Legislator Case Law & Legislation
541/2014 AI generated

541/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 541/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/7/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 193/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4645/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26/8/2013 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

541/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 672 ΑΚ καθένα από τα μέρη έχει δικαίωμα σε κάθε περίπτωση να καταγγείλει οποτεδήποτε τη σύμβαση για σπουδαίο λόγο χωρίς να τηρήσει προθεσμία. Η διάταξη αυτή προβλέπει τη λεγόμενη έκτακτη καταγγελία της σύμβασης εργασίας. Από τη διατύπωσή της "σε κάθε περίπτωση" προκύπτει, ότι εφαρμόζεται τόσο στις συμβάσεις ορισμένου, όσο και στις συμβάσεις αορίστου χρόνου.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 541 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 541/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Κωνσταντίνο Παπασταματίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Δ. του Α., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Νταλαχάνη και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΤΡΑΠΕΖΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΚΟΙΝΗΣ ΩΦΕΛΕΙΑΣ" (Τ.Α.Υ.Τ.Ε.Κ.Ω.) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου επί θεμάτων κοινωνικής ασφάλισης του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ Δ.Ε.Η." (Ο.Α.Π.-Δ.Ε.Η.) το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Παπαδημητρόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/7/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 193/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4645/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26/8/2013 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Παπασταματίου ανέγνωσε την από 20/1/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τα άρθρα 669 παρ. 2 ΑΚ, 1 ν.2112/20 και 1,5 ν.3198/55 προκύπτει, ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου (ΑΠ 1096/2003).

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 672 ΑΚ καθένα από τα μέρη έχει δικαίωμα σε κάθε περίπτωση να καταγγείλει οποτεδήποτε τη σύμβαση για σπουδαίο λόγο χωρίς να τηρήσει προθεσμία. Η διάταξη αυτή προβλέπει τη λεγόμενη έκτακτη καταγγελία της σύμβασης εργασίας. Από τη διατύπωσή της "σε κάθε περίπτωση" προκύπτει, ότι εφαρμόζεται τόσο στις συμβάσεις ορισμένου, όσο και στις συμβάσεις αορίστου χρόνου.

Όμως, όσον αφορά τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας η εφαρμογή της περιορίζεται μόνο στη σύμβαση ορισμένου χρόνου. Και τούτο γιατί η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ρυθμίζεται ειδικά από τους ν.2112/20 και 3198/55, οι οποίοι και ορίζουν περιοριστικά τους λόγους έκτακτης καταγγελίας, ώστε να υπάρχει πεδίο εφαρμογής για το άρθρο 672 ΑΚ (ΑΠ 72/2002).

Περαιτέρω η, κατά τα ανωτέρω, εκ των διατάξεων 167, 168, 361 και 669 §2 ΑΚ, καταγγελία της συμβάσεως αορίστου χρόνου συμβάσεως εργασίας, ως μονομερής δικαιοπραξία που γνωστοποιείται σ' αυτόν που απευθύνεται και δεν χρειάζεται αποδοχής από αυτόν, παράγει τα έννομα αποτελέσματά της, κατά την υπό του άρθρου 167 ΑΚ θεωρία της λήξεως, ευθύς ως περιέλθει σύννομα σ' αυτόν και ανεξάρτητα από τη γνώση αυτού, αρκεί μόνο να ήταν δυνατόν υπό κανονικές συνθήκες να λάβει γνώση αυτής (ΑΠ 162/1983).

Τέλος από τις διατάξεις του άρθρου 7 του ν.2112/1920 και των άρθρων 648 και 652 του Α.Κ προκύπτει ότι, μονομερής μεταβολή των όρων εργασίας υπάρχει όταν ο εργοδότης επιχειρεί χωρίς τη συγκατάθεση του μισθωτού τροποποίηση των όρων αυτής χωρίς να έχει τέτοιο δικαίωμα από τη σύμβαση, το νόμο ή τον τυχόν υπάρχοντα κανονισμό της επιχείρησης.

Βλαπτική δε μεταβολή των όρων εργασίας υπάρχει, όταν αυτή προκαλεί στον εργαζόμενο άμεσα ή έμμεσα υλική ή ηθική μόνο ζημία. Στην περίπτωση αυτή ο μισθωτός μπορεί να αντιδράσει με τους εξής τρόπους: α) να αποδεχθεί τη μεταβολή, οπότε συνάπτεται νέα σύμβαση τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη, εφόσον δεν αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη νόμου ή τα χρηστά ήθη, β) να θεωρήσει τη μονομερή βλαπτική μεταβολή ως καταγγελία από την πλευρά του εργοδότη και να αποχωρήσει από την εργασία αξιώνοντας την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης και γ) να εμμείνει στη σύμβαση και να ζητήσει την τήρηση των συμβατικών όρων (ΑΠ 911/08).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής (άρθρ. 561 §2 Κ.Πολ.Δ.) προκύπτει, ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων εξέθετε σε αυτή ότι: Δυνάμει εγγράφου συμβάσεως εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίστηκε και υπεγράφη στην Αθήνα την 10.5.1993 μεταξύ του ενάγοντος (ήδη αναιρεσείοντος) και της Δημοσίας Επιχειρήσεως Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ), προσελήφθην παρ' αυτής υπό την ιδιότητα του Οφθαλμιάτρου - μέλους του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών, προκειμένου να παρέχω τις ιατρικές μου υπηρεσίες ........

Ούτω μετά την διάσπαση της ΔΕΗ, ως δημόσιας επιχείρησης, οι συσταθέντες: ασφαλιστικός οργανισμός - εναγόμενος και ανώνυμη εταιρεία, κατέστησαν εκ του νόμου οιονεί καθολικοί διάδοχοι της πρώην εργοδότιδος ...... Εν τω μεταξύ, παρά το γεγονός ότι από της προσλήψεώς του μέχρι και τον μήνα Ιούνιο του 1999, απασχολείτο στα ιατρεία της αρχικής εργοδότιδος, αληθώς δια συμβάσεως εξηρτημένης εργασίας, την οποία όμως αυτή αποκαλούσε σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, αύτη δεν του κατέβαλε, ως είχε υποχρέωση εκ της συμβάσεως και εκ του νόμου: 1) τις νόμιμες αποδοχές του, βάσει του μειωμένου χρόνου απασχολήσεώς του, ήτοι 11,74 ευρώ ανά ώρα απασχολήσεως.

Αντ' αυτού του κατέβαλε 8,80 ευρώ ανά ώρα, ήτοι 2,94 ευρώ λιγότρα, β) τα δώρα Πάσχα και Χριστουγέννων εκάστου έτους και 3) τις αποδοχές κατά τον χρόνο της αδείας του την οποία ζητούσα ως και το επίδομα αδείας. Συνεπεία των παραλείψεων αυτών κατέφυγε στη Δικαιοσύνη για το χρονικό διάστημα από 10.5.1993 μέχρι 30.6.1999 και δικαιώθηκε δια της υπ' αριθμ/. 2450/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, η οποία εδέχθη ότι η συνδέουσα αυτόν και την εργοδότιδα σχέσις ήτο αυτής της εξηρτημένης εργασίας και όχι της παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών και του επεδίκασε συνολικώς το ποσό των 10824,38 ευρώ.....

Εν συνεχεία και παρά την έκδοση των ως άνω αποφάσεων, τόσον η αρχική εργοδότις, όσον και το διαδεχθέν αυτήν εναγόμενο νομικό πρόσωπο, όχι μόνον συνέχισαν και για το επόμενο χρονικό διάστημα την ίδια τακτική, κόντρα προς την αμετάκλητη δικαστική απόφαση, αλλά επέτειναν την έναντί του παράνομη συμπεριφορά τους, δεδομένου ότι δεν κατέβαλαν σε αυτόν τις ως άνω νόμιμες αποδοχές και ούτε και τα επιδόματα γάμου και τέκνων.

Ούτω, κατέφυγε και πάλι στη Δικαιοσύνη για το χρονικό διάστημα από 1.7.1999 μέχρι 30.2.2004. Και πάλι δικαιώθηκε δια της υπ' αριθμ. 147/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία κατέστη τελεσίδικος δι' απορρίψεων των κατ' αυτής ασκηθεισών εφέσεων, δια της υπ' αριθμ. 3282/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών....

Την απορρίψασα της εφέσεως 3282/2007 απόφαση γνωστοποίησε προς τους ηττηθέντες αντιδίκους του προφορικώς, μέσω πληρεξουσίων δικηγόρων, αμέσως, μετά την δημοσίευσή της, την 25η Μαΐου 2007 και ανέμενα να συμμορφωθούν οικειοθελώς, πλην όμως ματαίως..... Αρχάς Σεπτεμβρίου 2007 υπεγράφη μεταξύ αυτού, των εναγομένων και της ΔΕΗ, μία άνευ ημερομηνίας συντάξεως σύμβαση, η οποία άρχισε να εφαρμόζεται από 1.10.2007.

Εις το προοίμιο της ως άνω συμβάσεως και δη στον υπ' αριθμ. Β' όρο αναγράφεται ότι: "Το περιεχόμενο της παρούσης συμβάσεως εγκρίνεται στο σύνολό της από το Δ.Σ. του ΟΑΠ-ΔΕΗ, δυνάμει της υπ' αριθμ. 70/6.8.05 αποφάσεώς του, βάσει της οποίας αναλαμβάνει από 1.1.2000 όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την παρούσα σύμβαση, αφού αυτός ωφελείται αποκλειστικά από την παροχή των υπηρεσιών του συμβαλλόμενου ιατρού, γεγονός που γίνεται ανεπιφύλακτα δεκτό από τον συμβαλλόμενο ιατρό".

Ωσαύτως στον υπ' αριθμ. 8 όρο της συμβάσεως αναφέρεται ότι: "Η συνολική μισθοδοσία του μισθωτού όπως περιγράφεται ανωτέρω ή όπως θα διαμορφωθεί στο μέλλον, θα βαρύνει εξ ολοκλήρου και αποκλειστικά από 1.1.2000 τον ΟΑΠ-ΔΕΗ, ο οποίος επί πλέον θα επιβαρύνεται και με τις αντίστοιχες ασφαλιστικές εισφορές εργοδότη, ο δε μισθωτός ουδεμία αξίωση διατηρεί στο μέλλον κατά της ΔΕΗ ΑΕ για τις παραπάνω αιτίες".

Ούτω παρά τις παραλείψεις του εναγομένου, αυτός συνέχισε αδιαλείπτως την παροχή των υπηρεσιών του προς τον προρρηθέντα από 10.5.1993 μέχρι την 14.5.2008, οπότε προέβην σε επίσχεση της εργασίας του. Την 28.5.2008 κατήγγειλε τη σύμβαση εξ αποκλειστικής υπαιτιότητος του εναγομένου, διότι: 1) Το εναγόμενο νομικό πρόσωπο, αρνήθηκε να συμμορφωθεί, ως είχε υποχρέωση, προς τις αναγνωρισθείσες δια δύο αμετακλήτων δικαστικών αποφάσεων υποχρεώσεις του προς αυτόν και για το μεταγενέστερο των ως άνω αποφάσεων χρονικό διάστημα, ήτοι από 1.7.2004 μέχρι 30.4.2007.

Ούτω, κυριαρχημένος από την νέα τρώση του περί δικαίου συναισθήματός του, αλλά και την βαρεία προσβολή της προσωπικότητός του, αναγκάσθηκε να εγείρει κατά του εναγομένου και Τρίτη, ήτοι την από 21 Απριλίου 2008 αγωγή, αξιώνοντας την καταβολή των ληξιπροθέσμων οφειλών του προς αυτόν ύψους 21.244,15 ευρώ. Την αγωγή αυτή επέδωκα προς τον αντίδικο την 22.4.2008.

Μετά πάροδο δέκα (10) ημερών από της επιδόσεως της αγωγής, όχλησε και πάλι εγγράφως προς ικανοποίηση των ληξιπροθέσμων απαιτήσεών του δια της από 30.4.2008 αιτήσεώς του, κατατεθείσης την 20.5.2008, δια της οποίας έταξα δεκαήμερη προθεσμία καταβολής των οφειλομένων. Και ενώ εγνώριζε ότι οι ως άνω απαιτήσεις του είναι ληξιπρόθεσμες και απαιτητές, αδιαφόρησε παντελώς, συνεχίζοντας πεισματικά την παρά της δικαιοδόχου του από μακρού χρόνου αρξαμένη παράνομη, αντισυμβατική και προσβλητική δια το πρόσωπό του συμπεριφορά, η οποία τον πλήττει βάναυσα ως άνθρωπο επιστήμονα - δηλονότι λειτουργό της ζωής και οικογενειάρχη. 2) Ταυτοχρόνως δια της ως άνω συμπεριφοράς του τον ζημιώνει και θετικώς, αφού τον επιβαρύνει με δικαστικά έξοδα ήτοι πραγματικά έξοδα και αμοιβή δικηγόρου, τα οποία δεν καλύπτονται από τις επιδικαζόμενες παρά του Δικαστηρίου δικαστικές δαπάνες.

Ούτω πέραν της ψυχικής και σωματικής ταλαιπωρίας, την οποίαν υπέστη και υφίσταται εξ αποκλειστικής του αντιδίκου υπαιτιότητος, υφίσταται ουσιαστικώς και μείωση των αποδοχών του. Εξ αυτής της παρανόμου, υπαιτίας και αντισυμβατικής συμπεριφοράς του, την 13η Μαΐου 2008 προέβη δια δηλώσεώς του, επιδοθείσης την 14.5.2008, σε επίσχεση εργασίας, από της επομένης της επιδόσεως της ως άνω δηλώσεως, πλην όμως και πάλι ο εναγόμενος παρέμεινε παγερώς αδιάφορος.

Επειδή η κατά τα ως άνω, μη ικανοποίηση των νομίμων και ληξιπροθέσμων απαιτήσεών του, συνιστούσε και συνιστά παραβίαση εκ μέρους του αντιδίκου, του άρθρου 672 ΑΚ, το οποίο θεσπίζει δικαίωμα καταγγελίας της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας για σπουδαίο λόγο, την οποία και κατήγγειλε, εξ υπαιτιότητος του εναγομένου, την 28.5.2008 ......

Επειδή κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω έχει κατά του εναγομένου αξίωση αποζημιώσεως λόγω της εξ υπαιτιότητός του καταγγελίας της συμβάσεως εξηρτημένης εργασίας για σπουδαίο λόγο και εν λόγω χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη, επελθούσα στο πρόσωπό του, ως αποτέλεσμα της παράνομης και αντισυμβατικής συμπεριφοράς του και συγκεκριμένα έχει κατ' αυτού τις κατωτέρω αξιώσεις:

Ι. Αξίωση αποζημιώσεως λόγω καταγγελίας της συμβάσεως. Δεδομένου ότι ο χρόνος υπηρεσίας του στον εναγόμενο βάσει της προϋπηρεσίας του, υπερβαίνει τα 18 έτη, ήτοι άρχισε την 10.5.1993 και έληξε την 28.5.2008, δικαιούται λαμβάνειν ως αποζημίωση 18 μισθούς βάσει δε των μηνιαίων αποδοχών του, οι οποίες τον Μάιο του 2008 ανήρχοντο στο ποσό των 1659,04 ευρώ, συν 1/6 του μηνιαίου μισθού λόγω αυξήσεως εκ της αιτιολογίας δώρων και επιδόματος αδείας ήτοι 1935,50 ευρώ, δικαιούταν ως αποζημίωση το ποσό των 34.839.

ΙΙ. Αξίωση αποζημιώσεως λόγω ηθικής βλάβης επειδή εκ της μη συμμορφώσεως του εναγομένου προς τις δικαστικές αποφάσεις και της μη καταβολής, παρά την ύπαρξη τελεσίδικων και αμετάκλητων δικαστικών αποφάσεων των μετά τη δικαίωσή του νομίμων αποδοχών του, η καταγγελία της μεταξύ αυτού και του εναγομένου υφισταμένης συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, συνετελέσθη υπό συνθήκες οι οποίες συνιστούν βαρεία προσβολή της προσωπικότητός του.

Επειδή ...... δικαιούται να αξιώσει παρά του εναγομένου βάσει των άρθρων 47, 932 ΑΚ και ν.551/1915 εύλογο χρηματική ικανοποίηση..... δεν θα καθορισθεί ....... το ποσό των 50.000 ευρώ. Ακολούθως ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο στην καταβολή του ποσού των 84.830 € νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή, ορθά δεν εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 672 και 673 ΑΚ, καθόσον όπως προαναφέρθηκε το άρθρο 672 ΑΚ δεν εφαρμόζεται στην καταγγελία της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως γενικής έναντι των ειδικών διατάξεων του ν.2112/20 και ν.3198/55, με τους οποίους ορίζονται περιοριστικά οι λόγοι έκτακτης καταγγελίας και ορθά έκρινε μη νόμιμη την αγωγή, με την οποία ο αναιρεσείων ζητούσε την αποζημίωση του ν.2112/1920, ωσάν να κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας το εναγόμενο.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων παραπονείται για εσφαλμένη μη εφαρμογή των άρθρων 672 και 673 ΑΚ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος είναι από τον ίδιο λόγο της αναίρεσης με τον οποίο ο αναιρεσείων παραπονείται για μη εφαρμογή του άρθρου 7 του ν.2112/20, αφού τέτοια βάση δεν έχει η αγωγή και προϋπόθεση εφαρμογής αυτού είναι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη και όχι από τον εργαζόμενο.

Περαιτέρω, το δεδικασμένο, αν και σύμφωνα με το άρθρο 322 Κ.Πολ.Δ. λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως, δεν αφορά τη δημόσια τάξη και συνεπώς ο ισχυρισμός ότι δεν έγινε δεκτή από το Εφετείο η ύπαρξη δεδικασμένου, για να θεμελιώσει τον από το άρθρο 559 αρ. 16 Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως, πρέπει κατά το άρθρο 562 §2 Κ.Πολ.Δ. να έχει προβληθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας, και όχι απλώς να έγινε επίκληση της τελεσίδικης αποφάσεως, και να αναφέρεται ρητά στο αναιρετήριο ότι έγινε τέτοια προβολή (ΑΠ 959/1999). Στην προκειμένη περίπτωση, προσβάλλεται η απόφαση με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως, για την πλημμέλεια που ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως, χωρίς όμως να γίνεται εκεί μνεία ότι η ύπαρξη δεδικασμένου είχε προβληθεί ενώπιον του Εφετείου. Επομένως, ως αόριστος είναι απορριπτέος ο λόγος αυτός της αναίρεσης. Τέλος, απορριπτέοι ως απαράδεκτοι είναι ο τρίτος και τέταρτος λόγος της αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 και 20 Κ.Πολ.Δ., αφού οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως ιδρύονται όταν το δικαστήριο εισήλθε στην ουσία και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα και όχι όταν απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή, όπως στην προκειμένη περίπτωση. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και ο αναιρεσείων ως ηττώμενος διάδικος, να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρ. 176, 183 189 §1, 141 §2 Κ.Πολ.Δ.) όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26-8-2013 αίτηση αναιρέσεως του Γ. Α. Δ. κατά της υπ' αριθμ. 4645/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 25 Φεβρουαρίου 2014.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 6 Μαρτίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ