541/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 20 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated541/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα ανέγνωσε την από 8-4-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 541 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 541/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 20 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Χ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαρίδημο Βεργούλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρόνη Μαυροειδή και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-5-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1760/2014 του ίδιου δικαστηρίου και 1206/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 31-8-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα ανέγνωσε την από 8-4-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αναιρεσείοντος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 669 παρ. 2 Α.Κ., 1 ν. 2112/1920, 1 και 5 ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου.
Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 Α.Κ., δηλαδή της μη προφανούς υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Η προφανής υπέρβαση των ορίων αυτών καθιστά την καταγγελία άκυρη σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 Α.Κ.
Στην περίπτωση αυτή ο εργοδότης υποχρεούται να δέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού και σε περίπτωση υπερημερίας του να καταβάλλει τις αποδοχές του κατά τα άρθρα 648 και 656 Α.Κ. Προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν τα χρηστά ήθη και ο οικονομικός σκοπός του οικείου δικαιώματος συντρέχει και όταν η καταγγελία έγινε από εμπάθεια ή για λόγους εκδικήσεως λόγω νόμιμης αλλά μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς του μισθωτού, όπως στην περίπτωση που ο μισθωτός αξιώνει από τον εργοδότη την τήρηση των συμφωνημένων όρων εργασίας και ειδικότερα την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών του (Α.Π. 412/2017).
Εξ άλλου κατά το άρθρο 5 παρ. 3 εδ. α ν. 3198/1955, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 4 ν. 2556/1997, η καταγγελία της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού και των άρθρων 1 και 3 ν. 2112/1920 και 669 Α.Κ. θεωρείται έγκυρη εφόσον γίνει εγγράφως, έχει καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση και έχει καταχωρισθεί η απασχόληση του απολυομένου στα τηρούμενα για το Ι.Κ.Α.
μισθολόγια ή έχει ασφαλισθεί ο απολυόμενος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι τυπική δικαιοπραξία, αφού αυτή με ποινή την ακυρότητα (άρθρο 174 Α.Κ.) πρέπει να γίνει εγγράφως, δηλαδή η δήλωση βουλήσεως του εργοδότη για καταγγελία της συμβάσεως εργασίας πρέπει να περιβληθεί τον τύπο του ιδιωτικού εγγράφου.
Η διάταξη αυτή καθιερώνει τον έγγραφο τύπο ως συστατικό της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη. Ο τύπος περιορίζεται στην έγγραφη διατύπωση, χωρίς τυποποιημένο περιεχόμενο, της σαφούς βουλήσεως του εργοδότη να επιφέρει από καθορισμένη ημέρα τη λύση της συμβάσεως εργασίας συγκεκριμένου μισθωτού, το σχετικό δε έγγραφο πρέπει να περιέλθει στον εργαζόμενο με οποιονδήποτε τρόπο, από τότε δε που θα περιέλθει σ’ αυτόν επέρχονται και τα αποτελέσματα της καταγγελίας (Α.Π. 368/2013).
Συνακόλουθα, για το κύρος της καταγγελίας, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρονται στο έγγραφό της πληροφοριακά στοιχεία σχετικά με την ημερομηνία προσλήψεως του μισθωτού, την ειδικότητά του, την ηλικία του, την οικογενειακή του κατάσταση, την ασφάλισή του, τις αποδοχές του κατά την ημέρα της απολύσεως, το ποσό της οφειλόμενης αποζημιώσεως απολύσεως, καθώς και οι λόγοι που ώθησαν τον εργοδότη σ’ αυτήν.
Ούτε απαιτείται στο έγγραφο της καταγγελίας, όταν γίνεται από νόμιμο εκπρόσωπο ή αντιπρόσωπο νομικού προσώπου, να γίνεται μνεία της πληρεξουσιότητάς του ή της αποφάσεως του διοικητικού συμβουλίου του νομικού προσώπου για καταγγελία της συμβάσεως εργασίας. Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 211, 213, 216, 226, 229, 233, 669 και 672 Α.Κ., 1 ν. 2112/1920 και 1-5 ν. 3198/1955 προκύπτει ότι για το νομότυπο και έγκυρο της καταγγελίας συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας (ορισμένου ή αορίστου χρόνου) εκ μέρους του εργοδότη, απαιτείται αυτή να γίνεται από τον ίδιο τον εργοδότη ή από το νόμιμο αντιπρόσωπο ή πληρεξούσιό του, εφόσον δε εργοδότης είναι νομικό πρόσωπο (ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου), η καταγγελία πρέπει να γίνεται από το αρμόδιο κατά νόμο εκπροσωπευτικό όργανό του κατά τις διατάξεις των άρθρων 67, 68 και 70 Α.Κ.
Διαφορετικά, αν δηλαδή η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας στο όνομα νομικού προσώπου γίνει από πρόσωπο ή όργανο αυτού που δεν είχε την εξουσία να καταγγείλει την σύμβαση, η καταγγελία είναι ανυπόστατη (Α.Π. 1401/2014) και κατ’ άλλη άποψη άκυρη (Α.Π. 1268/2009). Εξ άλλου κατά το άρθρο 18 παρ. 1 κ.ν. 2190/1920 "περί ανωνύμων εταιρειών" η ανώνυμη εταιρεία εκπροσωπείται δικαστικά και εξώδικα από το διοικητικό της συβούλιο που ενεργεί συλλογικά, κατά το άρθρο 22 παρ. 1 εδ.α του ίδιου νόμου, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 ν.δ. 4237/1962, το διοικητικό συμβούλιο της ανώνυμης εταιρείας είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε πράξη που αφορά στη διοίκηση της εταιρείας, στη διαχείριση της περιουσίας της και γενικά στην επίτευξη του σκοπού της, ενώ κατά την παρ. 3 εδ.
α του ίδιου άρθρου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 παρ. 3 ν. 3604/2007, επιτρέπεται το καταστατικό να ορίζει θέματα για τα οποία το διοικητικό συμβούλιο μπορεί να αναθέτει τις εξουσίες του διαχειρίσεως και εκπροσωπήσεως σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα, μέλη του ή μη. Από τις διατάξεις αυτές, που είναι αντίστοιχες με εκείνες των άρθρων 65, 67, 68 και 70 Α.Κ., προκύπτει ότι το διοικητικό συμβούλιο αποτελεί το όργανο που διοικεί και εκπροσωπεί την ανώνυμη εταιρεία και διαχειρίζεται όλες τις υποθέσεις της, μη όντας απέναντι στην εταιρεία πρόσωπο διαφορετικό από αυτή αλλά όργανό της.
Το δικαίωμα αυτό της οργανικής εκπροσωπήσεως της ανώνυμης εταιρείας και διαχειρίσεως της περιουσίας της επιτρέπεται κατά τις πιο πάνω διατάξεις να ανατεθεί εν όλω ή εν μέρει με το καταστατικό σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα. Στην περίπτωση αυτή το μέλος του συμβουλίου ή ο τρίτος στον οποίο μεταβιβάσθηκε η εξουσία του διοικητικού συμβουλίου είναι υποκατάστατο αυτού και ενεργεί ως όργανο εκπροσωπήσεως του νομικού προσώπου της εταιρείας που εκφράζει πρωτογενώς τη βούλησή της, αντλώντας την εξουσία του από το νόμο και το καταστατικό.
Για το λόγο αυτό ο δεσμός του με την εταιρεία είναι ίδιος με το δεσμό του διοικητικού συμβουλίου με αυτήν και εντελώς διαφορετικός από εκείνο μεταξύ εντολέως και εντολοδόχου (Α.Π. 1401/2014). Τέλος το δικαστήριο ερευνά αν στη συγκεκριμένη περίπτωση με την άσκηση από τον εργοδότη του δικαιώματος καταγγελίας παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιουμένου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού, η οποία (αρχή) αποτελεί εκδήλωση της καλής πίστεως και της αρχής της μη καταχρηστικής ασκήσεως των δικαιωμάτων που απορρέει από τη συνταγματική αρχή του κράτους δικαίου και έχει καθιερωθεί με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος (Α.Π. 1698/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφασή του το εφετείο δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: "Η εναγoμένη [ήδη αναιρεσίβλητη] ανώνυμη εταιρία που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη έχει ως αντικείμενο της επιχειρηματικής της δραστηριότητας τη λειτουργία μέσων μαζικής επικοινωνίας και την έκδοση εντύπων, μεταξύ των οποίων η ημερήσια πολιτική εφημερίδα "...", η εβδομαδιαία πολιτική εφημερίδα "... ..." και η εβδομαδιαία πολιτική εφημερίδα "…", οι οποίες περιλαμβάνουν στην ύλη τους και αθλητικά ρεπορτάζ και ειδήσεις.
Την 1-3-1998 η εναγομένη διά του νομίμου εκπροσώπου της προσέλαβε τον ενάγοντα [ήδη αναιρεσείοντα] με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου αυτός να εργαστεί ως εσωτερικός αθλητικός συντάκτης με εξειδίκευση στο περιφερειακό αθλητικό ρεπορτάζ (... κλπ), με τη συμφωνία να αμείβεται βάσει των Σ.Σ.Ε.
των συντακτών ημερήσιων εφημερίδων Αθηνών. Με την παραπάνω ειδικότητα ο ενάγων είχε εργαστεί με όμοια σύμβαση στην εφημερίδα "..." υπό το προηγούμενο ιδιοκτησιακό καθεστώς και κατά το διάστημα από 1-1-1985 έως τον Ιούνιο του 1996, οπότε η εργοδότριά του τέθηκε σε καθεστώς ειδικής εκκαθαρίσεως. Εξ άλλου από 1-1-2001 μέχρι και την 30-10-2006 δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων μισθώσεως έργου, ο ενάγων απασχολείτο και από την ...
στην παρουσίαση αθλητικών δελτίων ειδήσεων και ραδιοφωνικών περιγραφών αθλητικών αγώνων, χωρίς να δεσμεύεται για την εκτέλεση των υποχρεώσεών του έναντι της ..., σύμφωνα με ρητούς όρους των εν λόγω συμβάσεων, με συγκεκριμένο ωράριο, ενώ από την 1-11-2006 και τουλάχιστον μέχρι την άσκηση της αγωγής, όπως αναφέρει στο δικόγραφο της αγωγής του, απασχολείτο στην ...
δυνάμει συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου ως εξωτερικός συντάκτης, χωρίς να δεσμεύεται από συγκεκριμένο ωράριο. Περαιτέρω από το προαναφερόμενο αποδεικτικό υλικό αποδείχθηκε ότι ο ενάγων σε εκτέλεση της ένδικης συμβάσεως εργασίας του παρείχε τις υπηρεσίες του στην εναγομένη υπό την ως άνω ιδιότητα σε καθημερινή βάση, αρχικά με το σύστημα της εξαήμερης εβδομαδιαίας εργασίας και από 1-1-2002 με το καθιερωθέν σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, ανταποκρινόμενος προσηκόντως στα καθήκοντά του, έως την 29-2-2012, οπότε η εναγομένη κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση εργασίας του και έπαψε να αποδέχεται τις υπηρεσίες του.
Συγκεκριμένα από την προσκομιζόμενη μετ’ επικλήσεως καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος αποδεικνύεται ότι η σχετική δήλωση έγινε από την εναγομένη ανώνυμη εταιρία, απευθύνεται στον ενάγοντα, στον οποίο αυθημερόν (29-2-2012) επιδόθηκε, όπως προκύπτει από την επ’ αυτής επισημείωση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Ι.
Β. και έχει επί λέξει ως εξής: "Δια της παρούσας καταγγέλλουμε σήμερα την 29-2-2012 την μεταξύ μας σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και σας καλούμε να παρουσιαστείτε για να εισπράξετε μέρος της νόμιμης αποζημίωσής σας, σύμφωνα με το Νόμο, την οποία αν αρνηθείτε να εισπράξετε θα καταθέσουμε στο όνομά σας στο Ταμείο παρακαταθηκών και Δανείων".
Η έγγραφη αυτή καταγγελία είναι πλήρης και σαφής στο περιεχόμενό της, υπογράφηκε δε επάνω από τη σφραγίδα της εναγομένης από το γενικό γραμματέα και νόμιμο εκπρόσωπο τότε της εναγομένης Ι. Μ., δεδομένου ότι με την από 10-7-2007 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου αυτής, που δημοσιεύθηκε στο... 8907/31-7-2007 ΦΕΚ, τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ, ανατέθηκαν σ’ αυτόν αποκλειστικά σύμφωνα με το καταστατικό της καθήκοντα διοικήσεως, εκπροσωπήσεως και διαχειρίσεως εταιρικών της υποθέσεων, μεταξύ των οποίων και "η πρόσληψη και απόλυση του υπαλληλικού προσωπικού της", στο οποίο περιλαμβάνεται και ο ενάγων.
Έτσι ο ως άνω Ι. Μ., στον οποίο μεταβιβάσθηκε μεταξύ άλλων και η σχετική εξουσία του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης (περί απολύσεως του προσωπικού της), ενεργώντας καθ’ υποκατάσταση αυτού και ως όργανο εκπροσωπήσεως του νομικού προσώπου της εναγομένης εταιρίας, εγκύρως προέβη υπό την ιδιότητά του αυτή (προεχόντως) στην καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος...
Περαιτέρω από το προαναφερόμενο αποδεικτικό υλικό αποδείχθηκε ότι, αν και αρχικά οι εφημερίδες και τα περιοδικά που εξέδιδε η εναγομένη είχαν μία ικανοποιητική πορεία στην αγορά του τύπου κυρίως της Βόρειας Ελλάδας, δεν κατέστη δυνατό να παρακολουθήσουν τις ραγδαίες εξελίξεις που έλαβαν χώρα κατά τη δεκαετία του 2000 στον κλάδο των εντύπων μέσων μαζικής ενημερώσεως και να προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες με την αναμόρφωση της ύλης τους, την προμήθεια του κατάλληλου τεχνολογικού υλικού και την αναδιοργάνωση των υπηρεσιών τους ώστε να διατηρήσουν το μερίδιο που κατείχαν στην αγορά του τύπου και στη διαφημιστική αγορά και τις καθιστούσε βιώσιμες, με συνέπεια η εναγομένη για τη βιωσιμότητά της να στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στον τραπεζικό δανεισμό και στη χρηματοδότησή της από τους κυρίους μετόχους της, αφού τα έσοδά της από τις πωλήσεις των εντύπων της, διαφημίσεις και εκτυπωτικές δραστηριότητες ήταν συνεχώς καθοδικά.
Συνεπεία της πανθομολογούμενης δημοσιοοικονομικής κρίσεως που άρχισε το έτος 2009 και συνεχίζεται μέχρι σήμερα η κατάσταση αυτή της εναγομένης επιδεινώθηκε, με συνέπεια το έτος 2009 να εμφανίζει κύκλο εργασιών (πωλήσεις) 7.833.904,00 ευρώ και ζημίες 3.743.274,31 ευρώ, το έτος 2010 κύκλο εργασιών 6.342.244,46 ευρώ και ζημίες 5.325.791 ευρώ και το έτος 2011 κύκλο εργασιών 3.921.349,13 ευρώ και ζημίες 4.026.879,30 ευρώ και συνολικές ζημίες έως τότε 28.568.693,10 ευρώ έναντι ζημιών 12.133.090,59 ευρώ έως και το έτος 2007, ενώ για τη μισθοδοσία του αποτελούμενου από 188 περίπου άτομα προσωπικού της δαπάνησε κατά το έτος 2009 το ποσό των 5.513.362,00 ευρώ, κατά το έτος 2010 το ποσό των 5.530.642,00 ευρώ και κατά το έτος 2011 το ποσό των 5.530.785,00 ευρώ, εκ τούτων δε η έλλειψη ρευστότητάς της επιδεινώθηκε δραματικά.
Για την αντιμετώπιση της καταστάσεως αυτής και ενόψει του ότι το σχέδιο αναδιοργανώσεως που είχε εκπονήσει το έτος 2010, παρά το ότι επέφερε τη μείωση των υποχρεώσεών της προς τρίτους, δεν ανέστρεψε και την παραπάνω πτωτική της πορεία, για την αποφυγή διακοπής της λειτουργίας της, η εναγομένη την 9-2-2011 αποφάσισε την εφαρμογή στις ως άνω επιχειρήσεις της σύμφωνα με το ν. 3846/2010 συστήματος εκ περιτροπής εργασίας του προσωπικού της για εννέα...
μήνες, με το οποίο ήταν δυνατόν να επιτευχθεί εξορθολογισμός του κόστους λειτουργίας της με τη μείωση των λειτουργικών και μισθολογικών δαπανών της, προκειμένου να καταστεί ανταγωνιστική και βιώσιμη. Στην εφαρμογή του συστήματος αυτού αντέδρασαν οι μισθωτοί της με την κήρυξη απεργιακών κινητοποιήσεων, με συνέπεια η εναγομένη τελικά να αποσύρει αυτό.
Στη συνέχεια η εναγομένη, συνεπεία των ως άνω οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε, από το καλοκαίρι του έτους 2011 δεν κατέβαλλε εμπρόθεσμα τους δεδουλευμένους μισθούς στους εργαζομένους της, με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να προβούν σε επίσχεση εργασίας και να διακοπεί η έκδοση και κυκλοφορία των εντύπων της από τον Οκτώβριο του 2011 έως και το Δεκέμβριο του 2011.
Ακολούθως η εναγομένη, μετά και την απόρριψη της προτάσεώς της για σύναψη επιχειρησιακής Σ.Σ.Ε. με την ταυτόχρονη μείωση των αποδοχών των εργαζομένων της προς αποφυγή απολύσεων και ενόψει του ότι οι συνεχείς διαβουλεύσεις που είχε με εκπροσώπους των εργαζομένων της για την αντιμετώπιση της καταστάσεως αυτής και τη συνέχιση της λειτουργίας της δεν είχαν αποτέλεσμα, την 9-2-2011 κάλεσε τους εργαζομένους της προς ενημέρωση στο ....
Εκεί οι νόμιμοι εκπρόσωποι της εναγομένης παρουσίασαν σχέδιο αναδιαρθρώσεως και εξυγιάνσεώς της, που περιελάμβανε μεταξύ άλλων και για τις δύο εταιρίες του ομίλου (εναγομένη και "....", που εξέδιδε την εφημερίδα "..."), α) μείωση του προσωπικού από 188 άτομα σε 106 με εθελουσία έξοδο 79 εργαζομένων και καταβολή, πλέον των δικαιούμενων αποδοχών και αποζημιώσεως, και πρόσθετης αποζημιώσεως ενός έως τριών μισθών και ανάλογα του ύψους αυτού και β) μείωση των αποδοχών των εργαζομένων που θα παρέμεναν μεσοσταθμικά κατά 25% στο δημοσιογραφικό και εμπορικό τμήμα και κατά 30% στα λοιπά τμήματα, για την τριετία 2012, 2013 και 2014, με παράλληλη εγγύηση των θέσεων εργασίας τους για την τριετία αυτή και πλαφόν μικτού μισθού 1.000 ευρώ.
Επί του σχεδίου αυτού ακολούθησαν διαβουλεύσεις μεταξύ των εκπροσώπων της εναγομένης και των εργαζομένων της και τελικά συμφωνήθηκε η εθελουσία έξοδος των εργαζομένων που το επιθυμούσαν και η μείωση των αποδοχών των εργαζομένων που θα παρέμειναν σε 30% για το έτος 2012, 28% για το έτος 2013 και 26% για το έτος 2014 και μεσοσταθμικά 28% με τη σύναψη σχετικών τροποποιητικών ατομικών συμβάσεων εργασίας.
Με βάση τη συμφωνία αυτή αποχώρησαν οικειοθελώς 60 εργαζόμενοι του ως άνω ομίλου στον οποίο μετείχε και η εναγομένη, ενώ 33 εργαζόμενοι, μεταξύ των οποίων και ο ενάγων, έως τα μέσα Ιανουαρίου 2012 δεν είχαν εκδηλώσει τις προθέσεις τους για εθελουσία έξοδό τους ή παραμονή τους με μείωση των αποδοχών τους. Γι’ αυτό και η εναγομένη την 17-1-2012 επέδωσε σ’ αυτούς εξώδικη δήλωση...
με την οποία τους καλούσε να εμφανιστούν ενώπιον του προαναφερθέντος νομίμου εκπροσώπου της Ι. Μ., προκειμένου να ενημερώσουν, όπως επί λέξει σ’ αυτήν αναφέρεται "για τις προθέσεις τους σε σχέση με τις άνω προτάσεις, ώστε να καταστεί δυνατή η επιλογή των προσώπων - με απόλυτο σεβασμό των κοινωνικοοικονομικών δεδομένων - για την πλήρωση των ανωτέρω κατ’ αρχάς, θέσεων εργασίας, τις οποίες η εταιρία θέλει να διατηρήσει".
Απαντώντας στην πρόσκληση αυτή 20 από τους ως άνω εργαζόμενους, μεταξύ των οποίων και ο ενάγων, επέδωσαν στην εναγομένη την 18-1-2012 την... με ίδια ημερομηνία εξώδικη απάντηση... με την οποία της δήλωναν την επιθυμία τους να συνεχίσουν να παρέχουν τις υπηρεσίες τους σύμφωνα με τους όρους αμοιβής και εργασίας της από 24-7-2008 Σ.Σ.Ε.
και ότι απέκρουαν την πρόταση για τη σύναψη της ως άνω τροποποιητικής ατομικής συμβάσεως εργασίας. Μετά την εξέλιξη αυτή η εναγομένη την 29-2-2012 κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας έξι.. εργαζομένων της, μεταξύ των οποίων και του ενάγοντος κατά τα προαναφερθέντα, την 2-3-2012 κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας ενός...
εργαζομένου της και την 14-5-2012 κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας άλλων έξι... εργαζόμενων της, με αποτέλεσμα στο αθλητικό τμήμα των εφημερίδων "..." και "... ...", όπου παρείχε τις υπηρεσίες του ο ενάγων υπό την ως άνω ειδικότητα, να παραμείνουν τρεις... δημοσιογράφοι που υπέγραψαν σχετικές ως άνω ατομικές συμβάσεις, μεταξύ των οποίων και ο αρχισυντάκτης (αντί των 15 που υπηρετούσαν προηγουμένως), οι οποίοι και καλύπτουν τις ανάγκες του εν λόγω τμήματος επαρκώς.
Κατ’ ακολουθία όλων των παραπάνω... η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος έγινε για τους παραπάνω λόγους, δηλαδή την αναδιοργάνωση και εξυγίανση της εναγομένης με τη μείωση του προσωπικού της και τη μείωση των αποδοχών του λόγω της κακής της οικονομικής καταστάσεως και προ του άμεσου κινδύνου διακοπής των εργασιών της και δεν έγινε υπό την επίκληση προσχηματικά των λόγων αυτών κατά κατάχρηση του διευθυντικού της δικαιώματος, υπαγορευόμενη από λόγους εχθρότητας και εμπάθειας σε βάρος αυτού (ενάγοντος), επειδή άσκησε εναντίον της δύο αγωγές ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και δη:
α) τη με αριθμό καταθέσεως .../28-11-2005 αγωγή, με την οποία ζητούσε γα το χρονικό διάστημα από 1-1-2000 έως 31-10-2005 το συνολικό ποσό των 219.112,31 ευρώ για αμοιβή για υπερεργασιακή και υπερωριακή απασχόληση, αμοιβή (με προσαύξηση 75%) για εργασία τις Κυριακές, αμοιβή (με προσαύξηση 25%) για εργασία κατά τη νύκτα και αποζημίωση για εκτός έδρας απασχόληση και β) τη με αριθμό καταθέσεως .../23-12-2010 αγωγή, με την οποία ζητούσε το συνολικό ποσό των 44.283,80 ευρώ για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών, δώρων εορτών και επιδομάτων αδείας για το χρονικό διάστημα από τον Οκτώβριο του 2005 μέχρι το Νοέμβριο του 2010 (από μη αναγνωρισμένη προϋπηρεσία, αυθαίρετη διακοπή επιδόματος θέσεως κλπ) και διαφορές για παροχή εργασίας την Κυριακή (1/25 του νόμιμου μισθού για κάθε Κυριακή) από το Νοέμβριο του 2005 έως και το Σεπτέμβριο του 2006, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων, δεδομένου ότι ο ισχυρισμός του αυτός δεν αποδεικνύεται από κάποιο αξιόπιστο αποδεικτικό μέσο...
Εξ άλλου ο ενάγων δεν δίνει λογική εξήγηση για ποιο λόγο η εκδικητικότητα των οργάνων της εναγομένης εκδηλώθηκε μετά από έξι και πλέον έτη από την άσκηση της πρώτης αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η... 20993/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που δέχθηκε αυτήν κατά ένα μέρος ως ουσιαστικά βάσιμη και του επιδίκασε το ποσό των 17.915,56 ευρώ για αμοιβή (με προσαύξηση 75%) για εργασία τις Κυριακές και μετά από άσκηση αντίθετων κατ’ αυτής εφέσεων εκδόθηκε την 4-6-2010 η... 1117/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία του επιδικάσθηκε το ποσό των 28.294,59 ευρώ για αμοιβή (με προσαύξηση 75%) για εργασία τις Κυριακές και ενός και πλέον έτους από την άσκηση της δεύτερης αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η... 2689/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που δέχθηκε αυτήν κατά ένα μέρος ως ουσιαστικά βάσιμη και του επιδίκασε το ποσό των 1.453,12 ευρώ για διαφορές από την παροχή εργασίας τις Κυριακές και εναντίον της οποίας δεν ασκήθηκε έφεση από τους διαδίκους...
Εξ άλλου απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος είναι και ο έτερος ισχυρισμός του ενάγοντος περί καταχρηστικότητας της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του λόγω αντιθέσεως αυτής (καταγγελίας) στην αρχή της αναλογικότητας, με την επίκληση ότι η εναγομένη κατέφυγε απευθείας στο έσχατο μέτρο της απολύσεως και δεν επέλεξε ενδιάμεσα επιεικέστερα μέσα, δεδομένου ότι ο ενάγων (όπως και οι λοιποί εργαζόμενοι) αφενός μεν δεν αντέδρασε έντονα στο σύστημα της εκ περιτροπής εργασίας που προσπάθησε για τη βιωσιμότητά της να εφαρμόσει η εναγομένη, αφετέρου δε ρητά κατά τα προαναφερθέντα δήλωσε ότι δεν δέχεται μείωση των αποδοχών του και τροποποίηση των όρων εργασίας του σε εφαρμογή του ως άνω σχεδίου αναδιαρθρώσεως-εξυγιάνσεως, μη αφήνοντας οποιοδήποτε περιθώριο διαπραγματεύσεως προς την κατεύθυνση αυτή, και η παραμονή του στην εργασία του, κατόπιν εφαρμογής κοινωνικοοικονομικών κριτηρίων και μειώσεως των αποδοχών του.
Σημειώνεται ότι στην αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της, δεν περιέχεται ορισμένος λόγος περί του ότι η εναγομένη κατά την επιλογή των απολυθέντων για οικονομικοτεχνικούς λόγους αθλητικών δημοσιογράφων της, μεταξύ των οποίων και ο ίδιος (ενάγων), δεν έλαβε υπόψη της τα κοινωνικοοικονομικά κριτήρια της αρχαιότητας και των οικονομικών και οικογενειακών αναγκών, αναφέροντας συγκεκριμένα τα άτομα που διατηρήθηκαν στο αθλητικό της τμήμα ως δημοσιογράφοι, ενώ έπρεπε να απολυθούν αντί του ιδίου, όπως και την αρχαιότητα, τις οικονομικές και κοινωνικές ανάγκες, την ειδικότητα και την αποδοτικότητα του ιδίου και των διατηρηθέντων συναδέλφων του...
Συνακόλουθα η εναγομένη δεν περιήλθε μετά την ως άνω καταγγελία σε υπερημερία ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του ενάγοντος και δεν οφείλει σ’ αυτόν μισθούς υπερημερίας. Περαιτέρω, αφού η ως άνω καταγγελία δεν είναι καταχρηστική και δεν συνιστά πράξη παράνομη και υπαίτια των οργάνων της εναγομένης, η τελευταία δεν πρόσβαλε την προσωπικότητα του ενάγοντος και ο τελευταίος δεν υπέστη από την καταγγελία αυτή ηθική βλάβη και επομένως δεν δικαιούται χρηματική ικανοποίηση".
Με βάση αυτές τις παραδοχές το εφετείο απέρριψε την έφεση του ενάγοντος κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί στο σύνολό της η αγωγή ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη. Έτσι που έκρινε το εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις αναφερόμενες στην προηγούμενη σκέψη ουσιαστικού δικαίου διατάξεις ούτε στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσεως, αφού διέλαβε σ’ αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της μη καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της εναγομένης για καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος και της μη παραβιάσεως εκ μέρους της της αρχής της αναλογικότητας κατά την καταγγελία αυτή.
Επομένως οι πρώτος κατά το πρώτο σκέλος του, δεύτερος κατά το πρώτο σκέλος του και τρίτος κατά το τέταρτο σκέλος του λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα και αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α και 19 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα με την έννοια της πιο πάνω διατάξεως είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. Α.Π. 25/2003). Στην προκειμένη περίπτωση με τους δεύτερο κατά το δεύτερο σκέλος του και τρίτο κατά το πρώτο σκέλος του λόγους αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι απέρριψε τους αγωγικούς ισχυρισμούς του για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του (δεύτερος λόγος) και για αντίθεση αυτού στην αρχή της αναλογικότητας (τρίτος λόγος), μη λαμβάνοντας υπόψη τους ισχυρισμούς αυτούς.
Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι διότι, με βάση το ίδιο το περιεχόμενό τους, το δικαστήριο έλαβε υπόψη τους αναφερόμενους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος και τους απέρριψε.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 17 παρ. 2 ν. 2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς που τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί γι’ αυτά οποιαδήποτε απόδειξη ή χωρίς να εκτίθεται στην απόφαση, ούτε γενικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε το δικαστήριο την απόδειξη (Α.Π. 431/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο κατά το δεύτερο σκέλος του και τρίτο κατά το δεύτερο σκέλος του λόγους αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω πλημμέλεια. Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι λόγω αοριστίας αφού για τη θεμελίωσή τους δεν προβάλλεται οποιοδήποτε περιστατικό και ειδικότερα δεν προβάλλεται ισχυρισμός ότι το δικαστήριο για πράγματα που δέχθηκε ως αληθινά δεν εξέθεσε από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη ή ότι δεν είχε προσκομισθεί γι’ αυτά καμμιά απόδειξη αλλά μόνο απαράδεκτες αιτιάσεις για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως παρέχεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την πληρότητα του ανωτέρω λόγου αναιρέσεως πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζονται τα αποδεικτικά μέσα που δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας μολονότι ήταν παραδεκτά και νόμιμα και να εκτίθεται ότι έγινε παραδεκτή επίκληση και προσκομιδή τους στο δικαστήριο εκείνο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο (Α.Π. 1508/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο κατά το τρίτο σκέλος του, δεύτερο κατά το τρίτο σκέλος του και τρίτο κατά το τρίτο σκέλος του λόγους αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια, για τη θεμελίωση όμως των λόγων αυτών δεν επικαλείται ποια ήταν τα αποδεικτικά μέσα τα οποία δεν ελήφθησαν υπόψη από το εφετείο ούτε ότι τα είχε επικαλεσθεί νομίμως ούτε ποιοι ήταν οι ισχυρισμοί για την απόδειξη ή ανταπόδειξη των οποίων τα επικαλέσθηκε και τα προσκόμισε.
Συνεπώς οι λόγοι αυτοί είναι αποριπτέοι ως απαράδεκτοι λόγω αοριστίας. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ.
του ίδιου κώδικα, έγγραφο περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (Ολ.
Α.Π. 2/2008, Α.Π. 824/2010). Εφόσον δε, κατά τα προεκτεθέντα, ως έγγραφα η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων θεμελιώνει τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως θεωρούνται τα αναφερόμενα στα άρθρα 339 και 432 επ. του ίδιου κώδικα ως αποδεικτικά μέσα, δεν θεωρούνται έγγραφα με την ανωτέρω έννοια τα διαδικαστικά έγγραφα της ενεστώσας δίκης, όπως είναι οι προτάσεις, τα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου που περιέχουν καταθέσεις μαρτύρων ή η εισηγητική έκθεση εξετάσεως μαρτύρων (Α.Π. 42/2014).
Περαιτέρω για το ορισμένο του αναιρετικού αυτού λόγου πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο: α) το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, β) το από την προσβαλλόμενη απόφαση δεκτό γενόμενο διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο, γ) το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο για το ότι υπάρχουν ή όχι κρίσιμα γεγονότα και δ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο (Α.Π. 118/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο (εν μέρει), δεύτερο κατά το τέταρτο σκέλος του και τρίτο κατά το πέμπτο σκέλος του λόγους αναιρέσεως, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια (στον πρώτο λόγο χωρίς ρητή αναφορά του άρθρου 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ.) και συγκεκριμένα ότι: "παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εγγράφου της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, δεχόμενη γεγονότα που δεν προκύπτουν από αυτό το έγγραφο, ήτοι ότι υπογράφει ο Ι.
Μ. του οποίου το όνομα ουδαμού αναγράφεται επί του εγγράφου, ούτε γίνεται μνεία ή υπαινιγμός για απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου" (πρώτος λόγος), "με αδικεί (με την άλλοίωση ή παραμόρφωση...) εγγράφων στοιχείων και δικογράφων στα οποία αποτυπώνεται η πραγματικότητα..." (δεύτερος λόγος) και χωρίς την επίκληση οποιουδήποτε περιστατικού για τη θεμελίωσή του (τρίτος λόγος).
Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι ο μεν πρώτος διότι με αυτόν δεν αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένη ανάγνωση αλλά εσφαλμένη εκτίμηση του φερομένου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, οι δε δεύτερος και τρίτος λόγω αοριστίας διότι ο αναιρεσείων δεν προσδιορίζει ποια ακριβώς ήταν τα έγγραφα που κατ’ αυτόν παραμορφώθηκαν, ποιο ήταν το αληθινό περιεχόμενό τους και ποιο το από την προσβαλλόμενη απόφαση δεκτό γενόμενο διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο αυτών.
Ειδικότερα δε ο δεύτερος λόγος, κατά το μέρος που με αυτόν αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση παραμόρφωση δικογράφων, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος και για τον επί πλέον λόγο ότι τα δικόγραφα δεν είναι έγγραφα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση, να συμψηφισθεί όμως στο σύνολό της η εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη των διαδίκων (άρθρα 179 περ.
β και 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31-8-2015 αίτηση για αναίρεση της 1206/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Συμψηφίζει στο σύνολό της την εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15. Μαρτίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ