συμφώνως προς τα ανωτέρω, σε παραμόρφωση, αφ' ετέρου, από το προπαρατιθέμενο σκεπτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο ορθώς ανέγνωσε την υπ' αρ. 931/2 Μαρτίου 2012 γνωμάτευση της Α.Ν.Υ.Ε., αλλά απλώς κατέληξε μετά συνεκτίμηση και των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων, σε αποδεικτικό πόρισμα διάφορο του προτεινομένου από τον αναιρεσείοντα.
Συνεπώς, οι λόγοι της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, δια των οποίων προσάπτεται η ως άνω αναιρετική πλημμέλεια, εκ του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι συμφώνως προς τα ανωτέρω απαράδεκτοι και πρέπει να απορριφθούν. Κατ' ακολουθίαν η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί.
Επειδή, συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αυτής, ως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6ης Νοεμβρίου 2018 αίτηση κατά της υπ' αριθμόν 438/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσιβλήτου ποσού χιλίων οκτακόσιων (1800) ευρώ.-
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Απριλίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Μαΐου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ