541/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated541/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απαράδεκτοι, διότι οι προτάσεις των διαδίκων, στις οποίες περιέχεται ο ανωτέρω ισχυρισμός του αναιρεσείοντος και τα πρακτικά του δικαστηρίου, που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων δεν θεωρούνται έγγραφα, κατά την έννοια που εκτέθηκε και, συνεπώς, δεν ιδρύεται ο επικαλούμενος λόγος αναίρεσης.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 541 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 541/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευανθία Κατσιγιάννη. Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Αγγελική Γαλάνη, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-9-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν 48/2003 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου και 176/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-3-2007 αίτησή του καθώς και με τους από 8-10-2009 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 23-10-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αιτήσεως με τον πρόσθετο αυτής λόγο, του ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 176/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών (μεταβατική έδρα Χαλκίδας). Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη τους και καθένας την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Kατά το άρθρο 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, από δε την αναφορά στην απόφαση μερικών από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα.
Στην υπόθεση που κρίνεται, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποίαν, τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το Εφετείο, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων και από τα επικαλούμενα και νομίμως από τους διαδίκους προσκομιζόμενα έγγραφα, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και εκτίμησε, προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του, σχετικά με το ότι μεταξύ των διαδίκων δεν καταρτίσθηκε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, όπως ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων προέβαλε με την ένδικη αγωγή του, αλλά αφανής εταιρία, με σκοπό την εκμετάλλευση του αναφερομένου σ' αυτήν χώρου στάθμευσης αυτοκινήτων και τις 7|31-7-1997, 8|31-8-1997, 31-12-1998 αποδείξεις και την από 16-1-2004 έκθεση της δικαστικής γραφολόγου ..., που με επίκληση προσκόμισε ο αναιρεσείων.
Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, από το άρθρο 559 περ. γ'ΚΠολΔ, με τους οποίους ψέγεται το Δικαστήριο της ουσίας ότι δεν έλαβε υπόψη τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία, είναι αβάσιμοι.
Κατά το άρθρο 559 αριθ.8 περ. β' ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. Αν το δικαστήριο απέρριψε κάποιον ουσιώδη ισχυρισμό του διαδίκου, για οποιονδήποτε λόγο, δεν μπορεί να θεμελιωθεί ο ως άνω λόγος αναιρέσεως, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι έχει ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός, ανεξάρτητα από το εάν έγινε δεκτός ή όχι. Επομένως, ο τρίτος λόγος της ένδικης αιτήσεως, σύμφωνα με τον οποίο το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, που είχαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη ενστάσεις του, για μη γνησιότητα και πλαστότητα των εγγράφων αποδείξεων, που αναφέρονται στο λόγο αυτό αναίρεσης, οι οποίες προσκομίσθηκαν από τον εναγόμενο-αναιρεσίβλητο, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το δικαστήριο έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς αυτούς και τους απέρριψε ως αβάσιμους, καθόσον δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη ων πραγμάτων κρίση του, ότι οι εν λόγω αποδείξεις είναι γνήσιες.
Για τη θεμελίωση του από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ προβλεπόμενου λόγου αναίρεσης, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, πρέπει, εκτός των άλλων, το έγγραφο που παραμορφώθηκε, να χρησιμεύει, σύμφωνα με τα άρθρα 339 και 432 επ.
ΚΠολΔ, ως αποδεικτικό μέσο, τέτοιο δε θεωρούνται τα πρακτικά του δικαστηρίου, που περιέχουν καταθέσεις μαρτύρων καθώς και οι προτάσεις των διαδίκων. Στην κρινόμενη υπόθεση, με τους τέταρτο και έκτος λόγους αναίρεσης, προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από την ανωτέρω διάταξη πλημμέλειες της παραμόρφωσης του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, που περιέχονταν στις ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου προτάσεις του, αναφορικά με το αληθές περιεχόμενο της 4|7-4-1995 απόδειξης καθώς και του περιεχομένου των καταθέσεων των μαρτύρων, που περιέχονται στα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.
Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απαράδεκτοι, διότι οι προτάσεις των διαδίκων, στις οποίες περιέχεται ο ανωτέρω ισχυρισμός του αναιρεσείοντος και τα πρακτικά του δικαστηρίου, που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων δεν θεωρούνται έγγραφα, κατά την έννοια που εκτέθηκε και, συνεπώς, δεν ιδρύεται ο επικαλούμενος λόγος αναίρεσης.
Με την ίδια αιτιολογία είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος ο συναφής έβδομος λόγος αναίρεσης, από την ίδια διάταξη με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο, ότι παραποίησε τα πρακτικά της δίκης σχετικά με την κατάθεση του μάρτυρα του εναγομένου.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κριση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόσθηκε.
Αντιθέτως, η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) και ειδικότερα αναφέρονται στη στάθμιση και αξιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί μόνο το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια. Στην υπόθεση που κρίνεται, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την ως άνω διάταξη του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, διότι δέχθηκε ότι οι ανωτέρω αναφερόμενες αποδείξεις πληρωμής αποδείχθηκαν γνήσιες, γιατί αποδείχθηκε η γνησιότητα της υπογραφής, παρ' όλο ότι για τις δύο από τις αποδείξεις αυτές, ήτοι την 321|1997 και 4|7-4-1995 ο αναιρεσείων κατεμήνυσε τον αντίδικό του για νόθευση αυτών και όχι για πλαστογράφηση της υπογραφής του.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται σε έλλειψη αιτιολογιών της πληττόμενης απόφασης, σε ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αλλά στην εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των ως άνω αποδεικτικών στοιχείων από το Δικαστήριο της ουσίας.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. Α.Κ. 6 του Ν. 765|1943, ο οποίος κυρώθηκε με την 324|30-5-1946 Π.Υ.Σ και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας υπάρχει, όταν ο εργαζόμενος που παρέχει την εργασία του με μισθό - ο τρόπος καθορισμού και καταβολής του οποίου δεν επηρεάζει τον χαρακτήρα της ως άνω συμβάσεως- υποβάλλεται σε νομική εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα αυτού να ασκεί εποπτεία και να ελέγχει την εργασία που παρέχει ο εργαζόμενος και να δίνει στον τελευταίο δεσμευτικές οδηγίες ως προς τον χρόνο, τον τόπο και τον τρόπο της παρεχόμενης εργασίας.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του ουσιαστικού κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Αντιθέτως, η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) και ειδικότερα αναφέρονται στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί μόνο το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, κατά τη ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα εξής πραγματικά περιστατικά:
Οι διάδικοι είναι συγγενείς και ειδικότερα ο ενάγων είναι αδελφός της μητέρας του εναγομένου. Το έτος 1990 όταν ο ενάγων συνταξιοδοτήθηκε από την Πυροσβεστική Υπηρεσία στην οποία εργαζόταν ως πυροσβέστης, συμφώνησε με τον ανεψιό του εναγόμενο, που είναι ιδιοκτήτης ενός οικοπέδου επί της οδού ... και ..., ευρισκόμενου σε κεντρικό σημείο της ..., ο μεν εναγόμενος να διαθέσει το οικόπεδο αυτό ως υπαίθριο χώρο στάθμευσης αυτοκινήτων, ο δε ενάγων να προβαίνει στην στάθμευση των αυτοκινήτων διαφόρων τρίτων και να εισπράττει από αυτούς τα χρήματα, εκδίδοντας προς τούτο τις σχετικές αποδείξεις παροχής υπηρεσιών.
Αντίθετα ο ενάγων εκθέτει στην αγωγή του ότι συνήφθη μεταξύ των σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου διαρκείας, ενώ ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι συνήφθη μεταξύ των αφανής εταιρεία. Ο μάρτυς του εναγομένου που είναι φοροτεχνικός και έχει αναλάβει από το έτος 1995 τα λογιστικά βιβλία αυτού, ρητά και απερίφραστα κατέθεσε ότι μεταξύ των διαδίκων συνεστήθη αφανής εταιρεία, με εισφορές, του μεν εναγομένου το ανωτέρω οικόπεδο, του δε ενάγοντα την παροχή της προσωπικής του ως άνω εργασίας.
Συνεφωνήθη δε ποσοστό συμμετοχής του ενάγοντα στα κέρδη της επιχείρησης το έτος 1994 σε 33%, και ακολούθως τα έτη 1995, 1996 - 1997 το ποσοστό ορίσθηκε σε 25% και 30%, λόγω αύξησης της τιμής στην παροχή της υπηρεσίας στάθμευσης. Η εν λόγω κατάθεση του μάρτυρα του εναγομένου κρίνεται πειστική, επειδή ενισχύεται και από την κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντα, ο οποίος είναι συνάδελφος πυροσβέστης αυτού, και ο οποίος κατέθεσε επί λέξει: "τα πρώτα χρόνια ήταν μέσα (εννοείται ο ενάγων) με ποσοστό 33%".
Συνεπώς, όπως προκύπτει από τις καταθέσεις αυτές σε συνδυασμό και με το υπόλοιπο ως άνω αποδεικτικό υλικό, δεν είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων μισθός για τον ενάγοντα όπως αβασίμως αυτός εκθέτει στην αγωγή του, αλλά ποσοστά επί των κερδών της επιχείρησης. Περαιτέρω απεδείχθη στις. αποδείξεις πληρωμής του ενάγοντα (υπ'αριθμ. 1) 15/2/1995, 2/10/3/95, 3/15/3/95, 4/7-4-95, 5/15-4-95, 6/15-5-95, 7/15-6-95, 8/15-7-95, 9/20-8-95, 10/20-9-95, 10/24-10-95, 11/24-11-95, 11α/24-12-95,11/26-1-96, 21/30-2-96, 11γ/24-12-96, 12/24-3-96 ,
13/25-4-96, 14/24-5-96, 15/26-3-95, 16/23-7-96, 17/20-8-96, 18/23-9-96, 19/20-10-96, 20/26-11-96 και τις από 3/12/1998 και 3/10/97),η γνησιότητα της υπογραφής του από την ανωτέρω διεξαχθείσα πραγματογνωμοσύνη, σε συνδυασμό και με το υπόλοιπο ως άνω αποδεικτικό υλικό. Αναγράφεται δε σε αρκετές από αυτές, ως τις υπ'αριθμ. 17/20-8-96, 13/25-4-96, 16/23-7-96, 18/23-9-96, ότι τα διαλαμβανόμενα χρηματικά ποσά που εδόθησαν στον ενάγοντα, κατεβλήθησαν έναντι ποσοστών.
Ο ενάγων εκθέτει στην αγωγή του ότι απεχώρησε εκ της εργασίας του από την επίδικη επιχείρηση, στις 30/5/1999, χωρίς να αναφέρει το λόγο της αποχώρησης του. Λίγες ημέρες αργότερα, μετά την εν λόγω αποχώρηση συνήφθη μεταξύ αυτού και των ... και ..., το από 10 Ιουνίου 1999 μισθωτήριο επαγγελματικής στέγης, δυνάμει του οποίου ο ενάγων ως μισθωτής, μίσθωσε από τους προαναφερθέντες ένα οικόπεδο στη συμβολή των οδών ...
και ... στη ..., προκειμένου να το χρησιμοποιήσει ως υπαίθριο χώρο λειτουργίας σταθμού στάθμευσης αυτοκινήτων, με μηνιαίο μίσθωμα 67% επί των καθαρών εσόδων λειτουργίας του εν λόγω σταθμού. Δηλαδή ο ενάγων απεχώρησε από την επιχείρηση που είχε με τον εναγόμενο. όχι όπως θα ήταν αναμενόμενο λόγω καταβολής σε αυτών αποδοχών μικρότερων των όσων προβλέπει ΕΓΣΣΕ, αλλά διότι αυτός άνοιξε δική του αποκλειστικώς επιχείρηση, όμοια με εκείνη που είχε με τον εναγόμενο, στην ίδια τοποθεσία της ....
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο εναγόμενος διατηρούσε κεραμοποιείο στη ..., όπου τα πρωινά εργαζόταν και μερικές φορές τα απογεύματα επισκεπτόταν το χώρο της επιχείρησης. Ο δε ενάγων ενεργούσε, χωρίς να παίρνει εντολές και οδηγίες από τον εναγόμενο, ο οποίος δεν ασκούσε έλεγχο και εποπτεία σε αυτόν, τις δε εισπράξεις τις παρέδιδε, όπως είχε συμφωνηθεί, στον πατέρα του εναγομένου ....
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την ένδικη αγωγή, κρίνοντας ότι η σχέση που συνέδεε τον ενάγοντα με τον εναγόμενο δεν ήταν της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, αλλά της αφανούς εταιρείας, που είχαν αυτοί ιδρύσει και, συνεπώς, δεν δικαιούται τις αιτούμενες διαφορές αποδοχών, ως εργατοτεχνίτη καθώς και επιδόματα αδείας και εορτών.
Κρίνοντας έτσι, το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα ότι η συμβατική σχέση, που συνέδεε τους διαδίκους δεν ήταν εκείνη της εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, αορίστου χρόνου, αλλά της αφανούς εταιρίας, οι οποίες επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής μη εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων, που στην αρχή της σκέψης αυτής αναφέρονται και οι οποίες δεν τύγχαναν εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση.
Επομένως, οι από τους αριθ. 1 και 19 του αρθρ.559 ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως, όγδοος του κυρίου δικογράφου και μοναδικός του δικογράφου των προσθέτων, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Ο τελευταίος αυτός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλονται, περαιτέρω, οι αναιρετικές πλημμέλειες της έλλειψης νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, γιατί δεν περιέχει αιτιολογίες, σχετικά με το ζήτημα 1) της μη λήψης εντολών από τον αναιρεσείοντα εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου, παρόλο ότι δέχθηκε ότι ο πρώτος παρέδιδε τις εισπράξεις της επίδικης επιχείρησης στον πατέρα του αναιρεσιβλήτου και 2) με την αιτία, για την οποία τα ποσοστά που λάμβανε ο αναιρεσείων επί των εισπράξεων και κερδών της επιχείρησης και τα οποία αναφέρονται στις σχετικές αποδείξεις, δεν αποτελούσαν μισθό, είναι απορριπτέος, διότι οι ανωτέρω πλημμέλειες προβάλλεται αλυσιτελώς, καθόσον το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, ότι μεταξύ των διαδίκων δεν καταρτίσθηκε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά αφανής εταιρία και, επομένως, στα πλαίσια λειτουργίας αυτής γινόταν η ανωτέρω παράδοση από τον αναιρεσείοντα των εισπράξεων και η λήψη από μέρους του ποσοστού επί των κερδών.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-3-2007 αίτηση και τους πρόσθετους λόγους, του ..., για αναίρεση της 176|2006 οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών ( Μεταβατική έδρα Χαλκίδας) και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε επτακόσια (700) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 23 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ