Legislator Case Law & Legislation
541/2012 AI generated

541/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 541/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 541 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 541/2012

Legislator headnote

AI generated

541/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 541 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 541/2012

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 541 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 541/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 14 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Κουτσιλαίο με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΑΜΕΡΙΚΑΝ Α.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Πρωτοπαπά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-3-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2841/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 1896/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3-8-2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 7-11-2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως και την απόρριψη του δευτέρου λόγου αναιρέσεως.

Η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αναιρεσείοντος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 914 Α.Κ., που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρεώσεως προς αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας είναι: α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξεως ή παραλείψεως, γ) υπαιτιότητα, δ) ζημία και ε) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας). Από την ίδια διάταξη του άρθρου 914 Α.Κ. σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 147-149 Α.Κ. και 386 Π.Κ. προκύπτει ότι γενεσιουργό λόγο της υποχρεώσεως σε αποζημίωση αποτελεί και η απάτη σε βάρος του ζημιωθέντος, η οποία υπάρχει όταν κάποιος από δόλο προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί με κάθε μέσο ή τέχνασμα σε άλλον την εσφαλμένη αντίληψη πραγματικών γεγονότων, ένεκα της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βουλήσεως ή σε επιχείρηση πράξεως από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το χρησιμοποιηθέν απατηλό μέσο υπήρξε αποφασιστικό για τη γενόμενη δήλωση βουλήσεως ή την επιχειρηθείσα πράξη, ενώ δεν αποκλείεται η τυχόν χρησιμοποιηθείσα για την απάτη ψευδής παράσταση να αναφέρεται σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με απόκρυψη κρίσιμων γεγονότων αναγομένων στο παρόν, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε αυτός που τον εξαπάτησε (Α.Π. 41/2010). Ειδικότερα η απατηλή συμπεριφορά συνίσταται είτε σε παράσταση ανύπαρκτων γεγονότων ως υπαρκτών κατά παράβαση του καθήκοντος αλήθειας είτε στην απόκρυψη ή αποσιώπηση ή ατελή ανακοίνωση υπαρκτών γεγονότων, των οποίων η αποκάλυψη σ' αυτόν που τα αγνοούσε επιβαλλόταν από το καθήκον διαφωτίσεώς του με βάση την καλή πίστη ή την υπάρχουσα ιδιαίτερη σχέση μεταξύ του δηλούντος ή επιχειρούντος την πράξη και εκείνου προς τον οποίο απευθύνεται η δήλωση ή του ωφελούμενου από την πράξη (Α.Π. 715/2011). Τέτοια υποχρέωση από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη προς παροχή σαφών πληροφοριών ή εξηγήσεων έχουν και οι ασφαλιστικές εταιρείες προς τους ζημιωθέντες τρίτους δικαιούχους αποζημιώσεως. Σε κάθε περίπτωση δεν ενδιαφέρει το είδος της πλάνης που δημιουργήθηκε από την απάτη, δηλαδή αν αυτή είναι ή δεν είναι συγγνωστή, ουσιώδης ή επουσιώδης, καθώς και αν αναφέρεται αποκλειστικά στα παραγωγικά αίτια της βουλήσεως, αρκεί να υφίσταται κατά το χρόνο που δηλώνεται η βούληση ή επιχειρείται η πράξη (Α.Π. 715/2011). Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι με αυτήν έγιναν ανελέγκτως δεκτά τα εξής: "Την 13-9-1995 έλαβε χώρα, στη διασταύρωση των οδών Καλαμακίου και Ταξιαρχών, στην Αθήνα, σύγκρουση μεταξύ του ... ΔΧΕ (ταξί) αυτοκινήτου ιδιοκτησίας του εκκαλούντος και του από τον Ά. Σ. (που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη) οδηγουμένου ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, με αποτέλεσμα την πρόκληση υλικών ζημιών στο αυτοκίνητο του εκκαλούντος, για την αποκατάσταση των οποίων ο τελευταίος άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 5-2-1995 αγωγή, απευθυνομένη κατά του υπαιτίου της συγκρούσεως ως άνω οδηγού (Α. Σ.) και του ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο", ενόψει της δηλώσεως του πρώτου (υπαιτίου οδηγού) ότι το ζημιογόνο όχημά του ήταν ανασφάλιστο ... Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε η 4092/1998 απόφαση του παραπάνω δικαστηρίου με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή αυτή, κριθέντος ότι το ζημιογόνο όχημα ήταν κατά τον κρίσιμο χρόνο του ατυχήματος ανασφάλιστο, ενόψει του ότι η καλύπτουσα το ως άνω ζημιογόνο όχημα ασφαλιστική σύμβαση που είχε καταρτισθεί με το ... ασφαλιστήριο συμβόλαιο μεταξύ του κυρίου του ζημιογόνου αυτοκινήτου (Α. Ζ.) και της εφεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας (ΙΝΤΕΡΑΜΕΡΙΚΑΝ ΑΕ) για το από 26-5-1993 μέχρι 25-6-1995 χρονικό διάστημα είχε ακυρωθεί με αντισυμφωνία των μερών την 20-10-1994, εκδοθείσας σχετικώς της ... πρόσθετης πράξης. Επί των ασκηθεισών κατά της παραπάνω απόφασης εφέσεων των διαδίκων εκδόθηκαν οι 10438/1999 και 8853/2001 αποφάσεις του δικαστηρίου αυτού, οι οποίες, κατά το μέρος που ενδιαφέρει την παρούσα υπόθεση, δέχθηκαν τα ίδια, αναφορικά με το ασφαλισμένο καθεστώς του ζημιογόνου αυτοκινήτου. Ασκηθείσας από το Επικουρικό Κεφάλαιο αναιρέσεως κατά των παραπάνω εφετειακών αποφάσεων εκδόθηκε η 3/2005 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, η οποία, αφού αναίρεσε αυτές, δεχθείσα ότι το ζημιογόνο ως άνω όχημα δεν θεωρείται ανασφάλιστο έναντι του ζημιωθέντος τρίτου (εκκαλούντος) ενόψει του ότι δεν έχει ακυρωθεί (λυθεί) νομότυπα η παραπάνω ασφαλιστική σύμβαση αφού δεν επακολούθησε γνωστοποίηση με επιστολή προς τον ασφαλισμένο της γενόμενης ακύρωσης, παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, το οποίο με την 9213/2005 απόφασή του δέχθηκε την έφεση του Επικουρικού Κεφαλαίου και απέρριψε ως προς αυτό την αγωγή του εκκαλούντος ως ουσιαστικά αβάσιμη. Μετά την κατά τα άνω απόρριψη της αγωγής του ο εκκαλών, επικαλούμενος ότι η απεύθυνση αυτής εναντίον του Επικουρικού Κεφαλαίου αντί της εφεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας οφείλεται σε εξαπάτησή του από τους προστηθέντες υπαλλήλους της τελευταίας οι οποίοι τον διαβεβαίωναν ψευδώς ότι το ζημιογόνο όχημα ήταν ανασφάλιστο, άσκησε κατά αυτής την ένδικη αγωγή, πλην όμως από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε η επικαλούμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά της εφεσίβλητης. Ειδικότερα ναι μεν αποδείχθηκε ότι η εφεσίβλητη διαβεβαίωσε δια των αρμοδίων υπαλλήλων της τον εκκαλούντα για την κατά την 20-10-1994 λαβούσα χώρα ακύρωση, με αντισυμφωνία των συμβαλλομένων μερών, της καλύπτουσας το ζημιογόνο όχημα ασφαλιστικής σύμβασης, η οποία (αντισυμφωνία) ... επέφερε τη λύση της ένδικης ασφαλιστικής σύμβασης ανεξάρτητα από τη μη γνωστοποίηση της γενομένης ακύρωσης, με αποτέλεσμα το ζημιογόνο ως άνω όχημα να θεωρείται ανασφάλιστο μεν έναντι του ασφαλισμένου από το χρόνο κατάρτισης της σχετικής για την ακύρωση αντισυμφωνίας, ασφαλισμένο δε έναντι του ζημιωθέντος εκκαλούντος (τρίτου), έναντι του οποίου ο ασφαλιστής δεν μπορεί να αντιτάξει την γενόμενη ακύρωση αν δεν έχει τηρηθεί η από τη διάταξη του άρθρου 11 παρ.2 ν. 489/1976 επιβαλλόμενη γνωστοποίηση, δεν αποδείχθηκε όμως ότι η εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία διαβεβαίωσε ψευδώς καθ' οιονδήποτε τρόπο τον εκκαλούντα ότι είχε προβεί και σε γνωστοποίηση της γενόμενης ακύρωσης στον ιδιοκτήτη του ζημιογόνου οχήματος με την αποστολή σχετικής επιστολής προς αυτόν ώστε να αποκλείεται η κατ' αυτής απεύθυνση της ασκηθείσας από 5-2-1995 αγωγής του και να νομιμοποιείται παθητικά γι' αυτό το Επικουρικό Κεφάλαιο, με αποτέλεσμα να μη θεμελιώνεται η απ' αυτόν (εκκαλούντα) αποδιδομένη στην εφεσίβλητη αδικοπρακτική συμπεριφορά. Θα πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι την επικαλούμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά της εφεσίβλητης δεν μπορεί να θεμελιώσει η παράλειψη της τελευταίας να πληροφορήσει αυτοβούλως τον εκκαλούντα, χωρίς την υποβολή δηλαδή σχετικού ειδικού αιτήματος, το οποίο ούτε και ο ίδιος (ο εκκαλών) επικαλείται ότι υπέβαλε, ότι δεν είχε προβεί σε γνωστοποίηση της γενομένης ακύρωσης προς τον ασφαλισμένο ιδιοκτήτη του ζημιογόνου οχήματος, αφού, μετά την εκ μέρους της εφεσίβλητης πληροφόρηση του εκκαλούντος για την ακύρωση, με αντισυμφωνία των μερών, της ασφαλιστικής σύμβασης στην οποία και μόνο εξαντλείται η σχετική υποχρέωση αυτής ενόψει της μη υποβολής και του παραπάνω ειδικού περί γνωστοποίησης ή μη της γενόμενης ακύρωσης αιτήματος, θα έπρεπε είτε ο ίδιος (εκκαλών) είτε οι πληρεξούσιοι δικηγόροι του Γεώργιος Τσαγκαράκης και Μαρία Φερεντίνου, στους οποίους είχε αναθέσει την άσκηση της σχετικής αγωγής να διερευνήσουν, υποβάλλοντας εγγράφως ή έστω και προφορικώς σχετικό αίτημα στην εφεσίβλητη περί του αν επακολούθησε η από τη διάταξη του άρθρου 11 παρ.2 ν.489/1976 προβλεπόμενη γνωστοποίηση της γενόμενης ακύρωσης προκειμένου, ακολούθως, να επιλέξει αυτός (εκκαλών) αν θα στραφεί κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου, στην περίπτωση που είχε λάβει χώρα η κατά τα άνω γνωστοποίηση της ακύρωσης, ή κατά της εφεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας στην αντίθετη περίπτωση". Έτσι που έκρινε το εφετείο στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως αφού διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα: α) της υπάρξεως ή μη ζημιογόνου συμπεριφοράς (πράξεων ή παραλείψεων) των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσιβλήτου και β) της συνδρομής ή όχι στο πρόσωπό των ίδιων του στοιχείου του δόλου για την πραγμάτωση τής σε βάρος του αναιρεσείοντος απάτης ή της αμελείας αυτών την οποία είχε επικουρικά επικαλεσθεί στην αγωγή του ο αναιρεσείων, οι αιτιολογίες δε αυτές καθιστούν αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των προαναφερόμενων κανόνων ουσιαστικού δικαίου που ήταν εφαρμοστέοι εν προκειμένω. Και τούτο διότι: α) Ως προς μεν τη ζημιογόνο συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσιβλήτου δεν ερεύνησε αν αυτοί παρέστησαν ή όχι ψευδώς στον αναιρεσείοντα ότι το ζημιογόνο όχημα ήταν έναντι αυτού ως τρίτου ζημιωθέντος σε οδικό ατύχημα ανασφάλιστο κατά το χρόνο της συγκρούσεως (13-9-1995). Αντίθετα, κατά παράβαση των προαναφερθεισών διατάξεων, δέχθηκε ότι αυτοί (οι προστηθέντες υπάλληλοι της αναιρεσιβλήτου) δεν είχαν υποχρέωση να πληροφορήσουν αυτοβούλως τον αναιρεσείοντα για τ' ανωτέρω και ότι εκείνος όφειλε να προβεί στη σχετική έρευνα. β) Όσον αφορά το στοιχείο της υπαιτιότητας των παραπάνω προσώπων δεν ερεύνησε αν αυτά είχαν ή όχι πρόθεση να παραπλανήσουν τον αναιρεσείοντα, γνωρίζοντας την αναλήθεια των γεγονότων που παρουσίασαν ως αληθή ούτε αν αυτά από αμέλεια δεν γνωστοποίησαν στον αναιρεσείοντα τα γεγονότα αυτά. Ενόψει όλων των ανωτέρω ο σχετικός πρώτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ., είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

Από το άρθρο 904 Α.Κ. προκύπτει ότι η αγωγή του αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι επιβοηθητικής ουσιαστικά φύσεως και μπορεί να ασκηθεί μόνο όταν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, εκτός αν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα στα οποία στηρίζεται η αγωγή από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία και υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση (επικουρικώς), της απορρίψεως της κύριας βάσεως της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία (Α.Π. 357/2011). Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της από 7-3-2005 αγωγής επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της επικουρικής βάσεώς της ο αναιρεσείων, πέρα από τα πραγματικά περιστατικά τα οποία είχε επικαλεσθεί για τη θεμελίωση της κύριας βάσεώς της, επικαλέσθηκε και τα εξής: "Επειδή άλλως και όλως επικουρικώς η εναγομένη υποχρεούται να μου καταβάλει το ποσό των 11.566,98 ευρώ κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού διότι κατέστη πλουσιωτέρα κατά το ποσό αυτό παρανόμως και άνευ αι