541/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 29 Δεκεμβρίου 1998 και 20 Μαΐου 2003 αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6574/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 4966/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4 Αυγούστου 2009 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated541/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής σύμβασης, για την προστασία των δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ, ορίζεται, ότι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο έχει δικαίωμα στο σεβασμό της περιουσίας του.
Full text
Απόφαση 541 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 541/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Κ. Κ. Α.Ε" Ξενοδοχειακές και Τουριστικές Επιχειρήσεις (ξενοδοχείο ΛΕΚΑΝΤΙΝ)", με έδρα το Καρπενήσι Ευρυτανίας, που εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Ρελλο.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε" ως καθολικής διαδόχου μετά από συγχώνευση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία ΕΘΝΙΚΗ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε (ΕΚΤΕ) την 2/10/1998 βάσει του άρθρου 75 ΚΝ 2190/1920 και 16 Ν. 2515/97, με έδρα την Αθήνα, που εκπροσωπείται νομίμως, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσικρικά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 29 Δεκεμβρίου 1998 και 20 Μαΐου 2003 αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6574/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 4966/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4 Αυγούστου 2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης, ανέγνωσε την από 26 Νοεμβρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 περ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο δε κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 36/1988, ΑΠ 1399/2005).
Εξάλλου με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής σύμβασης, για την προστασία των δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ, ορίζεται, ότι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο έχει δικαίωμα στο σεβασμό της περιουσίας του.
Κανένας δεν επιτρέπεται να στερηθεί της περιουσίας του, παρά μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους όρους που προβλέπονται από το νόμο και από τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου. Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα που έχουν τα κράτη να θεσπίζουν και εφαρμόζουν τις διατάξεις που θεωρούν αναγκαίες για τον έλεγχο και την ρύθμιση της χρήσεως της ιδιοκτησίας (αγαθών) σύμφωνα με το γενικό συμφέρον ή για να εξασφαλίσουν την πληρωμή των φόρων ή άλλων εισφορών ή κυρώσεων ή προστίμων.
Με τη διάταξη αυτή κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας. Στην έννοια της περιουσίας περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα δικαιώματα "περιουσιακής φύσεως" και τα κεκτημένα "οικονομικά συμφέροντα".
Καλύπτονται έτσι τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον, έως την προσφυγή στο δικαστήριο, δίκαιο, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά. (Ολ.
ΑΠ 40/98). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 2 ΑΚ "ο νόμος ορίζει για το μέλλον, δεν έχει αναδρομική ισχύ". Παρά ταύτα, δεν υπάρχει στο Σύνταγμα γενική απαγόρευση αναδρομικότητας του νόμου (ΟλΑΠ 1067/79 ΝοΒ 1980.487), αρκεί να μην παραβιάζονται το άρθρο 4 παρ. 1 περί ισότητας και το άρθρο 17 του Συντάγματος περί προστασίας της ιδιοκτησίας (Ολ.
ΑΠ 4 και 7/90). Κατά την παρ. 2 του άρθρου 17 του Συντάγματος, "κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο ...". Στην έννοια της ιδιοκτησίας, κατά την αληθινή ερμηνεία της διάταξης αυτής, σύμφωνη και προς το ανωτέρω άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, πρέπει να νοηθεί ότι περιλαμβάνονται και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα οι απαιτήσεις, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον, έως την προσφυγή στο δικαστήριο, δίκαιο, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά.
Τέτοιες ενοχικές αξιώσεις είναι κατά το ελληνικό δίκαιο και οι απαιτήσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό, ήτοι το δικαίωμα αναζήτησης των καταβληθέντων αχρεωστήτως, εφόσον η καταβολή δεν έγινε με βάση δικαστική απόφαση μη ανατραπείσα. Περαιτέρω, με την απόφαση 289|30.10.1980 της Νομισματικής Επιτροπής (ΦΕΚ Α' 269|27.11.1980) που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 8 παρ. 6 του ν. 1083|1980 "περί αγοράς και πωλήσεως συναλλάγματος και ξένων τραπεζικών γραμματίων", θεσπίσθηκε, προκειμένου περί των τραπεζικών συναλλαγών, εξαίρεση ως προς τους περιορισμούς που τίθενται από τις διατάξεις των άρθρων 296 ΑΚ, 110, και 111 παρ. 2 ΕισΝΑΚ για τον ανατοκισμό οφειλόμενων τόκων.
Σύμφωνα με την εξαίρεση αυτή παρέχεται στις Τράπεζες και στα πιστωτικά ιδρύματα η ευχέρεια, και υπό τη ρητή προϋπόθεση ότι τούτο έχει συμφωνηθεί οποτεδήποτε με τον οφειλέτη, να "εκτοκίζουν", ήτοι να υπολογίζουν λογιστικώς τόκους επί των καθυστερούμενων τόκων από της πρώτης ημέρας της καθυστερήσεώς τους, χωρίς τους ανωτέρω "περιορισμούς" του ΑΚ και του ΕισΝΑΚ.
Ενώ, αν δεν υπάρχει τέτοια συμφωνία, ο εκτοκισμός γίνεται κατά τις συνήθεις διατάξεις και συνεπώς, κάθε καταβολή του οφειλέτη προς την Τράπεζα που αφορά τόκους τόκων που καταλογίσθηκαν πέραν από τα προβλεπόμενα με τις συνήθεις διατάξεις, μπορούν να αναζητηθούν, ως αχρεωστήτως καταβληθέντα, με βάση το άρθρο 904 ΑΚ (ΟλΑΠ 8 και 9/1998).
Η κατά τον ανωτέρω τρόπο εφαρμογή των κανόνων δικαίου που προεκτέθηκαν επιβεβαιώθηκε και από την επακολουθήσασα διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του ν. 2601/1998, κατά την οποία, εφόσον δεν υπάρχει συμφωνία περί ανατοκισμού μεταξύ τράπεζας και δανειολήπτη, η τράπεζα δεν μπορεί να ανατοκίζει τους οφειλόμενους σ` αυτήν τόκους, παρά μόνο κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα.
Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 30 παρ. 2 εδ. β' του ν. 2789/2000, που αφορά τον ανατοκισμό επί δανειακών συμβάσεων που έκλεισαν οριστικά, ορίζεται ότι "καταβληθέντα οποτεδήποτε ποσά, ανεξαρτήτως ύψους από τους οφειλέτες ή τρίτους, είτε εκουσίως, είτε κατόπιν συμφωνίας ή οποιασδήποτε ρύθμισης, είτε συνεπεία διαδικασιών ατομικής ή συλλογικής εκτέλεσης, δεν αναζητούνται σε καμία περίπτωση και για καμία αιτία".
Η αμέσως προμνησθείσα διάταξη του άρθρου 30 παρ. 2 εδ. β, όπως αυτή τροποποιήθηκε μεταγενεστέρως με το άρθρο 42 του ν. 2912/2001 και 39 του ν. 3259/2004, με την οποία αποκλείεται η αναζήτηση, πλην άλλων, και των εκουσίως καταβληθέντων ποσών, δεν αντίκειται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και το άρθρο 17 παρ. 1 του Συντάγματος, διότι τα εκουσίως καταβληθέντα από τον οφειλέτη, κατά τη δημοσίευση του νόμου, είχαν εξέλθει νομίμως της περιουσίας του καταβαλόντος και δεν αποτελούσαν πλέον περιουσιακό του στοιχείο ή κεκτημένο "οικονομικό συμφέρον" αυτού και συνεπώς ο νομοθέτης αποκλείοντας την αναζήτησή τους, δεν παραβιάζει τους προανεφερθέντες υπέρτερης αξίας κανόνες ( Α.Π. 1277/2008, 222/2006, 1780/2005, 1283/2005, 1284/2005).
Τέλος, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 68, 69, 224, 269 και 281 ΚΠολΔ, που συμπορεύονται προς το άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, το κεκτημένο και απαιτητό του δικαιώματος, για το οποίο μπορεί να ζητηθεί προστασία που οδηγεί σε άμεση καταδίκη, κρίνεται κατά το χρόνο της πρώτης συζήτησης της αγωγής στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και όχι κατά το χρόνο της επίδοσής της στον εναγόμενο, με την οποία ολοκληρώνεται η άσκησή της (Ολ.
ΑΠ 2/94, ΑΠ. 478/2006). Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα, τα οποία εκτιμά ο `Αρειος Πάγος για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (ΚΠολΔ 561 παρ. 2), προκύπτουν τα ακόλουθα: α) με την από 29.12.1998 αγωγή, που συζητήθηκε ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου στις 16.3.2006, η αναιρεσείουσα, οφειλέτρια της εναγομένης από αλληλόχρεο λογαριασμό, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι η τελευταία οφείλει να της καταβάλει, κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, τους από την ήδη αναιρεσίβλητη αξιωθέντας τόκους ποσού 175.419,24 ευρώ, που αυτή κατέβαλε πέραν των οφειλών της, και β) με την από 20.5.2003 αγωγή η αναιρεσείουσα ζήτησε να αναγνωρισθεί, για τους ίδιους λόγους, ότι η τελευταία οφείλει να της καταβάλει, κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού τους από την ήδη αναιρεσίβλητη αξιωθέντες τόκους ποσού 73.367,57 ευρώ, άλλως να αναγνωρισθεί, ότι ο διαλαμβανόμενος στην αγωγή τρίτος όρος των πιο πάνω αλληλοχρέων λογαριασμών, με τον οποίο είχε συμφωνηθεί ο καθ' έκαστο ημερολογιακό εξάμηνο εκτοκισμός των ληξιπροθέσμων οφειλών, είναι άκυρος ως αισχροκερδής και αντίθετος στα χρηστά ήθη, άλως λόγω πλάνης των νομίμων εκπροσώπων της αναιρεσείουσας, κατά τα στις ένδικες αγωγές εκτιθέμενα.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών) με την απόφασή του 6574/2206 απέρριψε τις συνεκδικασθείσες ενώπιόν του ως άνω αγωγές, ως νομικά αβάσιμες, κατ` εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 30 παρ. 2 εδ. β' του ν. 2789/2000, το δε Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε κατ` ουσίαν την έφεση της ήδη αναιρεσείουσας, με την αιτιολογία ότι οι εκ των ενδίκων συμβάσεων (συμβατικές) οφειλές είχαν υπαχθεί και είχαν ρυθμισθεί κατ' εφαρμογή του άρθρου 30 του ν. 2789/2000, απορρίπτοντας μετά ταύτα τον σχετικό (τρίτο) λόγο της εφέσεως της αναιρεσείουσας, με τον οποίο η τελευταία παρεπονείτο για την απόρριψη των ως άνω επικουρικών βάσεων των αγωγών, για την αναγνώριση της ακυρότητας του προαναφερθέντος όρου περί ανατοκισμού και λοιπών παρανομιών και αυθαιρεσιών στον υπολογισμό των τόκων και λοιπών χρεώσεων, ως απαράδεκτο, λόγω της αοριστίας του.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, η οποία προσβάλλεται ήδη με το αναιρετήριο μόνο για εσφαλμένη εφαρμογή των αναφερομένων στη μείζονα σκέψη ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 30 παρ. 2 εδ. β` του ν. 2789/2000 και όχι και για την απόρριψη του τρίτου λόγου της εφέσεως ως απαραδέκτου, δεν παραβίασε τις διατάξεις αυτές, αφού ειδικότερα, η διάταξη του άρθρου 30 παρ. 2 εδ.
β` του ν. 2789/2000, όπως τροποποιήθηκε μεταγενεστέρως, βάσει της οποίας κρίθηκαν ως μη νόμιμες οι αγωγές , πλήρως συμπορεύεται προς το άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, το άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και προς τα άρθρα 2 και 17 του Συντάγματος, περαιτέρω δε, ορθώς εφάρμοσε την εν λόγω διάταξη, μολονότι, κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, η επίδοση της αγωγής στην αναιρεσίβλητη είχε λάβει χώρα πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 2789/2000, αφού τα πραγματικά περιστατικά, που έχουν ως προϋπόθεση την εφαρμογή της, είχαν συντελεστεί μέχρι την πρώτη συζήτηση της αγωγής στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ίσχυε δηλαδή ο νόμος αυτός κατά το χρόνο της δημοσίευσης της απόφασής του.
Επομένως, οι από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αντίθετοι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, είναι αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως εξ' ολοκλήρου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4.8.2009 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας " Κ. Κ. Α.Ε., Ξενοδοχειακές και Τουριστικές Επιχειρήσεις - Ξενοδοχείο ΛΕΚΑΝΤΙΝ", για την αναίρεση της 4966/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Δεκεμβρίου 2011 και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 11 Απριλίου 2011.
O ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ